Legislator Case Law & Legislation
33/2008 AI generated

33/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 33/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

33/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ (παρ.1)". "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 33 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 33/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Λιαπάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Γαλάνη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/1996 προδικαστική, 152/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 662/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-3-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 23-2-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-3-2004 αίτησης για αναίρεση της 662/2003 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, που προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ, δεν έχει εφαρμογή στην κατ' έφεση δίκη νόμος που εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, έστω και αν προσδόθηκε σ' αυτόν αναδρομική δύναμη, εκτός αν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη με την οποία καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευομένου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, εξαιτίας της παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βασίμου, εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ακολουθηθεί νέο στάδιο, κατά το οποίο το εφετείο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτή στην ουσία (άρθρο 531 παρ. 1 ΚΠολΔ), υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή της διάταξης του άρθρου 2 του ΑΚ, που προπαρατέθηκε, να εφαρμόσει το νέο νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδήγησε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.

ΑΠ 30/1998, Ολ. ΑΠ 654/1984). Με τις διατάξεις, ειδικότερα, των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", που ισχύουν κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 9 του ίδιου από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (19.3.2003), εφόσον στις εν λόγω διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά, ορίζονται τα ακόλουθα: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ (παρ.1)". "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή (παρ. 2)". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 16.9.2003, δεχόμενο ότι η ένσταση ίδιας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ήταν ουσιαστικά βάσιμη, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που είχε απορρίψει την ένδικη από 2.8.1993 αναγνωριστική κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Εφόσον, όμως η πρωτόδικη (158/2001) απόφαση δημοσιεύθηκε στις 15.6.2001, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, που προπαρατέθηκε (19.3.2003), το Εφετείο, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη ειπωθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν ήταν υποχρεωμένο κατά νόμο να εφαρμόσει τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 4 του αμέσως πιο πάνω νόμου, εφόσον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προμνημονευόμενες διατάξεις του ν. 3127/2003, με το να μη τις εφαρμόσει, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 9 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως αίτηση, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά της απόφασης πάνω σε κάθε είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ.

Το ιδιώνυμο, επομένως, αποδεικτικό μέσο της εξέτασης των διαδίκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 415 παρ. 1. ΚΠολΔ, εξαιτίας της ατελούς απόδειξης των πραγματικών γεγονότων με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, καθώς και οι λόγοι έφεσης, τους οποίους δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, δεν συνιστούν ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και, συνακόλουθα, αίτηση, με την έννοια που προπαρατέθηκε.

Ο δεύτερος, συνεπώς. λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 9 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός μεν, παρέλειψε να διατάξει την εξέταση του ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 415 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά παραδοχή του υποβαλλόμενου σχετικού αιτήματος του τελευταίου, εξαιτίας του μη επαρκούς αριθμού των μαρτύρων απόδειξης, αφετέρου δε, δεν αποφάνθηκε ως προς τους τρίτο και τέταρτο, αντίστοιχα, λόγους της έφεσής του περί της συμπλήρωσης ή όχι στο πρόσωπό του της χρησικτησίας πριν από τον κρίσιμο χρόνο (15-9-1915), είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτο λόγο της έφεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 περίπτ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο, συνολικού εμβαδού 451,17 τετρ. μέτρων, περιλαμβάνεται μέσα στα όρια του αιγιαλού και, επομένως, ανήκει ολόκληρο στο εναγόμενο, εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να διατάξει απόδειξη περί της ακριβούς έκτασης του εν λόγω ακινήτου, που - ενδεχομένως - βρίσκεται μέσα στα όρια του αιγιαλού. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού με την 23/1996 προδικαστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποχρεώθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο, όπως το τελευταίο περιγράφεται, ειδικότερα, κατά θέση, έκταση και όρια, στην ένδικη αγωγή, -καθώς στο οικείο θέμα απόδειξης που τάχθηκε σε βάρος του ενάγοντα-, "αποτελεί, πριν ακόμα από το έτος 1904, τμήμα χερσαίας ζώνης που περιστοιχίζει την θάλασσα και βρέχεται από τις μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, όχι όμως από τις εκάστοτε πλημμύρες", και επομένως το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του όχι χωρίς απόδειξη, αλλά από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους κατ'επιταγή της παραπάνω προδικαστικής απόφασής του.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ" ο αιγιαλός, ήτοι η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, είναι κτήμα κοινόχρηστον, ανήκει ως τοιούτον εις το Δημόσιον και προστατεύεται και διαχειρίζεται υπ' αυτού".

Κατά τη σαφή έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αιγιαλό αποτελεί η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα. Η ζώνη αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο σημείο μέχρι το οποίο φθάνουν κατά τις συνηθισμένες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας, όχι δε και από τις έκτακτες πλημμύρες. Ο αιγιαλός, ως κτήμα κοινόχρηστο, ανήκει στο Δημόσιο, τόσο κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου (ν. 93 βασ.

Ββ', ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10.7.1837), όσο και κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 2344/1940, που προπαρατέθηκε, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ. Η κυριότητα στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν, δηλαδή, τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής.

Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (π.ρ.β.λ. και άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. 'Ετσι, ακόμη και οι βράχοι, καθώς και οι απόκρημνες ή όχι ακτές αποτελούν μέρος του αιγιαλού, όπως, επίσης, αιγιαλό αποτελεί και το τμήμα αυτού που προστατεύεται με κρηπίδωμα, έτσι, ώστε να μη φθάνει μέχρι το τελευταίο, όπως προηγουμένως, το συνήθως μεγαλύτερο κύμα.

Εξάλλου, μόνος ο καθορισμός των ορίων του αιγιαλού, που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε εν μέρει με το άρθρο 20 του ν. 719/1977, από την προβλεπόμενη από το άρθρο 10 του α.ν. 1540/1939 διοικητική επιτροπή, με απόφαση της τελευταίας, με τη σύνταξη του σ' αυτή αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα πιο πάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή, σε έδαφος μη βρεχόμενο από τα θαλάσσια κύματα, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, ο κύριος του εδάφους που περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού, χωρίς το τελευταίο να είναι κατά τα φυσικά όριά του αιγιαλός, θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση του προστατευτικού αυτής ορισμού του άρθρου 17 του Συντάγματος, ενόψει ακριβώς του οποίου και θεσπίστηκαν τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 4 του α.ν. 2344/1940, σύμφωνα με τα οποία, τμήματα ιδιωτικών κτημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως ανήκοντα στον αιγιαλό, θεωρούνται ότι κηρύχθηκαν αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα υπέρ του Δημοσίου, συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της έκθεσης και του διαγράμματος της εν λόγω επιτροπής, εφαρμοζόμενης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση των ιδιοκτητών, της διαδικασίας του α.ν. 1731/1939 (και ήδη του ν.δ. 797/1971), με την παρέκκλιση της καθιέρωσης εξάμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, που αρχίζει από την κατά την παρ. 3 του προηγούμενου άρθρου δημοσίευση της έκθεσης, για την υπό των ιδιοκτητών αναγγελία των αξιώσεών τους στον Υπουργό των Οικονομικών και την υποβολή των τίτλων τους, επί των οποίων στηρίζουν τα δικαιώματά τους στον ίδιο, με την παρέλευση όμως άπρακτης της πιο πάνω εξάμηνης προθεσμίας, τυχόν εμπράγματα ή αξιώσεις προς αποζημίωση, που δεν αναγγέλθηκαν στον Υπουργό των Οικονομικών, αποσβέννυνται κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που προπαρατέθηκαν, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα των ιδιωτών σε κτήματα, έστω και αν αυτά χαρακτηρίστηκαν από την παραπάνω Επιτροπή ως ανήκοντα σε αιγιαλό. Με την εξαίρεση, επομένως, της αμέσως πιο πάνω περίπτωσης, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας, ο σε κάθε δε τοπική περίπτωση καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και ότι της διοίκησης.

Από τη διάταξη, επίσης, του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύεται ο νομοθέτης, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, τη συνδρομή του οποίου ελέγχουν τα δικαστήρια ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (Ολ.

ΑΠ 46/2005 και 22/2005). Με τα δεδομένα αυτά οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που κυρώθηκε με την 24/1926 Συντακτική Απόφαση και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝ.ΑΚ, (και του άρθρου 4 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938), με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού και, συνακόλουθα και επί του αιγιαλού, από της 16ης Μαϊου 1926 και εφεξής, καθώς και οι διατάξεις του ν.

ΔΞΗ'/1912 και των αλλεπάλληλων διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν με βάση το νόμο αυτό, με τα οποία ανεστάλη κάθε παραγραφή και κάθε δικαστική προθεσμία επί αστικών διαφορών από τις 12.2.1915 και εφεξής και πέραν της 16ης Μαϊου 1926, από τις οποίες προκύπτει, ότι επί δημόσιων κτημάτων η χρησικτησία τρίτων έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, γιατί μετά την πιο πάνω χρονολογία δεν επιτρέπεται πλέον ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου, δεν αντίκεινται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, με την έννοια ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζεται η συνταγματική αρχή (από το άρθρο 17 του Συντάγματος) της προστασίας των ελλήνων πολιτών έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, αφού οι αμέσως πιο πάνω διατάξεις θεσπίστηκαν για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και, ειδικότερα, για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου μέσα στα όρια της ελληνικής επικράτειας.

Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμησή του, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι μόνο η συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας μέχρι τις 15.9.1915 μπορεί να αντιταχθεί κατά του Ελληνικού Δημοσίου, παραβίασε ευθέως την από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερούμενη αρχή της ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο πέμπτος, τέλος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή, επίσης, εκτίμησή του, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι με τη διοικητική πράξη του καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, χωρίς να λάβει υπόψη ότι μπροστά από το εν λόγω ακίνητο υπάρχει σημαντικός αριθμός βράχων σε ημικυκλική διάταξη, που σχηματίζει οιονεί λιμάνι και οπωσδήποτε εμποδίζει τη μέγιστη ανάβαση των χειμέριων κυμάτων στο ύψος του, ευθέως παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 της Ευρωπαϊκής σύμβασης Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ατόμου (ΕΣΔΑ) που διέπει την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων του ατόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της παραδοχής ως και κατ'ουσίαν βάσιμης της ένστασης ίδιας κυριότητας του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου με βάση την ιδιότητα αυτού ως αιγιαλού, δηλαδή, ως βρεχομένου "από τις μέγιστες πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων", λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τη διοικητική πράξη καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού, αλλά όλα τα αποδεικτικά μέσα, που, με επίκληση, προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Μαρτίου 2004 αίτηση για αναίρεση της 662/2003 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 9 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ