Legislator Case Law & Legislation
339/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance claim, upholding lower court's rejection of plaintiff's suit.

Case Number 339/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the first-instance judgment. The appellants sought to invalidate a prior court decision and replace it with the current heirs of the deceased original defendant. The court rejected this request, maintaining the original ruling that dismissed the plaintiff's inheritance claim. Consequently, the appellants were ordered to pay the legal costs of the appellants-plaintiffs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 358, 360, 361 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly applies the law to reject a claim based on the absence of standing or merit, thereby upholding the original judgment against the heirs of the deceased party.

Keywords

AI generated
inheritance claim deceased party heirs succession appeal dismissal legal costs allocation standing to sue civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 358, 360, 361 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 339 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 339/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Eισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γ. Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των εναγομένων-εκκαλούντων - καλούντων: 1) Χ. συζ. Γ. Λ., το γένος Στ. Κ., κατοίκου Μ. Αττικής, 2) Ν. Γ. Λ., κατοίκου Λυκόβρυσης Αττικής, ως εκ διαθήκης συγκληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσείοντος Γ. Λ., 3) Χ. θυγ. Γ. Λ., συζ. Ε. Λ., κατοίκου Μ. Αττικής, ως εκ διαθήκης συγκληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσείοντος Γ. Λ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Πρωτοπαππά και κατέθεσαν προτάσεις.

A. Των εναγόντων - εφεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση:

1) Ε. Μ. Π., κατοίκου Α., εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, του πατέρα του Μ. Εμ. Π., που αποβίωσε στην Αίγινα την 4-11-2019, 2) Χ. χήρας Μ. Π., κατοίκου Α., ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου του αρχικού διαδίκου Μ. Εμ. Π., 3) Δ. θυγ. Μ. Π., κατοίκου Αθηνών, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου του αρχικού διαδίκου Μ. Εμ Π., 4) Α. θυγ. Μ. Π., κατοίκου Α., ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου του αρχικού διαδίκου Μ. Εμ. Π., 5) Π. Μ. Π., κατοίκου Ν. Σμύρνης Αττικής, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου του αρχικού διαδίκου Μ. Εμ. Π., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Β.-Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η κλήση:

1) Γ. Π. Α., κατοίκου Μ. Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Δ. Π. Α., κατοίκου Μ. Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γ. Δ. και κατέθεσε προτάσεις, 3) Χ. Π. Α., κατοίκου Μ. Αττικής, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μ. Κ., η οποία διορίστηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και κατέθεσε προτάσεις στις 7-11-2022, 4) Του Δήμου Μ., νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 5) Ι. Ν. Α., κατοίκου Ανθούπολης Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Π. Λ., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 6) Γ. Χ. Π., 7) Ν. Χ. Π., 8) Ε. χήρας Κ../νου Π., ως μόνης εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου μαζί με τους επόμενους τρεις, του αποβιώσαντος την 17-12-2010 Κ./νου Χ. Π., 9) Χ. Κ./νου Π., 10) Β. Κ./νου Π., 11) Μ. Κ../νου Π., 12) Ν. - Π. Ι. Μ., ως μόνου εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου, μαζί με τον επόμενο, της Δ. Χ. Π., που απεβίωσε την 3-2-2013, 13) Χ. Ι Μ., κατοίκων Μ. Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Δ. και κατέθεσαν προτάσεις, Γ) του καθ' ου η κλήση προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Σ." κ. Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Α. Σ., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς καταθέσεως: α) ……/15-5-1991, β) …../15-5-1991, γ) …../14-5-1992 αγωγές των ήδη αποβιώσαντος Μ. Π., του (Α) 1ου καθ' ου η κλήση και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, δ) …../1991 και …../1991 πρόσθετες παρεμβάσεις του "ΓΕΝΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ Σ.", ε) …./1991 και …../16-9-1991 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των ήδη καλούντων, και ζ) …../1991, …../1991, ……/1991, ……./1991, ………/1991 και ……/1991 πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη (Β) καθ' ων η κλήση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/1993, 9463/1993 μη οριστικές, 9029/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6558/2004 μη οριστική, 4251/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά των εφετειακών αποφάσεων αυτών ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1452/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την οριστική ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2501/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας καθώς και της 6558/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ζήτησαν οι ήδη καλούντες με την από 23-7-2014 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1194/2015 απόφαση που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 16-5-2016 κλήση τους, οι ήδη καλούντες επανέφεραν προς συζήτηση την από 23/7/2014 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 588/2017 απόφαση που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Με την με ημερομηνία προσδιορισμού 12-10-2017 κλήση του ήδη καθ' ου η κλήση-προσθέτως παρεμβαίνοντος Χ. Α., επανήλθε προς συζήτηση η από 23-7-2014 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1223/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία αναίρεσε την ως άνω 2501/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση ενώπιόν του.

Εκδόθηκε η 739/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση, με την από 14-6-2022 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις, των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που ορίζουν ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος "δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.

Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ.2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ", προκύπτουν τα εξής:

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ.2 και 570 παρ.2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ.1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (1450/2022, 1794/2022, 1196/2020).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α, 287 και 290 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει,ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του),ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης οποίος, όμως, δεν μπορεί να κληθεί για επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί πριν περάσει η τετράμηνη προθεσμία της αποποίησης του άρθρου 1847 ΑΚ ή πριν χάσει, με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, το δικαίωμα της αποποίησης.

Η πρόσκληση προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται, όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου, το οποίο περιέχει τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ στοιχεία και κατατίθεται στη Γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως με την κλήση των αντιδίκων τους ττρος περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 47/2018, ΑΠ 1891/2014).

Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δικ., ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπερού η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικο του, που έλαβε γνώση, κατά οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαία διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο.

Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομιάς. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ.

α ΚΠολΔ, αναιρεσίβλητος μπορεί να καταστεί εκείνος που ήταν διάδικος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή ο καθολικός διάδοχος του ή ο κληροδόχος του. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ' εκείνων που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη όπου εκδόθηκε αυτή και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, δεν στρέφεται δε αναγκαία εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, εκτός από της περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας.

Ειδικώς δε από τη διάταξη του άρθρου 558 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους", σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 80 και 81παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης, δεν απευθύνεται κατά του ασκήσαντος πρόσθετη παρέμβαση υπέρ ήκατά του αναιρεσείοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 81 παρ. 3 ΚΠολΔ), άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 520/2022, ΑΠ 569/2013).

Πάντως, αν η αναίρεση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 569/2013) και εκτιμάται ως κλήση τούτου για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 520/2022, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 711/2017, ΑΠ 1194/2015, ΑΠ 569/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αρχικός πρώτος ενάγων Κ./νος Μ., που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης και στη θέση του υπεισήλθαν οι κληρονόμοι του, Α. Λ. και Γ. Μ., καθώς και οι Ο. χήρα Ε. Π., Μ. Ε.. Π., Ε. Μ.. Π., Μ. συζ. Κ.. Χ., Χ. συζ. Ι.

Μ., Ε. χήρα Α. Π. που αποβίωσε κατά την πρωτόδικη δίκη και στη θέση της υπεισήλθε ο Γ. Α., Ε.. Α.. Π.., Ά. χήρα Β. Π., Δ. συζ. Γ. Π. και το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Σ., στη θέση του οποίου έχει επέλθει το ν.π.δ.δ. ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Λ. ΓΚ-ΚΥ Ν. "Δ." ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ Σ." με την ένδικη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …../1991 διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή τους, την οποία άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των αρχικών εκκαλούντων, ήτοι του ήδη αποβιώσαντος Γ.

Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ., ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου ακινήτου, εμβαδού 410 τ.μ., που βρίσκεται στο … Ο.Τ. του Δήμου Μ. Αττικής και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-εκκαλούντες που κατέλαβαν το ακίνητο αυτό να τους το αποδώσουν και να άρουν την καθαίρεση και απομάκρυνση των κτισμάτων και εγκαταστάσεων που έχουν οικοδομήσει επ'αυτού.

Παράλληλα οι ίδιοι ενάγοντες άσκησαν και τις με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως …./1991 και …./1992 διεκδικητικές της κυριότητας ακινήτου αγωγές την πρώτη κατά της Π. Κ. ή Κ. και την δεύτερη κατά των Α. και Γ.. Κ., με τις οποίες ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου ακινήτων εμβαδού 1.050 τ.μ.

και 497,47 τ.μ. αντίστοιχα που βρίσκονται στα ίδια οικοδομικά τετράγωνα του Δήμου Μ. Αττικής και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι που κατέλαβαν τα ακίνητα αυτά να τους τα αποδώσουν και να άρουν την καθαίρεση και απομάκρυνση των κτισμάτων που έχουν οικοδομήσει επ αυτών. Στη δίκη που ανοίχθηκε με τις ως άνω αγωγές παρενέβησαν προσθέτως με τα …./1991, …./1991, …../1991, …../1991, …../1991, …../1991, …../1991 και …../1991 αυτοτελή δικόγραφα υπέρ μεν των εναγόντων το "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Σ." υπέρ δε των εναγομένων, οι προσεπικληθέντες από αυτούς ως δικονομικοί εγγυητές άμεσοι δικαιοπάροχοι τους, Π.

Α. (που αποβίωσε κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης δίκης και στη θέση του υπεισήλθαν ως κληρονόμοι του οι Ε. χήρα Π.. Α.., Γ.. Α.., Δ. Α.., Χ. Α.., Β.. συζ. Γ.. Ζ., το γένος Κ../νου Π.. και Δ. Μ.., I. Ν.. Α.., Γ.. Χ.. Π.., Ν. Χ.. Π.., Κ../νος Χ.. Π.., Δ.. θυγ. Χ.. Π.. και Α. Π.. Εξάλλου οι εναγόμενοι της τρίτης αγωγής άσκησαν την με αριθμό καταθέσεως …../1991 αντίθετη αγωγή κατά των εναγόντων.

Με την 93/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε η συνεκδίκαση των ως άνω αγωγών, προσεπικλήσεων και παρεμβάσεων, απορρίφθηκε η αγωγή των Α. και Γ.. Κ., απορρίφθηκαν οι τρεις διεκδικητικές αγωγές των Κ.. Μ. κλπ., κατά τη βάση τους κατά την οποία οι ενάγοντες πλην του Κ.. Μ. στήριζαν τη κτήση κυριότητάς τους σε παράγωγο τρόπο κτήσης και ανεστάλη κατά τα λοιπά η πρόοδος της δίκης για τους αναφερόμενους στην απόφαση αυτή λόγους.

Επακολούθησε η 9463/1993 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου με την οποία: α) οι αγωγές κρίθηκαν νόμιμες κατά τη βάση τους περί κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, β) οι προσεπικλήσεις με τις οποίες οι εναγόμενοι όλων των αγωγών προσεπικάλεσαν σε αναγκαστική παρέμβαση τους προαναφερόμενους άμεσους δικαιοπαρόχους τους προκειμένου να παρέμβουν προς υποστήριξή τους καθώς και η παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, την οποία σώρευσαν στο δικόγραφο της προσεπικλήσεως οι εναγόμενοι Γ.

Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ., απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, με το σκεπτικό ότι ως γενόμενες κατά τη διάρκεια δίκης που αφορά εμπράγματες αγωγές υπόκεινται σε εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων, πράγμα που δεν συνέβη, αφού αυτές δεν γράφηκαν στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, γ) αφού κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση τάχθηκαν σε βάρος των εναγόντων τα οικεία θέματα αποδείξεως επί των αμφισβητούμενων περιστατικών της αγωγής τους και διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με τον ορισμό ως πραγματογνώμονα του Θ.

Γ., πολιτικού μηχανικού. Μετά τη διεξαγωγή των μαρτυρικών αποδείξεων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς νέα συζήτηση και εκδόθηκε η ήδη εκκαλουμένη 9029/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές και οι τρεις ως άνω αγωγές ως κατ' ουσίαν βάσιμες, ενώ απορρίφθηκαν οι πρόσθετες υπέρ των εναγομένων παρεμβάσεις.

Κατά της εν λόγω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι εναγόμενοι, οι από τους προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβάντες Γ. Α., Ι. Α., Γ. Π., Ν. Π.. και Α. Π.. άσκησαν τις από 9.4.2000, 5.4.2000, 13.4.2000 και 3.4.2000 αυτοτελείς εφέσεις και εκδόθηκαν οι 6558/2004 προδικαστική και 4251/2007 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Στις 13.10.2004,δηλαδή κατά τη διάρκεια της δίκης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποβίωσε από τους αρχικά προσθέτως παρεμβαίνοντες-εκκαλούντες, ο Ανδρέας Π.

και λόγω αποποίησης της κληρονομιάς του από τη σύζυγο και τα τέκνα αυτού, Μ.-Χ., χήρα Α. Π., Β. Π. και Α. Π., η κληρονομιά αυτού επήχθη στους αναιρεσίβλητους αδελφούς του, Γ. Π., Ν. Π., Κ./νο Π. και Δ. συζ. Χ. Π.. Με την ως άνω 4251/2007 οριστική απόφασή του το Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τις εφέσεις των εναγομένων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή των εναγόντων.

Κατά των ως άνω εφετειακών, αποφάσεων (προδικαστικής και οριστικής) οι ενάγοντες άσκησαν την από 10.4.2008 αίτηση αναίρεσης, ήδη δε πριν από την εκδίκασή της αποβίωσαν στις 25.7.2009 η εκ των εναγόντων και τότε αναιρεσείουσα Ο. χήρα Εμ. Π. το γένος Χ. Σ., και κληρονομήθηκε από τον Ε. Κομνηνό του Βασιλείου και στις 19.7.2009 η εκ των εναγόντων τότε αναιρεσειόντων Μ.

συζ. Κ.. Χ., η οποία κληρονομήθηκε από τους Κ.. Χ. του Κ. και Ε. Χ. του Κ., άπαντες δε οι κληρονόμοι δήλωσαν ενώπιον του ακροατηρίου του Αρείου Πάγου ότι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η 1452/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη 4251/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών για τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αρ.1 εδ.

α' και αρ. 19 ΚΠολΔ και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Με την από 18.11.2011 κλήση των εφεσιβλήτων-εναγόντων ενώπιον του Εφετείου Αθηνών επαναφέρθηκαν προς συζήτηση οι εφέσεις των εναγομένων και των υπέρ αυτών προσθέτως παρεμβαινόντων κατά της 9029/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το Εφετείο Αθηνών με την 2501/2014 απόφαση του, απέρριψε τις ως άνω εφέσεις επικυρώνοντας την πρωτόδικη 9029/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Στο μεταξύ οι εκ των προσθέτων παρεμβαινόντων Κ. Π. και Δ. Π. αποβίωσαν ο μεν πρώτος στις 17.12.2010, η δε δεύτερη στις 3.2.2013, και η δίκη συνεχίσθηκε, από τα τέκνα τους καθολικούς διαδόχους τούτων, Χ.

Π. και Β. Π. του πρώτου και Ν. Μ. και Χ. Μ. της δεύτερης, οι οποίοι δήλωσαν ενώπιον του ακροατηρίου του Εφετείου Αθηνών, ότι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Κατά της τελευταίας 2501/2014 απόφασης οι εναγόμενοι Γ. Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ. άσκησαν την από 23.7.2014 αίτηση αναιρέσεως και επί αυτής εκδόθηκε η 1223/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε αυτή στο σύνολο της για τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

και κρατήθηκε η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Στη συνέχεια με την από 25.1.2019 κλήση των εκκαλούντων-εναγομένων Γ. Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ. επαναφέρθηκε νόμιμα προς συζήτηση και ουσιαστική κρίση η από 13.4.2001 (με αριθμό κατάθεσης …./2001) έφεση τούτων κατά της 9029/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 15.5.1991 (με αριθμό κατάθεσης …./1991) αγωγής των εναγόντων, μετά την έκδοση της 1223/2018 αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ύστερα από την άσκηση αναιρέσεως από τους εναγομένους κατά της 2501/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί μετά από αναίρεση των εναγόντων κατά της προηγηθείσας 4251/2007 απόφασης του δικαστηρίου εκείνου με την 1452/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), στρεφόμενη κατά των αντιδίκων τους-καθών η κλήση εναγόντων-εφεσίβλητων Α.

συζ. Στ. Λ.., Γ.. Κ. Μ.., Ε.. Β. Κ.., Ε.. Μ. Π.., Μ.. Εμ. Π.., Κ.. Κ. Χ.., Ε.. Κ.. Χ.., Χ., συζ. Ιω. Μ.., Μ.. Γ. Α.., Ε.. Α. Π.., Ά., χήρας Β. Π., Δ. συζ. Γ. Π.. Μετά από την εκδίκαση κατ' ουσίαν της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου εκδόθηκε η 739/2021 αμετάκλητη απόφαση αυτού με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των Γ. Λ. και Χ. συζύγου Γ.

Λ., εξαφανίσθηκε η 9029/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της, που αφορά την ως άνω από 15.5.1991 με αριθμό καταθέσεως …./1991 αγωγή κατά των εναγομένων Γ. Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ..,και αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η με αριθμό καταθέσεως …./1991 αγωγή και η με αριθμό καταθέσεως …./1991 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων της αγωγής αυτής, από το παρόν Δικαστήριο, απορρίφθηκαν αμφότερες ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.

Κατά την ως άνω εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκεί 3ου, 4ου, 6ου, 7ου, 8ης, 10ου, 11ης και 12ης των εφεσίβλητων, Κ. Αργυρόπουλος, και δήλωσε ότι ο 5ος των καθού η κλήση-εφεσίβλητος, Μ. Π. του Ε., αποβίωσε την 4.11.2019, ήτοι μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μετά την κατάθεση της από 25.1.2019 κλήσης των εκκαλούντων με την οποία επαναφέρονταν προς συζήτηση η έφεση τούτων μετά την έκδοση της 1223/2018 αποφάσεως του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2501/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προσκόμισε δε το σχετικό περί του γεγονότος τούτου απόσπασμα της από 5.11.2019 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ληξιάρχου Α..,χωρίς όμως να δηλώσει την επανάληψη της δίκης από τους κληρονόμουίς του αποβιώσαντος, τους οποίους και δεν κατονόμασε.

Κατόπιν αυτού, κρίθηκε από το δικαστήριο ότι ο θάνατος του ως άνω εφεσίβλητου δεν συνεπάγονταν τη διακοπή της δίκης ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους του ως προς τους οποίους η δίκη συνεχίσθηκε ακωλύτως με τα προεκτεθέντα αποτελέσματα, ενώ ως προς τον θανόντα διατάχθηκε η βίαιη διακοπή της δίκης..

Επιπλέον, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μετ'επικλήσεως στην παρούσα δίκη από τους καλούντες έγγραφα, ήτοι το με αριθμό πρωτοκόλλου …/8.7.2021 απόσπασμα της 8/2/2021 ληξιαρχικής πράξης του ληξιαρχείου του Δήμου Μ. Αττικής, το με αριθμό ../17.1.2022 πρακτικό δημοσίευσης της 20.8.2013 ιδιόγραφης διαθήκης την με αριθμό ../17.1.2022 πράξη του Ειρηνοδικείου Ν.

Ι. με την οποία αυτή κηρύχθηκε κυρία και το με αριθμό πρωτοκόλλου …./10.10.2022 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Ν. Ι. περί μη δημοσιεύσεως άλλης διαθήκης, στις 6-7-2021,ήτοι μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και την έκδοση της ως άνω 73910.6.2021 αμετάκλητης αποφάσεως και πριν από την επαναφορά της προκειμένης υποθέσεως προς εκδίκαση ως προς τον αποβιώσαντα αρχικό αναιρεσίβλητο Μ.

Π. του Ε., για τον οποίο είχε διακοπεί βιαίως αυτή, αποβίωσε ο εκ των αναιρεσειόντων Γ. Λ. και κληρονομήθηκε εν μέρει δυνάμει της ως άνω διαθήκης του, και εν μέρει εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Χ. χήρα Γ. Λ. και τα τέκνα του Ν. Λ. του Γ. και Χ. θυγατέρα Γ. Λ., σύζυγο Ε. Λ.. Με την από 14.6.2022 κλήση τους με αριθμό καταθέσεως …../17.6.2022, οι ως άνω καλούντες, ως κληρονόμοι του αρχικού αναιρεσείοντος Γ.

Λ., δηλώνουν ότι υπεισέρχονται στη θέση του και επαναλαμβάνουν τη δίκη που διακόπηκε βιαίως λόγω θανάτου του ως άνω αρχικού αναιρεσίβλητου, Μ. Π. του Ε.. Επί πλέον όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μετ'επικλήσεως από τους καλούντες έγγραφα ήτοι : α) το με αριθμό πρωτοκόλλου … 10.1.2022 απόσπασμα της με αριθμό …/./2019 ληξιαρχικής πράξης του Ληξιαρχείου του Δήμου Α., β) το με αριθμό πρωτοκόλλου …..//2019 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Α., γ) το με αριθμό πρωτοκόλλου ../11.1.2022 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Α.

περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και δ) το με αριθμό πρωτοκόλλου ./2022 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Α. περί μη αποποιήσεως, προκύπτει ότι κληρονόμοι εξ αδιαθέτου αυτού είναι οι καθ' ων η κλήση 1) Ε. Μ. Π., 2) Χ. χήρας Μ. Π., 3) Δ. θυγ. Μ. Π., 4) Α. θυγ. Μ. Π. και 5) Π. Μ. Π., εκ των οποίων η δεύτερη είναι σύζυγος και οι λοιποί τέκνα του αποβιώσαντος.

Με την ως άνω από 14.6.2022 και με αριθμό καταθέσεως ……/17.6.2022, κλήση οι καλούντες Χ. Λ. ως αρχική εναγομένη-εκκαλούσα-αναιρεσείουσα αλλά και κληρονόμος του αρχικού επίσης εναγομένου-εκκαλούντος-αναιρεσείοντος και οι Ν. Λ. και Χ. Λ., ως κληρονόμοι του ίδιου, έχοντας λάβει γνώση του θανάτου, στις 4.11.2019, του ως άνω αρχικού αναιρεσίβλητου, Μ.

Π. του Ε.,όπως, άλλωστε, δηλώθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, στα πλαίσια της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη 739/2021 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά και των κληρονόμων του, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή της στη γραμματεία αυτού του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, την ως άνω κλήση τους, επισπεύδουν την αναγκαστική επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βιαίως για τον ως άνω αποβιώσαντα αρχικό αναιρεσίβλητο και ως προς τους ως άνω καθ'ων η κλήση κληρονόμους του.

Συνεπώς με την ως άνω από 14.6.2022 κλήση, που περιέχει πρόσκληση των κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος-εφεσίβλητου-αναιρεσίβλητου Μ. Π. του Ε. "περί επανάληψης" της δίκης που διακόπηκε βιαίως ως προς αυτόν, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση και ουσιαστική κρίση η από 13.4.2001 (με αριθμό κατάθεσης 3503/2001) έφεση κατά της 9029/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 15.5.1991 (με αριθμό κατάθεσης …./1991) αγωγής, μετά την έκδοση της 1223/2018 αποφάσεως του παρόντος δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε ύστερα από την άσκηση αναιρέσεως από τους εναγομένους κατά της 2501/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί μετά από αναίρεση όλων των αρχικώς εναγόντων, μεταξύ των οποίων και του ως άνω Μ.

Π. του Ε., κατά της προηγηθείσας 4251/2007 απόφασης του δικαστηρίου εκείνου με την 1452/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), στρεφόμενη κατά των αντιδίκων τους-καθών η κλήση κληρονόμων του ως άνω αρχικώς ενάγοντος-εφεσίβλητου-αναιρεσίβλητου. Η ως άνω κλήση κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των προσθέτως παρεμβάντων στην αρχική δίκη υπέρ των αρχικώς εναγομένων-εκκαλούντων Γ.

και Χ. Λ. υπό στοιχεία Β 6 έως και Β 18 προσώπων, όσα είναι εν ζωή, ή υπεισήλθαν στην θέση των αρχικών προσθέτως παρεμβάντων, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, τα οποία (προσθέτως παρεμβαίνοντες στην αρχική δίκη) υπήρξαν επίσης εκκαλούντες στην κατ' έφεση δίκη με αυτοτελή δικόγραφα εφέσεων που συνεκδικάσθηκαν επί των οποίων, κατά τα προαναφερόμενα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και με την οποία απορρίφθηκαν αυτές κατ' ουσίαν, είναι απαράδεκτη, εφόσον τα πρόσωπα αυτά, κατά τα προεκτεθέντα δεν νομιμοποιούνται παθητικώς, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των καλούντων-εκκαλούντων.

Το δικόγραφο της όμως κατ' αυτών, όπως και κατά και κατά του υπό στοιχείο Β 19 προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Λ., Γ.-Κ. Ν. "Δ." ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ Σ." ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Σ.", καθού η κλήση Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εφόσον δεν υφίσταται κάποια από τις αμέσως ανωτέρω αναφερόμενες εξαιρέσεις, εκτιμάται, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, ως κλήση αυτών για το παραδεκτό της προκειμένης συζήτησης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 81 παρ. 3 και 82 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ, (ΑΠ 711/2017, ΑΠ 1194/2015, ΑΠ 569/2013), προκειμένου εκείνοι να ενημερωθούν για την εξέλιξη της προκειμένης δίκης, όπως άλλωστε εκτιμήθηκαν οι εν λόγω πρόσθετες παρεμβάσεις ήδη με την 1223/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία επιλαμβανόμενη της από 23.7.2014 αίτησης αναίρεσης των αρχικώς αναιρεσειόντων-εκκαλούντων-εναγομένων Γ.

Λ. και Χ. Λ., αναίρεσε την προσβαλλόμενη 2501/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Όπως δε προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ'επικλήσεως 2847ΣΤ/26.7.2022 2848ΣΤ/26.7.2022, της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου της Αθήνας, ακριβές αντίγραφο της από 14.6.2022 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε αντιστοίχως νομότυπα και εμπρόθεσμα στους μη παρισταμένους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως προσθέτως παρεμβαίνοντες, Γ.

Π. Α. και Δήμο Μ., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο για οποιοδήποτε ζήτημα κρίθηκε με αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την έκδοση της κατάσταση. Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007). Ο προσδιορισμός του σταδίου, από το οποίο αρχίζει η ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής διαδικασία, γίνεται με βάση την αρχή ότι οι διάδικοι, μετά την αναίρεση της απόφασης, επανέρχονται δικονομικώς στην, κατά το χρόνο της τελευταίας συζήτησης υπάρχουσα κατάσταση.

Συνεπώς, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 524 παρ.1 ΚΠολΔ, και αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 84/2017). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 531 παρ. 1, 524 παρ. 1, 111, 115 παρ. 1 και 3 και 237 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατάθεση των προτάσεων το αργότερο ως την έναρξη της συζήτησης ενώπιον Εφετείου αποτελεί την αναγκαία έγγραφη προδικασία, η τήρηση της οποίας ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η παράλειψη δε της κατάθεσης προτάσεων συνεπάγεται την ακυρότητα της παράστασης του διαδίκου και την ερήμην αυτού, λόγω μη κανονικής εμφάνισης διεξαγωγή της δίκης. Οι εκπρόθεσμες προτάσεις λογίζονται κατά νόμο ανύπαρκτες, έστω και αν σκοπούσαν στην αντίκρουση των προτάσεων του αντιδίκου, ενώ επί ερημοδικίας του εφεσίβλητου, ειδικότερα δε επί μη εμφανίσεως του ή μη προσήκουσας εμφανίσεώς του με την κατάθεσή εμπροθέσμων προτάσεων κατά τη συζήτηση της εφέσεως στο ακροατήριο, η διαδικασία προχωρεί ως να ήταν και αυτός παρών.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση …../28.7.2022, …../28.7.2022, ……/ 26.7.2022, ……/28.7.2022 και …./27.7.2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Ε. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 14.6.2022 κλήσης των καλούντων με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε αντιστοίχως νομότυπα και εμπρόθεσμα στους καθ'ών-κληρονόμους του αρχικώς ενάγοντος-εφεσίβλητου-αναιρεσίβλητου, Μ. Π. του Ε., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε και κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν οι ως άνω διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν από την έκδοση της αναιρεθείσας 2501/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και πρέπει να εκδικασθεί η έφεση των εναγομένων Γ. Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ. και των προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαινόντων (άρθρα 495, 513 παρ. 1 εδ. β', 516 παρ. 1, 517 εδ. α, 518 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) κατά της 9029/2000 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην των εφεσιβλήτων-καθών η κλήση, Ε. Μ. Π., Χ. χήρας Μ. Π., Δ. θυγατέρας Μ. Π., Α. θυγατέρας Μ. Π. και Π. Μ. Π. και των μη παρισταμένων στη δίκη προσθέτως παρεμβάντων 8ου και 19ου των καθών η κλήση. Η συζήτηση όμως της υποθέσεως θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα 267/1994 πρακτικά του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Τμήμα Διεξαγωγών) ενώπιον του ορισθέντος με τη δεύτερη προδικαστική απόφαση (9463/1993) Εισηγητή Δικαστή, τις με αριθμό κατάθεσης 326/2.6.1998 και 224/26.7.2005 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των τοπογράφων-πολιτικών μηχανικών Θ.

Γ., η πρώτη και Γ. Μ. η δεύτερη, που διατάχθηκαν με τις 9463/1993 και 6558/2004 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα κατ' άρθρο 387 ΚΠολΔ, την από 20.11.1964 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου-μηχανικού Ι. Μ., που διατάχθηκε με την 15519/1963 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 30.9.1967 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του μηχανικού Β.

Κ., που διατάχθηκε με την 1956/1966 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, από τις προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις των μηχανικών Γ. Χ., τεχνικού συμβούλου των εφεσιβλήτων-εναγόντων, Δ. Σ., Κ../νου Μ., Ι. Σ. και των Α. και Α. Κ., τεχνικών συμβούλων των εκκαλούντων-εναγομένων, που εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 390 ΚΠολΔ), τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε ορισμένα από τα οποία γίνεται ειδική μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Με το …./20.7.1989 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Καλλιόπης Μετοχιάτη που μεταγράφηκε νόμιμα, οι εκκαλούντες Γ. Λ. και Χ. σύζυγος Γ. Λ., εκ των οποίων ο πρώτος αποβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη δεύτερη και τους δεύτερο και τρίτη των καλούντων, κατά τα προαναφερόμενα, αγόρασαν από τους προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνοντες Π.

Α., Ι. Α., Ν. Π., Κ./νο Π., Α. Π. και Δ. Π., οικόπεδο επιφανείας 409,64 τ.μ.. που βρίσκεται στη Μ. Αττικής, στο ΟΤ … και συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς Ι-Κ μήκους 16,60 μέτρων με την οδό Ι., βορειοδυτικά επί πλευράς Ι-Β μήκους 21,80 μέτρων με την οδό Σ. Μ., νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 20,95 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας των ιδίων πωλητών και νοτιοανατολικά επί πλευράς μήκους 22,90 μέτρων με συνεχόμενη έκταση των ιδίων πωλητών.

Επί του οικοπέδου αυτού οι εκκαλούντες, αφού εξέδωσαν οικοδομική άδεια ανήγειραν διώροφη οικία με υπόγειο. Στο στάδιο της αποπεράτωσης της οικοδομής με οπλισμένο σκυρόδεμα, από τον δικαιοπάροχο των δύο ττρώτων των εφεσίβλητων ασκήθηκε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ν. Ι., η οποία απορρίφθηκε με την 38/1991 απόφαση τούτου.

Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής επισημάνθηκε ότι για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του έτους 1990 και ενώ η οικοδομή που ανήγειραν επί του επιδίκου οικοπέδου οι εκκαλούντες είχε φθάσει στις πλάκες του δεύτερου ορόφου ο Κ./νος Μ. και επισκέφθηκε το επίδικο και δήλωσε στον εργολάβο ότι διεκδικεί δικαίωμα νομής επί τούτου έκτοτε δε δεν αντέδρασε αποτελεσματικά για να προστατευθεί με δικαστική παρέμβαση στα δικαιώματά του αλλά εφησύχασε μέχρι και τα τέλη Φεβρουαρίου 1991, οπότε και ασκήθηκε η σχετική αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων.

Μετά την εξέλιξη αυτή οι δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων, μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος των καθ' ων η κλήση εφεσιβλήτων Μ. Π. του Ε., και εκείνοι που είναι εν ζωή άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μεταξύ άλλων, την ένδικη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 5900/1991 διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή τους, κατά των εκκαλούντων Γ.

Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ. και ζήτησαν, όπως ήδη εκτέθηκε, να αναγνωρισθούν συγκύριοι, κατά τα αναφερόμενα για τον καθένα τους ποσοστά εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-εκκαλούντες που κατέλαβαν το ακίνητο αυτό να τους το αποδώσουν και να άρουν την καθαίρεση και απομάκρυνση των κτισμάτων και εγκαταστάσεων που έχουν οικοδομήσει επ'αυτού.

Προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους περί κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, τόσο από τους απώτερους δικαιοπαρόχους τους όσο και από τους ίδιους οι εφεσίβλητοι (όσοι είναι εν ζωή και οι δικαιοπάροχοι τους), επικαλέσθηκαν μετά άλλων αποδεικτικών μέσων δύο δημόσια έγγραφα και συγκεκριμένα στο …../1926 νόμιμα μεταγραμμένο παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας και στο μεταγενέστερο …../7.11.1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ν.

Ι. Αττικής Βασιλείου Βαρβερόπουλου το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ν. Ι. Αττικής στον τόμο .. και με αριθμό …, υποστηρίζοντας ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτούς. Στον αντίποδα οι εκκαλούντες αρνούμενοι την εναντίον τους αγωγή ισχυρίσθηκαν ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους εν λόγω τίτλους κτήσης των αντιδίκων τους. 'Όπως αποδείχθηκε από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, με το ως άνω …../1926 νόμιμα μεταγραμμένο παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας παραχωρήθηκε κατά πλήρη κυριότητα εκ των Εθνικών Γαιών στον Γ.

Κ. Μ., απώτερο δικαιοπάροχο των πρώτης και δεύτερου των εφεσίβλητων, ένας ξηρικός αγρός εκτάσεως οκτώ βασιλικών στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "Ά. Χ." του Δήμου Μ. Αττικής (πρώην Κ.) και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Π. Α., νότια με δρόμο,(σήμερα ρέμα) ανατολικά με Γ. Β. και δυτικά με ιδιοκτησία I. Κ.. Τον αγρό αυτό ο Γ.

Μ. νεμόταν και κατείχε με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, επιβλέποντας τούτον και καλλιεργώντας τον με σιτηρά, μέχρι το έτος 1936, οπότε αποβίωσε. Έκτοτε, ο απώτατος δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων Κ. Μ., γιός του Γ. Μ. κατείχε και νεμόταν τον αγρό αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου με τη συναίνεση των συγκληρονόμων του, ήτοι της μητέρας του και των τεσσάρων αδελφών του, αποκλειστικά για τον εαυτό του, ασκώντας τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις, όπως και ο πατέρας τους μέχρι 23.2.1946 (χρόνος ενάρξεως ισχύος του ΑΚ) και από τότε με διάνοια κυρίου μέχρι 7.11.1962.

Η κυριότητα τούτου μέχρι 7.11.1962 επί του ως άνω παραχωρηθέντος ακινήτου των οκτώ (8) στρεμμάτων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αφού νεμόταν το επίδικο ακίνητο με τις παραπάνω προϋποθέσεις αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, με τη συναίνεση της μητέρας του και των αδελφών του. Ειδικότερα στην προκειμένη υπόθεση υποστηρίχθηκε από τον δικαιοπάροχο των εν λόγω εφεσίβλητων ότι ο πατέρας του Γ.

Μ. του είχε παραχωρήσει τον αγρό αυτό ήδη από το έτος 1927 και ο ίδιος έκτοτε τον νέμονταν μέχρι το θάνατο τούτου και στη συνέχεια επίσης τον νεμόνταν με τα προαναφερόμενα προσόντα για λογαριασμό του με τη συναίνεση της μητέρας και των αδελφών του, δηλαδή των εξ αδιαθέτου κληρονόμων του πατέρα του, μέχρι το έτος 1962, οπότε μεταβίβασε αιτία ανταλλαγής τμήμα τούτου.

Έτσι το γεγονός ότι, όπως διαπιστώθηκε πολύ μεταγενέστερα ακόμη και από αυτή την έναρξη της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων και την έκδοση δικαστικών αποφάσεων, ο Γ. Μ. λίγες ημέρες προ του θανάτου του το έτος 1936, είχε συντάξει δημόσια διαθήκη με την οποία αυτός κατέλιπε την επικαρπία όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του στη σύζυγο του ενώ στον γιό του Κ.

Μ., κατέλιπε έναν άλλο αγρό ευρισκόμενο στη θέση Σ. του ίδιου Δήμου, δηλαδή σε διαφορετική θέση από το επίδικο, δεν μεταβάλλει την κατάσταση ως προς την κτήση κυριότητας του αναφερόμενου στο ως άνω παραχωρητήριο αγρού από τον Κ. Μ. μέχρι το έτος 1962. Άλλωστε, τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν σχετικά με το επίδικο ακίνητο, μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων και των ιδίων ξεκίνησαν μετά το έτος 1962,όταν μεταβιβάσθηκε τμήμα του ως άνω αγρού από τον Κ.

Μ. στον απώτατο δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων Ε. Π., όπως θα εκτεθεί αναλυτικά στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, στις 7 Νοεμβρίου 1962 ο ως άνω κύριος του μείζονος ακινήτου των 8 βασιλικών στρεμμάτων Κ./νος Γ. Μ. με το …./7.11.1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ν. Ι. Αττικής Βασιλείου Βαρβερόπουλου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ν.

Ι. Αττικής στον τόμο 24 και με αριθμό 175, μεταβίβασε αιτία ανταλλαγής κατά κυριότητα στον Ε. Π., δικαιοπάροχο των εναγόντων (άμεσο και απώτερο) ένα τμήμα από το ως άνω μείζον ακίνητο των οκτώ (8) στρεμμάτων που αφορούσε το παραχωρητήριο και συγκεκριμένα μεταβίβασε κατά κυριότητα στον Ε. Π., όχι όλο το παραχωρηθέν στον ίδιο ακίνητο, αλλά μόνον έκταση τεσσάρων και ημίσεος στρεμμάτων "πλέον ή έλαττον".

Ειδικότερα, σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο ανταλλαγής, ο αγρός αυτός έχει έκταση 4 και 1/2 στρεμμάτων πλέον ή έλαττον που ταυτίζονται με 4 και 1/2 "βασιλικά" στρέμματα, όμως, με βάση τις αναγραφόμενες σε αυτό (συμβόλαιο) πλευρικές διαστάσεις, το εμβαδόν του ανέρχεται σε 8.500 τ.μ., συνορευόμενου βόρεια, εν μέρει με δρόμο σε πρόσωπο 21 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.

Μ., της οποίας την νομή είχε ο Π. Χ. σε πλευρά μέτρων 49, νότια με ρέμα σε πλευρά 55 μέτρων, ανατολικά με πρώην ιδιοκτησία Β. και ήδη ιδιοκτησία Δ. Ζ., σε πλευρά 160 μέτρων και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία υπόλοιπη ιδιοκτησία Κ. Μ., της οποίας νομέας ήταν ο Π. Χ., σε πλευρά 47 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην I.

Κ. και ήδη αγνώστων σε πλευρά 95 μέτρων. Στο ως άνω συμβόλαιο μετά τον προσδιορισμό των προαναφερόμενων ορίων γίνεται μνεία, ότι ο Κ. Μ. τον αγρόν τούτον μετά του βορειοδυτικού τμήματος εκτάσεως δύο στρεμμάτων περίπου είχε αποκτήσει ο δικαιοπάροχος πατέρας τούτου Γ. Μ. "δυνάμει του από 31 Αυγούστου 1926 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας...", καθώς και ότι ο Ε.

Π. σε ανταλλαγή του ως άνω αγρού, παραχωρεί και μεταβιβάζει στον Κ. Μ. ένα αγρό μετά των επ αυτού πεύκων εκτάσεως 5.400 τ.μ. κείμενο στη νήσο Αίγινα. Σημειώνεται ότι για τον ως άνω περιγραφέντα κατά όρια αγρό στο προαναφερόμενο συμβόλαιο ανταλλαγής δεν είχε συνταχθεί τοπογραφικό διάγραμμα, παρόλο που κατά τον χρόνο εκείνο υφίστατο τέτοια υποχρέωση για τη σύνταξη συμβολαίων για τη μεταβίβαση ακινήτων, ενώ, αντιθέτως, για τον αγρό Ε..

Π. στην Αίγινα γίνεται μνεία ότι τούτο εμφαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 1957 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Ά.. Σ., το οποίο και προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο ανταλλαγής. Επίσης αναφέρεται στο συμβόλαιο ανταλλαγής, ότι ο αγρός στην Αίγινα περιήλθε στον Ε.. Π. από δεκαετίας με άσκηση όλων των διακατοχικών πράξεων με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, "αδιαφιλονικείτως" και "ανεμποδίστως".

Μετά την πάροδο μόλις ενός μηνός από την σύνταξη του ως άνω συμβολαίου ανταλλαγής, ο Ε. Π., ο οποίος ήταν δικηγόρος, άσκησε την από 10.12.1962 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του Π. Α. (αρχικού προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των νυν εκκαλούντων ως δικαιοπάροχος τους) και του Χ.

Π. (πατέρα των λοιπών προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ των εκκαλούντων ως δικαιοπάροχος τους) υποστηρίζοντας, ότι οι εναγόμενοι αυτοί κατά το δεύτερο δεκαήμερο Νοεμβρίου του ίδιου έτους αυθαιρέτως και εν αγνοία του περιέφραξαν μέρος της βόρειας και δυτικής πλευράς του ως άνω αγρού, διαταράσσοντας παράνομα την κυριότητά του.

Συγκεκριμένα, στην ως άνω αγωγή του ο Ε. Π., αφού περιγράφει, σύμφωνα με το ως άνω παραχωρητήριο, τον παραχωρηθέντα στον Γ. Μ. αγρό των οκτώ βασιλικών στρεμμάτων, στη συνέχεια εκθέτει ότι "εκ της όλης εκτάσεως...των οκτώ βασιλικών στρεμμάτων, περίπου 4 1/4 στρεμμάτων έκτασιν δΓανταλλαγής ετέρας μου εκτάσεως μετεβίβασεν εις εμέ δυνάμει του υπ' αριθμ.

…./1962 συμβολαίου..." και ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος της έκτασης αυτής και να του αποδοθεί από τους εκεί εναγομένους. Στη δίκη επί της ως άνω αγωγής παρενέβη προσθέτως υπέρ του ενάγοντος ως δικαιοπάροχος του ο Κ.. Μ., κατόπιν προσεπικλήσεώς του από αυτόν. Επί της αγωγής και της πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η 15519/1963 προδικαστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου η οποία διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ορίσθηκε δε ως πραγματογνώμονας ο τοπογράφος μηχανικός, Ι.

Μ., ο οποίος κατάρτισε το από 16.11.1964 τοπογραφικό διάγραμμα και επί αυτής κατόπιν διεξαγωγής μαρτυρικών αποδείξεων και της από Νοεμβρίου 1964 πραγματογνωμοσύνης από τον ως άνω διορισθέντα πραγματογνώμονα, εκδόθηκε η 3840/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού αναφέρεται στο ιστορικό της, μεταξύ άλλων, ότι "τεμάχιο" του ως άνω αγρού εκτάσεως 4 ΛΑ στρεμμάτων, το οποίο περιλαμβάνεται στον αγρό που παραχωρήθηκε στον πατέρα του Κ./νου Μ.

με το ως άνω παραχωρητήριο, ο τελευταίος, όντας κύριος τούτου, κατά τα προαναφερόμενα, μεταβίβασε δΓανταλλαγής προς τον Ε. Π., έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή του ίδιου και η υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του Κ. Μ. και αναγνωρίσθηκε ο εκεί ενάγων Ε.. Π. κύριος, νομέας και κάτοχος του περιγραφομένου στην αγωγή αγρού.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν την από 23.4.1966 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, οι Π. Α. και Χ. Π., επί της οποίας, αρχικά εκδόθηκε η 1956/1966 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που διέταξε τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, ορίζοντας ως πραγματογνώμονα τον Β. Κ., πολιτικό μηχανικό, διευθυντή πολεοδομίας του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, μετά δε την διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης αυτής εκδόθηκε η 2566/1967 απόφαση του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούντες Π. Α. και Χ. Π. με την από 5-2-1968 αίτηση αναίρεσης και επ' αυτής εκδόθηκε η 612/1969 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή τους, με τη μη παραδοχή των λόγων αναιρέσεως, καθώς, ως γνωστόν ο Άρειος Πάγος δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υποθέσεως,και έτσι η 3840/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη.

Στο διατακτικό της ως άνω 3840/1966 απόφασης αναφέρονται τα εξής : "Αναγνωρίζει τον ενάγοντα κύριο του περιγραφομένου στην αγωγή Αγρού εκτάσεως 4 Vz στρεμμάτων, κείμενου εις θέσιν "Ά. Χ." και υνορευομένου προς Β με δρόμο επί προσώπου 21 μέτρων και εν μέρει επί πλευράς 49 μέτρων με ιδιοκτησία Μ., προς Ν. με ρέμα ένθα πρότερον δρόμος επί πλευράς 55 μέτρων, προς Α επί πλευράς 160 μέτρων με ιδιοκτησία Δ.

Ζ. και προς Δ επί πλευράς 47 μέτρων με ιδιοκτησία Κ. Μ. και εν μέρει επί πλευράς 95 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. Κ. και ήδη αγνώστων". Στην 2566/1967 απόφαση του Εφετείου Αθηνών γίνεται μνεία επί λέξει ότι "...ως προκύπτει εκ του δικογράφου της αγωγής ο ενάγων εθεμελίωσε την περί κυριότητας επί του επιδίκου αξίωσίν του επί του ισχυρισμού ότι το επίδικον εκ τεσσάρων και ημίσεος περίπου στρεμμάτων είναι τμήμα μείζονος εκτάσεως εξ οκτώ περίπου βασιλικών στρεμμάτων κείμενης εις θέσιν "Ά.

Χ." της περιφέρειας Μ. Αττικής (Κ.) παραχωρηθείσης υπό του Ελληνικού Δημοσίου προς τον Γ. Κ... Μ....δυνάμει του υπ' αριθμ. …… της 2ας Νοεμβρίου 1926 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας, νομίμως μεταγραφέντος..." καθώς και ότι "...δια του υπ' αριθμ. …../1962 συμβολαίου... μετεβιβάσθη το επίδικον τμήμα επ'ανταλλαγή εις τον ενάγοντα όστις κατέστη κύριος τούτου ως αποκτήσας παρ'αληθών κυρίων...".

Σχετικά δε με αμφότερες τις διενεργηθείσες πραγματογνωμοσύνες η ως άνω εφετειακή απόφαση αναφέρει ότι αυτές ουσιαστικά ταυτίζονται και ότι από αμφότερα τα ταυτιζόμενα διαγράμματα που συντάχθηκαν από τους διορισθέντες πραγματογνώμονες προκύπτει ότι "η αποτυπωθείσα δι'αυτών έκτασις καταμετρηθείσα επακριβώς υπ αμφοτέρων ανέρχεται εις 8.500 ή 8.565 τ.

μέτρα περίπου και συμπίπτει ως προς το μέγεθος με την παραχωρηθείσαν εις τον δικαιοπάροχον του ενάγοντος Γ. Κ.. Μ. τοιαύτην των οκτώ βασιλικών στρεμμάτων...". Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές, ότι ο εκεί ενάγων Εμ. Π., επικαλούμενος ότι απέκτησε ακίνητο εκτάσεως 4.500τ.μ. "πλέον ή έλαττον", με παράγωγο τρόπο, με συμβόλαιο ανταλλαγής, από τον αληθή κύριο μεγαλύτερης έκτασης Κ.

Μ., ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του ακινήτου αυτού και όχι βεβαίως του όλου ακινήτου των 8.000 βασιλικών στρεμμάτων, που αναφέρονταν ως συνολικό εμβαδόν του αγρού που παραχωρήθηκε το έτος 1926 στον δικαιοπάροχο του τελευταίου Γ. Μ., και να του αποδοθεί τούτο. Διαπιστώνεται από τα προαναφερόμενα, ότι ο Ε.. Π.

στην αγωγή του, ενώ ανέφερε ότι κατέστη κύριος με το ως άνω συμβόλαιο τμήματος 4 1/2 στρεμμάτων εκ του μείζονος ακινήτου του Κ.Μ., το οποίο μείζον ακίνητο περιέγραφε, όπως ακριβώς περιγραφόταν στο συμβόλαιο, δεν προσδιόρισε ως όφειλε, τα όρια του περιλαμβανομένου εντός του μείζονος ακινήτου, τμήματος των 4 ΛΑ τ.μ.

που του μεταβιβάσθηκαν δι' ανταλλαγής, αλλά ούτε και τα όρια και το εμβαδόν του τμήματος που επικαλούνταν με την αγωγή του ότι είχε καταληφθεί από τους εκεί εναγομένους Π. Α. και Χ. Π. στη βόρεια και δυτική πλευρά του όλου ακινήτου. Αποτέλεσμα της ασάφειας και των ελλείψεων αυτών, ήταν να γίνει δεκτό με την ως άνω αμετάκλητη απόφαση ότι ο εκεί ενάγων Ε.

Π. είναι κύριος ακινήτου εκτάσεως 4 !4 τ.μ., το οποία περιλαμβάνονται στο μείζον ακίνητο των οκτώ βασιλικών στρεμμάτων, πλην όμως να περιγραφεί το ακίνητο αυτό κατά όρια και πλευρές ως απολύτως συμπίπτον με το μείζον ακίνητο των 8.000 βασιλικών στρεμμάτων. Εκείνο όμως που συνάγεται από την ως άνω απόφαση είναι ότι με αυτήν, στην πραγματικότητα έγινε δεκτό ότι ο Ε..

Π. έγινε κύριος ακινήτου εκτάσεως 4 1Α στρεμμάτων ως τμήματος του μείζονος ακινήτου που αναφέρεται κατά θέση και όρια στο ως άνω συμβόλαιο ανταλλαγής, το οποίο μείζον ακίνητο και περιγράφηκε στην αγωγή τούτου και η περιγραφή αυτή περιλήφθηκε στο διατακτικό της ως άνω αποφάσεως. Αντίθετη εκδοχή προσκρούει απολύτως όχι μόνο στη λογική, αλλά και σε δικονομικούς κανόνες, αφού αν γίνει δεκτό ότι αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του εκεί ενάγοντος Ε.

Π. επί του όλου αγρού του παραχωρητηρίου των 8.000 τ.μ., ή 8.565 τ.μ. σύμφωνα με τους πραγματογνώμονες, ενώ ο ίδιος προσδιόριζε στην αγωγή του το διεκδικούμενο ακίνητο αυτής ως "τμήμα" της μείζονος έκτασης και το εμβαδόν του σε 4.500 τ.μ., τότε, θα είχε γίνει απαράδεκτη επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος. Επί πλέον, στην ως άνω 2566/1967 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγινε μνεία ότι από τους ορισθέντες πραγματογνώμονες, προσδιορίσθηκε ότι η έκταση των 8.000 ή 8.565 τ.μ.

του περιγραφόμενου στο συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτου ταυτίζεται με εκείνη που παραχωρήθηκε με το παραχωρητήριο του έτους 1926 στον Γ. Μ., και όχι ότι η έκταση που μεταβιβάσθηκε με το συμβόλαιο ανταλλαγής στον Ε.. Π., και αναφέρεται σαφώς ως "τεμάχιο" ή "τμήμα" με συγκεκριμένο εμβαδόν 4.500 τ.μ. του μείζονος αγρού των 8.000 τ.μ.

ταυτίζεται με εκείνη που περιγράφεται κατά θέση και όρια με το συμβόλαιο της ανταλλαγής. Επίσης, αφού με την αμετάκλητη ως άνω απόφαση δεν προσδιορίζεται επακριβώς το τμήμα που αυτή δέχθηκε ότι είχε καταληφθεί από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των νυν εκκαλούντων, δεν υφίσταται ταύτιση της υποθέσεως εκείνης με την επίδικη, αφού δεν μπορεί να διαγνωσθεί ότι το τμήμα που αμετάκλητα δέχθηκε η ως άνω απόφαση ότι είχε καταληφθεί από τους απώτατους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων στη βορειοδυτική πλευρά του μείζονος ακινήτου έχει ή μη σχέση με το οικόπεδο που μεταβιβάσθηκε στους εκκαλούντες Γ.

Λ. και Χαρίλεια συζ. Γ. Λ. από τους καθολικούς διαδόχους τούτων μετά παρέλευση είκοσι (20) χρόνων κι ενώ πλέον είχε ρυμοτομηθεί προ πολλού το ακίνητο αυτό και είχε ενταχθεί στο σχέδιο πόλης, δεδομένου μάλιστα ότι η ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων Π. Α., σύμφωνα με το παραχωρητήριο του 1926 του Γ.

Μ. ήταν όμορή του προς βορρά, χωρίς να αναφέρεται άλλη όμορη βορείως ιδιοκτησία, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια. Το Δικαστήριο δεν είναι επίσης υποχρεωμένο να δεχθεί και τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων που διενεργήθηκαν στα πλαίσια εκείνης της δίκης, αφενός μεν διότι αυτές αποτελούν ελεύθερα εκτιμώμενο αποδεικτικό μέσο και επομένως τα συμπεράσματά τους επανακρίνονται σε μελλοντικές δικαστικές διενέξεις, αφετέρου διότι στην ως άνω αμετάκλητη απόφαση έγινε απλή αναφορά των συμπερασμάτων τους, μόνο σχετικά με την ταύτιση του αγρού που αναφέρεται στο παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1926 με το ακίνητο που περιγράφεται στο προαναφερόμενο συμβόλαιο της ανταλλαγής.

Στη συνέχεια αποδείχθηκε, ότι αφού η ως άνω 3840/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη, ο δικαστικός επιμελητής I. Π., κατ εντολή του επισπεύδοντος Ε.. Π., προέβη στην βιαία αποβολή των ως άνω Π. Α. και Χ. Π., από τον αγρό τον οποίο περιγράφει στην έκθεσή του ως εκτάσεως τεσσάρων και ημίσεος στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι με τα εξής όρια:

προς βορρά με δρόμο επί προσώπου μέτρων 20,5 και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Μ., κατεχόμενη ήδη από Π. Χ., επί πλευράς συνολικής μέτρων 50, νοτίως με ρέμα ένθα πρότερον δρόμος επί πλευράς μέτρων 54, ανατολικά με ιδιοκτησία πρώην Γ. Β. και ήδη Δ. Ζ., επί πλευράς μέτρων 165, και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Μ. κατεχόμενη ήδη από Π.

Χ. επί συνολικής πλευράς μέτρων 57 και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην I. Κ. και ήδη ιδιωτικό δρόμο και πέραν τούτων με ιδιοκτησίες Θ. Φ., Μ. συζ. Γ. Λ., Ν. Κ. και Γ. Π. και συζύγου του Α. και αγνώστων, επί συνολικής πλευράς μέτρων 119, ή όσον επί πλέον ή έλαττον εκάστη των πλευρών τούτων είναι. Ο ίδιος επιμελητής αναφέρει στην έκθεσή του ότι όλα τα ανωτέρω μήκη των πλευρών βρέθηκαν κατά την "πρόχειρη καταμέτρηση" από τον ίδιο και συμπίπτουν "περίπου" προς τα αναφερόμενα στην απόφαση και ότι στον ως άνω αγρό εγκατέστησε εν απουσία των καθών, τον παριστάμενο επισπεύδοντα Ε..

Π., ο οποίος "ενέπηξεν εις την βόρειαν και δυτικήν πλευρά σιδηροπασσάλους και προέβη εις ολική περίφραξη με συρματόπλεγμα του προπεριγραφομένου αγρού". Από τα παραπάνω αποδείχθηκε σαφώς ότι ενώ με το ……./1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας στον Γ. Μ. παραχωρήθηκε ακίνητο εκτάσεως 8.000 βασιλικών στρεμμάτων, χωρίς την ένδειξη "πλέον η έλαττον" η μνεία της οποίας ήταν συνήθης σε συμβόλαια της εποχής και οι όμοροι ιδιοκτήτες αναφέρονται μόνο με γεωγραφικές ενδείξεις χωρίς διαστάσεις, ειδικότερα δε προς βορρά αναφέρεται ως όμορος ιδιοκτήτης ο απώτατος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Π.

Α., προς νότο ρέμα, ανατολικά ιδιοκτησία Γ. Β. και δυτικά ιδιοκτησία I. Κ., με το προαναφερόμενο …./1962 συμβόλαιο ανταλλαγής, τα όρια του ανταλλασσόμενου αγρού προσδιορίζονται εντελώς διαφοροποιημένα με καθορισμό πλευρικών διαστάσεων, και σύμφωνα με τοπογραφικό που συντάχθηκε από τον πραγματογνώμονα Μ..

Η μη ύπαρξη προηγούμενου τοπογραφικού κατά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου, ευνόησε την περιγραφή του ως άνω αγρού με διαφορετικές διαστάσεις και όρια, την περιγραφή δε αυτή, υποδεικνυόμενη ασφαλώς από τους μόνους ενδιαφερόμενους συναλλασσόμενους στο συμβόλαιο ανταλλαγής, υιοθέτησε ο ως άνω πραγματογνώμονας, όπως, άλλωστε, σαφώς επιβεβαιώνεται από το γεγονός, ότι ο ίδιος δεν αναφέρει με ποια μέθοδο οδηγήθηκε στην ταυτοποίηση των ορίων του αρχικού παραχωρητηρίου του έτους 1926 με εκείνα του συμβολαίου του 1962, και των ομόρων τούτου ιδιοκτησιών.

Συγχρόνως, ενώ πιστοποιεί ότι η έκταση των οκτώ βασιλικών στρεμμάτων του παραχωρητηρίου, ταυτίζεται με την έκταση που αναφέρεται στο συμβόλαιο του 1962, αλλά αυξημένη κατά 565 τ.μ., δηλαδή με έκταση 8.565 τ.μ., όπως αναφέρεται και στην ως άνω 3840/1966 αμετάκλητη απόφαση, και ενώ σύμφωνα με την προαναφερόμενη έκθεση βίαιης αποβολής περιφράσσεται από τον Ε..

Π. περίπου ίδια έκταση, δηλαδή έκταση 8.565 τ.μ., παρά το γεγονός ότι αυτός ζητούσε με την αγωγή του να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί τμήματος εκτάσεως 4.500 τ.μ., περιλαμβανομένου στη μείζονα έκταση των 8.000 τ.μ., στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τα συναγόμενα από την πραγματογνωμοσύνη του, η έκταση του αρχικού ακίνητο του παραχωρητηρίου του έτους 1926 αναβιβάζεται σε 9.600 τ.μ.

Τούτο δε,διότι, ο ως άνω πραγματογνώμονας υπολογίζει το βασιλικό στρέμμα ως ίσο με 1.200 τ.μ. και όχι με 1.000 τ.μ., όπως ίσχυε κατά την χρονική περίοδο που εκδόθηκε το παραχωρητήριο, αλλά και μετέπειτα. Ειδικότερα το Βασιλικό Διάταγμα 56/16.10.1836 του Βασιλιά Όθωνα "Περί μέτρων και σταθμών", το οποίο είναι το μόνο που ισχύει ως προς τις επιφάνειες, αναφέρει στο άρθρο 1 στην τελευταία παράγραφο "Τα νέα μέτρα και σταθμά θέλουν έχουν την επωνυμία ΒΑΣΙΛΙΚΑ" Με το διάταγμα αυτό καθορίσθηκε ως μέτρο επιφάνειας για τη μέτρηση γαιών το στρέμμα, το οποίο ορίσθηκε ότι ισούται με χίλια τετραγωνικά μέτρα και ονομάσθηκε "Βασιλικό Στρέμμα" στην πράξη για να διαφοροποιείται από το ισχύον στρέμμα, καθώς στο παρελθόν και πριν από την Ελληνική Επανάσταση και την ανασύσταση του Ελληνικού Κράτους ίσχυαν άλλες μονάδες μέτρησης γαιών.

Με το ίδιο δε διάταγμα καθορίσθηκαν και οι αναλογίες των ισχυόντων επί τουρκοκρατίας μονάδων μέτρησης και ορίσθηκε ότι το τουρκικό στρέμμα ("παλαιόν πελοποννησιακόν στρέμμα"), αντιστοιχεί προς 1,27 στρέμματα ή 1.270 τ.μ. Εδώ όμως στο επίμαχο παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1926 δεν γίνεται αναφορά μονάδας μέτρησης με την ονομασία "παλαιό στρέμμα" ή "παλαιό πελοποννησιακό στρέμμα" ή κατ' άλλους "τουρκικό στρέμμα", ώστε αυτό να αντιστοιχεί σε 1.200 ή 1270 τ.μ., αλλά σαφής χρήση του όρου "βασιλικά στρέμματα".

Επί πλέον, ενώ, σύμφωνα με το ως άνω παραχωρητήριο, ο Γ. Μ. έχει προς βορρά όμορη την ιδιοκτησία Π. Α., δηλαδή του απώτατου δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων και δυτικά την ιδιοκτησία I. Κ., στο συμβόλαιο της ανταλλαγής το ακίνητο του διαδόχου του Κ./νου Μ. φέρεται να οριοθετείται προς βορρά με δρόμο επί προσώπου μέτρων 20,5 και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.Μ., κατεχόμενη ήδη από Π.Χ., επί πλευράς συνολικής μέτρων 50, και δυτικά πάλι εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.

Μ. κατεχόμενη ήδη από Π. Χ. επί συνολικής πλευράς μέτρων 57 και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην I. Κ. και ήδη ιδιωτικό δρόμο, χωρίς από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο να προκύπτει ότι ο Γ. Μ. είχε άλλη ιδιοκτησία βόρεια και δυτικά της ιδιοκτησίας που του παραχωρήθηκε με το εν λόγω παραχωρητήριο. Στην πραγματικότητα δε σύμφωνα με τις διαστάσεις του αγρού, όπως αυτές προσδιορίσθηκαν στο συμβόλαιο ανταλλαγής, το εμβαδόν τούτου αποβαίνει αναιτιολόγητα ακόμη μεγαλύτερο, σύμφωνα με τους αντικειμενικούς μαθηματικούς υπολογισμούς, με τους οποίους εξευρίσκεται το εμβαδόν ακινήτων από τους αρμόδιους προς τούτο πολιτικούς μηχανικούς, όπως θα γίνει μνεία ακολούθως.

Ατυχώς όμως, μετά τη δικαστική διένεξη μεταξύ του δικηγόρου Ε.. Π. και των απώτατων δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων, τη διενέργεια των εν λόγω πραγματογνωμοσυνών, με κυρίαρχη εκείνη του πραγματογνώμονα Μ., με τα μη ασφαλή και πειστικά συμπεράσματα, τον μη προσδιορισμό κατά θέση και όρια του τμήματος των 4 Υ2 τ.μ., που περιήλθε στον Ε..

Π. με το συμβόλαιο της ανταλλαγής από το μείζον ακίνητο των 8.000 τ.μ. που παραχωρήθηκαν στον Γ. Μ. με το παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1926, τη διαφοροποίηση των ορίων κι αυτού του μείζονος ακινήτου, την αναγνώριση του Ε.. Π. ως κυρίου εκτάσεως εμβαδού μεν 4.500 τ.μ., με όρια όμως που την αναβιβάζουν σε 8.000 τ.μ., ή σε 8.565 τ.μ., κατά τους πραγματογνώμονες, δηλαδή σε έκταση μεγαλύτερη ακόμη και από τη συνολική έκταση του παραχωρητηρίου και την εφαρμογή των ορίων αυτής από το δικαστικό επιμελητή, ο Ε..

Π., με εντολή του οποίου περιφράχθηκε, απουσία των τότε καθών, όλη η ως άνω συνολική έκταση, εμφανίζεται πλέον έκτοτε ως κύριος ολόκληρης της ιδιοκτησίας των 8.000 τ.μ. ή 8.565 τ.μ. (ακόμη και η διαζευκτική αυτή αναφορά τόσο στις πραγματογνωμοσύνες, όσο και στην εν λόγω απόφαση δεν δικαιολογείται και επιτείνει τις ασάφειες σχετικά με την ταυτότητα του ακινήτου) στην πραγματικότητα δε πολύ μεγαλύτερης, όπως διαπιστώθηκε μεταγενέστερα.

Το έτος 1970, οπότε η περιοχή που βρισκόταν το ως άνω ακίνητο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως ο Ε.. Π. ήταν εκείνος που ανέθεσε στον μηχανικό Μ., δηλαδή στον ίδιο μηχανικό που είχε ορισθεί ως πραγματογνώμονας στα πλαίσια της προηγούμενης δίκης μεταξύ αυτού και των δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων, την οικοπεδοποίηση του ακινήτου, το οποίο ρυμοτομήθηκε και εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης.

Με βάση το από 10.6.1971 σχεδιάγραμμα του ως άνω μηχανικού, η απομένουσα έκταση του ακινήτου μετά τη ρυμοτόμηση διαιρέθηκε σε οικόπεδα που περιλαμβάνονται στο οικοδομικό τετράγωνο 118 και ένα στο οικοδομικό τετράγωνο 115, ενώ το υπόλοιπο παρέμεινε εκτός σχεδίου. Το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα κατατέθηκε στο Δήμο Μ., επικυρώθηκε από τον Δήμαρχο και ο Δήμος Μ.

Αττικής γνωστοποίησε στον ως άνω απώτατο δικαιοπάροχο των εδώ εφεσιβλήτων, Ε.. Π. στις 6.7.1977 και 26.8.1977 τις από 10.6.1977 και 11.6.1977 γνωστοποιήσεις του καθώς και τις .. και …/1977 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, με τις οποίες προτεινόταν η τροποποίηση του σχεδίου πόλης του Δήμου Μ. σε διάφορα οικοδομικά τετράγωνα στα οποία περιλαμβάνεται και το με αριθμό … Ο.Τ., όπου το επίδικο ακίνητο που αγόρασαν οι εκκαλούντες Γ.

Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ.. Κατά των ως άνω αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου Μ., ο Ε. Π. άσκησε τις από 10.7.1977 και 4.9.1977 ενστάσεις του, στη συνέχεια δε το Δημόσιο Ταμείο Ν. Ι. απηύθυνε προς τον Ε.. Π. τις …./1978, …./1979, …./1980, …/1981 και …./1982 ατομικές προσκλήσεις για πληρωμή στο Δήμο Μ., εισφορών λόγω επέκτασης του σχεδίου πόλεις που καταβλήθηκαν μάλιστα από τον ίδιο με γραμμάτια είσπραξης.

Βέβαια οι ως άνω υπηρεσίες του Δήμου Μ. δεν προέβησαν σε έλεγχο νομιμότητας του τίτλου του Ε.. Π., ώστε να διαπιστωθεί αν πράγματι αυτός ή οποιοσδήποτε άλλος ήταν κύριος του ως άνω ακινήτου, ούτε, άλλωστε, οι υπηρεσίες αυτές έχουν τέτοια αρμοδιότητα, αλλά απευθύνθηκαν σε αυτόν, αφού εκείνος ήταν που φέρονταν ως ιδιοκτήτης του ακινήτου, κατά τα προαναφερόμενα.

Τα περιστατικά όμως αυτά αποδεικνύουν ότι εκείνος που προέβαινε σε οποιεσδήποτε ενέργειες σχετικά με το αναφερόμενο στο 16549/1962 συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Ν. Ι. Ατικής Βασιλείου Βαρβερόπουλου ήταν ο Ε.. Π.. Αντίθετα,ο Κ. Μ. από το έτος 1962 οπότε συντάχθηκε το συμβόλαιο ανταλλαγής μεταξύ αυτού και του Ε..

Π. και πάντως σε κάθε περίπτωση από την εγκατάσταση του τελευταίου σε αυτό με την έκθεση βίαιης αποβολής και την περίφραξή του, δεν αποδείχθηκε ότι προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής επ αυτού. Ούτως ή άλλως δεν αποδείχθηκαν ιδιαίτερες εμφανείς υλικές πράξεις νομής στο ακίνητο κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, μετά την άροση και ισοπέδωση του ακινήτου το έτος 1968, η οποία επίσης έγινε κατ εντολή του Ε..

Π., ούτε και στη συνέχεια, όταν το ακίνητο οικοπεδοποιήθηκε και απέβαλε τον προορισμό του ως αγρού καλλιεργούμενου μόνο με σιτηρά, αφού επρόκειτο για απολύτως ξηρικό αγρό. Η ανάθεση της οικοπεδοποίησης του ακινήτου στον ως άνω μηχανικό Μ. έγινε από τον Εμ. Π. και στο από 10.6.1971 τοπογραφικό τούτου υπάρχει επιγραφή τοπογραφικό διάγραμμα οικοπέδων ιδιοκτησίας Ε..

Π. εις θέσιν Α. Χ.. Ως ιδιοκτησία Ε.. Π. καταχωρήθηκε και στον Δήμο Μ. και ο ίδιος ήταν εκείνος που σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα προέβαινε σε ενστάσεις για την επιβολή φόρων επί του ακινήτου και κατέβαλε τούτους, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1976-1981. Παράλληλα ο Ε.. Π. με τα …./11.12.1976,…./12.12.1976 και …../2.7.1981 αγοραπωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Κουφάκη, πώλησε προς τους Δ.

Μ., Ε. και Κ. Λ., Α. και Ν. Μ. και Σ. και Σ. Σ., τέσσερα οικόπεδα επιφανείας (418,50 τμ. + 405 τμ. + 405 τμ. + 402,50τμ.) και συνολικά 1.631 τμ. Πριν από τον επισυμβάντα το έτος 1982 θάνατο του Ε.. Π., ο Κ. Μ. δεν εμφανίζεται στο ως άνω ακίνητο, ούτε διενεργεί οποιαδήποτε πράξη νομής επ'αυτού, ούτε ο Ε.. Π. γνωστοποιεί σε οποιονδήποτε ότι στην πραγματικότητα ενώ ο ίδιος φέρεται ως ιδιοκτήτης όλου του ακινήτου, εξ αιτίας των διαστρεβλώσεων που υπήρξαν με τις προαναφερόμενες ενέργειες, νέμεται το ακίνητο από κοινού με τον Κ.

Μ.. Η πρώτη μνεία περί συννομής του ακινήτου από αμφοτέρους και μάλιστα σε ποσοστό 67,50% από τον Κ. Μ. και σε 32,50% από τον Ε.. Π. γίνεται στην από 27.7.1982 διαθήκη του τελευταίου,όπου ο ίδιος λίγο πριν τον θάνατο του αναφέρει ότι "...Η ακίνητη περιουσία μου εις τα κτήματα Μ. ανέρχεται εις το 32 ΛΛ%, το υπόλοιπον ανήκει εις Κ..Μ..ανεξαρτήτως αν φέρεται επ'ονόματί μου...".

Ομολογεί δηλαδή με την ιδιόγραφη διαθήκη του ο Ε.. Π. δικαιοπάροχος των νυν εφεσβλήτων, ότι ενώ στα δημόσια έγγραφα το όλο ακίνητο φέρεται να ανήκει στην ιδιοκτησία του στην πραγματικότητα σ'αυτόν ανήκει μόνο ποσοστό 32,50% τούτου. Ακόμη και τότε ο Κ. Μ. δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια δικαστική ή εξώδικη, αλλά ούτε και οι κληρονόμοι του Ε..

Π., μεταξύ των οποίων μετά το θάνατο τούτου ανέκυψαν κληρονομικές διαφορές και ουδόλως ασχολήθηκαν με την επίβλεψη του ακινήτου. Για πρώτη φορά ο Κ. Μ., κατά τα προαναφερόμενα, εμφανίζεται να επισκέπτεται το επίδικο ακίνητο και να δηλώνει ότι διεκδικεί δικαιώματα νομής επί τούτου στον εργολάβο που είχε επιληφθεί για την ανέγερση της κατοικίας των εκκαλούντων Γ.

και Χ. Λ. και ενώ η οικοδομή αυτή είχε φθάσει στις πλάκες του δεύτερου ορόφου, τον Σεπτέμβριο του έτους 1990 δηλαδή ενώ έχουν μεσολαβήσει οκτώ έτη από το θάνατο του Ε.. Π., και πάλι όμως δεν αντιδρά άμεσα, για να προστατευθεί με δικαστική παρέμβαση, αλλά ασκεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ν.

Ι., τον Φεβρουάριο του έτους 1991, η οποία απορρίφθηκε με την 38/1991 απόφαση τούτου. Επειδή δε έχει μεσολαβήσει η διαθήκη Ε.. Π., στην οποία γίνεται αναφορά ότι στην πραγματικότητα ποσοστό 67,50% του όλου ακινήτου που φέρεται ότι ανήκει στην ιδιοκτησία του μετά το ως άνω συμβόλαιο ανταλλαγής, προκειμένου να αποδειχθεί κυριότητα του Κ.

Μ. επί του εν λόγω ακινήτου, στο οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του ίδιου και των κληρονόμων Ε.. Π. βρίσκεται και το επίδικο ακίνητο που αγόρασαν οι εκκαλούντες από τους δικαιοπαρόχους των προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαινόντων, υποστηρίζεται έξι έτη μετά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου ανταλλαγής το έτος 1962 και τη λήξη της δικαστικής διενέξεως μεταξύ Ε..

Π. και Π. Α. και Χ. Π., η διενέργεια άτυπης διανομής το έτος 1968 μεταξύ των δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων Κ. Μ. και Ε.. Π. με βάση την οποία, ο Ε.. Π., παραχωρεί άτυπα και παραδίδει στον Κ. Μ., τη νομή και κατοχή του ίδιου αγρού, κατά ποσοστό 67,50%, κρατώντας το υπόλοιπο 32,50% για τον εαυτό του και η έκτοτε συννομή τούτου από αμφοτέρους με διάνοια συγκυριών κατά τα εν λόγω ποσοστά, με τη διενέργεια πράξεων νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του.

Εμφανίζονται δηλαδή με την επίδικη αγωγή, οι δικαιοπάροχοι των αρχικών εναγόντων-εφεσίβλητων να αναδιανέμουν άτυπα μεταξύ τους, τον ίδιο αγρό για τον οποίο είχε συνταχθεί μεταξύ τους το συμβόλαιο ανταλλαγής, για εντελώς αδιευκρίνιστο λόγο. Υποστηρίζεται επίσης, ότι στην πραγματικότητα ο Κ.. Μ. ουδέποτε απώλεσε τη νομή του ως άνω ποσοστού του επ'αυτού, παρά το γεγονός ότι μετά το συμβόλαιο ανταλλαγής του έτους 1962 και τη λήξη της ως άνω δικαστικής διένεξης το έτος 1968, ο Ε..

Π. με την περίφραση του όλου ακινήτου των 8.000 τ.μ. ή 8.565 τ.μ., εμφανίζεται ως μοναδικός κύριος τούτου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με το συμβόλαιο ανταλλαγής, φέρεται να απέκτησε έκταση 4.500 τ.μ. από τη μείζονα έκταση των 8.000 ή 8.565 τ.μ. Αξίζει δε να σημειωθεί,ότι τόσο στην παλαιά αντιδικία των ετών 1962-1968 μεταξύ Ε..Π., παρεμβαίνοντος υπέρ αυτού Κ..

Μ. και ως εναγομένων των Π. Α. και Χ. Π., όπως αναφέρεται στην 2566/1967 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όσο και στην παρούσα αντιδικία, υποστηρίζεται, ότι η διάδικη πλευρά των εναγομένων καταλαμβάνει τμήμα του ακινήτου των Ε..Π. και Κ.. Μ., στην πρώτη περίπτωση με την αόριστη αναφορά ότι τούτο είναι τμήμα της βορειοδυτικής πλευράς αυτού και στην παρούσα ότι αυτό είναι το ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στους εκκαλούντες, πάντοτε όμως, ως λόγος της "κατάληψης" αυτής, φέρεται η εκμετάλλευση από τους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων της απουσίας του Κ.

Μ. από μακρού χρόνου, ως κρατουμένου στη φυλακή. Στα πλαίσια αυτά και ενόψει της ως άνω ομολογίας Ε.. Π., για πρώτη φορά με την ως άνω διαθήκη του, και τα όσα προέκυψαν από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το Δικαστήριο δέχεται ότι πράγματι οι δικαιοπάροχοι όλων των αρχικών εφεσιβλήτων ασκούσαν τη συννομή του ακινήτου κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά, δηλαδή του ακινήτου του οποίου πριν το συμβόλαιο ανταλλαγής είχε στην αποκλειστική κυριότητά του ο Κ..

Μ., με την έννοια, ότι ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης τούτου Ε.. Π., λόγω των στρεβλώσεων που δημιουργήθηκαν τόσο από την έλλειψη τοπογραφικού κατά την κατάρτιση του συμβολαίου ανταλλαγής, όσο και την διαφοροποίηση του εμβαδού του σε σχέση με το αρχικό, αλλά και το ότι μετά την αντιδικία μεταξύ τούτου και των Γ.

Α. και Χ. Π., κατά τα έτη 1962-1968, απαραδέκτως θεωρήθηκε ότι η έκταση των 4 1/2 στρεμμάτων, ως τμήματος του μείζονος ακινήτου των 8 βασιλικών στρεμμάτων, καταλαμβάνει όλο το ακίνητο, προέβαινε στις ως άνω πράξεις νομής και για λογαριασμό του Κ. Μ., στον οποίο έδωσε και χρήματα από τις προαναφερόμενες πωλήσεις των οικοπέδων.

Όπως ήδη εκτέθηκε, το ζητούμενο στην επίδικη υπόθεση η δικαστική εξέλιξη της οποίας άρχισε το έτος 1991 και έχει διαρκέσει τριάντα (30) έτη, με δύο αναιρέσεις των εφετειακών αποφάσεων, είναι αν το επίδικο ακίνητο που μεταβιβάσθηκε στον Γ. Λ. και τη σύζυγο του Χ. Λ. περιλαμβάνεται στο ακίνητο των Π.-Μ.. Εξαρχής στην επίδικη υπόθεση διαφάνηκε η μη ανταπόκριση του τοπογραφικού και πραγματογνωμοσύνης Μ.

στην πραγματικότητα, όσον αφορά το εμβαδόν και τις διαστάσεις του ακινήτου των Π.-Μ., όπως αναλύθηκε παραπάνω, το ίδιο δε συνέβη και με το τοπογραφικό και πραγματογνωμοσύνη Θ. Γ., με βάση την οποία μάλιστα η εκκαλουμένη 9029/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δέχθηκε ότι στον Ε.. Π. μεταβιβάσθηκε ακίνητο έκτασης 4 1/2 στρεμμάτων, στην πραγματικότητα όμως 8.565 τ.μ., δηλαδή ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου ακόμη και από το αρχικό ακίνητο του παραχωρητηρίου.

Για το λόγο αυτό διατάχθηκε από το Εφετείο Αθηνών η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα Γ. Ε. Μ., πολιτικό μηχανικό και αγρονόμο τοπογράφο μηχανικό, στον οποίο ανατέθηκε αφού λάβει γνώση των κατά τη κρίση του αναγκαίων εγγράφων της δικογραφίας και μεταξύ αυτών των αφορώντων τα επίδικα ακίνητα αεροφωτογραφιών των ετών 1929, 1935,1951, 1965 και 1978 να γνωμοδοτήσει με αιτιολογημένη έκθεσή του, συνοδευόμενη από τα οικεία τοπογραφικά διαγράμματα, αν τα επίδικα ακίνητα (μεταξύ των οποίων και εκείνο που αφορά στους εκκαλούντες της προκειμένης υποθέσεως, Γ.

Λ. και Χ. Λ.) περιλαμβάνονται στο ακίνητο που περιήλθε στο δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων Ε. Π., δυνάμει του υπ αρ. …../7.11.1962 συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Ν. Ι. Αττικής Βασιλείου Βαρβερόπουλου Τούτο δε,διότι, σε όλη τη δικαστική πορεία της επίδικης υπόθεσης δεν μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι ενώ το ……/2.11.1926 Παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας αναφέρει ως όμορη προς βορρά μόνο την ιδιοκτησία Π.

Α. και προς δυσμάς την ιδιοκτησία I. Κ., χωρίς να αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι ο δικαιοπάροχος του Κ. Μ., Γ. Μ. στον οποίο παραχωρήθηκε το ακίνητο των 8 βασιλικών στρεμμάτων, ή ο ίδιος ο Κ. Μ. είχαν άλλα ακίνητα στην περιοχή "Ά. Χ." του Δήμου Μ., στο μεταγενέστερο συμβόλαιο της ανταλλαγής του έτους 1962 το ακίνητο αυτό βρέθηκε συνορεύει βόρεια κατά ένα μέρος επί πλευράς μήκους 21 μ.

με δρόμο και κατά το υπόλοιπο επί πλευράς μήκους 49 μ. με ιδιοκτησία Κ. Μ., με τη αναφορά ότι τη νομή της ιδιοκτησίας αυτής δεν είχε ο ίδιος αλλά ο Π. Χ., χωρίς να διευκρινίζεται ο λόγος για τον οποίο ο Π. Χ. νεμόταν έκταση που ανήκε στον Κ. Μ., αλλά και δυτικά κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία Κ. Μ., της οποίας νομέας φέρεται και πάλι ο Π.

Χ. σε πλευρά 47 μ. και κατά το υπόλοιπο με ιδιοκτησία πρώην I. Κ. και ήδη αγνώστων σε πλευρά 95 μ. Επίσης απορίας άξιο είναι το γεγονός ότι με το συμβόλαιο ανταλλαγής ο Ε.. Π. αποκτά τμήμα του μείζονος ακινήτου των 8βασιλικών στρεμμάτων, εκτάσεως 4 1/2 στρεμμάτων και στη συνέχεια βρίσκεται να κατέχει ολόκληρο το ακίνητο της ανταλλαγής αυξημένο μάλιστα κατά 565 τ.μ.

Εξαιτίας ακριβώς της έλλειψης αυτών των διευκρινίσεων αναιρέθηκε και η ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την συγκεκριμένη περιγραφή του 16549/1962 συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Ν. Ι. Αττικής Βασιλείου Βερβερόπουλου, το αρχικό ακίνητο των 8.000 τ.μ., που στο στάδιο της αντιδικίας των ως άνω διαδίκων κατά τα έτη 1962-1968 αναβιβάσθηκε σε 8.565 τ.μ., ήδη δε αν υπολογισθεί το εμβαδό του σύμφωνα με τις αναφερόμενες στο συμβόλαιο διαστάσεις με τον αρμόζοντα μαθηματικό υπολογισμό, φθάνει υπερβαίνει ακόμη και τα 10.500 τ.μ., σύμφωνα με τον ως άνω πραγματογνώμονα Ε.

Μ., γεγονός που δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο με την επέκταση τούτου σε άλλα εδαφικά τμήματα, μη περιλαμβανόμενα στο Παραχωρητήριο του έτους 1926. Η διαπίστωση ότι από την προαναφερόμενη αμετάκλητη 3840/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν προκύπτει με σαφήνεια αν στον Ε.. Π. επιδικάσθηκε η κυριότητα 4 στρεμμάτων, ή πολύ μεγαλύτερη 8.536 τ.μ.

ή πέραν των 9.000 τ.μ., αλλά και το επί του ζητήματος αυτού λανθασμένο συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης Γ., ο οποίος απέφυγε να αναφερθεί στο εμβαδόν της εδαφικής έκτασης που αναφέρεται στο …./1962 συμβόλαιο της ανταλλαγής, πλην όμως υιοθετώντας τις πλευρικές διαστάσεις τούτου ουσιαστικά δέχθηκε ότι το τμήμα των 4 1/2 τ.μ.

που έλαβε ο Ε.. Π. "ταυτίζεται" με όλο το μείζον ακίνητο του Παραχωρητηρίου του έτους 1926, αλλά και πέραν τούτου, επισημάνθηκε και από την 2439/2005 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Η απόφαση αυτή του ποινικού Δικαστηρίου, εκδόθηκε μετά από έγκληση από τους εκκαλούντες σε βάρος των δικαιοπαρόχων τους πωλητών του επίδικου ακινήτου, για το αδίκημα της κακουργηματικής απάτης, καθώς όταν ο Κ.

Μ. και οι κληρονόμοι Π. άρχισαν να διεκδικούν το επίδικο ακίνητο οι εκκαλούντες βρισκόμενοι σε εξαιρετικά δεινή θέση, δεδομένου ότι δεν είχαν δαπανήσει μόνο το ποσό των 7.500.000 ευρώ για την αγορά του, πλέον των εξόδων μεταβίβασης, αλλά είχαν ανεγείρει και οικοδομή επί τούτου, κατέφυγαν σε όλα τα νόμιμα μέσα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους.

Οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων κηρύχθηκαν αθώοι της αξιόποινης πράξης που τους είχε αποδοθεί με την ως άνω απόφαση, η οποία δεν αποτελεί βεβαίως δεδικασμένο για το παρόν Δικαστήριο, πλην όμως από το σκεπτικό της σαφώς συνάγεται, ότι και το ποινικό Δικαστήριο διαπίστωσε τις ίδιες ασάφειες σχετικά με τα περιστατικά που έλαβαν χώρα μετά την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου της ανταλλαγής.

Ανεξάρτητα όμως από το πώς διαμορφώθηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, που αναφέρεται στο Παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1926, μετά την διαφορετική περιγραφή του κατά έκταση και όρια στο …../1962 συμβόλαιο ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Ν. Ι. Βασιλείου Βερβερόπουλου, και ανεξάρτητα από τη συννομή τούτου από το έτος 1968, οπότε εγκαταστάθηκε σ' αυτό ο Ε..

Π., από τον τελευταίο για λογαριασμό και του Κ. Μ. κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά μέχρι το έτος 1982 οπότε ο Ε.. Π. αποβίωσε και στη συννομή τούτου επήλθαν οι κληρονόμοι του, προσμετρώντας τον χρόνο της δικής τους νομής στον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο που αγόρασαν οι εκκαλούντες αποτελούσε τμήμα του ακινήτου των Ε..

Π.-Κ. Μ., δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων, το οποίο, ως εκ τούτου ουδέποτε περιήλθε στη νομή τους ώστε να αποκτήσουν την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό αποτελούσε πάντοτε επί σειρά αμνημονεύτων ετών τμήμα της μείζονος ιδιοκτησίας του Π. Α., η οποία ήταν η μοναδική όμορη ιδιοκτησία προς βορρά της ιδιοκτησίας εκείνης που παραχωρήθηκε με το Παραχωρητήριο του 1926 στον Γ.

Μ.. Ειδικότερα, με το πολύ προγενέστερο τούτου …./21.1.1883 Κρατικό Παραχωρητήριο, στον Π. Α. είχαν παραχωρηθεί τέσσερεις αγροί συνολικής εκτάσεως 10,5 βασιλικών στρεμμάτων στην ως άνω περιοχή "Ά. Χ.-Κ.". Ο Π. Α. νεμόταν την έκταση αυτή συνεχώς και αδιαλείπτως με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από οποιονδήποτε και μετέπειτα αυτή μεταβιβάσθηκε λόγω κληρονομιάς στον γιό του Γ.

Α.. του Π., μετά από άτυπη διανομή μεταξύ αυτού και των λοιπών συγκληρονόμων. Ο Γ. Α. αποβίωσε αδιάθετος στις 28.3.1942 και κληρονομήθηκε από τους πλησιέστερους συγγενείς του, τη σύζυγο του Δ. Α. και τα τρία τέκνα του Π. και Ν. Α. και Β. Π. σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, οι οποίοι συνέχισαν να ασκούν τη νομή του ακινήτου με τα ίδια προσόντα, όπως και οι δικαιοπάροχοι τους.

Μάλιστα με το …../20.3.1950 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλ. Χριστακόπουλου, οι Δ. Α., Π. Γ. Α. και Β. Π.-Α. πώλησαν ένα (1) στρέμμα από την έκταση αυτή στον Π. Χ.. Στο συμβόλαιο αυτό, η προέλευση του πωλούμενου ακινήτου αναφέρεται ως προερχόμενη από την κληρονομιά Γ. Α., με όμορους ανατολικά και βόρεια Δ. Α. και δυτικά και νότια Λ.

Χ. και οι ίδιοι με το …./21.4.1950 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου πώλησαν επίσης στον ίδιο Π. Χ. άλλο ένα (1) στρέμμα στην ίδια θέση. Παράλληλα στο ακίνητο γίνονταν καλλιέργεια με κριθάρι και σιτάρι, ενώ τόσο οι ως άνω όσο και οι μετέπειτα κληρονόμοι τους είχαν την επίβλεψή του, και το επισκέπτονταν τακτικά τόσο πριν όσο και μετά τη δημιουργία του σχεδίου πόλεως και την οικοπεδοποίηση των ακινήτων της περιοχής, ενώ μετέπειτα απευθύνθηκαν σε πολιτικούς μηχανικούς για τη σύνταξη τοπογραφικών ενόψει της επικείμενης πωλήσεως οικοπεδικών εκτάσεων της ιδιοκτησίας τους, χωρίς να αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο ότι μέχρι και το έτος 1989 οπότε έγινε μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου στους αρχικούς εκκαλούντες, οι δικαιοπάροχοι τους, είχαν απολέσει τη νομή του με οποιοδήποτε τρόπο.

Το γεγονός ότι οι πωλητές του επιδίκου ακινήτου προς τους αρχικούς εκκαλούντες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα του πρώτου και παππού των λοιπών Γ. Α. του Π., που είχε αποβιώσει στις 28.3.1942, στον οποίο είχε περιέλθει όλη η εδαφική έκταση, τμήμα της οποίας αποτέλεσε το επίδικο ακίνητο, με την …./1989 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, δηλαδή μετά ικανό χρονικό διάστημα από το θάνατο αυτού, ουδόλως αναιρεί την νομή τούτου με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, μέχρι την εισαγωγή του Α.

Κ. και την μετέπειτα νομή με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1989,από τους δικαιοπαρόχους τους και τους ίδιους, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς σε περίπτωση καθολικής διαδοχής, για να επέλθει διαδοχή σε χρησικτησία, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή για να συνυπολογίσει ο κληρονόμος στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής του κληρονομουμένου, δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου για ακίνητα, να αποδεχθεί ο κληρονόμος προηγουμένως την κληρονομιά και να μεταγράψει την αποδοχή κατά τα άρθρα 1193 και 1198 ΑΚ, καθόσον η αποδοχή της κληρονομιάς και η μεταγραφή αυτής αποτελούν κατά το νόμο αναγκαία προϋπόθεση μόνο για τη κτήση της κυριότητας των κληρονομιαίων, όχι δε και για την κτήση της νομής αυτών, που επέρχεται αυτοδικαίως από το θάνατο του κληρονομουμένου, μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση. ' Όπως ήδη αναφέρθηκε, το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στο Ο.Τ.

… του Δήμου Μ. επί των οδών Σ. Μ. και Ι.. Το Οικοδομικό αυτό Τετράγωνο του Σχεδίου Πόλεως έχει κοπεί περίπου στη μέση και τα προς νότο τέσσερα οικόπεδα πωλήθηκαν, κατά τα όσα εκτέθηκαν, από τον Ε.. Π., για λογαριασμό και του Κ. Μ. στους ως άνω Μ., Λ., Μ. και Σ., ενώ τα προς βορρά τρία οικόπεδα πωλήθηκαν από τους Α.

και κληρονόμους Π. το ένα στους αρχικούς εκκαλούντες Γ. Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ. και τα άλλα δύο σε τρίτα πρόσωπα, μη διαδίκους στην προκειμένη υπόθεση. Μικρό κομμάτι στη δυτική γωνία του ίδιου οικοδομικού τετραγώνου ανήκει στους κληρονόμους Π. Χ., από μεγαλύτερο αγρό που απέμεινε μετά τη ρυμοτόμηση. Δικαιοπάροχοι του Π.

Χ.,κατά τα προεκτιθέμενα, ήταν οι Α. και όμοροι τούτου επίσης οι Α., πρόκειται δε για τις εκτάσεις που στο ως άνω …../1962 συμβόλαιο της ανταλλαγής αναφέρθηκαν ότι ανήκαν στον Κ. Μ., αλλά ότι αυτές τις νέμονταν ο Π. Χ., αναιτιολογήτως, πλην όμως ο Π. Χ., όπως αποδείχθηκε,τις απέκτησε νομίμως με παράγωγο τρόπο με τα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια, από τους προηγούμενους αληθείς κυρίους τους, (κληρονόμοι Γ.

Α.) των οποίων η κυριότητα δεν είχε αμφισβητηθεί μέχρι τότε, ούτε και μεταγενέστερα και προφανώς για το λόγο αυτό ουδέποτε η συνολική αυτή έκταση των δύο (2) στρεμμάτων διεκδικήθηκε από τον Κ. Μ., παρότι στο ως άνω συμβόλαιο της ανταλλαγής φερόταν ότι ανήκει στην δική του ιδιοκτησία, αλλά την νέμεται ο Π.Χ..

Τέλος και ο πραγματογνώμονας Ε. Μ., μετά από πλήρη, ενδελεχή αναλυτική και με απόλυτα επιστημονικό τρόπο διερεύνηση του ζητήματος επί του οποίου του ανατέθηκε να γνωμοδοτήσει, λαμβάνοντας υπόψη του πληθώρα στοιχείων που του χορηγήθηκαν από τους διαδίκους, αλλά προβαίνοντας και ο ίδιος σε αναζήτηση και άλλων στοιχείων (διαθήκη Γ.

Μ., συμβόλαια όμορων ιδιοκτητών κλπ.) τα οποία συνυποβλήθηκαν με την πραγματογνωμοσύνη του και άπαντα αποτελούντα ταυτόχρονα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ερεύνησε το Δικαστήριο, κατέληξε μεταξύ άλλων στο συμπέρασμα ότι το ακίνητο των εκκαλούντων Γ. Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ. δεν περιλαμβάνεται εντός των ορίων του ακινήτου Π., όπως αυτό περιγράφεται στο συμβόλαιο ανταλλαγής …../1962 του συμβολαιογράφου Ν.

Ι. Βασιλείου Βερβερόπουλου και υλοποιήθηκε στην πράξη. Άπαντα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά κρίθηκαν αμετάκλητα με την 739/2021 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση των Γ. Λ. και Χ. συζύγου Γ. Λ., εξαφανίσθηκε η 9029/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς όλους τους ενάγοντες-εφεσίβλητους,πλην του Μ.

Π. του Ε., ως προς τον οποίο διατάχθηκε η βίαιη διακοπή της δίκης, καθόσον κρίθηκε ότι αυτή, εκτιμώντας εσφαλμένα τις αποδείξεις έκανε δεκτή την ως άνω από 15.5.1991 με αριθμό καταθέσεως …./1991 αγωγή των εναγόντων κατά των εναγομένων Γ. Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ., και αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η με αριθμό καταθέσεως …./1991 αγωγή και η με αριθμό καταθέσεως …./1991 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων της αγωγής αυτής, από το παρόν Δικαστήριο, απορρίφθηκαν αμφότερες ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, κατ' αποδοχή των σχετικών βάσιμων λόγων της εφέσεως των αρχικώς εναγομένων Χ. συζύγου Γ. Λ. και Γ. Λ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν με την από 14.6.2022 κλήση τους οι καλούντες κληρονόμοι του αδιαθέτου ήτοι η ως άνω σύζυγος του Χ. χήρα Γ. Λ. και τα τέκνα του Ν. Λ. του Γ. και Χ. θυγατέρα Γ.

Λ., σύζυγος Ε. Λ., πρέπει να γίνει δεκτή αυτή κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του αποβιώσαντος αρχικώς εφεσίβλητου-ενάγοντος Μ. Π. του Ε. και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη 9029/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικίου Αθηνών και ως προς αυτόν στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι καθών η κλήση κληρονόμοι του Ε.

Μ. Π., Χ. χήρα Μ. Π., Δ. θυγ. Μ. Π., Α. θυγ. Μ. Π. και Π. Μ. Π.. Ακολούθως, μετά την κράτηση και εκδίκαση κατ' ουσίαν της υποθέσεως από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί η από 15.5.1991 με αριθμό καταθέσεως …./1991 αγωγή ως προς τον αρχικό ενάγοντα Μ. Π. του Ε. και η υπέρ αυτού με αριθμό …./1991 πρόσθετη παρέμβαση του προσθέτως παρεμβαίνοντος-εφεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Λ., Γ.-Κ. Ν. "Δ." ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ Σ." ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Σ.". Τα δικαστικά έξοδα των καλούντων-εκκαλούντων-εναγομένων: 1) Χ. Λ., ως αρχικής εναγομένης-εκκαλούσας και συνεχίζουσας την δίκη μετά την επανάληψη αυτής ως κληρονόμος εν μέρει εκ διαθήκης και εν μέρει εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος αρχικού εναγομένου-εκκαλούντος Γ.

Λ., 2) Ν. Λ. και 3) Χ. θυγατέρας Γ. Λ., αμφοτέρων ως συνεχιζόντων τη δίκη μετά την επανάληψη αυτής ως κληρονόμοι εν μέρει εκ διαθήκης και εν μέρει εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος αρχικού εναγομένου-εφεσίβλητου Γ. Λ. και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, θα επιβληθούν, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), σε βάρος των καθών η κλήση - εναγόντων - εφεσιβλήτων και συνεχιζόντων τη δίκη μετά την επανάληψη αυτής 1) Ε.

Μ. Π., 2) Χ. χήρας Μ. Π., 3) Δ. θυγ. Μ. Π., 4) Α. θυγ. Μ. Π., και 5) Π. Μ. Π., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος-εφεσίβλητου Μ. Ε. Π., κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει ερήμην των καθ'ων η κλήση Ε. Μ. Π., Χ. χήρας Μ. Π., Δ. θυγ. Μ. Π., Α. θυγ. Μ. Π. και Π. Μ. Π..

Δέχεται την έφεση των Γ. Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ., κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του εφεσίβλητου Μ. Π. του Ε..

Εξαφανίζει την 9029/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της, που αφορά την ως άνω από 15.5.1991 με αριθμό καταθέσεως ..00/1991 αγωγή εκ μέρους του ενάγοντος Μ. Π. του Ε. κατά των εναγομένων Γ. Λ. και Χ. συζ. Γ. Λ.. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της με αριθμό καταθέσεως ..00/1991 αγωγής και της με αριθμό καταθέσεως …./1991 πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του ως άνω ενάγοντος.

Απορρίπτει την ως άνω αγωγή του ενάγοντος Μ. Π. του Ε. και την πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση.

Καταδικάζει τους καθών η κλήση-ενάγοντες-εφεσιβλήτους, συνεχίζοντες τη δίκη μετά την επανάληψη αυτής: 1) Ε. Μ. Π., 2) Χ. χήρα Μ. Π., 3) Δ. θυγ. Μ. Π., 4) Α. θυγ. Μ. Π. και 5) Π. Μ. Π., ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος-εφεσίβλητου Μ. Ε. Π., στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των καλούντων-εκκαλούντων-εναγομένων Χ. Λ., Ν. Λ. και Χ., θυγατέρας Γ. Λ., της πρώτης ως αρχικής εναγομένης-εκκαλούσας και απάντων ως συνεχιζόντων τη δίκη μετά την επανάληψη αυτής ως κληρονόμοι εν μέρει εκ διαθήκης και εν μέρει εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος αρχικού εναγομένου-εφεσίβλητου Γ. Λ., την οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ