Legislator Case Law & Legislation
33/2007 AI generated

33/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 33/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 33 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

33/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 33 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
performance issues technical services labor law violations employer's standing to appeal termination of construction contract contract for services
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 33 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 33/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γαβαλά, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΡΟΦΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Αργυρίου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1050/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2470/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/4/2005 αίτησή του και τους από 6/10/2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης, κύριων και προσθέτων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής: Η αναιρεσίβλητη έχει ως αντικείμενο το σχεδιασμό και επίβλεψη κάθε είδους βιομηχανικών εγκαταστάσεων και έργων υποδομής με ειδίκευση στη βιομηχανία πετρελαίου και αερίου. Το μόνιμο προσωπικό της ανέρχεται σε 200 περίπου εργαζομένους. Ανάλογα όμως με τα έργα που αναλαμβάνει, είναι δυνατόν να χρειάζεται επιπλέον προσωπικό του μονίμως εργαζομένου σ' αυτή. Για την αντιμετώπιση των αναγκών κάθε έργου προσλαμβάνει, όταν δεν επαρκεί το μόνιμο προσωπικό της, συνεργάτες τους οποίους χρησιμοποιεί, όσο διαρκεί η εκτέλεσή τους. Έτσι ο αναιρεσείων πολιτικός μηχανικός, με την από 6-9-1995 σύμβαση, που κατάρτισε στην Καλλιθέα Αττικής με την αναιρεσίβλητη υπό τον τίτλο "Σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών" ανέλαβε ως μελετητής την εκπόνηση μελέτης οργάνωσης αποτελούμενης από εξειδικευμένες στο έγγραφο της συμβάσεως φάσεις και δη: Α) Ανάλυσης του υπάρχοντος συστήματος Ελέγχου Έργων. Β) Αναθεώρησης του ρόλου των υπηρεσιών του τμήματος ελέγχου Έργων. Η προθεσμία παράδοσης του έργου ορίστηκε σε τέσσερις μήνες και αμοιβή το ποσό των 4000000 δραχμών, πλέον ΦΠΑ. Συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων, μολονότι διατηρεί δική του επαγγελματική στέγη, θα συνεργάζεται όποτε απαιτείται με τους υπεύθυνους της εταιρείας και ειδικότερα με το διευθυντή των έργων, ο οποίος θα του παραδίδει τα προς επεξεργασία στοιχεία της μελέτης, θα παραλαμβάνει τις ανωτέρω φάσεις της μελέτης και θα πιστοποιεί την πρόοδό της. Για την πληρωμή των καταβολών ο αναιρεσείων ήταν υποχρεωμένος να εκδίδει ισόποσα δελτία παροχής υπηρεσιών θεωρημένα νομίμως από την αρμόδια ΔΟΥ και από τις καταβολές αυτές συμφωνήθηκε να παρακρατούνται και να αποδίδονται νομίμως από την αναιρεσίβλητη οι νόμιμοι φόροι. Στην παραπάνω αποζημίωση δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες μετακινήσεως, διαμονής και διαβίωσης, που θα πραγματοποιεί ο αναιρεσείων. Η αναιρεσίβλητη θα παρέχει όλο το απαραίτητο υλικοτεχνικό εξοπλισμό και βοηθητική υποστήριξη στον αναιρεσείοντα για την εκπόνηση της μελέτης. Συμφωνήθηκε επίσης προθεσμία ενός μηνός για καταγγελία της συμβάσεως από κάθε μέρος, ότι ο αναιρεσείων θα παρέχει τις υπηρεσίες του με απόλυτη εχεμύθεια και ότι τα πνευματικά του δικαιώματα θα ανήκουν στην αναιρεσίβλητη. Με το από 30-11-1995 προσάρτημα στην προαναφερθείσα σύμβαση οι διάδικοι αναφέρθηκαν στο περιεχόμενό της, ενώ στις 10-1-1996 καταρτίσθηκε άλλη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών μεταξύ των διαδίκων, με την οποία συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων αναλαμβάνει στα πλαίσια της διευθύνσεως Έργων το συντονισμό των εργασιών προγραμματισμού και ελέγχου έργων, διαχείρισης συμβάσεων και εκτίμησης κόστους για τα έργα φυσικού αερίου, έργα ΕΛΔΑ και έργα της ΕΚΟ. Στις 25-9-1996 και στις 21-12-1998 οι διάδικοι συνυπέγραψαν άλλα προσαρτήματα στη πιο πάνω σύμβαση και την 1-2-1999 κατάρτισαν νέα σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών με την οποία συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων θα απασχολείται με τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση έργων που αναλαμβάνει η αναιρεσίβλητη κλπ. Στις 2-4-1999, 17-6-1999, 6-10-1999 και 17-1-1999 οι διάδικοι συνυπέγραψαν τέσσερα προσαρτήματα της συμβάσεως και στις 10-1-2000 κατάρτισαν νέα σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με την οποία συμφωνήθηκε ότι ο αναιρεσείων θα απασχολείται με τον προγραμματισμό και την παρακολούθηση των έργων κλπ. Στις 31-1-2001 οι διάδικοι κατάρτισαν "Συμφωνητικό της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών", με το οποίο αποφαίνονται ότι ο αναιρεσείων ολοκλήρωσε την παροχή υπηρεσιών του στο έργο, αλλά στις 13-2-2001 επανασυμβλήθηκαν και συμφώνησαν ότι ο αναιρεσείων, που δραστηριοποιείται ως ελεύθερος επαγγελματίας, θα παράσχει υπηρεσίες συναφείς προς την επιστημονική του ειδίκευση στα έργα "Χρονικός - Οικονομικός προγραμματισμός έργων Περιφ. Ελλάδος" κλπ. Στις 31-8-2001 η αναιρεσίβλητη γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα τη διακοπή της συμβάσεώς τους, που θα γινόταν ένα μήνα αργότερα. Ο αναιρεσείων διετέλεσε : 1) Από 1-12-1995 έως 31-1-1996 υπεύθυνος αυτής για το έργο διαχείρισης της Εγνατίας οδού. 2) Από 1-2-1995 έως 31-12-1997 βοηθός διευθυντή διευθύνσεως έργων στον τομέα υπηρεσιών έργων και παράλληλα από 1-1-19967 έως 30-6-1997 διευθυντής των υπηρεσιών που προσέφερε η αναιρεσίβλητη στο έργο της Εγνατίας οδού. 3) Από 1-1-1998 και εφεξής διαχειριστής έργου επιτελικής παρακολουθήσεως έργων ΥΠΕΧΩΔΕ κλπ. Υπό την ισχύ των ανωτέρω συμβάσεων ο αναιρεσείων δεν ήταν υποχρεωμένος να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο. Η καταγραφή των εισόδων και εξόδων του στο χώρο προσφοράς των ως άνω υπηρεσιών του δεν γινόταν στα πλαίσια ασκήσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του διευθυντικού της δικαιώματος, για τον έλεγχο, δηλαδή τηρήσεως εκ του αναιρεσείοντος ωραρίου εργασίας, αλλά για λόγους ασφαλείας. Η δε καταχώρηση των ανθρωποωρών, που πραγματοποίησε αυτός, αποσκοπούσε στη δυνατότητα της αναιρεσίβλητης για τη χρέωση των αντίστοιχων ανθρωποωρών στον κύριο του έργου, δεδομένου ότι η αμοιβή της προσδιοριζόταν με βάση τις ανθρωποώρες. Προσέτι ο αναιρεσείων δεν υπαγόταν ιεραρχικά σε προϊσταμένους. Το ότι αυτός προς εξασφάλιση της άρτιας παροχής των υπηρεσιών του συνεργαζόταν με το προσωπικό της αναιρεσίβλητης, παρελάμβανε τα προς επεξεργασία στοιχεία από τον εκάστοτε υπεύθυνο του έργου για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, στον οποίο και παρέδιδε το προϊόν των υπηρεσιών του μετά την ολοκλήρωσή τους, οπότε εκδιδόταν σχετική πιστοποίηση και επακολουθούσε η πληρωμή του, δεν υποδηλώνει εργασιακή εξάρτησή του. Ούτε το γεγονός ότι ο αναιρεσείων παρακολούθησε σεμινάριο στις 21-11-1995 που διοργάνωσε η εταιρεία C.C.S. με θέμα "Λήψη αποφάσεων με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή" με έξοδα της αναιρεσίβλητης και αυτή σε εφαρμογή συμβατικού όρου κάλυψε το κόστος ορισμένων εκτός έδρας της ταξιδίων του αναιρεσείοντος σχετικών με τις προσφερόμενες υπηρεσίες του οδηγεί στην κρίση ότι αυτός υπέκειτο στον έλεγχο και την εποπτεία της κατά την παροχή των υπηρεσιών του. Ούτε τέλος η παροχή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα του απαραίτητου υλικοτεχνικού εξοπλισμού και βοηθητικής υποστήριξης για την παροχή των υπηρεσιών του σημαίνει εξάρτηση αυτού. Ενισχυτικό άλλωστε της ελευθερίας των κινήσεών του είναι ότι, με το ... υπηρεσιακό σημείωμα ο αναιρεσείων ενημερώνει απλώς την αναιρεσίβλητη ότι θα απουσιάζει εκτός Αθηνών (δηλαδή δεν ζητεί την άδειά της). Υπό τα άνω περιστατικά προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν ευρίσκετο υπό την εξάρτηση της αναιρεσίβλητης. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση είναι αυτή της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι αυτή της εξαρτημένης παροχής υπηρεσιών και έτσι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή η αντίθετη έφεση της αναιρεσίβλητης και απορρίφθηκε ως αβάσιμη η αγωγή του αναιρεσείοντος, η οποία βασιζόταν στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και με την οποία αυτός ζητούσε επιδόματα εορτών, αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, αποζημίωση απολύσεως και αποδοχές του μηνός Σεπτεμβρίου 1996. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, η κατά τις παραδοχές του Εφετείου σύναψη διαδοχικών συμβάσεων από τους διαδίκους με τον τίτλο "σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών", η πληρωμή του αναιρεσείοντος με δελτίο παροχής υπηρεσιών, η μη υποχρέωσή του να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο και η μη εξάρτησή του ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο από την αναιρεσίβλητη, προσιδιάζει σε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της παραδοχής του ότι τους διαδίκους συνέδεε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και όχι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, στην οποία βασιζόταν η αγωγή, απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβανόταν και ο πέμπτος λόγος, με τον οποίο αυτός παρεπονείτο, επειδή το πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα της αγωγής του για πληρωμή των αποδοχών του μηνός Σεπτεμβρίου 2001. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα, δηλαδή τον πιο πάνω λόγο εφέσεως και άφησε αίτηση αδίκαστη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

O αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. Τέλος, αντιφατικοί προς αλλήλους λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, όπως όταν με τον ένα λόγο πλήττεται η απόφαση διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ένα έγγραφο και με τον άλλο ότι παραμόρφωσε το ίδιο έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα την από 6-9-1995 πρώτη σύμβαση εργασίας, την από 10-1-1996 δεύτερη σύμβαση εργασίας, την από 1-2-1999 τρίτη σύμβαση εργασίας, την από 1-2-2000 τρίτη σύμβαση, την από 13-2-2001 τέταρτη σύμβαση, δελτία παροχής υπηρεσιών, αναλύσεις ανθρωποωρών, εγχειρίδιο και οργανόγραμμα της εταιρίας, έγγραφο με αριθ. ... , από 6-6-1997, 1-7-97, 30-7-2001, 12-7-2001 υπηρεσιακό σημείωμα, από 5-1-96, 16-1-96, 24-5-96, 13-6-96, 11-6-96, 17-4-96 ΜΕΜΟ, από 27-2-96 υπηρεσιακό σημείωμα, από 16-1-97 όμοιο, από 27-1-97 όμοιο, από 14-5-97 όμοιο, από 18-7-97 όμοιο, δεκατρία υπηρεσιακά σημειώματα προς προϊσταμένους, εγκρίσεις εξόδων ,από 2-2-96 πρωτόκολλο παραλαβής, από 23-7-2001 πρωτόκολλο, από 1-2-96 απόφαση διοίκησης, από 3-3-99 βεβαίωση διευθύντριας, από 18-12-97 απόφαση διοίκησης και από 15-5-2001 απόφαση διοίκησης. Εξάλλου, με τον ίδιο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου, προβάλλεται παραμόρφωση των πέντε πρώτων από τα παραπάνω έγγραφα. Ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος που αφορά τα πιο πάνω, πλην των πέντε πρώτων, έγγραφα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά. Ο ίδιος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αφορά τα πέντε πρώτα από τα πιο πάνω έγγραφα καθώς και κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται παραμόρφωση των πέντε πρώτων από τα παραπάνω έγγραφα, είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, γιατί ο λόγοι αυτοί είναι αντιφατικοί μεταξύ τους. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α΄ του νόμου 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων...". Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον, απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφ' όσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας. Ενώ κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου. Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση δεν υποκρύπτεται στις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην δε δεύτερη ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης (άρθρο 338 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.). Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η παραβίαση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 1 του ν.2639/1998, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη τεκμηρίου για κατάρτιση ανάμεσα στους διαδίκους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, επειδή η αναιρεσίβλητη δεν υπέβαλε κατάσταση στην επιθεώρησης εργασίας των συμβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί το τεκμήριο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, είναι μαχητό και ανετράπη από τις προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη αποδείξεις, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 531/27-4-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 2470/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών καθώς και τους προσθέτους λόγους. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ