Legislator Case Law & Legislation
339/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive review of lower court's evidence assessment.

Case Number 339/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the second-instance judgment regarding a divorce dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly consider specific evidence and a judicial admission, but the court found these arguments baseless upon reviewing the case file. Consequently, the appeal was dismissed, the costs were awarded to the respondent, and the original judgment stood.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only on grounds of law and procedural defects, rejecting arguments that the lower court failed to consider evidence or misinterpreted facts when the record clearly shows such evidence was duly examined and weighed.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural defect evidence assessment judicial admission costs allocation divorce proceedings Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items b and c of the Code of Civil Procedure
Article 575 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11 item c of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 339 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 339/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: C. L. του L., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Διακονή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 274/2018 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/2/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Επίσης, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 575 του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά την δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο. Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 περί κύρωσης των Π.Ν.Π.

σχετικών με την αντιμετώπιση των συνεπειών από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19 σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 1.7.2020 έως 15.7.2020 ή από 1.9.2020 έως 15.9.2020.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.

Εξάλλου, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Ιταλία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13-11-2008 ο Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω Κανονισμού 1393/2007 τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ' ευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερόμενων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Κανονισμού αυτού, "κάθε κράτος μέλος δύναται να επιδίδει ή να κοινοποιεί δικαστικές πράξεις απευθείας δια των ταχυδρομικών υπηρεσιών σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο".

Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, η διενέργεια της επίδοσης προϋποθέτει την τήρηση δύο ουσιωδών στοιχείων που ανάγονται σε στοιχεία του υποστατού της ταχυδρομικής επίδοσης: (α) διαβίβαση του εγγράφου προς τον αποδέκτη μέσω "ταχυδρομικής υπηρεσίας" και (β) συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο.

Επομένως, η διαβίβαση του επιδοτέου εγγράφου θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τους όρους της Παγκόσμιας Ταχυδρομικής Σύμβασης, όπως εκάστοτε ισχύει (σήμερα είναι σε ισχύ η Universal Postal Convention του έτους 2012), η δε απόδειξη παραλαβής μπορεί να αντικατασταθεί και από άλλο έγγραφο, υπό την προϋπόθεση ότι το έγγραφο αυτό παρέχει ισοδύναμες εγγυήσεις όσον αφορά στις παρεχόμενες πληροφορίες και στην απόδειξη της διενέργειας της επίδοσης.

Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 του ίδιου Κανονισμού, αν το κράτος μέλος δεν έχει δηλώσει το αντίθετο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενεργήσουν τις επιδόσεις μέσω δικαστικών επιμελητών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, κατά δε την διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού αυτού, οι διατάξεις του υπερισχύουν των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της Σύμβασης των Βρυξελλών του έτους 1968 και της Σύμβασης της Χάγης της 5-11-1965.

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση, βάσει του παρόντος κανονισμού, και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί: α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους παραλαβής..., ή β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλον τρόπο, προβλεπόμενο από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί.

Επίσης, κατά το άρθρο 23 παρ. 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του παρά την παρ. 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάστηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα κανονισμό, β) από την διαβίβαση της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ο δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες και γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους - μέλους παραλαβής.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση αυτής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής στο κράτος μέλος της Ε.Ε., όπως και η Ιταλία, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτών στον αναιρεσίβλητο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση και δεν αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 του ΚΠολΔ πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1405/2019, ΑΠ 358/2019, ΑΠ 686/2018, ΑΠ 239/2015).

Επίσης, οι ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού 1393/2007 δεν καταργούν το άρθρο 134 παρ. 1α' του ΚΠολΔ περί πλασματικής επίδοσης για τα πρόσωπα που κατοικούν στην αλλοδαπή, αλλ' αποκλείουν να θεωρηθεί ότι ολοκληρώθηκε η επίδοση με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης δικογράφου στον εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το αν αυτό παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η επίδοση, αλλά πρέπει να συντρέξουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις, ώστε να διασφαλίζεται πλέον η θεμελιώδης αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (ΑΠ 827/2003, ΑΠ 1015/2002).

Ακόμη, αν η υπόθεση εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί στον Άρειο Πάγο, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αν δε γίνει προς αναρμόδιο Εισαγγελέα για διάδικο που κατοικεί στην αλλοδαπή, είναι άκυρη μόνο αν αυτός παρέλειψε να προβεί στις ως άνω προβλεπόμενες από τον προαναφερόμενο Κανονισμό ενέργειες, ενώ, αν διαβίβασε τα έγγραφα στην αρμόδια αρχή, η ακυρότητα μπορεί να επέλθει μόνο αν προκλήθηκε βλάβη από το λόγο αυτό.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη παραπάνω δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την οποία συζητήθηκε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από το νομίμως διορισθέντα πληρεξούσιο δικηγόρο του με δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η αναιρεσείουσα, που έχει γνωστή διεύθυνση κατοικίας στην πόλη ..., δεν παραστάθηκε ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ο αναιρεσίβλητος για την ανωτέρω απολειπόμενη αναιρεσείουσα προσκομίζει και επικαλείται: α) την υπ' αριθμ. 408 Στ'/20-6-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου με έδρα το Πρωτοδικείο Ρόδου Χ. Κ. από την οποία προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 6-4-2020 επιδόθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου μαζί με αίτηση επίδοσης και τα προβλεπόμενα έγγραφα κατά τις διατάξεις του ως άνω Κανονισμού, που υπογράφεται από τον Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου Λεωνίδα Αναγνωστόπουλο με ημερομηνία 9-7-2019 και β) την από 3-9-2019 βεβαίωση περί πραγματοποίησης της επίδοσης κατά το άρθρο 10 του ως άνω Κανονισμού από τη δικαστική κλητήρα στο Bergamo Ιταλίας D.

C. με βάση το υπ' αριθ. …. ABIS/…-8-2019 έγγραφο του Ενιαίου Γραφείου Δικαστικών Επιμελητών. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η κατά τα ως άνω επίδοση από τον αναιρεσείοντα της ένδικης αίτησης και των σχετικών εγγράφων στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου αντί του αρμοδίου προς τούτο Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στον οποίο επρόκειτο να εισαχθεί η υπόθεση, δεν ασκεί επιρροή στην εγκυρότητα της επίδοσης, ενόψει του ότι ο ως άνω Εισαγγελέας Πρωτοδικών Ρόδου προέβη σ' όλες τις πιο πάνω προβλεπόμενες από τον προαναφερόμενο Κανονισμό ενέργειες, διαβίβασε τα έγγραφα στην αρμόδια αρχή και τελικά αυτά επιδόθηκαν στην αναιρεσείουσα.

Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί και το ότι, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 6-4-2020 λόγω διακοπής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19, η υπόθεση προσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως και εισήχθη προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση της αναιρεσείουσας προκειμένου να παραστεί κατ' αυτήν.

Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον η απολειπόμενη αναιρεσείουσα έχει εγκαίρως και νομίμως κατά τα ως άνω κλητευθεί για την παραπάνω δικάσιμο (6-4-2020), μετά τη ματαίωση της οποίας η υπόθεση προσδιορίστηκε κατά τα ως άνω για την παρούσα δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση αυτής, παρά την απουσία της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

II. Με την κρινόμενη από 18-2-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών εκδοθείσα υπ' αριθ. 274/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 199/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε κάνει δεκτή την από 31-5-2016 αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί διαζυγίου, έκανε δεκτή την έφεση κατ' άρθρ. 528 ΚΠολΔ, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσείουσας στον πρώτο βαθμό, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια, δικάζοντας την πιο πάνω αγωγή, έκανε δεκτή αυτήν και απήγγειλε τη λύση του γάμου μεταξύ των διαδίκων. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

III. Με τον Κανονισμό αριθ. 2201/2003 (EE) του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος καταργεί τον Κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000, επήλθε μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτεπάγγελτη υποκατάσταση του εσωτερικού τους δικαίου από τις διατάξεις του στα σχετικά πεδία.

Στον εν λόγω Κανονισμό, που τέθηκε σε ισχύ από την 1-3-2005, καθορίζονται, μεταξύ άλλων, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 περ. α', 3, 4, 5, 6, 7 επ., κανόνες για τη διεθνή δικαιοδοσία που αφορούν στη λύση του συζυγικού δεσμού κατά τρόπο ενιαίο και ομοιόμορφο σε όλα τα κράτη μέλη της EE, ώστε να ενισχυθεί η δημιουργία του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην EE.

Ειδικότερα, στο Ιο Τμήμα του, που αφορά στο "διαζύγιο, δικαστικό χωρισμό και ακύρωση γάμου" και ειδικότερα στο άρθρο 3 παρ. 1 περ. α' του ως άνω Κανονισμού ορίζεται διαζευκτικά ότι: "Δικαιοδοσία για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακύρωσης γάμου έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ευρίσκεται η συνήθης διαμονή των συζύγων, ή η τελευταία συνήθης διαμονή των συζύγων, εφόσον ένας εκ των συζύγων έχει ακόμα αυτήν τη διαμονή, ή η συνήθης διαμονή του εναγομένου, ή σε περίπτωση κοινής αιτήσεως, η συνήθης διαμονή του ενός ή του άλλου των συζύγων, ή η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτήν τη διαμονή επί τουλάχιστον έναν χρόνο αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής, ή η συνήθης διαμονή του ενάγοντος εάν είχε αυτήν τη διαμονή επί τουλάχιστον έξι μήνες αμέσως πριν από την έγερση της αγωγής και εάν είναι είτε υπήκοος του εν λόγω κράτους μέλους ή, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, έχει εκεί "domicile"".

Περαιτέρω, ο ως άνω Κανονισμός στο άρθρο 19 "Εκκρεμοδικία και συναφείς αγωγές" ορίζει στην παρ. 1 ότι: "Αν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού ή ακύρωσης γάμου μεταξύ των αυτών διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών, το δικαστήριο που επελήφθη δεύτερο, αναστέλλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία του μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο", ενώ στην παρ. 3 ορίζεται ότι: " Όταν διαπιστωθεί η δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο, κάθε δικαστήριο που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα οφείλει να διαπιστώσει την έλλειψη δικαιοδοσίας του υπέρ αυτού του δικαστηρίου.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο διάδικος που άσκησε τη σχετική αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα μπορεί να ασκήσει την αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο". Συναφώς, κατά το άρθρο 16 "Επιλαμβανόμενο δικαστήριο" προβλέπεται ότι: "Ένα δικαστήριο λογίζεται ως επιληφθέν:

α) από της καταθέσεως στο δικαστήριο του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης ή άλλου ισοδύναμου εγγράφου, εφόσον ο ενάγων δεν παρέλειψε στη συνέχεια να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την κοινοποίηση ή την επίδοση του εγγράφου στον εναγόμενο, ή β) ...". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Υπέρβαση δε δικαιοδοσίας υπάρχει όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (Ολ ΑΠ 5/1995, ΑΠ 1493/2017, ΑΠ 1666/2014). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 22/2005, ΑΠ 75/2016).

Ακόμη, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, προκύπτει από την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019, ΑΠ 906/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 556/2020, ΑΠ 407/2020, ΑΠ 249/2019).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά στην ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή και η οποία γίνεται με πρόθεση παραδοχής του επιβλαβούς γι' αυτόν γεγονότος από εκείνον που ομολογεί.

Επίσης, δικαστική ομολογία είναι εκείνη που γίνεται σε κάθε στάση της δίκης, με τα διαμειβόμενα έγγραφα ή τις προτάσεις, ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου ή εντεταλμένου δικαστηρίου, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης του αμφισβητούμενου και μη επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 1517/2013, ΑΠ 137/2012, ΑΠ 932/2011, ΑΠ 115/2007).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο ως άνω από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικού μέσου, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, ανεξάρτητα από το ότι η τελευταία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 347/2020, ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 462/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 4, 8 και 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης από 31-5-2016 (αριθ. κατάθ. 129/23-6-2016) αγωγής του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου εκκρεμούσε ήδη η από 19-2-2015 και υπ' αριθ. 2017/2015 αγωγή αυτής για δικαστικό χωρισμό κατά του αντιδίκου της, όπως προβλέπει το ιταλικό δίκαιο, προκειμένου να απαγγελθεί κατ' αρχήν ο δικαστικός χωρισμός, ώστε στη συνέχεια να εκδοθεί απόφαση λύσης του γάμου ενώπιον του Δικαστηρίου του Μπέργκαμο Ιταλίας Tribunale di Bergamo).

Ότι η αγωγή αυτή επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 31-3-2015 μέσω διεθνούς συστημένης επιστολής κατά το άρθρο 14 του Κανονισμού 1393/2007/ΕΕ, συζητήθηκε στις 21-5-2015 και εκδόθηκε αυθημερόν η προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου του Μπέργκαμο, η οποία υποχρέωνε τους συζύγους να ζουν εν διαστάσει με την υποχρέωση αμοιβαίου σεβασμού και ακολούθως δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. 868/2017 απόφαση δικαστικού χωρισμού του ίδιου Δικαστηρίου.

Ότι η εκδίκαση της ένδικης αγωγής έπρεπε να ανασταλεί κατ' άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003, δεδομένου ότι πριν την άσκηση αυτής η ίδια είχε ασκήσει στο Δικαστήριο του Μπέργκαμο Ιταλίας την ως άνω από 19-2-2015 αγωγή της κατά του αναιρεσιβλήτου συζύγου της για δικαστικό χωρισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιταλικού δικαίου, αγωγή η οποία αποτελεί απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση για την εν συνεχεία έκδοση της απόφασης διαζυγίου.

Ότι το Δικαστήριο του Μπέργκαμο έχει διεθνή δικαιοδοσία για την αγωγή διαζυγίου με βάση το άρθρο 3 του ως άνω Κανονισμού και ως εκ τούτου το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, που επιλήφθηκε δεύτερο, δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Κανονισμού, αλλά και το Εφετείο στη συνέχεια που εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, όφειλε να αναστείλει αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο, δηλαδή του Δικαστηρίου Μπέργκαμο Ιταλίας.

Ότι το Εφετείο προέβη σε υπέρβαση της δικαιοδοσίας του δεχόμενο την αγωγή, αφού δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε αυτή (αναιρεσείουσα) και ειδικότερα : α) την από 19-2-2015 υπ' αριθ. 2017/2015 ως άνω αγωγή της, β) την από 21-5-2015 προσωρινή διαταγή του Δικαστηρίου του Μπέργκαμο (Tribunale di Bergamo), γ) το από 6-2-2017 έγγραφο της Εισαγγελίας του Δικαστηρίου του Μπέργκαμο και δ) τη δικαστική ομολογία που περιλαμβάνεται στις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Ότι με βάση τα παραπάνω το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι η πιο πάνω αγωγή δικαστικού χωρισμού ενώπιον του Δικαστηρίου του Μπέργκαμο Ιταλίας επιδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού 1393/2007 EE, υπερέβη τη δικαιοδοσία του, αφού έπρεπε να δεχθεί την εκκρεμοδικία, μη λαμβάνοντας υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε αυτή (αναιρεσείουσα).

Ως προς τον πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω η εναγομένη προσκομίζει και επικαλείται την από 19-2-2015 αγωγή δικαστικού χωρισμού την οποία άσκησε στο Δικαστήριο του Μπέργκαμο Ιταλίας, με την οποία ζητεί, μεταξύ άλλων, από τον πρόεδρο του αρμόδιου Δικαστηρίου, να ανακοινώσει το χωρισμό των συζύγων με υπαιτιότητα του εναγομένου συζύγου της Ι.

Μ.. Από το περιεχόμενο του ως άνω εισαγωγικού εγγράφου και ιδίως από το πρώτο αίτημά του, προκύπτει ότι υπάρχει προφανής συνάφεια μεταξύ των δύο αγωγών, οι οποίες αμφότερες αποσκοπούν στη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου. Πρέπει δε να σημειωθεί, κατόπιν του προαναφερομένου ισχυρισμού του (εδώ) ενάγοντος περί έλλειψης ταυτότητας αντικειμένου μεταξύ των δύο αγωγών, ότι κατά την ως άνω διάταξη (19 Κανονισμού 2201/2003), η οποία υπερισχύει των αντιστοίχων διατάξεων των άρθρων 3, 611 και 612 [και ήδη 600 και 601 μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4322/2015] του ημεδαπού ΚΠολΔ και σε αντίθεση με τους κανόνες του άρθρου 27 παρ. 1 του Κανονισμού 44/2001, στις γαμικές διαφορές δεν απαιτείται ταυτότητα (ιστορικής και νομικής) αιτίας και αντικειμένου των αγωγών ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών κρατών μελών, καθώς, καίτοι έχει σημασία οι αγωγές να αφορούν στους ίδιους διαδίκους, αυτές μπορούν να έχουν διαφορετικό αντικείμενο, υπό την προϋπόθεση ότι αφορούν σε δικαστικό χωρισμό, διαζύγιο ή ακύρωση γάμου, ήτοι στη λύση, εν ευρεία έννοια, του μεταξύ των διαδίκων γάμου.

Κατά συνέπεια, υφίσταται εκκρεμοδικία ακόμη και όταν δύο δικαστήρια διαφορετικών κρατών μελών επιλαμβάνονται το μεν ένα διαδικασίας δικαστικού χωρισμού, το δε άλλο διαδικασίας διαζυγίου, ή όταν αμφότερα επιλαμβάνονται αγωγών διαζυγίου, ακόμη και εάν αυτές έχουν διαφορετική ιστορική και νομική αιτία, είναι δηλαδή απλώς συναφείς, αρκεί να αφορούν στους ίδιους διαδίκους...

Πλην όμως, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η παραπάνω αγωγή δικαστικού χωρισμού επιδόθηκε νόμιμα, ήτοι με ένα από τους προβλεπόμενους από τα ως άνω νομοθετήματα τρόπους, καθώς η εκεί ενάγουσα (και εδώ εναγομένη) δεν προσκομίζει, ούτε επικαλείται, αποδεικτικό παραλαβής του δικογράφου της αγωγής, ούτε βεβαίωση από κάποια αρμόδια για επιδόσεις αρχή σύμφωνα με τη διάταξη που αναφέρθηκε προηγουμένως, την οποία (διάταξη) επικαλείται και η εναγομένη.

Η παραπάνω έλλειψη, δεν μπορεί να αναπληρωθεί από την προσκομιζόμενη (στην ιταλική γλώσσα) φωτοτυπία απόδειξης παράδοσης επιστολής στο ιταλικό ταχυδρομείο απευθυνόμενη, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της, προς τον Ι. Μ., η οποία όμως α) δεν προκύπτει ότι είναι συστημένη επιστολή, β) δεν υπάρχει απόδειξη παραλαβής αυτής από τον I.

Μ. ή ισοδύναμο έγγραφο, κατά την έννοια που προεκτέθηκε και γ) δεν έχει αποσταλεί από αρμόδια αρχή, αλλά από φυσικό πρόσωπο και συγκεκριμένα τον δικηγόρο της (εκεί) ενάγουσας, νυν εναγομένης. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της τελευταίας ότι πρέπει να ανασταλεί η προκείμενη δίκη λόγω εκκρεμοδικίας, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι τη (μη αποδειχθείσα) νόμιμη άσκηση της αγωγής δικαστικού χωρισμού στο δικαστήριο του Μπέργκαμο Ιταλίας με την κατά τα ως άνω επίδοση αυτής στον εναγόμενο, και ως εκ τούτου (ο πιο πάνω ισχυρισμός) πρέπει να απορριφθεί".

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν τίθεται ζήτημα υπέρβασης δικαιοδοσίας από το Εφετείο, δηλαδή ότι αυτό επιλήφθηκε υπόθεσης, η οποία ανήκει κατά νόμο στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής, αλλά κατά το σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ανακύπτει ζήτημα αναστολής της παρούσας διαδικασίας που κινήθηκε με την ένδικη αγωγή περί διαζυγίου μέχρι να διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του ιταλικού δικαστηρίου, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα από την αναιρεσείουσα, επελήφθη πρώτο.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 8α' του άρθρο 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον αναφερόμενο σε αντίστοιχο λόγο της έφεσής της πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί εκκρεμοδικίας κατ' άρθρ. 19 του Κανονισμού 2201/2003 και τον απέρριψε ρητά κατά τα ως άνω.

Επίσης, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται μνεία περί λήψης υπόψη των εγγράφων της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και αυτά που επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα η αναιρεσείουσα. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα με στοιχεία α), β) και γ), που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως αποδεικτικό του πόρισμα και την απόρριψη του σχετικού λόγου έφεσης με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας (εκκαλούσας).

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του και καθόσον αφορά τα ως άνω τρία πρώτα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του και καθ' όσον αφορά την αναφερόμενη πιο πάνω δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε το αποδεικτικό μέσο της ομολογίας αυτής του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ανεξαρτήτως δε τούτου, από την παραδεκτή επισκόπηση των από 10-10-2018 προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δωδεκανήσου ουδόλως προκύπτει ότι περιλαμβάνεται σ' αυτές δικαστική ομολογία του τελευταίου, δηλαδή η παραδοχή απ' αυτόν επιβλαβούς και επιζήμιου για τα συμφέροντα του ίδιου πραγματικού γεγονότος με πρόθεση να αποδεχθεί αυτό ως αληθινό και ειδικότερα ως προς το ζήτημα του ότι έχει επιδοθεί σ' αυτόν αγωγή περί δικαστικού χωρισμού πριν από την κατάθεση από τον τελευταίο της ένδικης αγωγής περί διαζυγίου.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-2-2019 αίτηση της C. L. του L., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 274/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ