Legislator Case Law & Legislation
33/2006 AI generated

33/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 33/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γ. Ναυπλιώτη και Αθανάσιο Μπρίλλη - Εισηγητή , Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Legislator headnote

AI generated

33/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. α' ιδίου άρθρου 386, όπως αντικ. δι'άρθρου 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η οποία ως ηπιωτέρα έχει εν προκειμένω εφαρμογήν (Α.Π. 294/2004 Ποιν Δικ 2004 σελ. 738 κ.ά.), η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα, εάν ο δράστης διαπράττη απάτας κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν και το συνολικόν όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δραχμ.).

Keywords

AI generated
non-insurance activity shareholder liability activities and products concerned lack of shareholder standing offence committed within a business undeclared gainful employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 33 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 33/2006

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου

Ε' Ποιν.Τμήμα - σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γ. Ναυπλιώτη και Αθανάσιο Μπρίλλη - Εισηγητή , Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο, στο κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Γ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Ε. Ρ., του Δ., κατοίκου ..., 4) Ι. Α. του Ι., κατοίκου ... και 5) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 483/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με αναιρεσείοντες - πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Γ. του Ν. και 2) Π. Κ. του Ι., ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, καθώς και οι αναιρεσείοντες - πολιτικώς ενάγοντες, ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Ιανουαρίου 2005 (δύο), 21 Ιανουαρίου 2005 (τέσσαρες) και 24 Ιανουαρίου 2005, αντίστοιχες, αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 435/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα, με αριθμό πρωτ. 349/6-0-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών α) τας υπ'αριθμ. 6/2005 και 5/2005 αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως των πολιτικώς εναγόντων 1) Π. Ι. Κ. και 2) Γ. Ν. Γ. και β) τας υπ' αριθμ. 8/2005, 1/2005, 4/2005, 2/2005 και 3/2005 αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Ι. Ι. Α., 2) Ε. Κ. Μ., 3) Π. Ι. Κ., 4) Ε. Δ. Ρ. και 5) Γ. Ν. Γ., κατά του υπ'αριθμ. 483/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτομεν τα εξής:

Ι. Δια του πληττομένου βουλεύματος α) απερρίφθησαν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι αι εφέσεις των ανωτέρω πολιτικώς εναγόντων και β) αφ'ενός μεν έπαυσεν οριστικώς την ποινική δίωξιν κατά των ως άνω κατηγορουμένων δια μερικωτέρας πράξεις απάτης και αφ'ετέρου απερρίφθησαν ως κατ'ουσίαν αβάσιμοι αι εφέσεις τούτων, επικυρωθέντος εν μέρει του υπ'αριθμ. 229/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, που τους παρέπεμψε, μετ'άλλων κατηγορουμένων, εις το ακροατήριον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, δια να δικασθούν 1) οι Ι.

Α. και Ε. Μ. ως αυτουργοί και 2) οι Π. Κ., Ε. Ρ. και Γ. Γ. ως άμεσοι συνεργοί απάτης κατά συνατουργίαν, κατ'εξακολούθησιν, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν, εκ της οποίας το συνολικώς επιτευχθέν παράνομον περιουσιακόν όφελος και η αντίστοιχος περιουσιακή ζημία υπερβαίνει το χρηματικόν ποσόν των 15.000 ευρώ (15.000.000 δραχμ.).

ΙΙ. Δια του άρθρου 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003 κατηργήθη το υπό του άρθρου 482 Κ.Π.Δ. χορηγούμενον εις τον πολιτικώς ενάγοντα δικαίωμα, προς άσκησιν αναιρέσεως κατά βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, που επελήφθη συμφώνως με το άρθρον 317 παρ. 1 Κ.Π.Δ. και επεκύρωσεν εκκληθέν πρωτόδικον βούλευμα, που είχεν αποφανθή να μη γίνη κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου (Α.Π. 1688/2004 Ποιν Δικ 2004 σελ. 121 κ.ά.).

Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι αι αιτήσεις αναιρέσεως των ανωτέρω πολιτικώς εναγόντων, που στρέφονται κατά του προαναφερθέντος βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίον απέρριψε κατ'ουσίαν τας εφέσεις των και επεκύρωσε τα προσβληθείσας δι'αυτών απαλλακτικάς διατάξεις του πρωτοδίκου βουλεύματος.

ΙΙΙ. Αι αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων είναι εμπρόθεσμοι, νομότυποι και παραδεκταί. ΙV. Εκ της διατάξεως του άρθρου 386 παρ. 1 Π.Κ. προκύπτει, ότι προς στοιχειοθέτησιν του εγκλήματος της απάτης απαιτείται: α) σκοπός του δράστου να αποκομίση ο ίδιος ή άλλος παράνομον περιουσιακόν όφελος, όχι δε και η πραγματοποίησις του οφέλους αυτού, β) εν γνώσει παράστασις ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτος απόκρυψις ή παρασιώπησις αληθών, εκ της οποίας ως παραγωγού αιτίας παρεπλανήθη άλλος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, τελούσης ως αιτιώδη συνάφειαν με τας παραπλανητικάς ενεργείας ή παραλείψεις (Α.Π. 2538/2003 Π Λογ 2003 σελ. 2675 κ.ά.).

Περαιτέρω κατά την παρ. 3 εδ. α' ιδίου άρθρου 386, όπως αντικ. δι'άρθρου 14 παρ. 4 ν. 2721/1999, η οποία ως ηπιωτέρα έχει εν προκειμένω εφαρμογήν (Α.Π. 294/2004 Ποιν Δικ 2004 σελ. 738 κ.ά.), η απάτη προσλαμβάνει κακουργηματικόν χαρακτήρα, εάν ο δράστης διαπράττη απάτας κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν και το συνολικόν όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δραχμ.).

Κατά το άρθρον 13 εδ. στ'Π.Κ., κατ'επάγγελμα τέλεσις του εγκλήματος συντρέχει, όταν εκ της επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, ή εκ της υποδομής που έχει διαμορφώσει ο δράσης με πρόθεσιν επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός αυτού προς πορισμόν εισοδήματος, ενώ κατά συνήθειαν τέλεσις του εγκλήματος συντρέχει, όταν εκ της επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτη σταθερά ροπή του δράστου προς διάπραξιν του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείον της προσωπικότητος του δράστου.

Επανειλημμένη τέλεσις συντρέχει και επί διαπράξεως του εγκλήματος κατ'εξακολούθησιν, αφού πρόκειται δια μορφήν πραγματικής ομοειδούς συρροής (Α.Π. 865/2003 Π Λογ 2003 σελ. 972 κ.ά.). Εξάλλου κατ'επάγγελμα τέλεσις υπάρχει, και όταν η αξιόποινος πράξις τελείται το πρώτον, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν εκ της υποδομής που έχει διαμορφώσει ο δράστης και της οργανωμένης ετοιμότητός του, με πρόθεσιν επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτη σκοπός του προς πορισμόν εισοδήματος (Α.Π. 1820/2003 Ποιν Χρ ΝΔ' σελ. 709 κ.ά.).

Τέλος εκ της διατάξεως του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. β' Π.Κ. προκύπτει, ότι άμεσος συνέργεια είναι η ηθελημένη παροχή συνδρομής εις τον αυτουργόν κατά την εκτέλεσιν και κατά την διάρκειαν της εκτελέσεως της κυρίας πράξεως, η οποία συνδέεται προς την κυρίαν πράξιν κατά τρόπον ώστε, χωρίς την βοηθητικήν ενέργειαν του αμέσου συνεργού, δεν θα ήτο δυνατή μετά βεβαιότητος η διάπραξις του εγκλήματος κάτω από τας περιστάσεις υπό τας οποίας έχει διαπραχθή (Α.Π. 1228/2001 Πραξ Λογ ΠΔ 2001 σελ. 214 κ.ά.).

V. Εις την προκειμένην περίπτωσιν το Συμβούλιον Εφετών Πειραιώς, που εξέδωσε το προσβληθέν βούλευμα, με επιτρεπτήν αναφοράν εις τας ενσωματωμένας εις αυτό εισαγγελικάς προτάσεις, εδέχθη κατά την ανέλεγκτον περί πραγμάτων κρίσιν του, ότι από την εκτίμησιν των αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, ήτοι μαρτυρικών καταθέσεων, εγγράφων της δικογραφίας και απολογίας των κατηγορουμένων προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Οι κατηγορούμενοι Ι. Α. και Ε. Μ., μετ'άλλων συγκατηγορουμένων των κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Φεβρουαρίου του έτους 1997 μέχρι το τέλος Αυγούστου 1998, με σκοπό ν'αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος από κοινού, με την αποφασιστική συνδρομή και των επίσης συγκατηγορουμένων τους Π. Κ., Μ.

Σ., Π. Κ., Π. Μ., Ε. Ρ. και Γ. Γ. έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Συγκεκριμένα οι S. N. και S. J., ίδρυσαν εικονικά τις αλλοδαπές εταιρίες με την επωνυμία NORDIC BANCOPP INC και NORDIC AMERICAN INC, με έδρα την … των Η.Π.Α. και το … αντίστοιχα, στις οποίες ο πρώτος μετείχε ως Πρόεδρος, ο Ι.

Α. ως αντιπρόεδρος και ως μέλη η προαναφερομένη S. J. καθώς και οι J. N. και J. L. N.. Παράλληλα ο πρώτος ως άνω κατηγορούμενος ίδρυσε την εταιρία με την επωνυμία "BLUE CHIP CONSULTANTS LTD", με έδρα επίσης το …, της οποίας αυτός ήταν ο μοναδικός εταίρος. Οι εν λόγω εταιρίες δεν είχαν καμμία αληθή και νόμιμη επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά ιδρύθηκαν από τους ως άνω κατηγορουμένους για την άσκηση παρανόμων δραστηριοτήτων.

Στις αρχές Φεβρουαρίου 1997 ο Ε. Μ. με την ιδιότητά του ως εμπορικός αντιπρόσωπος και εκπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Γ.Α.Ζ.", ήρθε αρχικά σε συνεννόηση με τους ως άνω συγκατηγορουμένους του για την δήθεν αγορά των μετοχών της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας από την ως άνω εταιρία NORDIC AMERICAN INC και με τη συμμετοχή του επιτεύχθηκε, κατά τον Απρίλιο 1997, η εξαγορά τούτων και κατά συνέπεια η συμμετοχή της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας, κατά ποσοστό 49% στο μετοχικό κεφάλαιο της ασφαλιστικής αυτής εταιρίας διαμόρφωσε δε το διοικητικό συμβούλιο αυτής από κοινού με τους ίδιους ως άνω συγκατηγορουμένους του, σε τρόπο ώστε αυτός να μετέχει σ'αυτό ως Πρόεδρος, ο S. N., ως διευθύνων σύμβουλος ενώ η S. J., o A.

T. P. και ο J. L. N. J.,ως μέλη, εγκαταστάθηκαν δε στα γραφεία της ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ στο Ν. Φάληρο Πειραιά, απόπου έθεσαν σε εφαρμογή σχέδιο εξαπατήσεως μεγάλου αριθμού επενδυτών, με την αποφασιστική συνδρομή και των λοιπών κατωτέρω αναφερομένων συγκατηγορουμένων τους. Για να επιτευχθεί δε η έγκριση της μεταβιβάσεως των μετοχών της ασφαλιστικής εταιρίας ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ στην NORDIC AMERICAN INC, η άλλη εταιρία συμφερόντων του S. N. και συγκεκριμένα η BLUE CHIP CONSULTANTS LTD, υπό την ιδιότητά της δήθεν ως αντιπρόσωπος της NORDIC AMERICAN INC, υπέβαλε στο Υπουργείο Εμπορίου δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων υπήρχαν:

α) επιστολή δικηγόρου της Νεβάδα με ψευδές περιεχόμενο, β) επιστολή της NORDIC AMERICAN INC, στην οποία μεταξύ άλλων αναφερόταν η πρόθεσή της να επενδύσει δήθεν κεφάλαια ύψους 5.000.000 δολλ. Η.Π.Α., υπέρ της ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ, ενώ επί πλέον για να καταστεί πλέον πειστική η δήθεν πρόθεση της ως άνω εταιρίας για την εξαγορά των μετοχών της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρίας, προσκομίσθηκε στο Υπουργείο Εμπορίου ένα ομόλογο ποσού 3.000.000 δολλ.

Η.Π.Α., το οποίο εφέρετο να έχει εκδοθεί υπέρ της εταιρίας ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ, από την ελβετική εταιρία EUROTRUST HONDING L.T.D., καθώς και συμπληρωματικό ομόλογο, υπέρ της ίδιας ως άνω εταιρίας ποσού επίσης 3.000.000 δολ. Η.Π.Α., από την εταιρία GAZEMBA MINING PVT LTD, οι οποίες εταιρίες-εκδότριες δήθεν των ομολόγων αυτών είχαν ιδρυθεί από τους ίδιους ως άνω κατηγορουμένους, χωρίς σοβαρή υπόσταση και συναλλακτική δραστηριότητα, γεγονός που με πρόθεση όλοι οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν. 'Ετσι στη συνέχεια μετά από συναπόφαση και συνεννόηση ο Ε.

Μ. μεταβίβασε στην ως άνω εταιρία NORDIC AMERICAN INC και το υπόλοιπο ποσοστό εκ 51% των μετοχών της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρίας και στις 1.7.1997 οι οποίες ανήκαν σ'αυτόν τον ίδιο, τη σύζυγό του Σ. Μ. και τον Ι. Μ., και παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του Δ.Σ. αυτής, την οποία κατέλαβε έκτοτε ο εκ των κατηγορουμένων A.

T. Ρ. και η νέα εταιρία, που παρέμεινε στην ίδια έδρα μετωνομάσθηκε σε NORDIC AMERICAN STANDAR Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλίσεων Ζημιών, ενώ δικαίωμα υπογραφής στους τραπεζικούς λογαριασμούς αυτής είχε ο Ι. Α. ο οποίος είχε ανάλογο δικαίωμα και για την υπογραφή στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρίας NORDIC AMERICAN INC, με απόφαση του Δ.Σ.

αυτής. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι με τη μεσολάβηση του Ε. Μ. ήλθαν σε επαφή με τους Π. Κ., Μ. Σ., Π. Κ., Π. Μ., Ε. Ρ. και Γ. Γ., οι οποίοι αποτελούσαν τα μέλη του Δ.Σ. της εδρεύουσας στην Κόρινθο ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Α.Ε.Λ.Δ.Ε.", με αντικείμενο μεταξύ άλλων την παροχή χρηματοοικονομικών και επενδυτικών υπηρεσιών σε φυσικά και νομικά πρόσωπα καθώς και την εκπροσώπηση στο Νομό Κορινθίας της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ.

Οι ως άνω συγκατηγορούμενοί τους, δηλαδή τα στελέχη της ως άνω εταιρίας ΟΡΙΖΩΝ είχαν ήδη συσσωρεύσει στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα (Υπ/μα Κορίνθου) από διαφόρους πελάτες τους ένα κεφάλαιο περί τα 2.000.000 δολλ. Η.Π.Α., προκειμένου αυτά να επενδυθούν μέσω ελληνικής ή αλλοδαπής Τράπεζας και ν'αποφέρουν αποδόσεις σημαντικά μεγαλύτερες από εκείνες που θα μπορούσαν να επιτευχθούν με κατάθεση σε Τράπεζες ακόμη και υπό προθεσμία, λόγω της ήδη πτωτικής τάσεως των επιτοκίων στην ελληνική τραπεζική αγορά.

Η δυνατότητα αυτή επιτεύξεως σημαντικά μεγάλων αποδόσεων, την οποία υπόσχονταν οι συγκατηγορούμενοί τους και στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ, αποτέλεσε το κρισιμώτερο κίνητρο για τους ενδιαφερομένους επενδυτές, που εμπιστεύθηκαν τα χρήματά τους στην ως άνω εταιρία. Όμως από διάφορες ανεπιτυχείς προσεγγίσεις σε Τράπεζες που λειτουργούσαν και επένδυαν στην Ελλάδα, τα χρήματα αυτά μεταφέρθηκαν από την Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα (Υπ/μα Κορίνθου) στην Τράπεζα NATIONAL WESTMINSTER plc (Υπ/μα Παλ.Ψυχικού) και από αυτήν στην ελβετική Τράπεζα CUTTS & Co.

της Γενεύης Ελβετίας, για να επενδυθούν από αυτήν ή από άλλη επενδυτική Τράπεζα. Όταν όμως ούτε η εν λόγω Τράπεζα κατόρθωσε να επιτύχει επένδυση με απόδοση τέτοια, όση είχαν υποσχεθεί οι συγκατηγορούμενοί τους στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ στους πελάτες της εταιρίας τους, ορισμένοι από τους επενδυτές ζήτησαν την επιστροφή των χρημάτων τους, μη αποδεχόμενοι να επενδυθούν αυτά εκτός τραπεζικής αγοράς, όπως τους προτάθηκε από τους ίδιους συγκατηγορουμένους τους.

Στα πλαίσια αυτά οι μεν συγκατηγορούμενοί τους-στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ αναζητούσαν επενδυτή για το συσσωρευμένο κεφάλαιο των 2.000.000.000 δολλ. Η.Π.Α., που είχαν συγκεντρώσει από τους πελάτες τους-επενδυτές ο Ε. Μ. που κατά τα προαναφερόμενα συνεργαζόταν με την εταιρία ΟΡΙΖΩΝ, αφού είχε συναφθεί σύμβαση πρακτορεύσεως της ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ από αυτήν, και γνώριζε την ύπαρξη του ως άνω κεφαλαίου, μεσολάβησε και έφερε σ'επαφή τούτους, δηλαδή τους Π.

Κ., Μ. Σ., Π. Κ., Π. Μ., Ε. Ρ. και Γ. Γ., στα γραφεία της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας στο Ν. Φάληρο, με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους τους S. N., S. J., J. N. και Ι. Α., όπου από κοινού και μετά από συναπόφαση κατάστρωσαν σχέδιο εξαπατήσεως μεγάλου αριθμού επενδυτών ως εξής: Αφού είχε ήδη δημιουργηθεί η προαναφερόμενη κατάλληλη υποδομή από τον Ε.

Μ. και τους S. N., S. J., J. N., A. T. P., και Ι. Α., οι ως άνω συγκατηγορούμενοί τους-στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ, μετά από συναπόφαση με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους τους παρείχαν την αποφασιστική συνδρομή τους στη διάπραξη της εν λόγω απάτης παριστώντας ψευδώς στους αναφερομένους στο βούλευμα επενδυτές τα ακόλουθα γεγονότα:

Ότι οι ως άνω αλλοδαπές εταιρίες NORDIC AMERICAN INC και NORDIC BANCORP INC ήταν φερέγγυες εταιρίες με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και μάλιστα η δεύτερη η οποία δήθεν ήταν θυγατρική της πρώτης και πραγματοποιούσε τραπεζικές και χρηματιστηριακές εργασίες για λογαριασμό της πρώτης, είχε εκδόσει ως εγγύηση ομόλογο ύψους 10.000.000 δολλ.

Η.Π.Α., φωτοαντίγραφο του οποίου διέθεταν οι ίδιοι, όπως επίσης διέθεταν και επιστολή από το δικηγόρο Thοmas Cook της NEVADA των Η.Π.Α., με την οποία επιβεβαιωνόταν η δήθεν αξιοπιστία και φερεγγυότητα της άνω αλλοδαπής εταιρίας NORDIC AMERICAN INC, με τη διαβεβαίωση ότι αυτή ήταν δήθεν δημόσια εταιρία των Η.Π.Α., με δήθεν καθαρά περιουσιακά στοιχεία 100.000.000 δολλ.

Η.Π.Α., ενσωματωμένα δήθεν σε χρεώγραφα και σε διάφορα δικαιώματα μετάλλων και σχεδίων με τη διαβεβαίωση ότι η εταιρία αυτή είναι σε θέση ν'αναλάβει τη ρευστοποίηση του εταιρικού ομολόγου, όταν αυτό ζητηθεί. Με τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις τις οποίες παρίσταναν οι ως άνω συγκατηγορούμενοί τους-στελέχη της εταιρίας ΟΡΙΖΩΝ, και την επίδειξη των ως άνω εγγράφων με απατηλό περιεχόμενο, έπεισαν μεγάλο αριθμό επενδυτών-πελατών τους, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενοι στο βούλευμα επενδυτές, άλλους μεν να επενδύσουν τα χρήματά τους στην ως άνω εταιρία NORDIC AMERICAN INC., και άλλους να μην αποσύρουν τα χρήματα που είχε ήδη συσσωρεύσει η εταιρία ΟΡΙΖΩΝ για τους προαναφερόμενους λόγους και ήσαν κατατεθειμένα στην Τράπεζα CUTTS της Γενεύης, με την προοπτική της επενδύσεώς τους σε επένδυση με μεγάλες αποδόσεις, αλλά να τα επενδύσουν κι αυτοί στην ίδια ως άνω εταιρία.

Μάλιστα, όπως είχε αποφασισθεί από όλους τους κατηγορουμένους για να καταστούν πιο πειστικές οι διαβεβαιώσεις των ιδιοκτητών και μελών του Δ.Σ. της εταιρίας ΟΡΙΖΩΝ, προς τους πελάτες τους-επενδυτές, καθένας από αυτούς, λάμβανε μετά την κατάθεση των προς επένδυση χρημάτων του, ένα χρεωστικό ομόλογο εγγυημένου μετοχικού κεφαλαίου (GUΑRANTED AMERICAN INC), της NORDIC AMERICAN INC ή της NORDIC BANCOP INC, ετήσιας διάρκειας, υπογεγραμμένο από τον κατηγορούμενον S. N., το οποίο δήθεν ενσωμάτωνε το επενδυμένο κεφάλαιο και την απόδοσή του, η η οποία ανερχόταν σε μεγάλο ποσοστό, αγγίζοντας μέχρι και το 50% ετησίως, με την πρόσθετη διαβεβαίωση ότι κατά τη λήξη του χρονικού διαστήματος για το οποίο είχαν επενδυθεί τα εν λόγω χρήματα, θα είχαν τη δυνατότητα να προβούν στη ρευστοποίησή τους και να παραλάβουν τόσο το κεφάλαιο που είχαν επενδύσει, όσο και την απόδοση τούτου.

Με τις ίδιες ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις, τόσο περί υψηλής αποδόσεως όσο και περί εγγυημένης εξασφαλίσεως τόσο του ποσού του κεφαλαίου όσο και της αποδόσεώς του, από την, σε κάθε περίπτωση, δήθεν δυνατότητα ρευστοποιήσεως του ως άνω ομολόγου ποσού 10.000.000 δολλ. Η.Π.Α., που, όπως ήδη αναφέρθηκε είχε εκδοθεί για την εγγύηση των εν λόγω επενδύσεων από την εταιρία NORDIC BANKORP INC, κατόρθωσαν οι συγκατηγορούμενοί τους-στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ, να επιτύχουν, όπως είχαν συναποφασίσει να πείσουν τους αναφερομένους στο βούλευμα επενδυτές-πελάτες τους, αλλά και πολλούς άλλους, να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους στην ως άνω εταιρία NORDIC AMERICAN INC, καθόλο το χρονικό διάστημα από τα μέσα Φεβρουαρίου 1997 μέχρι τον Απρίλιο 1998.

Τούτο δε παρά το γεγονός, ότι τόσον αυτοί όσο και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί τους γνώριζαν ήδη ότι τον Νοέμβριο του 1997, το Υπουργείο Εμπορίου είχε ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της εταιρίας NORDIC AMERICAN STANDARD AEΓAZ, και ότι αυτή έκτοτε τέθηκε σε κατάσταση ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, ενώ τα περιουσιακά της στοιχεία δεσμεύθηκαν με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, γεγονότα που απόκρυψαν από τους επενδυτές.

Στη συνέχεια δε, στις αρχές Μαΐου 1998, όταν μερικοί από τους τίτλους (χρεωστικά έγγραφα-εταιρικά ομόλογα) ορισμένων επενδυτών που είχαν λήξει στο τέλος Απριλίου 1998, παραδόθηκαν στην ΟΡΙΖΩΝ, για ρευστοποίηση, οι εν λόγω επενδυτές, σύμφωνα με τα όσα είχαν συναποφασίσει όλοι οι κατηγορούμενοι, για να μην αποκαλυφθεί η απάτη που είχαν διαπράξει εναντίον τους, και για να συνεχισθεί από αυτούς η προσέλκυση και νέων επενδυτών της NORDIC AMERICAN STANDARD AEΓΑΖ, μετά από παρέλευση 15 ημερών από τη λήξη των εν λόγω ομολόγων και την παράδοσή τους προς ρευστοποίηση στην εταιρία ΟΡΙΖΩΝ, καθένας από τους επενδυτές-κατόχους των ομολόγων αυτών που είχαν ήδη λήξει, έλαβε μία επιταγή εκδόσεως της NORDIC AMERICAN INC, επί της τραπέζης DEUTSCE BANK της Ισπανίας, σε διαταγή του, με το ποσό της επενδύσεως και την απόδοσή του, ώστε να δυνηθεί δήθεν να προβεί στην είσπραξη τούτων, ενώ τόσο αυτοί όσο και οι συγκατηγορούμενοί τους γνώριζαν ότι οι επιταγές αυτές δεν θα πληρώνονταν κατά την εμφάνισή τους στις Τράπεζες από τους εν λόγω επενδυτές, αφού δεν υπήρχε κατατεθειμένο το αντίστοιχο κεφάλαιο για την πληρωμή τους, όπως και πράγματι συνέβη, καθόσον όταν οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν από τους επενδυτές στις Τράπεζες προς είσπραξη επιστράφηκαν απλήρωτες, ελλείψει αντικρύσματος.

Τότε, οι συγκατηγορούμενοί τους-στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ, προκειμένου να συνεχισθεί η παράνομη δραστηριότητά τους και όλων των συγκατηγορουμένων τους και μετά από συναπόφαση μεταξύ τους και σύμφωνα με το σχέδιο που είχαν καταστρώσει, συνέχισαν να παρέχουν την άμεση συνδρομή τους στους συγκατηγορουμένους τους και με τη χρησιμοποίηση των ίδιων ως άνω ψευδών παραστάσεων και διαβεβαιώσεων να προσελκύουν και νέους επενδυτές της NORDIC AMERICAN STANDARD AEΓΑΖ, μέχρι και το τέλος Αυγούστου 1998, αλλά και να διαβεβαιώνουν ψευδώς τους ως άνω επενδυτές των οποίων οι επενδύσεις είχαν λήξει και δεν είχαν λάβει τα χρήματά τους, ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας και τα χρήματα αυτά ήταν εξασφαλισμένα.

Για να γίνουν δε περισσότερο πιστευτές οι διαβεβαιώσεις αυτές ο εκ των συγκατηγορουμένων S. N. εξέδοσε μία επιστολή της NORDIC AMERICAN INC, που εξηγούσε δήθεν τους λόγους καθυστερήσεως αποπληρωμής των επενδυτών, η οποία μέσω της εταιρίας ΟΡΙΖΩΝ διαβιβάσθηκε σε όλους τους επενδυτές, συνοδευόμενη, σύμφωνα με τα όσα είχαν συναποφασίσει με τους συγκατηγορουμένους τους από επιστολή των υπευθύνων της εταιρίας ΟΡΙΖΩΝ, που υιοθετούσε πλήρως το περιεχόμενο της πρώτης επιστολής.

Η αλήθεια όμως την οποία γνώριζαν και με την συνδρομή των υπευθύνων της εταιρίας ΟΡΙΖΩΝ, επίσης συγκατηγορουμένων τους, απέκρυψαν αθέμιτα από τους επενδυτές ήταν ότι: α) οι εταιρίες NORDIC AMERICAN INC και NORDIC BANCORP INC δεν ήσαν οικονομικά εύρωστες, ούτε φερέγγυες αλλά στην πραγματικότητα ήταν εταιρίες "φαντάσματα", χωρίς καμμία περιουσία, γραφεία και υπαλλήλους, χωρίς καμμία φερεγγυότητα και χωρίς νόμιμη λειτουργία, δραστηριότητα, έλεγχο και εποπτεία από κάποιον κρατικό φορέα, ιδρύθηκαν δε με αποκλειστικό σκοπό να εξυπηρετούν τις δικές τους παράνομες δραστηριότητες καθώς και των ως άνω συγκατηγορουμένων τους, εκείνων που συμμετείχαν στην ίδρυσή τους και αποτελούσαν μέλη του Δ.Σ.

τούτων, β) η πρόθεσή τους δεν ήταν η πραγματική αγορά της εταιρίας ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ και η δημιουργία νέας εταιρίας με εύρωστη και νόμιμη επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά πρόσχημα για ν'αποκτήσουν παράνομα οφέλη, από τα χρήματα των επενδυτών που θα επένδυαν δήθεν σε μετοχές της NORDIC AMERICAN INC, γ) τα ομόλογα των 3.000.000 δραχμών έκαστο που κατατέθηκαν στο Υπουργείο Ανάπτυξης, και είχαν εκδοθεί από τις εταιρίες EUROTRUST HOLDING και GAZEMBA MINING PVT LTD, δήθεν υπέρ της εταιρίας NORDIC AMERICAN INC, προκειμένου να επιτευχθεί η έγκριση της μεταβιβάσεως σ'αυτήν του 49% των μετοχών της ασφαλιστικής εταιρίας ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ, δεν είχαν καμμία απολύτως αξία, αφού οι φερόμενες ως εκδότριες τούτων εταιρίες, ήταν συμφερόντων δικών τους, χωρίς ουδεμία επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως αποδείχθηκε, κατόπιν ερευνών σε διεθνές επίπεδο από το Υπουργείο Ανάπτυξης, δ) οι τίτλοι (χρεωστικά έγγραφα-εταιρικά ομόλογα) που παρουσίαζαν δια των υπευθύνων της εταιρίας ΟΡΙΖΩΝ στους μηνυτές-επενδυτές, ως δήθεν εκδοθέντα στο όνομά του καθενός από αυτούς, ήταν έγγραφα, χωρίς κανένα αντίκρισμα και αξία, αφού οι φερόμενες ως εκδότριες εταιρίες τούτων, δεν είχαν κανένα περιουσιακό στοιχείο, ε) κατά τη λήξη των ως άνω ομολόγων, οι επενδυτές, δεν επρόκειτο να λάβουν το ποσό που αναγραφόταν σ'αυτά και ενσωμάτωνε δήθεν το κεφάλαιο που είχαν επενδύσει και την απόδοσή του, αφού άλλωστε η εταιρία NORDIC AMERICAN INC, που ήταν υπόχρεη για την καταβολή τους, δεν διέθετε κεφάλαια, ούτε άλλα περιουσιακά στοιχεία.

Παράλληλα με πρόθεση απέκρυψαν στους μηνυτές-επενδυτές τα ακόλουθα γεγονότα: α) ότι με τα χρήματα που επένδυαν στην εταιρία NORDIC AMERICAN INC, εκείνοι δεν είχαν την πρόθεση, όπως και πράγματι έγινε, να χρηματοδοτήσουν την αγορά της ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ, από την ως άνω εταιρία, η οποία είχε καταστεί προβληματική, με μοναδικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί αυτή ως προκάλυμμα για άλλες παράνομες δραστηριότητές τους, β) ότι ήδη τον Νοέμβριο 1997 είχε ανακληθεί από το Υπουργείο Ανάπτυξης η άδεια λειτουργίας της NORDIC AMERICAN STANDARD, και αυτή είχε τεθεί σε διαδικασία εκκαθαρίσεως.

Αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών, που έγιναν από κοινού από τους Ι. Α., Ε. Μ., S. N. κ.λ.π. συγκατηγορουμένους τους και με την άμεση συνδρομή και των λοιπών επίσης συγκατηγορουμένων τους στελεχών της εταιρίας ΟΡΙΖΩΝ, ήταν να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.) με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των επενδυτών. Ειδικότερα με τις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις και την απόκρυψη των αληθών γεγονότων είχαν παραπλανηθεί και πεισθεί να επενδύσουν οι αναφερόμενοι στο βούλευμα επενδυτές τα αναφερόμενα εις αυτό χρηματικά ποσά.

'Ετσι οι αναφερόμενοι στο βούλευμα επενδυτές απώλεσαν ο καθένας τα αναφερόμενα εις αυτό χρηματικά ποσά, τα οποία είχαν πεισθεί με τις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις τους να επενδύσουν, δεδομένου ότι όταν επιχείρησαν να εξαργυρώσουν τους εν λόγω πλαστούς τίτλους, που ενσωμάτωναν δήθεν το κεφάλαιο που είχαν καταβάλει και την υποτιθέμενη απόδοσή του, δεν έλαβαν κανένα ποσό, αλλά αντίθετα έλαβαν επιστολή της εταιρίας ΟΡΙΖΩΝ ότι τα χρήματά τους είχαν απωλεσθεί και ότι για την απώλεια αυτή ευθύνονταν η εταιρία NORDIC AMERICAN INC και ο S. N. ως Πρόεδρος αυτής. 'Ολοι οι ως άνω κατηγορούμενοι ενήργησαν παρόμοιες πράξεις όχι μόνο σε βάρος των ως άνω επενδυτών, αλλά και σε πολλούς άλλους επενδυτές από τον κύκλο των πελατών της ως άνω εταιρίας "ΟΡΙΖΩΝ Α.Ε.".

Συγκεκριμένα, με τις ίδιες ψευδείς διαβεβαιώσεις και αποκρύψεις αληθινών γεγονότων οι πιο πάνω κατηγορούμενοι κατόρθωσαν να παραπλανήσουν και να πείσουν συνολικά 355 επενδυτές, οι οποίοι κατέβαλαν για την υποτιθέμενη επένδυση στην εταιρία NORDIC AMERICAN INC το συνολικό ποσό των 1.506.659.920 δραχμών, το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα απώλεσαν οι ίδιοι, και καρπώθηκαν παράνομα οι πιο πάνω κατηγορούμενοι.

Από την υποδομή δε και την οργάνωση που είχαν δημιουργήσει, με την ίδρυση εταιριών χωρίς συναλλακτική δραστηριότητα, την έκδοση πλαστών ομολόγων, την κατάθεση πλαστών εγγράφων στο Υπουργείο Ανάπτυξης για την παροχή αδείας για την απόκτηση της εταιρίας ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ, τη συνέχιση των παρανόμων ενεργειών τους και μετά την ανάκληση της ως άνω αδείας και γενικά τις πολλές και ποικίλες δραστηριότητες στις οποίες προέβαιναν επανειλημμένα όλοι από κοινού και με τη συνδρομή των συγκατηγορουμένων τους στελεχών της εταιρίας ΟΡΙΖΩΝ, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα λόγω της ιδιότητάς τους και του γεγονότος ότι την επίδικη περίοδο, η ως άνω εταιρία τους ήταν η μοναδική στο Νομό Κορινθίας που ασχολούνταν με τέτοιου είδους συναλλαγές, με αποτέλεσμα να έχουν γνωριμία και επαφή με πολλούς επενδυτές από τον κύκλο των πελατών τους, προκύπτει ότι ενεργούσαν τις πράξεις αυτές κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή με τον προφανή σκοπό να πορίζονται εισόδημα από αυτές.

Εξ άλλου οι Π. Κ., Ε. Ρ. και Γ. Γ., από κοινού ενεργούντες μετ'άλλων συγκατηγορουμένων του, κατά το προαναφερθέν χρονικόν διάστημα παρέσχον άμεσον συνδρομήν εις τους ως άνω συγκατηγορουμένους των Ι. Α., Ε. Μ., S. N. κ.λ.π. κατά την διάρκειαν και εις την εκτέλεσιν της κυρίας πράξεως της απάτης κατά συναυτουργίαν, κατ'εξακολούθησιν, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθειαν, ενεργούντες και αυτοί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν όπως ανωτέρω αναφέρεται.

Με αυτά που εδέχθη το Συμβούλιον Εφετών διέλαβεν εις το πληττόμενον βούλευμα την απαιτουμένην ειδικήν και εμπεριστατωμένην αιτιολογίαν δια το προαναφερθέν έγκλημα, αφού εκθέτει εις το εν λόγω βούλευμά του, με σαφήνειαν, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκρισιν, τας αποδείξεις από τας οποίας επείσθη ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις δια την παραπομπήν των αναιρεσείοντων εις το ακροατήριον, καθώς και τας σκέψεις με τας οποίας υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά εις τας ουσιαστικάς ποινικάς διατάξεις που εφήρμοσε, τας οποίας ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε.

Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως α) ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.

VI. Σημειωτέον ότι δια την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος δεν απαιτείται η κατ'ιδίαν αναφορά εκάστου αποδεικτικού μέσου και τί εξ'αυτού συνήγαγε το Συμβούλιον, αλλ'αρκεί η μνεία του είδους των αποδεικτικών μέσων, εις την αξιολόγησιν των οποίων εστήριξε την παραπεμπτικήν κρίσιν του (Α.Π. 96/2004 Π Λογ 2004 σελ. 143 κ.ά.). Περαιτέρω αρκεί η μνεία των αποδεικτικών μέσων εις την ενσωματωθείσαν εις το βούλευμα Εισαγγελικήν πρότασιν εις την οποίαν γίνεται αναφορά υπό του Συμβουλίου (Α.Π. 721/2004, 96/2004 Π Λογ 2004 σελ. 827, 143 αντιστ. κ.ά.). Εφ'όσον εις τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπ'όψιν, μνημονεύονται και αι μαρτυρικαί καταθέσεις, εις τας οποίας υπάγονται και αι καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, δεν απαιτείται ειδικώτερα μνεία αυτών (Α.Π. 1387/2004, 351/2002 Ποιν Δικ 2004 σελ. 1436, Π Λογ 2002 σελ. 509 αντιστ. κ.ά.). Τέλος η μνεία εις το βούλευμα ότι "οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων πρέπει να απορριφθούν προς το παρόν και πρέπει να εξετασθούν κατ'αντιπαράστασιν μεταξύ των κατά την ζώσαν επ'ακροατηρίου διαδικασίαν", εν συνδυασμώ και προς την λοιπήν αιτιολογίαν, ενέχει την έννοιαν ότι υφίστανται αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής και ότι η υπόθεσις πρέπει να υποστή την βάσανον της επ'ακροατηρίου διαδικασίας.

Συνεπώς είναι αβάσιμοι αι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων 1) Π. Κ., 2) Ε. Ρ. και 3) Γ. Γ., ότι α) δεν προκύπτει ότι εξετιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, β) δεν γίνεται μνεία εις το βούλευμα του είδους των αποδεικτικών μέσων, γ) δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ'όψιν αι καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και δ) το Συμβούλιον δεν είναι πεπεισμένον ότι υπάρχουν αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής, αφού το είδος των αποδεικτικών μέσων, εις τα οποία περιλαμβάνονται και αι μαρτυρικαί καταθέσεις, συνεπώς δε και αι καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, μνημονεύεται εις τας ενσωματωθείσας εις το βούλευμα Εισαγγελικάς προτάσεις, εις τας οποίας αναφέρεται τούτο και εκ της όλης αιτιολογίας του προκύπτει, ότι δέχεται την ύπαρξιν αποχρωσών ενδείξεων ενοχής.

VII. Ο λόγος αναιρέσεως του Ι. Α. περί απολύτου ακυρότητος της προδικασίας λόγω μη εξετάσεως του ουσιώδους μάρτυρός του Ι. Τ. είναι απαράδεκτος, αφού κατά της αρνήσεως του Ανακριτού να προβή εις την εξέτασίν του δεν προσέφυγεν εις το Συμβούλιον Πλημμελειοδικών (Α.Π. 1165/2003, 1581/2002 Ελλ Δνη 44 σελ. 1474, Ποιν Δικ 2003 σελ. 225 αντιστ.

κ.ά.). Περαιτέρω αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος του αυτού αναιρεσείοντος, εγκείμενος εις το ότι το Συμβούλιον Εφετών δια του προσβληθέντος βουλεύματός του απέρριψε σιωπηρώς το περιεχόμενον εις την έφεσίν του αίτημα περί εξετάσεως του αυτού μάρτυρος αφού η διενέργεια ή μη περαιτέρω κυρίας ανακρίσεως ανήκει εις την κυριαρχικήν και αναιρετικώς ανέλεγκτον κρίσιν του Συμβουλίου (Α.Π. 1066/2003, 1356/2002 Π Λογ 2003 σελ. 1145, Ποιν Δικ 2003 σελ. 102 αντιστ.

κ.ά.). Τέλος ο λόγος αναιρέσεως του Ε. Μ. περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων είναι απαράδεκτος (Α.Π. 1954/2004 Ποιν Δικ 2005 σελ. 362 κ.ά.). VIII. Πρέπει όμως να γίνη δεκτός ο λόγος αναιρέσεως των 1) Π. Κ. και 2) Γ. Γ. περί παραβιάσεως του δεδικασμένου (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. γ' Κ.Π.Δ.), εν σχέσει με την μερικωτέραν πράξιν απάτης, αφορώσαν την ως παθούσαν φερομένην Μ.

Δ., με χρόνον τελέσεως 31/3/1998 και ποσά 200.212 δολ. Η.Π.Α. και 17.920 δολ. Η.Π.Α., δια την οποίαν έχουν αμετακλήτως απαλλαγή δια του υπ'αριθμ. 813/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς. Σημειωτέον, ότι το Συμβούλιον Εφετών δεν ηρεύνησε την ύπαρξιν δεδικασμένου, καίτοι δια του από 10/11/2004 ενώπιον αυτού υπομνήματος του Π.

Κ. περιελήφθη τοιούτος ισχυρισμός τόσον δι'αυτόν, όσο και τον συγκατηγορούμενόν του Γ. Γ. και προσεκομίσθησαν τα αποδεικνύοντα αυτόν σχετικά έγγραφα. Συνεπώς πρέπει, κατά μερικήν παραδοχήν των αιτήσεων των αναιρεσειόντων 1) Π. Κ. και 2) Γ. Γ., να αναιρεθή μερικώς το πληττόμενον βούλευμα και να κηρυχθή απαράδεκτος η ποινική δίωξις ως προς αυτούς, εν σχέσει με την προαναφερθείσαν μερικωτέραν πράξιν της απάτης.

Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α Π ρ ο τ ε ί ν ο μ ε ν: Α) Να απορριφθούν αι υπ'αρίθμ. 6/2005 και 5/2005 αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως των πολιτικώς εναγόντων 1) Π. Ι. Κ. και 2) Γ. Γ. του Ν., κατά του υπ'αριθμ. 483/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και να επιβληθούν εις έκαστον τούτων τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ. Β) Να απορριφθούν αι υπ'αριθμ. 8/2005, 1/2005 και 2/2005 αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Ι.

Α. του Ιωάννου, 2) Ε. Κ. Μ. και 3) Ε. Δ. Ρ. κατά του αυτού βουλεύματος και να επιβληθούν εις έκαστον εξ αυτών τα δικαστικά έξοδα εκ 210 ευρώ. Γ) α. Να γίνουν μερικώς δεκταί αι υπ'αριθμ. 4/2005 και 3/2005 αντιστοίχως αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Π. Ι. Κ. και 2) Γ. Ν. Γ. κατά του ανωτέρω βουλεύματος. β. Να αναιρεθή μερικώς τούτο εν σχέσει με αυτούς.

γ. Να κηρυχθή ως προς αυτούς απαράδεκτος η ποινική δίωξις εν σχέσει με την μερικωτέραν πράξιν απάτης με χρόνον τελέσεως 31/3/1998 και ποσά 200.212 δολ. Η.Π.Α. και 17.920 δολ. Η.Π.Α., φερομένην ως τελεσθείσαν εις βάρος της Μαρίας Δέδε και δ. Να απορριφθούν κατά τα λοιπά αι αιτήσεις αναιρέσεως τούτων.

Αθήνα 27 Απριλίου 2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση κι' έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α) Επί των από 21-1-2005 και 20-1-2005 αιτήσεων αναιρέσεως των πολιτικώς εναγόντων α) Π. Κ. του Ι. και β) Γ. Γ. του Ν., αντιστοίχως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 463 εδ. α' του ΚΠΔ, ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνον εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 του ν. 3160/2003 "για την επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας", που άρχισε να ισχύει από τις 30-6-2003 και τροποποίησε το άρθρο 482 του ΚΠΔ, καταργήθηκε το, από το τελευταίο αυτό άρθρο, χορηγούμενο στον πολιτικώς ενάγοντα δικαίωμα για άσκηση αναιρέσεως εναντίον βουλεύματος του συμβουλίου εφετών, το οποίο επιλήφθηκε σύμφωνα με το άρθρο 371 παρ. 1 ΚΠΔ και επικύρωσε το εκκαλούμενο πρωτόδικο βούλευμα, που είχε αποφανθεί να μη γίνει κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 54 παρ. 3 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι ένδικα μέσα κατά βουλευμάτων, τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού δεν προβλέπονται και έχουν ασκηθεί μέχρι τη δημοσίευσή του, εισάγονται και κρίνονται από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, ένδικο μέσο που ασκείται από διάδικο, ο οποίος δεν δικαιούται σε άσκηση αυτού, καθώς και κατ' αποφάσεως ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Επομένως, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των πολιτικώς εναγόντων οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως των πολιτικώς εναγόντων Π.

Κ. του Ι. και Γ. Γ. του Ν., που ασκήθηκαν στις 21-1-2005 και 20-1-2005, αντιστοίχως, ήτοι, μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 3160/2003, οι οποίες στρέφονται κατά του με αριθ. 483/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις αυτών κατά του με αριθ. 229/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις αυτών κατά του με αριθ. 229/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο, εκτός άλλων, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των 1ου, 4ου και 5ου από τους κατηγορουμένους που αναφέρονται στο παραπάνω βούλευμα για απάτη κατ' εξακολούθηση από κοινού, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από υπαίτιους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθώς και κατά των 2ης και 6ου από αυτούς, για άμεση συνέργεια στην ως άνω πράξη και κατά το μέρος που αφορά την απάτη κατ' εξακολούθηση που έγινε σε βάρος αυτών (πολιτικώς εναγόντων) και των 9ου και 13ου από τους κατηγορουμένους που αναφέρονται στο βούλευμα αυτό, και ως εκ τούτου επικύρωσε το εν λόγω βούλευμα κατά τις παραπάνω διατάξεις του, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού ασκούνται από μη δικαιούμενους στην άσκησή τους διαδίκους, και να καταδικασθεί καθένας από τους παραπάνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα 9άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Β) Επί των από 24-1-2005, 20-1-2005, 21-1-2005, 21-1-2005 και 21-1-2005 αιτήσεων αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) Ι. Α. του Ι., 2) Ε. Μ. του Κ., 3) Π. Κ. του Ι., 4) Ε. Ρ. του Δ. και 5) Γ. Γ. του Ν., αντιστοίχως.

Με τις κρινόμενες ως άνω αιτήσεις διώκεται η αναίρεση του 483/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, που με καθολική αναφορά στις ενσωματωμένες σ' αυτό προτάσεις του Εισαγγελέα, αφού έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη κατά των παραπάνω κατηγορουμένων για μερικότερες πράξεις απάτης και άμεσης συνέργειας σε απάτη, λόγω παραγραφής τους και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις αυτών κατά του 229/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, επικύρωσε εν μέρει το τελευταίο, το οποίο παρέπεμψε αυτούς, μαζί με άλλους κατηγορουμένους, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, για να δικασθούν οι δύο πρώτοι τούτων ως αυτουργοί και οι υπόλοιποι ως άμεση συνεργοί, απάτης κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία, το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιτεύχθηκε συνολικά και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία, υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ (ή 5.000.000 δρχ.). Οι αιτήσεις αναίρεσης πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις του παραδεκτού και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, συνεκδικαζόμενες, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.

Όπως προκύπτει από το πληττόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στις ενσωματωμένες σ' αυτό εισαγγελικές προτάσεις, δέχθηκε, ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση όλων των μνημονευόμνενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι προέκυψαν τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:

Οι κατηγορούμενοι Ι. Α.ς και Ε. Μ., μαζί με άλλους συγκατηγορουμένους τους, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Φεβρουαρίου του 1997 μέχρι το τέλος Αυγούστου 1998, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος από κοινού, με την αποφασιστική συνδρομή και των επίσης συγκατηγορουμένων τους Π.

Κ., Μ. Σ., Π. Κ., Π. Μ., Ε. Ρ. και Γ. Γ., έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την ενγνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών. Ειδικότερα, οι S. N. και S. J., ίδρυσαν εικονικά τις αλλοδαπές εταιρείες με την επωνυμία "NORDIC BANCOPP INC" και "NORDIC AMERICAN INC", με έδρα τη … των ΗΠΑ και το … αντίστοιχα, στις οποίες ο πρώτος μετείχε ως Πρόεδρος, ο Ι.

Α. ως αντιπρόεδρος και ως μέλη η προαναφερομένη S. J. καθώς και οι J. N. και J. L. N.. Παράλληλα ο πρώτος ως άνω κατηγορούμενος ίδρυσε την εταιρεία με την επωνυμία "BLUE CHIP CONSULTANTS LTD", με έδρα επίσης το …, της οποίας αυτός ήταν ο μοναδικός εταίρος. Οι εν λόγω εταιρείες δεν είχαν καμμία αληθή και νόμιμη επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά ιδρύθηκαν από τους ως άνω κατηγορουμένους για την άσκηση παρανόμων δραστηριοτήτων.

Στις αρχές Φεβρουαρίου 1997 ο Ε. Μ., με την ιδιότητά του ως εμπορικός αντιπρόσωπος και εκπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ Α.Ε.Γ.Α.Ζ.", ήρθε αρχικά σε συνεννόηση με τους ως άνω συγκατηγορουμένους του για την δήθεν αγορά των μετοχών της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας από την ως άνω εταιρεία NORDIC AMERICAN INC και με τη συμμετοχή του επιτεύχθηκε, κατά τον Απρίλιο 1997, η εξαγορά τούτων και κατά συνέπεια η συμμετοχή της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας, κατά ποσοστό 49% στο μετοχικό κεφάλαιο της ασφαλιστικής αυτής εταιρείας, διαμόρφωσε δε το διοικητικό συμβούλιο αυτής από κοινού με τους ίδιους ως άνω συγκατηγορουμένους του, σε τρόπο ώστε αυτός να μετέχει σ'αυτό ως Πρόεδρος, ο S. N., ως διευθύνων σύμβουλος ενώ η S. J., o A.

T. P. και ο J. L. N. Junior,ως μέλη, εγκαταστάθηκαν δε στα γραφεία της ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ στο Ν. Φάληρο Πειραιά, από όπου έθεσαν σε εφαρμογή σχέδιο εξαπατήσεως μεγάλου αριθμού επενδυτών, με την αποφασιστική συνδρομή και των λοιπών κατωτέρω αναφερομένων συγκατηγορουμένων τους. Για να επιτευχθεί δε η έγκριση της μεταβιβάσεως των μετοχών της ασφαλιστικής εταιρείας ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ στην NORDIC AMERICAN INC, η άλλη εταιρία συμφερόντων του S. N. και συγκεκριμένα η BLUE CHIP CONSULTANTS LTD, υπό την ιδιότητά της δήθεν ως αντιπρόσωπος της NORDIC AMERICAN INC, υπέβαλε στο Υπουργείο Εμπορίου δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων υπήρχαν:

α) επιστολή δικηγόρου της Νεβάδα με ψευδές περιεχόμενο, β) επιστολή της NORDIC AMERICAN INC, στην οποία μεταξύ άλλων αναφερόταν η πρόθεσή της να επενδύσει δήθεν κεφάλαια ύψους 5.000.000 δολλ. Η.Π.Α., υπέρ της ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ, ενώ επί πλέον για να καταστεί πλέον πειστική η δήθεν πρόθεση της ως άνω εταιρείας για την εξαγορά των μετοχών της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας, προσκομίσθηκε στο Υπουργείο Εμπορίου ένα ομόλογο ποσού 3.000.000 δολλ.

Η.Π.Α., το οποίο εφέρετο να έχει εκδοθεί υπέρ της ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ, από την ελβετική εταιρεία "EUROTRUST HONDING L.T.D.", καθώς και συμπληρωματικό ομόλογο, υπέρ της ίδιας ως άνω εταιρείας ποσού επίσης 3.000.000 δολ. Η.Π.Α., από την εταιρεία GAZEMBA MINING PVT LTD, οι οποίες εταιρείες-εκδότριες δήθεν των ομολόγων αυτών, είχαν ιδρυθεί από τους ίδιους ως άνω κατηγορουμένους, χωρίς σοβαρή υπόσταση και συναλλακτική δραστηριότητα, γεγονός που με πρόθεση όλοι οι κατηγορούμενοι απέκρυψαν. 'Ετσι στη συνέχεια μετά από συναπόφαση και συνεννόηση ο Ε.

Μ. την 1-7-1997 μεταβίβασε στην NORDIC AMERICAN INC και το υπόλοιπο ποσοστό εκ 51% των μετοχών της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, οι οποίες ανήκαν σ'αυτόν τον ίδιο, τη σύζυγό του Σ. Μ. και τον Ι. Μ., και παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του Δ.Σ. αυτής, την οποία κατέλαβε έκτοτε ο εκ των κατηγορουμένων A. T. Ρ. και η νέα εταιρεία, που παρέμεινε στην ίδια έδρα μετωνομάσθηκε σε NORDIC AMERICAN STANDAR Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλίσεων Ζημιών, ενώ δικαίωμα υπογραφής στους τραπεζικούς λογαριασμούς αυτής είχε ο Ι.

Α. ο οποίος είχε ανάλογο δικαίωμα και για την υπογραφή στους τραπεζικούς λογαριασμούς της NORDIC AMERICAN INC, με απόφαση του Δ.Σ. αυτής. Στη συνέχεια οι κατηγορούμενοι με τη μεσολάβηση του Ε. Μ. ήλθαν σε επαφή με τους Π. Κ., Μ. Σ., Π. Κ., Π. Μ., Ε. Ρ. και Γ. Γ., οι οποίοι αποτελούσαν τα μέλη του Δ.Σ. της εδρεύουσας στην Κόρινθο ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΙΖΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Α.Ε.Λ.Δ.Ε.", με αντικείμενο μεταξύ άλλων την παροχή χρηματοοικονομικών και επενδυτικών υπηρεσιών σε φυσικά και νομικά πρόσωπα καθώς και την εκπροσώπηση στο Νομό Κορινθίας της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ.

Οι ως άνω συγκατηγορούμενοί τους, δηλαδή τα στελέχη της ως άνω ΟΡΙΖΩΝ είχαν ήδη συσσωρεύσει στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα (Υπ/μα Κορίνθου) από διαφόρους πελάτες τους ένα κεφάλαιο περί τα 2.000.000 δολ. Η.Π.Α., προκειμένου αυτά να επενδυθούν μέσω ελληνικής ή αλλοδαπής Τράπεζας και ν'αποφέρουν αποδόσεις σημαντικά μεγαλύτερες από εκείνες που θα μπορούσαν να επιτευχθούν με κατάθεση σε Τράπεζες ακόμη και υπό προθεσμία, λόγω της ήδη πτωτικής τάσεως των επιτοκίων στην ελληνική τραπεζική αγορά.

Η δυνατότητα αυτή επιτεύξεως σημαντικά μεγάλων αποδόσεων, την οποία υπόσχονταν οι συγκατηγορούμενοί τους και στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ, αποτέλεσε το κρισιμότερο κίνητρο για τους ενδιαφερομένους επενδυτές, που εμπιστεύθηκαν τα χρήματά τους στην ως άνω εταιρεία. Όμως από διάφορες ανεπιτυχείς προσεγγίσεις σε Τράπεζες που λειτουργούσαν και επένδυαν στην Ελλάδα, τα χρήματα αυτά μεταφέρθηκαν από την Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα (Υπ/μα Κορίνθου) στην Τράπεζα NATIONAL WESTMINSTER plc (Υπ/μα Παλ.Ψυχικού) και από αυτήν στην ελβετική Τράπεζα CUTTS & Co.

της Γενεύης Ελβετίας, για να επενδυθούν από αυτήν ή από άλλη επενδυτική Τράπεζα. Όταν όμως ούτε η εν λόγω Τράπεζα κατόρθωσε να επιτύχει επένδυση με απόδοση τέτοια, όση είχαν υποσχεθεί οι συγκατηγορούμενοί τους στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ στους πελάτες της εταιρείας τους, ορισμένοι από τους επενδυτές ζήτησαν την επιστροφή των χρημάτων τους, μη αποδεχόμενοι να επενδυθούν αυτά εκτός τραπεζικής αγοράς, όπως τους προτάθηκε από τους ίδιους συγκατηγορουμένους τους.

Στα πλαίσια αυτά οι μεν συγκατηγορούμενοί τους-στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ αναζητούσαν επενδυτή για το συσσωρευμένο κεφάλαιο των 2.000.000 δολ. Η.Π.Α., που είχαν συγκεντρώσει από τους πελάτες τους-επενδυτές ο Ε. Μ. που κατά τα προαναφερόμενα συνεργαζόταν με την εταιρεία ΟΡΙΖΩΝ, αφού είχε συναφθεί σύμβαση πρακτορεύσεως της ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ από αυτήν, και γνώριζε την ύπαρξη του ως άνω κεφαλαίου, μεσολάβησε και έφερε σ' επαφή τούτους, δηλαδή τους Π.

Κ., Μ. Σ., Π. Κ., Π. Μ., Ε. Ρ. και Γ. Γ., στα γραφεία της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας στο Ν. Φάληρο, με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους τους S. N., S. J., J. N. και Ι. Α., όπου από κοινού και μετά από συναπόφαση κατάστρωσαν σχέδιο εξαπατήσεως μεγάλου αριθμού επενδυτών ως εξής: Αφού είχε ήδη δημιουργηθεί η προαναφερόμενη κατάλληλη υποδομή από τον Ε.

Μ. και τους S. N., S. J., J. N., A. T. P., και Ι. Α., οι ως άνω συγκατηγορούμενοί τους-στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ, μετά από συναπόφαση με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους τους παρείχαν την αποφασιστική συνδρομή τους στη διάπραξη της εν λόγω απάτης παριστώντας ψευδώς στους αναφερομένους στο βούλευμα επενδυτές τα ακόλουθα γεγονότα:

Ότι οι ως άνω αλλοδαπές εταιρείες NORDIC AMERICAN INC και NORDIC BANCORP INC ήταν φερέγγυες με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και μάλιστα η δεύτερη η οποία δήθεν ήταν θυγατρική της πρώτης και πραγματοποιούσε τραπεζικές και χρηματιστηριακές εργασίες για λογαριασμό της πρώτης, είχε εκδόσει ως εγγύηση ομόλογο ύψους 10.000.000 δολ.

Η.Π.Α., φωτοαντίγραφο του οποίου διέθεταν οι ίδιοι, όπως επίσης διέθεταν και επιστολή από το δικηγόρο THΟMAS COOK της NEVADA των Η.Π.Α., με την οποία επιβεβαιωνόταν η δήθεν αξιοπιστία και φερεγγυότητα της άνω αλλοδαπής εταιρείας NORDIC AMERICAN INC, με τη διαβεβαίωση ότι αυτή ήταν δήθεν δημόσια εταιρεία των Η.Π.Α., με δήθεν καθαρά περιουσιακά στοιχεία 100.000.000 δολ.

Η.Π.Α., ενσωματωμένα δήθεν σε χρεώγραφα και σε διάφορα δικαιώματα μετάλλων και σχεδίων με τη διαβεβαίωση ότι η εταιρεία αυτή είναι σε θέση ν' αναλάβει τη ρευστοποίηση του εταιρικού ομολόγου, όταν αυτό ζητηθεί. Με τις ψευδείς αυτές διαβεβαιώσεις τις οποίες παρίσταναν οι ως άνω συγκατηγορούμενοί τους-στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ, και την επίδειξη των ως άνω εγγράφων με απατηλό περιεχόμενο, έπεισαν μεγάλο αριθμό επενδυτών-πελατών τους, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενοι στο βούλευμα επενδυτές, άλλους μεν να επενδύσουν τα χρήματά τους στην ως άνω εταιρεία NORDIC AMERICAN INC., και άλλους να μην αποσύρουν τα χρήματα που είχε ήδη συσσωρεύσει η ΟΡΙΖΩΝ για τους προαναφερόμενους λόγους και ήσαν κατατεθειμένα στην Τράπεζα CUTTS της Γενεύης, με την προοπτική της επενδύσεώς τους σε επένδυση με μεγάλες αποδόσεις, αλλά να τα επενδύσουν κι αυτοί στην ίδια ως άνω εταιρεία.

Μάλιστα, όπως είχε αποφασισθεί από όλους τους κατηγορουμένους για να καταστούν πιο πειστικές οι διαβεβαιώσεις των ιδιοκτητών και μελών του Δ.Σ. της "ΟΡΙΖΩΝ", προς τους πελάτες τους-επενδυτές, καθένας από αυτούς, λάμβανε μετά την κατάθεση των προς επένδυση χρημάτων του, ένα χρεωστικό ομόλογο εγγυημένου μετοχικού κεφαλαίου (GUΑRANTED AMERICAN INC), της NORDIC AMERICAN INC ή της NORDIC BANCOP INC, ετήσιας διάρκειας, υπογεγραμμένο από τον κατηγορούμενο S. N., το οποίο δήθεν ενσωμάτωνε το επενδυμένο κεφάλαιο και την απόδοσή του, η η οποία ανερχόταν σε μεγάλο ποσοστό, αγγίζοντας μέχρι και το 50% ετησίως, με την πρόσθετη διαβεβαίωση ότι κατά τη λήξη του χρονικού διαστήματος για το οποίο είχαν επενδυθεί τα εν λόγω χρήματα, θα είχαν τη δυνατότητα να προβούν στη ρευστοποίησή τους και να παραλάβουν τόσο το κεφάλαιο που είχαν επενδύσει, όσο και την απόδοση τούτου.

Με τις ίδιες ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις, τόσο περί υψηλής αποδόσεως όσο και περί εγγυημένης εξασφαλίσεως τόσο του ποσού του κεφαλαίου όσο και της αποδόσεώς του, από την, σε κάθε περίπτωση, δήθεν δυνατότητα ρευστοποιήσεως του ως άνω ομολόγου ποσού 10.000.000 δολ. Η.Π.Α., που, όπως ήδη αναφέρθηκε είχε εκδοθεί για την εγγύηση των εν λόγω επενδύσεων από την NORDIC BANKORP INC, κατόρθωσαν οι συγκατηγορούμενοί τους-στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ, να επιτύχουν, όπως είχαν συναποφασίσει να πείσουν τους αναφερομένους στο βούλευμα επενδυτές-πελάτες τους, αλλά και πολλούς άλλους, να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους στην NORDIC AMERICAN INC, καθόλο το χρονικό διάστημα από τα μέσα Φεβρουαρίου 1997 μέχρι τον Απρίλιο 1998.

Τούτο δε παρά το γεγονός, ότι τόσον αυτοί όσο και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί τους γνώριζαν ήδη ότι τον Νοέμβριο του 1997, το Υπουργείο Εμπορίου είχε ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της NORDIC AMERICAN STANDARD AEΓAZ, και ότι αυτή έκτοτε τέθηκε σε κατάσταση ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, ενώ τα περιουσιακά της στοιχεία δεσμεύθηκαν με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, γεγονότα που απόκρυψαν από τους επενδυτές.

Στη συνέχεια δε, στις αρχές Μαΐου 1998, όταν μερικοί από τους τίτλους (χρεωστικά έγγραφα-εταιρικά ομόλογα) ορισμένων επενδυτών που είχαν λήξει στο τέλος Απριλίου 1998, παραδόθηκαν στην ΟΡΙΖΩΝ, για ρευστοποίηση, οι εν λόγω επενδυτές, σύμφωνα με τα όσα είχαν συναποφασίσει όλοι οι κατηγορούμενοι, για να μην αποκαλυφθεί η απάτη που είχαν διαπράξει εναντίον τους, και για να συνεχισθεί από αυτούς η προσέλκυση και νέων επενδυτών της NORDIC AMERICAN STANDARD AEΓΑΖ, μετά από παρέλευση 15 ημερών από τη λήξη των εν λόγω ομολόγων και την παράδοσή τους προς ρευστοποίηση στην εταιρεία ΟΡΙΖΩΝ, καθένας από τους επενδυτές-κατόχους των ομολόγων αυτών που είχαν ήδη λήξει, έλαβε μία επιταγή εκδόσεως της NORDIC AMERICAN INC, επί της τραπέζης DEUTSCE BANK της Ισπανίας, σε διαταγή του, με το ποσό της επενδύσεως και την απόδοσή του, ώστε να δυνηθεί δήθεν να προβεί στην είσπραξη τούτων, ενώ τόσο αυτοί όσο και οι συγκατηγορούμενοί τους γνώριζαν ότι οι επιταγές αυτές δεν θα πληρώνονταν κατά την εμφάνισή τους στις Τράπεζες από τους εν λόγω επενδυτές, αφού δεν υπήρχε κατατεθειμένο το αντίστοιχο κεφάλαιο για την πληρωμή τους, όπως και πράγματι συνέβη, καθόσον όταν οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν από τους επενδυτές στις Τράπεζες προς είσπραξη επιστράφηκαν απλήρωτες, ελλείψει αντικρύσματος.

Τότε, οι συγκατηγορούμενοί τους-στελέχη της ΟΡΙΖΩΝ, προκειμένου να συνεχισθεί η παράνομη δραστηριότητά τους και όλων των συγκατηγορουμένων τους και μετά από συναπόφαση μεταξύ τους και σύμφωνα με το σχέδιο που είχαν καταστρώσει, συνέχισαν να παρέχουν την άμεση συνδρομή τους στους συγκατηγορουμένους τους και με τη χρησιμοποίηση των ίδιων ως άνω ψευδών παραστάσεων και διαβεβαιώσεων να προσελκύουν και νέους επενδυτές της NORDIC AMERICAN STANDARD AEΓΑΖ, μέχρι και το τέλος Αυγούστου 1998, αλλά και να διαβεβαιώνουν ψευδώς τους ως άνω επενδυτές των οποίων οι επενδύσεις είχαν λήξει και δεν είχαν λάβει τα χρήματά τους, ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας και τα χρήματα αυτά ήταν εξασφαλισμένα.

Για να γίνουν δε περισσότερο πιστευτές οι διαβεβαιώσεις αυτές ο εκ των συγκατηγορουμένων S. N. εξέδωσε μία επιστολή της NORDIC AMERICAN INC, που εξηγούσε δήθεν τους λόγους καθυστερήσεως αποπληρωμής των επενδυτών, η οποία μέσω της εταιρίας ΟΡΙΖΩΝ διαβιβάσθηκε σε όλους τους επενδυτές, συνοδευόμενη, σύμφωνα με τα όσα είχαν συναποφασίσει με τους συγκατηγορουμένους τους από επιστολή των υπευθύνων της εταιρίας ΟΡΙΖΩΝ, που υιοθετούσε πλήρως το περιεχόμενο της πρώτης επιστολής.

Η αλήθεια όμως την οποία γνώριζαν και με την συνδρομή των υπευθύνων της ΟΡΙΖΩΝ, επίσης συγκατηγορουμένων τους, απέκρυψαν αθέμιτα από τους επενδυτές ήταν ότι: α) οι εταιρείες NORDIC AMERICAN INC και NORDIC BANCORP INC δεν ήσαν οικονομικά εύρωστες, ούτε φερέγγυες αλλά στην πραγματικότητα ήταν "φαντάσματα", χωρίς καμμία περιουσία, γραφεία και υπαλλήλους, χωρίς καμμία φερεγγυότητα και χωρίς νόμιμη λειτουργία, δραστηριότητα, έλεγχο και εποπτεία από κάποιον κρατικό φορέα, ιδρύθηκαν δε με αποκλειστικό σκοπό να εξυπηρετούν τις δικές τους παράνομες δραστηριότητες καθώς και των ως άνω συγκατηγορουμένων τους, εκείνων που συμμετείχαν στην ίδρυσή τους και αποτελούσαν μέλη του Δ.Σ.

τούτων, β) η πρόθεσή τους δεν ήταν η πραγματική αγορά της εταιρείας ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ και η δημιουργία νέας εταιρείας με εύρωστη και νόμιμη επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά πρόσχημα για ν' αποκτήσουν παράνομα οφέλη, από τα χρήματα των επενδυτών που θα επένδυαν δήθεν σε μετοχές της NORDIC AMERICAN INC, γ) τα ομόλογα των 3.000.000 δραχμών έκαστο που κατατέθηκαν στο Υπουργείο Ανάπτυξης, και είχαν εκδοθεί από τις EUROTRUST HOLDING και GAZEMBA MINING PVT LTD, δήθεν υπέρ της NORDIC AMERICAN INC, προκειμένου να επιτευχθεί η έγκριση της μεταβιβάσεως σ' αυτήν του 49% των μετοχών της ασφαλιστικής εταιρείας ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ, δεν είχαν καμμία απολύτως αξία, αφού οι φερόμενες ως εκδότριες τούτων εταιρείες, ήταν συμφερόντων δικών τους, χωρίς ουδεμία επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως αποδείχθηκε, κατόπιν ερευνών σε διεθνές επίπεδο από το Υπουργείο Ανάπτυξης, δ) οι τίτλοι (χρεωστικά έγγραφα-εταιρικά ομόλογα) που παρουσίαζαν δια των υπευθύνων της εταιρείας ΟΡΙΖΩΝ στους μηνυτές-επενδυτές, ως δήθεν εκδοθέντα στο όνομά του καθενός από αυτούς, ήταν έγγραφα, χωρίς κανένα αντίκρισμα και αξία, αφού οι φερόμενες ως εκδότριες εταιρείες τούτων, δεν είχαν κανένα περιουσιακό στοιχείο, ε) κατά τη λήξη των ως άνω ομολόγων, οι επενδυτές, δεν επρόκειτο να λάβουν το ποσό που αναγραφόταν σ' αυτά και ενσωμάτωνε δήθεν το κεφάλαιο που είχαν επενδύσει και την απόδοσή του, αφού άλλωστε η NORDIC AMERICAN INC, που ήταν υπόχρεη για την καταβολή τους, δεν διέθετε κεφάλαια, ούτε άλλα περιουσιακά στοιχεία.

Παράλληλα με πρόθεση απέκρυψαν στους μηνυτές-επενδυτές τα ακόλουθα γεγονότα: α) ότι με τα χρήματα που επένδυαν στην NORDIC AMERICAN INC, εκείνοι δεν είχαν την πρόθεση, όπως και πράγματι έγινε, να χρηματοδοτήσουν την αγορά της ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ, από την ως άνω εταιρεία, η οποία είχε καταστεί προβληματική, με μοναδικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί αυτή ως προκάλυμμα για άλλες παράνομες δραστηριότητές τους, β) ότι ήδη τον Νοέμβριο 1997 είχε ανακληθεί από το Υπουργείο Ανάπτυξης η άδεια λειτουργίας της NORDIC AMERICAN STANDARD, και αυτή είχε τεθεί σε διαδικασία εκκαθαρίσεως.

Αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών, που έγιναν από κοινού από τους Ι. Α., Ε. Μ., S. N. κ.λ.π. συγκατηγορουμένους τους και με την άμεση συνδρομή και των λοιπών επίσης συγκατηγορουμένων τους στελεχών της εταιρείας ΟΡΙΖΩΝ, ήταν να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ (5.000.000 δρχ.) με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των επενδυτών. Ειδικότερα, με τις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις και την απόκρυψη των αληθών γεγονότων είχαν παραπλανηθεί και πεισθεί να επενδύσουν οι αναφερόμενοι στο βούλευμα επενδυτές τα αναφερόμενα εις αυτό χρηματικά ποσά.

'Ετσι οι αναφερόμενοι στο βούλευμα επενδυτές απώλεσαν ο καθένας τα αναφερόμενα εις αυτό χρηματικά ποσά, τα οποία είχαν πεισθεί με τις ως άνω ψευδείς διαβεβαιώσεις τους να επενδύσουν, δεδομένου ότι όταν επιχείρησαν να εξαργυρώσουν τους εν λόγω πλαστούς τίτλους, που ενσωμάτωναν δήθεν το κεφάλαιο που είχαν καταβάλει και την υποτιθέμενη απόδοσή του, δεν έλαβαν κανένα ποσό, αλλά αντίθετα έλαβαν επιστολή της εταιρείας ΟΡΙΖΩΝ ότι τα χρήματά τους είχαν απωλεσθεί και ότι για την απώλεια αυτή ευθύνονταν η NORDIC AMERICAN INC και ο S. N. ως Πρόεδρος αυτής.

'Ολοι οι ως άνω κατηγορούμενοι ενήργησαν παρόμοιες πράξεις όχι μόνο σε βάρος των ως άνω επενδυτών, αλλά και σε πολλούς άλλους επενδυτές από τον κύκλο των πελατών της ως άνω εταιρείας "ΟΡΙΖΩΝ Α.Ε.". Συγκεκριμένα, με τις ίδιες ψευδείς διαβεβαιώσεις και αποκρύψεις αληθινών γεγονότων οι πιο πάνω κατηγορούμενοι κατόρθωσαν να παραπλανήσουν και να πείσουν συνολικά 355 επενδυτές, οι οποίοι κατέβαλαν για την υποτιθέμενη επένδυση στην NORDIC AMERICAN INC το συνολικό ποσό των 1.506.659.920 δραχμών, το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα απώλεσαν οι ίδιοι, και καρπώθηκαν παράνομα οι πιο πάνω κατηγορούμενοι.

Από την υποδομή δε και την οργάνωση που είχαν δημιουργήσει, με την ίδρυση εταιρειών χωρίς συναλλακτική δραστηριότητα, την έκδοση πλαστών ομολόγων, την κατάθεση πλαστών εγγράφων στο Υπουργείο Ανάπτυξης για την παροχή αδείας για την απόκτηση της εταιρείας ΣΤΑΝΤΑΡ ΕΛΛΑΣ, τη συνέχιση των παρανόμων ενεργειών τους και μετά την ανάκληση της ως άνω αδείας και γενικά τις πολλές και ποικίλες δραστηριότητες στις οποίες προέβαιναν επανειλημμένα όλοι από κοινού και με τη συνδρομή των συγκατηγορουμένων τους στελεχών της ΟΡΙΖΩΝ, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα λόγω της ιδιότητάς τους και του γεγονότος ότι την επίδικη περίοδο, η ως άνω εταιρεία τους ήταν η μοναδική στο Νομό Κορινθίας που ασχολούνταν με τέτοιου είδους συναλλαγές, με αποτέλεσμα να έχουν γνωριμία και επαφή με πολλούς επενδυτές από τον κύκλο των πελατών τους, προκύπτει ότι ενεργούσαν τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, δηλαδή με τον προφανή σκοπό να πορίζονται εισόδημα από αυτές.

Εξ άλλου οι Π. Κ., Ε. Ρ. και Γ. Γ., από κοινού ενεργούντες μετ' άλλων συγκατηγορουμένων του, κατά το προαναφερθέν χρονικόν διάστημα παρέσχον άμεση συνδρομή εις τους ως άνω συγκατηγορουμένους τους Ι. Α., Ε. Μ., S. N. κ.λ.π. κατά την διάρκεια στην εκτέλεση της κύριας πράξης της απάτης κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν, ενεργούντες και αυτοί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθειαν όπως ανωτέρω αναφέρεται.

Ακολούθως, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε, ότι, με βάση τα περιστατικά αυτά, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, για να δικασθούν, μαζί με άλλους κατηγορουμένους, οι δύο πρώτοι τούτων ως συναυτουργοί και οι υπόλοιποι ως άμεσοι συνεργοί απάτης, κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το παράνομο περιουσιακό όφελος που επιτεύχθηκε συνολικά και η αντίστοιχη περιουσιακή ζημία, υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 15.000 ευρώ.

Αφού δε έπαυσε οριστικώς την ποινική δίωξη κατ' αυτών για τις μερικότερες πλημμεληματικές πράξεις της απάτης και άμεσης συνέργειας σε απάτη, λόγω παραγραφής τους, επικύρωσε εν μέρει το πρωτόδικο 229/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς κατά τις παραπάνω παραπεμπτικές για τους αναιρεσείοντες διατάξεις του.

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, αφενός διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης που αποδίδεται στους αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή και των πιο πάνω κατηγορουμένων στο ακροατήριο, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 στοιχ.

στ', 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1 εδ. β', 49, 98 και 386 παρ. 1 και 3 εδ. α' Π.Κ., όπως το τελευταίο ισχύει, που εφάρμοσε. Αφετέρου, έτσι όπως έκρινε, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Πρέπει να σημειωθεί, ότι, για την πληρότητα της αιτιολογίας του βουλεύματος, δεν απαιτείται η χωριστή αναφορά σ' αυτό καθενός αποδεικτικού μέσου και τι συνήγαγε το Συμβούλιο χωριστά από το καθένα από αυτά, αλλά αρκεί να γίνεται συγκεκριμένη μνεία των αποδεικτικών μέσων, στην αξιολόγηση των οποίων το Συμβούλιο στήριξε την παραπεμπτική κρίση του και να συνάγεται από το βούλευμα ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί.

Περαιτέρω, αρκεί η μνεία των αποδεικτικών μέσων στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα στην οποία το Συμβούλιο παραδεκτώς αναφέρεται. Εξάλλου, εφόσον στα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν από το Συμβούλιο, μνημονεύονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων, στις οποίες υπάγονται και εκείνες των πολιτικώς εναγόντων, δεν απαιτείται να γίνεται ειδικότερη μνεία των τελευταίων.

Τέλος, η περιεχόμενη στο βούλευμα μνεία ότι "οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων, πρέπει να απορριφθούν προς το παρόν και πρέπει να εξετασθούν κατ' αντιπαράσταση μεταξύ τους κατά τη ζώσα διαδικασία του ακροατηρίου", σε συνδυασμό και προς την υπόλοιπη αιτιολογία, έχει την έννοια, ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής και ότι η υπόθεση πρέπει να υποστεί τη βάσανο της επ' ακροατηρίου διαδικασίας.

Συνεπώς, οι αιτιάσεις των από τους αναιρεσείοντες, 1) Π. Κ., 2) Ε. Ρ. και 3) Γ. Γ. ότι: α) δεν γίνεται μνεία στο προσβαλλόμενο βούλευμα του είδους των αποδεικτικών μέσων, β) δεν προκύπτουν από αυτό ότι εκτιμήθηκαν και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, γ) δεν προκύπτει αν λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και δ) το Συμβούλιο Εφετών δεν είναι πεπεισμένο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος τους, είναι αβάσιμες, αφού το είδος των αποδεικτικών μέσων, στα οποία περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων, άρα και εκείνες των πολιτικώς εναγόντων, μνημονεύεται ρητώς στις ενσωματωμένες στο προσβαλλόμενο βούλευμα προτάσεις του Εισαγγελέα, στις οποίες το Συμβούλιο Εφετών παραδεκτώς αναφέρεται, από όλη δε την αιτιολογία του βουλεύματος προκύπτει ότι τούτο δέχεται ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος και των ανωτέρω αναιρεσειόντων.

Εξάλλου, η αιτίαση του από τους αναιρεσείοντες Ε. Μ., που, υπό την επίκληση του λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Συμβουλίου Εφετών, είναι απαράδεκτη, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος, σχετικά με τις παραδοχές αυτού και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 του ΚΠΔ, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' ΚΠΔ λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, που εφαρμόστηκαν στο βούλευμα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 273 παρ. 2 και 274 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η εξέταση μαρτύρων υπεράσπισης, που προτείνονται από τον κατηγορούμενο κατά το στάδιο της προδικασίας, εξαρτάται από την κρίση του ανακριτή, ο οποίος προβαίνει σ' αυτή, αν θεωρεί ότι είναι αναγκαία για την ανακάλυψη της αλήθειας. Η άρνηση του ανακριτή να τους εξετάσει αντιμετωπίζεται με προσφυγή στο δικαστικό συμβούλιο για να αρθεί η διαφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 307 περ.

δ' ΚΠΔ, και δεν συνεπάγεται ακυρότητα της προδικασίας, ούτε ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά του βουλεύματος που εκδίδεται στη συνέχεια. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης του Ι. Α., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα της προδικασίας, διότι ο ανακριτής αρνήθηκε και δεν προέβη στην εξέταση του μάρτυρα υπεράσπισης Ι.

Τ., τον οποίο πρότεινε αυτός και είναι ουσιώδης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του ίδιου ως άνω αναιρεσείοντος, κατά την προσήκουσα εκτίμηση αυτού από το Δικαστήριο τούτο (σε Συμβούλιο), ότι το Συμβούλιο Εφετών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του, διότι απέρριψε σιωπηρώς το περιεχόμενο στην έφεση αυτού αίτημα, για εξέταση του παραπάνω μάρτυρα υπεράσπισής του, πρέπει, επίσης, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η κρίση για την πληρότητα ή όχι της ανάκρισης ή της προανάκρισης ανήκει κυριαρχικώς στο δικαστικό συμβούλιο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως, η τοιαύτη δε κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Πρέπει, όμως, να γίνει δεκτός ο λόγος αναίρεσης των 1) Π. Κ. και 2) Γ. Γ., για παραβίαση του δεδικασμένου (άρθρ. 484 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠΔ), σε σχέση με τη μερικότερη πράξη απάτης που αφορά τη φερόμενη ως παθούσα Μ. Δ. με χρόνο τέλεσης 31-3-1998 και ποσά 200.212 δολ. ΗΠΑ και 17.920 δολ. ΗΠΑ, για την οποία έχουν αμετακλήτως απαλλαγεί αυτοί με το 813/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς.

Πρέπει να σημειωθεί ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν ερεύνησε την ύπαρξη δεδικασμένου, αν και ο Π. Κ. ισχυρίστηκε, με το από 10-11-2004 υπόμνημα που υπέβαλε σ' αυτό, την ύπαρξη του δεδικασμένου, τόσο για τον ίδιο, όσο και για το συγκατηγορούμενό του Γ. Γ. και προσεκόμισε τα σχετικά έγγραφα που αποδεικνύουν τον ενλόγω ισχυρισμό του.

Κατά συνέπεια, πρέπει, κατά μερική παραδοχή των αιτήσεων των αναιρεσειόντων 1) Π. Κ. και 2) Γ. Γ., να αναιρεθεί εν μέρει το πληττόμενο βούλευμα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη ως προς αυτούς, σε σχέση με την προαναφερόμενη μερικότερη πράξη της απάτης, να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναιρέσεως τούτων, καθώς και οι αιτήσεις αναιρέσεως των λοιπών αναιρεσειόντων 1) Ι.

Α., 2) Ε. Μ. και Ε. Ρ. κατά του παραπάνω βουλεύματος και καταδικασθεί καθένας από τους τελευταίους αυτούς αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Ι. Απορρίπτει τις από 21 Ιανουαρίου 2005 και 20 Ιανουαρίου 2005 αιτήσεις των πολιτικώς εναγόντων α) Π. Κ. του Ι. και β) Γ. Γ. του Ν., αντιστοίχως, για αναίρεση του με αριθμ. 483/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.

Καταδικάζει καθένας από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια δέκα (210) ευρώ.

ΙΙ. Απορρίπτει τις από 24 Ιανουαρίου 2005, 20 Ιανουαρίου 2005 και 21 Ιανουαρίου 2005 αιτήσεις των κατηγορουμένων 1) Ι. Α. του Ι., 2) Ε. Μ. του Κ. και 3) Ε. Ρ. του Δ., αντιστοίχω,ς για αναίρεση του ίδιου πιο πάνω βουλεύματος.

Καταδικάζει καθένα από τους παραπάνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα από διακόσια δέκα (210) ευρώ.

ΙΙΙ. Αναιρεί εν μέρει το προαναφερόμενο βούλευμα ως προς τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους Π. Κ. του Ι. και Γ. Γ. του Ν., σε σχέση με τη μερικότερη πράξη απάτης, που αφορά τη φερόμενη ως παθούσα Μ. Δ., με χρόνο τέλεσης 31 Μαρτίου 1998 και ποσά 200.212 και 17.920 δολάρια ΗΠΑ.

IV. Κηρύσσει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντες κατηγορουμένους, καθόσον αφορά την προαναφερόμενη μερικότερη πράξη απάτης. Και,

Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 21 Ιανουαρίου 2005 και 21 Ιανουαρίου 2005 αιτήσεις των παραπάνω κατηγορουμένων για αναίρεση του προαναφερόμενου βουλεύματος.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2005. Και,

Εκδόθηκε, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ