Supreme Court annuls appealable judgment for insufficient reasoning regarding real servitude acquisition by prescription.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's judgment on appeal due to insufficient reasoning regarding the acquisition of a real servitude. The appellant argued that the lower court failed to clearly define the dominant and servient properties and the specific acts of quasi-possession required for prescription. The court agreed, finding the reasoning contradictory and lacking necessary details on property boundaries and possession duration.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(6), 577, 580 of the Code of Civil Procedure; Articles 1118, 1119, 1121, 1045, 974, 975 of the Civil Code: An appealable judgment must be annulled if it fails to provide sufficient and non-contradictory reasoning on fundamental issues, such as the specific requirements for acquiring a real servitude by prescription.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 339 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 339/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Γιαννούλα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ά. συζ. Κ. Α., το γένος Ά. και Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τζωράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2013 μη οριστική, 75/2020 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 17-7-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 75/2020 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 554, 556 παρ.1, Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, και 1121 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή, πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπράγματου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση της κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, εφαρμοζομένου αναλόγως και του άρθρου 1051 ΑΚ, έτσι ώστε εκείνος που επικαλείται κτήση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία, μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο της οιονεί νομής του στο χρόνο της οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 AΚ, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, κτήση μεν κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία αν είναι καθολική, περιλαμβάνει, δηλαδή, όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει, δηλαδή, μια ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος, που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ακόμα ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας στο δουλεύον ακίνητο, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου.
Συνεπώς, αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου αυτού (δεσπόζοντος), η έναρξη της χρησικτησίας για την απόκτηση της πραγματικής δουλείας, δεν μπορεί να γίνει πριν από τη συμπλήρωση στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος εικοσαετούς με διάνοια κυρίου νομής αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου (Α.Π 1153/2020,ΑΠ 282/2019, Α.Π 1197/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1132 Α.Κ., αυτός που έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας, έχει δικαίωμα, σε περίπτωση προσβολής να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψη της στο μέλλον. Ως προσβολή, ειδικότερα, νοείται κάθε πράξη αντιτιθέμενη στην απαιτούμενη, για την άσκηση της δουλείας, πραγματική κατάσταση, δηλαδή κάθε πράξη περιέχουσα διατάραξη ή αφαίρεση της οιονεί νομής του δικαιούχου. (Α.Π 759/2017).
Για την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και τη θεμελίωση της σχετικής αγωγής απαιτείται ακριβής περιγραφή κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια του δεσπόζοντος ακινήτου καθώς και της δουλείας, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους (Α.Π 1382/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναίρεσης, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 32/1996), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, Α.Π 444/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2) της 75/2020 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο προκύπτει ότι τούτο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα είναι κυρία ενός οικοπέδου έκτασης 350,11 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ..., εντός του οικισμού των ..., στη θέση "...", και συνορεύει βόρεια σε πλευρά μήκους 28,80 μέτρων με ακίνητο συνιδιοκτησίας του πρώτου των εναγομένων και της συζύγου του Σ.
Μ. - Κ., νότια σε πλευρά μήκους 31,50 μέτρων με ακίνητο Σ. Κ., ανατολικά σε πλευρά μήκους 10,90 μέτρων με ακίνητο του εκκαλούντος- πρώτου των εναγόμενων και δυτικά σε πλευρά μήκους 12,70 μέτρων με πρανές και πέραν αυτού με επαρχιακό δρόμο ...ς- Ηρακλείου. Το ακίνητο αυτό αρχικά ανήκε στην Α. σύζυγο Ε. Κ. το γένος Μ. Σ., η οποία το απέκτησε δυνάμει του με αριθμό .../1985 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ευαγγελίας Οικονόμου, το οποίο έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο 2169 και με αριθμό μεταγραφής 199662.
Στη συνέχεια, η Α. Κ. μεταβίβασε το παραπάνω ακίνητο στην θυγατέρα της Ε. Κ. του Ε. δυνάμει του με αριθμό .../1997 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Γεωργίου Σμυρνάκη, που έχει νόμιμα μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αριθμό μεταγραφής ....
Τέλος, η Ε. Κ. πώλησε το παραπάνω ακίνητο στην εφεσίβλητη-ενάγουσα δυνάμει του με αριθμό .../27-7-2004 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Εμμανουέλλας Καμπάνη - Τσαγκαράκη, που έχει νόμιμα μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο 4252 με αύξοντα αριθμό μεταγραφής 305778.
Ανατολικά του ακινήτου της εφεσίβλητης βρίσκεται το ακίνητο του εκκαλούντος- πρώτου των εναγόμενων, έκτασης 650 τ.μ. περίπου, που συνορεύει βόρεια με ακίνητο ιδιοκτησίας Π. Κ., νότια με ακίνητο Σ. Κ., ανατολικά με δημοτικό δρόμο και δυτικά εν μέρει με ακίνητο συνιδιοκτησίας του εκκαλούντος και της Σ. Μ.- Κ., σε πλευρά μήκους 11,30 μέτρων και εν μέρει με το προαναφερθέν ακίνητο της ενάγουσας σε πλευρά μήκους 10,90 μέτρων.
Το ακίνητο αυτό απέκτησε ο εναγόμενος δυνάμει του με αριθμό .../1991 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ελευθερίας Πλαϊνιώτη, που έχει νόμιμα μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό μεταγραφής .... Επιπλέον, βόρεια του ακινήτου της ενάγουσας βρίσκεται άλλο ακίνητο έκτασης 421,90 τ.μ., συνιδιοκτησίας του εναγομένου και της συζύγου του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, που συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Π.
Κ. και Κ. Σ., νότια με ιδιοκτησία της ενάγουσας, ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας του εκκαλούντος και δυτικά με πρανές και πέραν αυτού με τον επαρχιακό δρόμο .... Το ακίνητο αυτό απέκτησαν ο εναγόμενος και η σύζυγός του Σ. Μ.- Κ. κατά τα παραπάνω ποσοστά από τον δεύτερο εναγόμενο της κρινόμενης αγωγής δυνάμει του με αριθμό .../12-6-2007 συμβολαίου δωρεάς ακινήτου του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Γεωργίου Σαββάκη, το οποίο έχει μεταγράφει νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χερσονήσου στον τόμο ...
και με αριθμό μεταγραφής .... Όπως προκύπτει από την από Αυγούστου 2017 πραγματογνωμοσύνη του τοπογράφου μηχανικού Ε. Α., ο οποίος διορίσθηκε με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, και στο τοπογραφικό διάγραμμα που επισυνάπτεται σε αυτή, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ακινήτου της εφεσίβλητης, υφίσταται διάβαση, η οποία έχει σχήμα Γ και αρχίζει από τον δημοτικό δρόμο, ο οποίος βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του ακινήτου του εκκαλούντος, στη συνέχεια διέρχεται κατά μήκος της βόρειας πλευράς του ακινήτου του με στοιχεία 11-22-21, κατόπιν στρίβει αριστερά με κατεύθυνση προς νότο, και διέρχεται από την ανατολική πλευρά της δεύτερης ιδιοκτησίας Μ.
με στοιχεία 30-10. Εξάλλου, από τις ένορκες καταθέσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τις προσκομιζόμενες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις, σαφώς προκύπτει ότι αρχικά οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας διέρχονταν από την διάβαση αυτή με συνεννόηση απάντων των ιδιοκτητών των όμορων ακινήτων πεζή, με τα ζώα και με σκαπτικά μηχανήματα από το έτος 1950 και τοιουτοτρόπως απέκτησαν ακολούθως και το δικαίωμα πραγματικής δουλείας διάβασης με έκτακτη χρησικτησία.
Η εν λόγω διάβαση μάλιστα αποτυπώνεται τόσο στις αεροφωτογραφίες του έτους 1968 και στις αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού όσο και στο από 22-11-1999 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ι. Τ., το οποίο συντάχθηκε κατόπιν εντολής της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας. Το έτος 2004 η ενάγουσα απέκτησε το αναφερόμενο ακίνητο δυνάμει του με αριθμό .../2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Εμμανουέλλας Καμπάνη- Τσαγκαράκη.
Με αυτόν τον τρόπο, η εφεσίβλητη προσμετρώντας τον χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων της στο δικό της χρόνο χρησικτησίας, απέκτησε και η ίδια δικαίωμα πραγματικής δουλείας διάβασης από την επίδικη δίοδο με έκτακτη χρησικτησία. Επιπλέον, σύμφωνα με την ίδια ως άνω πραγματογνωμοσύνη, παρά το γεγονός ότι το ακίνητο της εφεσίβλητης εφάπτεται στα δυτικά με τον παλαιό επαρχιακό δρόμο προς ..., η πρόσβαση από εκείνο το σημείο είναι αδύνατη λόγω της υψομετρικής διαφοράς των 9.50 μέτρων.
Η πρόσβαση με τα πόδια μπορεί να δημιουργηθεί με την κατασκευή κλίμακας, ενώ για να κατασκευασθεί πρόσβαση με αυτοκίνητο με κυκλική ράμπα, το συνολικό κόστος είναι δυσανάλογο με την αξία του όλου ακινήτου. Επομένως, η διερχόμενη στα δυτικά του ακινήτου επαρχιακή οδός δεν παρέχει ίση και επαρκή ωφέλεια στο ακίνητο της ενάγουσας, σε σχέση με την υπάρχουσα στα βορειοανατολικά του ακινήτου νομίμως συνεστημένη δουλεία οδού, η οποία εξυπηρετεί καλύτερα την ενάγουσα και μάλιστα χωρίς βλάβη του εναγόμενου, ο οποίος κατά το παρελθόν επέτρεπε στην ανωτέρω τη διέλευση μέσω του ακινήτου του μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2005, οπότε παρανόμως την κατέλαβε, την έστρωσε με μπετόν και τοποθέτησε στην είσοδό της, ήτοι στο σημείο που εφάπτεται με τη δημοτική οδό, μεταλλική πόρτα.
Περαιτέρω, η χρήση της ανωτέρω διόδου από την ενάγουσα προέκυψε και από το γεγονός ότι ο εναγόμενος τοποθέτησε τη μεταλλική πόρτα ακριβώς στην είσοδό της, απορριπτομένου του ισχυρισμού του ότι επρόκειτο για πόρτα του όλου ακινήτου, δεδομένου ότι αυτό είχε διαφορετική είσοδο από άλλο σημείο. Επιπλέον, κατά τον χρόνο έναρξης εργασιών στο ακίνητο του εναγόμενου για την ανέγερση της κατοικίας του το έτος 1994 αναζήτησε τον ιδιοκτήτη της όμορης ιδιοκτησίας στα δυτικά (ιδιοκτησία βόρεια της ενάγουσας) και μετέπειτα δικαιοπάροχό του Κ., προκειμένου ο τελευταίος να του υποδείξει το σημείο της διόδου, ενώ όπως αποδείχθηκε από τις μαρτυρικές καταθέσεις, ο εναγόμενος έστρωσε αυτή με μπετόν μόνο όταν τελικά απέκτησε και το ακίνητο Κ..
Συνακόλουθα, κρίνεται ότι η άσκηση της αγωγής δεν είναι καταχρηστική, διότι η αιτούμενη δίοδος δεν επιφέρει κάποια βλάβη στα δουλεύοντα ακίνητα, ούτε απαιτείται να κοπούν ελαιόδενδρα ή να αλλοιωθούν έτερες καλλιέργειες, η δε επιβάρυνση των δουλευόντων ακινήτων είναι η μικρότερη δυνατή και η ίδια ακριβώς με αυτήν που υπήρχε ήδη από την περίοδο των δικαιοπαρόχων τους, από τους οποίους απέκτησαν τα ακίνητα ήδη βεβαρημένα με τη δουλεία.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο εκ του άρθρου 281 ΑΚ ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι έχει εκλείψει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας. Αναφορικά με την προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Α., που προσκομίζεται με επίκληση από τον εκκαλούντα, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν εισφέρει αποδεικτικό έρεισμα στους ισχυρισμούς του εναγομένου καθόσον αυτή έρχεται σε αντίθεση τόσο με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες αναφορικά με το πρανές δυτικά της ιδιοκτησίας της εναγομένης, το οποίο εμφανίζει πολύ μικρότερο από αυτό που προέκυψε βάσει της διεξαχθείσας πραγματογνωμοσύνης, όσο και με την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού.
Κατ' ακολουθία τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που ήχθη στην ίδια, με την κατά τα ως άνω, κρίση, κάνοντας δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή ομολογήσεως δουλειάς της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και απέρριψε τους αντίθετους ισχυρισμούς του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ουδόλως έσφαλε, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα, με τους σχετικούς λόγους της έφεσης, οι οποίοι κρίνονται αβάσιμοι στην ουσία τους και ως εκ τούτου απορριπτέοι, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της".
Με αυτά που δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου δικάσαν, ως Εφετείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη και θεμελιωτικά της αγωγής ζητήματα του τρόπου σύστασης της δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1045,1051 και 1118 έως 1121 και 1132 Α.Κ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προσδιορίζονται (ποιοι ήταν) οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και ο τρόπος κτήσεως από αυτούς, της κυριότητας επί του δεσπόζοντος ακινήτου, προκειμένου να προσμετρηθεί ο χρόνος της οιονεί νομής τους επί της επίδικης λωρίδας, στο χρόνο της οιονεί νομής της απώτερης δικαιοπαρόχου της ενάγουσας (Α.
συζ. Ε. Κ..), της αμέσου δικαιοπαρόχου της (Ε. Κ.) και αυτής της ίδιας, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται από ποιό ακριβώς χρονικό σημείο, η προαναφερόμενη Α. σύζυγος Ε. Κ., η οποία φέρεται κατά τις παραδοχές να απέκτησε την κυριότητα του δεσπόζοντος ακινήτου, δυνάμει του .../1985 συμβολαίου γονικής παροχής, άρχισε να ασκεί πράξεις οιονεί νομής επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας, ώστε να προκύπτει η σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία, μέχρι τον χρόνο που έλαβε χώρα η προσβολή (Ιούλιο 2005), από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα.
Επίσης δεν προσδιορίζονται, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η επίδικη λωρίδα επί της οποίας η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προβάλλει δικαίωμα δουλείας διόδου, ειδικότερα δεν περιγράφεται η επιφάνεια, δηλαδή το μήκος το πλάτος των πλευρών της και τα όρια της με τους σχετικούς γείτονες, καθώς και οι πράξεις οιονεί νομής επ'αυτής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.
Εκτός των ανωτέρω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προεκτέθηκαν, δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια το δεσπόζον ακίνητο, καθόσον σε άλλο σημείο το δεσπόζον ακίνητο φέρεται να συνορεύει "δυτικά σε πλευρά μήκους 12,70 μέτρων με πρανές και πέραν αυτού με επαρχιακό δρόμο ..." και σε άλλο σημείο φέρεται να "...εφάπτεται στα δυτικά με τον παλαιό επαρχιακό δρόμο".
Ενόψει τούτων, οι πρώτος, δεύτερος και έβδομος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους, κατ' ορθή εκτίμηση, προβάλλει ο αναιρεσείων τις από το άρθρο 560 αριθ.6 του Κ.Πολ.Δ αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών αυτής ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη θεμελιωτικά της αγωγής ζητήματα, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω μετά την παραδοχή των παραπάνω αναιρετικών λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει και τους λοιπούς λόγους, που και αυτοί κατατείνουν στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου που δίκασε ως Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει.
Πρέπει, ακόμη, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτού, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 75/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2022 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ