339/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated339/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα-μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε τη μείωση του μηνιαίου μισθώματος κατά 50% στο προσήκον μέτρο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και ειδικότερα στο ποσό των 2350 ευρώ μηναία, κυρίως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ και επικουρικά κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 339 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 339/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μύρτσο. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευθυμία Γκαράνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27708/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-1-2019 αίτησή της και τους από 8-3-2019 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21-1-2019 (αρ.κατ.58/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 68/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν τον Ν. 4335/2015) και οι από 8-3-2019 (αρ.κατ. 49/23-4-2019) πρόσθετοι λόγοι αυτής, έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553,556-558,564 αρ. 2,566,569,577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτών (άρθρο 577 αρ.3 ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία - μισθώτρια, άσκησε την από 14-7-2011 (αρ.κατ. 30235/2012) αγωγή κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων", στην οποία ισχυρίστηκε, ότι η δικαιοπάροχος του ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού ΑΕ" εκμίσθωσε στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, Χ.
συζ. Α. Σ., το γένος Κ., με την από 27-2-2006 σύμβαση μίσθωσης, τον χώρο του αναψυκτηρίου του κτιρίου του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, συνολικής επιφάνειας 563 Μ2, για χρονικό διάστημα 12 ετών ,αντί μηνιαίου μισθώματος 3750 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενου ετησίως κατά τα ειδικότερα συμφωνημένα, το οποίο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής είχε ανέλθει στο ποσό των 4701,90 ευρώ μηνιαία και ότι συνεπεία της οικονομικής κρίσης της Χώρας μας επήλθε απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών της σύμβασης μίσθωσης, παρά την υλοποίηση από την μισθώτρια της συμφωνημένης επένδυσης μεγάλου κόστους για τη δημιουργία επιχείρησης εστίασης υψηλών προδιαγραφών στο μίσθιο, διότι λόγω της μείωσης της επισκεψιμότητας του Μουσείου, το οποίο επίσης υπολειτουργούσε εξαιτίας της έλλειψης προσωπικού, περιορίσθηκε ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης σε βαθμό, που απειλούσε τη βιωσιμότητα αυτής και ανέτρεψε τη συμβατική αντιστοιχία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής καθιστώντας υπέρμετρα επαχθή για την ενάγουσα μισθώτρια την εξακολούθηση της καταβολής του συμφωνημένου μισθώματος.
Με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα-μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε τη μείωση του μηνιαίου μισθώματος κατά 50% στο προσήκον μέτρο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και ειδικότερα στο ποσό των 2350 ευρώ μηναία, κυρίως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ και επικουρικά κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 27708/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της εκ του άρθρου 388 ΑΚ και αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα με μείωση στο ποσό των 3200 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις και ειδικότερα, ο εκμισθωτής και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, την από 31-1-2013 (αριθμ.κατ. 391/2013) έφεση και η μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα την από 10-9-2013 (αρ.κατ.3957/2015) έφεση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της μισθώτριας-αναιρεσείουσας και δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του εκμισθωτή ΝΠΔΔ και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε την αγωγή, την οποία απέρριψε κατ'ουσίαν ως προς την κυρία βάση της εκ του άρθρου 388 ΑΚ.
Ακολούθως ερεύνησε και την επικουρική βάση εκ του άρθρου 288 ΑΚ (άρθρα 522,535 παρ.1 και 536 παρ.2 ΚΠολΔ),η οποία δεν είχε ερευνηθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, η οποία κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 του ΠΔ/τος 34/1995 εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις, προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεσθεί, είναι α) η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν την σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.
Επομένως, για να είναι ορισμένος και νόμιμος ο ισχυρισμός που στηρίζεται στην προεκτιθέμενη διάταξη, είτε αυτός προβάλλεται με αγωγή, είτε με ανταγωγή, είτε με ένσταση, για να αποκρουσθεί η αγωγή εκτέλεσης της σύμβασης, πρέπει να έχει σαφή και ευσύνοπτη ιστορική βάση, να περιέχει δηλαδή, αναφορά όλων των προαναφερομένων στοιχείων, που απαιτεί ο νόμος.
Ειδικότερα, τα περιστατικά στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη μισθωτική σύμβαση πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, να αναφέρονται με ακρίβεια σ' αυτό καθώς και ότι η σύμβαση στηρίχθηκε στα περιστατικά αυτά, αλλιώς θα είναι αυτή αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης. Περαιτέρω, απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών, στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσης και τόσο μεγάλη, ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του προαναφερόμενου άρθρου, δεν αρκεί μόνη η κατά τα άνω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως, το αναμενόμενο κέρδος από την σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με την σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους, που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβληθέντων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο, που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης, που πρόκειται να εκτελεσθεί στο μέλλον (ΑΠ 566/2018, ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 850/2010).
Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 199/2018,ΑΠ 147/2018,ΑΠ 349/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015,ΑΠ 845/2012).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018,ΑΠ 198/2015).
Με τον 1° κύριο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι συνέπειες της διεθνούς οικονομικής κρίσης του έτους 2010 και η συνεπεία αυτής αύξηση των ζημιών της μισθώτριας αναιρεσείουσας σε 115.176,60 ευρώ το έτος 2011 έναντι ζημιών 20.613,20 το έτος 2010, δεν αρκούν για να στοιχειοθετηθεί η μείωση του μισθώματος κατ' αρ. 388 ΑΚ, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την κύρια βάση της αγωγής, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να θεμελιωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου.
Επίσης, με τον συναφή 1° πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο: 1α) διέλαβε ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την επίδραση της οικονομικής κρίσης της χώρας στην εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης της αναιρεσείουσας και β) ως προς το αναμενόμενο κέρδος από τη σύμβαση μίσθωσης, ώστε να κριθεί, εάν οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης έγιναν δυσβάστακτες για τη μισθώτρια -αναιρεσείουσα' 2) δεν διέλαβε καθόλου παραδοχές α) για την ύπαρξη συνάφειας μεταξύ του αριθμού των επισκεπτών του Μουσείου και των πελατών της επιχείρησης της αναιρεσείουσας και εάν εξαιτίας τούτου επήλθε μεταβολή και ποιά στην οικονομική δραστηριότητα της μισθώτριας και 3) δεν διέλαβε καθόλου παραδοχές για την ύπαρξη συνάφειας μεταξύ του αριθμού των επισκεπτών του Μουσείου και της ζημίας της επιχείρησης της μισθώτριας κατά τα έτη 2010-2011, καθώς επίσης, εάν η ζημία οφείλεται στην οικονομική κρίση ή σε άλλους λόγους και ποίους και έτσι, με τις ελλιπείς ως άνω αιτιολογίες στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούσαν ή όχι το πραγματικό του ανωτέρω κανόνα δικαίου του άρθρου 388 ΑΚ, τον οποίο παραβίασε και εκ πλαγίου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επισκοπείται επιτρεπτά κατ' αρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Μετά από σχετική δημόσια πρόσκληση δια του τύπου για την υποβολή εκδήλωσης ενδιαφέροντος από τρίτους, η δικαιοπάροχος του εναγομένου, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού Α.Ε.", στην οποία είχε παραχωρηθεί η χρήση, λειτουργία και διαχείριση του αναψυκτηρίου του κτιρίου του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης δυνάμει της υπ' αριθμ.
ΥΠΠΟ/ΓΔΑ/ΑΡΧ/4273/2218/23.04.2003 απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού, με το από 27-2-2006 μισθωτήριο συμβόλαιο εκμίσθωσε στη δικαιοπάροχο της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας και ήδη ομόρρυθμο μέλος της, Χ. σύζυγο Α. Σ. το γένος Κ., τον χώρο του αναψυκτηρίου του κτιρίου του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, συνολικής επιφάνειας 563,00 τ.μ., αποτελούμενο ειδικότερα, α) από ένα (1) κύριο στεγασμένο χώρο διαστάσεων 1,20 μ.
Χ 14,50 μ., επιφανείας 174,00 τ.μ., ο οποίος περιλαμβάνει σαλόνι επισκεπτών και βοηθητικό χώρο (παρασκευαστήριο-λάντζα), ο οποίος επικοινωνεί άμεσα με τον πάγκο εξυπηρέτησης πελατών, μήκους 12,00 μ., β) έναν (1) αύλειο χώρο με στεγασμένη περιμετρική στοά διαστάσεων 15,00 μ. Χ 24,00 μ., επιφανείας 360,00 τ.μ., ο οποίος επικοινωνεί άμεσα με τον εσωτερικό χώρο, ενώ ο στεγασμένος αύλειος χώρος είναι επιφανείας 196,00 τ.μ.
και γ) μία (1) αποθήκη, εμβαδού 29,00 τ.μ., η οποία επικοινωνεί με τον κύριο στεγασμένο χώρο με ανελκυστήρα τροφίμων και με κυκλική μεταλλική κλίμακα, για να το χρησιμοποιήσει η μισθώτρια για την εγκατάσταση και λειτουργία επιχείρησης αναψυκτηρίου - κυλικείου - καφέ - εστιατορίου. Η μίσθωση ορίστηκε δωδεκαετής, αρχόμενη από την ημερομηνία νόμιμης έναρξης λειτουργίας της επιχείρησης της αρχικής μισθώτριας στο μίσθιο.
Το μηνιαίο μίσθωμα για το πρώτο μισθωτικό έτος ορίσθηκε στο ποσό των 3.750,00 ευρώ, πλέον του αναλογούντος επ' αυτού τέλους χαρτοσήμου, συμφωνήθηκε δε, να προκαταβάλλεται στην αρχή κάθε μισθωτικού μηνός. Το μίσθωμα ορίσθηκε ότι θα αναπροσαρμόζεται σε ετήσια βάση μετά το πρώτο μισθωτικό έτος, κατά το ποσοστό της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της Ε.Σ.Υ.Ε.
κατά τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), πλέον δύο (2) εκατοστιαίων μονάδων, της αναπροσαρμογής υπολογιζόμενης επί του μισθώματος του αμέσως προηγούμενου έτους, ανήλθε δε, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, στο ποσό των 4.701,90 ευρώ. Η αρχική μισθώτρια ανέλαβε με τον με αριθμό … όρο της σύμβασης να προβεί στην προμήθεια και εγκατάσταση νέου εξοπλισμού, εγκαταστάσεων και σκευών εστίασης του αναψυκτηρίου, που να ανταποκρίνονται στην υψηλών προδιαγραφών επένδυση της στο μίσθιο χώρο, σύμφωνα με σχετική προσφορά της που ενσωματώθηκε στον με αριθμό … όρο της σύμβασης και αφορούσε σε εκτεταμένες ανακαινίσεις-προσθήκες στο μίσθιο χώρο (οικοδομικές, ηλεκτρομηχανολογικές, υδραυλικές, εξοπλισμού), συνολικής αξίας 167.500,00 ευρώ, με βάση το περιγραφόμενο κοστολόγιο στη σύμβαση.
Η αρχική μισθώτρια παρέλαβε ελεύθερη τη χρήση του μισθίου και δυνάμει του με αριθμό … του μισθωτηρίου συμβολαίου υπεισήλθε στη θέση της η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ ΟΕ", ενώ αντιστοίχως, με τη με αριθμό ΥΠΠΟ/ΓΔΑ/ΔΜΕΕΠ/Γ1/Φ21Γεν/94335/1491/29.09.2010 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων" υπεισήλθε στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας, λόγω μεταφοράς σ' αυτό των αρμοδιοτήτων της διαχείρισης των αναψυκτηρίων - κυλικείων των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων του κράτους. Μετά τη σύναψη της ένδικης μίσθωσης, ενέσκηψε αιφνιδίως και απρόβλεπτα κατά το έτος 2010 η διεθνής οικονομική κρίση, η οποία επηρέασε άμεσα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως την Ελλάδα.
Οι συνέπειες της οικονομικής αυτής κρίσης υπήρξαν άμεσα ιδιαίτερα επαχθείς σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο και επέφεραν οξεία συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας και της εν γένει λειτουργίας της αγοράς, που είχε ως επακόλουθο την κάθετη μείωση της κατανάλωσης, συνεπεία των μειώσεων των ημερομισθίων και της αβεβαιότητας και ανασφάλειας σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο των καταναλωτών και των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι ανωτέρω έκτακτες και απρόβλεπτες περιστάσεις είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθεί η επισκεψιμότητα στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, στην οποία τα συμβαλλόμενα μέρη στήριξαν τη σύναψη της ένδικης σύμβασης μίσθωσης. Πλην όμως, πέραν του ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση της ενάγουσας και ιδίως το εστιατόριο αυτής, απευθύνεται σε ευρύτερο κοινό, λειτουργώντας και αυτοτελώς, ανεξάρτητα από το Μουσείο (βλ.
και σχετική κατάθεση της μάρτυρος Μ. Λ.), η επισκεψιμότητα σ' αυτό, που όπως ομολογείται και από την ενάγουσα ανήλθε κατά το πρώτο έτος της μίσθωσης σε 39.084 επισκέπτες, κατά τα επόμενα και δη κατά τα κρίσιμα έτη εμφάνισης της οικονομικής κρίσης αυξήθηκε σημαντικά, εμφανίζοντας 52.463 επισκέπτες κατά το έτος 2009, 48.186 επισκέπτες κατά το έτος 2010 και 49.698 επισκέπτες κατά το έτος 2011 (βλ.
σχετικές μηνιαίες και ετήσιες καταστάσεις εισητηρίων, που επισυνάπτονται στο υπ'αριθμ.πρωτ...-1-2012 έγγραφο της προϊσταμένης του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού, το οποίο προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από το εναγόμενο). Μολονότι δε το Μουσείο υπολειτούργησε ελλείψει προσωπικού μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους 2011 και παρέμεινε κλειστό σε τρείς περιπτώσεις που υπήρχε απεργία ή αποχή του προσωπικού (βλ.
το ως άνω αναφερόμενο έγγραφο της προϊσταμένης του Μουσείου, σε συνδυασμό και με την κατάθεση της μάρτυρος Μ. Λ.), εντούτοις οι συγκεκριμένες περιστάσεις δεν περιόρισαν κατά τα προεκτιθέμενα την επισκεψιμότητα σ' αυτό. Ως εκ των προαναφερομένων, η επικαλούμενη από την ενάγουσα ζημία της ασκούμενης στο μίσθιο επιχείρησης (παθητικό 20.615,20 ευρώ για το έτος 2010 και 115.176,60 ευρώ για το έτος 2011), και αληθής υποτιθέμενη, εξ ουδενός στοιχείου περαιτέρω προέκυψε ότι οφείλεται, κατά τους ισχυρισμούς της, σε περιορισμό του κύκλου εργασιών αυτής, συνεπεία της μείωσης της επισκεψιμότητας του Μουσείου, στην οποία κυρίως, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της ένδικης μίσθωσης.
Συνακόλουθα, ενόψει και των διαλαμβανομένων στην προπαρατεθείσα υπό στοιχείο (VI) νομική σκέψη της παρούσας, μόνη η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας λόγω της οικονομικής κρίσης, δεν αρκεί για την αιτούμενη με την κύρια βάση της αγωγής αναπροσαρμογή κατ' άρθρο 388 ΑΚ του καταβαλλομένου μισθώματος.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε εν μέρει ως κατ'ουσίαν βάσιμη τη στηριζόμενη στο άρθρο 388 ΑΚ κύρια βάση της αγωγής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, καθώς και ως προς την εκτίμηση των ανωτέρω αποδείξεων και πρέπει επομένως, κατ' αποδοχήν ως βάσιμου του σχετικού τρίτου λόγου της πρώτης έφεσης, να γίνει αυτή δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, όπως επίσης να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η δεύτερη έφεση, να εξαφανισθεί δε η εκκαλουμένη και αφού διακρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί κατ' ουσίαν η αγωγή ως προς την κύρια βάση της και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την επικουρική της βάση, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα ακολούθως." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει την κύρια αγωγική βάση περί αναπροσαρμογής του μισθώματος με μείωση αυτού κατ' αρ. 388 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τον ανωτέρω ουσιαστικό κανόνα δικαίου, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν πληρούσαν το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης, ενώ επίσης διέλαβε σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 388 ΑΚ.
Εξάλλου, οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για έλλειψη νόμιμης βάσης, όπως αναλυτικά έχουν εκτεθεί στον 1° πρόσθετο αναιρετικό λόγο πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μισθώτρια επιδιώκει να πλήξει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του, αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση όμως είναι και ουσιαστικά αβάσιμες. Πιο συγκεκριμμένα, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι η μισθώτρια - αναιρεσείουσα προέβη σε εκτεταμένες ανακαινίσεις στο μίσθιο αξίας 167.500 ευρώ, όπως τούτο είχε προβλεφθεί στον όρο 10.4 του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, προκειμένου η επιχείρησή της να ανταποκρίνεται σε επένδυση υψηλών προδιαγραφών, ότι η οικονομική κρίση που ενέσκηψε το έτος 2010 και στη Χώρα μας δεν αποδείχθηκε ότι επηρέασε άμεσα την επιχείρηση - εστιατόριο της αναιρεσείουσας, διότι αυτή απευθυνόταν στο ευρύ κοινό και λειτουργούσε ανεξάρτητα από το Μουσείο, ενώ αιτιολόγησε την ανωτέρω κρίση του με την παραδοχή ότι η επισκεψιμότητα του Μουσείου δεν είχε μειωθεί, αλλά αντιθέτως είχε αυξηθεί σημαντικά, παραθέτοντας τον αριθμό επισκεπτών του πρώτου έτους μίσθωσης (39084 επισκέπτες), τον οποίο συνέκρινε με τον αριθμό επισκεπτών τα επόμενα έτη και ειδικότερα, 52463 επισκέπτες το έτος 2009, 48186 επισκέπτες το έτος 2010 και 49698 επισκέπτες το έτος 2011.
Επίσης το Εφετείο με επαρκή αιτιολογία δέχτηκε ότι παρά το γεγονός ότι το Μουσείο υπολειτούργησε το πρώτο εξάμηνο του έτους 2011 λόγω απεργίας ή αποχής του προσωπικού του, η επισκεψιμότητα του Μουσείου δεν περιορίστηκε και ότι η ουσιαστική αύξηση του παθητικού της επιχείρησης το έτος 2011 δεν αποδείχθηκε, ότι οφείλεται σε μείωση της επισκεψιμότητας και ότι τέλος, δεν συντρέχει λόγος αναπροσαρμογής του μισθώματος κατ' αρ. 388 ΑΚ από μόνη την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης της Χώρας μας.
Οι ανωτέρω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι για να εφαρμοστεί η 388 ΑΚ θα πρέπει οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης να έγιναν δυσβάστακτες για το συμβαλλόμενο μέρος, που ζητεί την αναπροσαρμογή με μείωση του μισθώματος και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο, που αυτό είχε αναλάβει για το μέλλον, στοιχεία που στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με τις παραδοχές, δεν έχουν αποδειχθεί, εφόσον η οικονομική κρίση δεν αποδείχθηκε ότι επηρέασε μειωτικά την επισκεψιμότητα, που αντιθέτως κατά την περίοδο της κρίσης είχε αυξηθεί.
Κατόπιν αυτών ο 1ος κύριος λόγος για την ευθεία παραβίαση του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο 2ος πρόσθετος αναιρετικός λόγος για την εκ πλαγίου παραβίαση του ίδιου ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ 'είδος αποδεικτικών μέσων.
Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι' αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 425/2019, ΑΠ145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).
Επίσης, επί πλέον, για την πληρότητα του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά, ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 198/2015).
Με τον 2° κύριο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ ΚΠολΔ με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομισθεί με νόμιμη επίκληση και ήταν ουσιώδη για το κρίσιμο ζήτημα της μεταβολής των συνθηκών της επίδικης μίσθωσης και ειδικότερα, α) το με αρ.πρωτ.553/2-2-2012 έγγραφο του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού, όπου στεγάζεται το μίσθιο αναψυκτήριο περί δραστικής μείωσης της επισκεψιμότητας του Μουσείου, β) τα λογιστικά στοιχεία του έτους 2008 έως το έτος 2011 περί μείωσης των κερδών - αύξησης των ζημιών του μισθίου και γ) το από 9-11-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης του ... Ιδρύματος ως συγκριτικό στοιχείο της μίσθωσης, από τα οποία αποδεικνύεται το κρίσιμο ζήτημα της απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών της επίδικης μίσθωσης.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ως προς την υπό στοιχείο β αιτίαση αυτού πέραν του ότι η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει τα επικαλούμενα λογιστικά στοιχεία, το Εφετείο όπως προκύπτει από τη σελίδα 9 της προσβαλλόμενης απόφασης, με ρητή μνεία, αναφέρει, ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε ...."το σύνολο των εκατέρωθεν νομίμως προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως εγγράφων....χωρίς να παραλείπεται οιοδήποτε για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς......" Και είναι μεν αληθές ότι τα αποδεικτικά μέσα για τα οποία αιτιάται η αναιρεσείουσα δεν κατονομάζονται, ούτε αξιολογούνται ξεχωριστά από την προσβαλλόμενη απόφαση, πλην όμως η τελευταία δεν έχει τέτοια υποχρέωση, εφόσον πρόκειται για ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, με εκείνα τα οποία κατονομάζει ρητά.
Άλλωστε, από το σύνολο των παραδοχών της προκύπτει χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω υπό στοιχείο α και γ' έγγραφα, για τα οποία παραπονείται σήμερα η αναιρεσείουσα και τα συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως,ο σχετικός 2ος κύριος αναιρετικός λόγος, που ας σημειωθεί αφορά επίσης την κύρια αγωγική βάση εκ του άρθρου 388 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη ''πράγματα'' που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη ''πράγματα'' που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ''πράγματα'' είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ''πράγματα'' κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολομ.
Α Π. 11/1996, ΑΠ 150/2015, ΑΠ131/2015, ΑΠ1341/2014). Επίσης, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1106/2019, ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1543/2017, ΑΠ 1004/2015).
Με το 2° πρόσθετο λόγο αναίρεσης ,που επίσης αφορά την κύρια αγωγική βάση εκ του άρθρου 388 ΑΚ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 περ.α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την κύρια αγωγική βάση ως ουσιαστικά αβάσιμη με την αποκλειστική αιτιολογία, ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της μισθώτριας περί μείωσης της επισκεψιμότητας του Μουσείου, έλαβε υπόψη πράγμα, που δεν προτάθηκε από την αναιρεσείουσα - ενάγουσα, η οποία ουδέποτε είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι η σύναψη της μισθωτικής σύμβασης στηρίχθηκε στην επισκεψιμότητα του Μουσείου.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.8α ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση από το Δικαστή ουσίας του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 αρ.1 ΚΠολΔ), αφετέρου δε διότι τα περί μείωσης ή μη της επισκεψιμότητας του Μουσείου δεν αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, κατά την έννοια της 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα του Δικαστηρίου το οποίο αυτό άντλησε από τις αποδείξεις για να αντικρούσει το επιχείρημα της μισθώτριας -αναιρεσείουσας, στο οποίο αυτή στήριζε την άποψή της, ότι είχε μειωθεί ο τζίρος της επιχείρησής της λόγω της μείωσης των επισκεπτών του Μουσείου, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, που δεν μπορούσε να προβλέψει κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης.
Συνεπώς ο σχετικός 2ος πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά τα προαναφερόμενα στο σύνολο του.
Περαιτέρω, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου, στηριζομένης στην διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. πρέπει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δικ., να αναφέρονται σ' αυτήν τα εξής: 1) έγκυρη σύμβαση εμπορικής μισθώσεως, 2) μόνιμη μεταβολή των συνθηκών, κατά το διάστημα από την σύναψη της μισθώσεως ή από τον χρόνο της τυχόν προγενέστερης συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι τον χρόνο της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, συζητήσεως της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων, που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, 3) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετά την αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά την αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο.
Επομένως, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της σχετικής αγωγής πρέπει να ιστορούνται, εκτός από το καταβαλλόμενο μίσθωμα και τα περιστατικά, από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος, που θα ανταποκρινόταν στη συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Τούτο, συνήθως, συμβαδίζει με τη μισθωτική αξία των όμορων ή και παράπλευρων με το μίσθιο ακινήτων, 4) αιτιώδη σύνδεσμο (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής συνθηκών και της ουσιώδους αποκλίσεως του μισθώματος και 5) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 320/2016, ΑΠ 423/2008, ΑΠ 2045/2006).
Εξάλλου, για τον προσδιορισμό της πραγματικής μισθωτικής αξίας του μισθίου, δεν απαιτείται η αναφορά της ύπαρξης στην περιοχή όμορων ακινήτων και το ύψος της μισθωτικής αξίας αυτών, διότι τα εν λόγω στοιχεία είναι ζητήματα ουσίας και αποτελούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 566/2018, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 893/2010, ΑΠ 850/2010).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παράβαση του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει το σύννομο της αγωγής αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα πράγματι ο νόμος απαιτεί ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Η τυχόν περαιτέρω ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που ανάγεται στην παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εξειδικεύουν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε το τελευταίο, ως λογικό επακόλουθο τους, να είναι σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 14 ΚΠολΔ. (ΑΠ 566/2018, ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 320/2016, ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 443/2011).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 902/2008, ΑΠ 371/2008).
Με τον 3° κύριο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα - μισθώτρια αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (παρά το νόμο κήρυξη δικονομικού απαραδέκτου) με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο, κατά τη νομική εκτίμηση της επικουρικής αγωγικής βάσης εκ του άρθρου 288 ΑΚ, απέρριψε αυτήν ως αόριστη, κατ'αρ. 216 ΚΠολΔ, αν και η αγωγή περιείχε όλα τα θεμελιωτικά στοιχεία, που πληρούσαν το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου.
Επίσης, με τον συναφή 3° πρόσθετο αναιρετικό λόγο, κατά το Α σκέλος του η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1α ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί παραβιάζοντας ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ.
Τέλος, με τον επίσης συναφή 3° πρόσθετο λόγο κατά το Β σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη με την αιτίαση, ότι το Εφετείο κατά την νομική εκτίμηση της επικουρικής αγωγικής βάσης δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης και ειδικότερα, τον αυτοτελή ισχυρισμό της, που συνιστούσε το ιστορικό της αγωγής και θεμελίωνε την επικουρική αγωγική βάση εκ του άρθρου 288 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση από το αγωγικό δικόγραφο, που επισκοπείται επίσης επιτρεπτά κατ' αρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανέφερε τα εξής, κατά το ενδιαφέρον τους ανωτέρω ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους μέρος αυτής.
"Η επιχείρησή μας κάνει χρήση του μίσθιου χώρου ως αναψυκτηρίου και εστιατορίου, και τηρεί στο ακέραιο μέχρι και σήμερα όλους τους όρους και τις συμφωνίες της σύμβασης μισθώσεως, με πλήρη επίγνωση της ιστορικής σημασίας του χώρου του Μουσείου και της αποστολής που επιτελεί στην προβολή του Βυζαντινού Πολιτισμού, ενώ παράλληλα έχει καταφέρει να διατηρήσει τον χώρο ένα στολίδι για την πόλη και μάλιστα με βραβεύσεις τα τελευταία τρία χρόνια.
Για την διατήρηση του υψηλού επιπέδου της επιχείρησής μας απαιτείται η απασχόληση 21 ατόμων, όλων επαγγελματιών με πλήρη απασχόληση και ασφάλιση! Η χώρα μας το τελευταίο χρονικό διάστημα βιώνει μια πρωτόγνωρη και απρόβλεπτη οικονομική κρίση, η οποία συνεπάγεται μειωμένη ζήτηση και ταυτόχρονη αύξηση των τιμών προμήθειας προϊόντων, θύμα της οποίας είναι τα τελευταία χρόνια και η επιχείρηση μας, για την οποία το κόστος του μισθώματος είναι πλέον δυσβάσταχτο. Ειδικότερα, όπως έχουμε κάνει γνωστό και στην εναγομένη με τις από 2/7/2010, 12/5/2010 και 21/10/2010 επιστολές μας, η επισκεψιμότητα του Μουσείου στο χώρο του οποίου δραστηριοποιείται η επιχείρησή μας, είναι μηδαμινή και σχεδόν κανένας πια από τους λιγοστούς επισκέπτες δεν συνεχίζει στον χώρο μας, με αποτέλεσμα ο κύκλος εργασιών μας κατά τις ώρες λειτουργίας του να βασίζεται αποκλειστικά σχεδόν στους εργαζομένους του Μουσείου, στους οποίους οι τιμές πώλησης είναι τιμές κόστους και οι εισπράξεις ημερήσια από τους εργαζομένους και τους επισκέπτες του Μουσείου με δυσκολία ξεπερνά τα 200 ευρώ ημερησίως.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για πολλούς μήνες το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης υπολειτουργούσε λόγω έλλειψης προσωπικού φύλαξης και συγκεκριμένα λειτουργούσαν οι 4 από τις 11 αίθουσές του καθώς επίσης ήταν κλειστό και τα Σαββατοκύριακα.
Η εικόνα των οικονομικών στοιχείων της επιχείρησης είναι ιδιαίτερα αρνητική και τα πάγια έξοδα μας, οι μισθοί των υπαλλήλων και η προμήθεια των προϊόντων υπερβαίνουν κατά πολύ πλέον τα έσοδά μας. Με βάση τα παραπάνω γίνεται άμεσα κατανοητό ότι για να καταφέρουμε να επιβιώσουμε ως επιχείρηση, να παραμείνουμε στο χώρο του Βυζαντινού Μουσείου και παράλληλα να διατηρήσουμε υψηλό το επίπεδο του χώρου μας είναι επιβεβλημένη η μείωση του μηνιαίου μισθώματος τουλάχιστον κατά ποσοστό τουλάχιστον 50%.
Άλλωστε το μηνιαίο μίσθωμα που καταβάλλεται είναι ενδεικτικό, καθώς μέρος της αρχικής μεγάλης επένδυσης που έγινε στον όλο μισθωτικό χώρο, η οποία συνεχίζεται όλα αυτά τα χρόνια και δεν έχει σταματήσει όπως είναι λογικό στην αρχική επένδυση, γιατί αυτός (χώρος- μίσθιο) ήταν κατάλληλος για λειτουργία επιχείρησης εστίασης υψηλών προδιαγραφών και όπως αρμόζει στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, χωρίς καμία υποδομή σε χώρους κουζίνας κλπ, ύψους 167.500 ευρώ, όπως εμφανίζεται και στο άρθρο 10.4 της σύμβασης μισθώσεως παραμένει εξ ολοκλήρου σε όφελος του χώρου του Μουσείου. Γεγονός που μεταφράζεται σε πραγματική αξία του ενοικίου κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που καταβάλλεται.
Η συνεχής άρνηση από μέρους της εναγομένης για μείωση του μηνιαίου μισθώματος, μας έχει φέρει σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση. Το επιχείρημά της ότι δεν συντρέχει λόγος μείωσης του μισθώματος γιατί από τα οικονομικά στοιχεία μας, όπως αναφέρει στην από 7/12/2010 απαντητική σε εμάς επιστολή, η επιχείρησή μας "φαίνεται να συγκρατεί τις δυνάμεις της", αντίκειται στην κοινή λογική.
Μια επιχείρηση που καταφέρνει απλά να επιβιώσει με πολλές δυσκολίες και που έχει το όνομα και το επίπεδο της δικής μας επιχείρησης, η οποία μάλιστα έχει συμβάλλει στην άνοδο της αξίας του μισθίου με κάθε τρόπο με την παρουσία της όλα αυτά τα χρόνια, θα πρέπει να καταρρεύσει οικονομικά ή να βρεθεί σε αδυναμία πληρωμών ώστε να υπάρχει λόγος κατά την εναγομένη να μειώσει το υπέρογκο ποσό του μισθώματος; Το αίτημά μας για μείωση κατά 50% του μηνιαίου μισθώματος είναι απόλυτα δίκαιο και είναι προς όφελος και των δύο πλευρών με σκοπό να συνεχισθεί η μεταξύ μας συνεργασία και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί παράβαση της σύμβασης μισθώσεως η οποία υπαγορεύει παραίτηση μας από το δικαίωμα μας να ζητήσουμε μείωση του μισθώματος για λόγους ανωτέρας βίας, σύμφωνα με την άποψη της εναγομένης.
Η επίκληση του όρου αυτού από την εναγομένη, που να σημειωθεί ότι έχει συνομολογηθεί το έτος 2006, όταν κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί και να προβλέψει την πορεία της οικονομίας της χώρας και τον καταστροφικό αντίκτυπο της σε κάθε ελληνική επιχείρηση, μας λυπεί και είναι καταχρηστική καθώς αντίκειται σε ειδική διάταξη νόμου και στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Σήμερα στην πόλη μας ειδικότερα ένα στα δύο καταστήματα είναι κλειστά και κατά τα όσα είναι πάγκοινα γνωστά τα μισθώματα γενικά έχουν μειωθεί στο 50%. Σύμφωνα με το άρθρο 388 ΑΚ, ειδικώτερη έκφανση του άρθρου 288 ΑΚ, σε περίπτωση έγκυρης αμφοτεροβαρούς σύμβασης η σύναψη της οποίας έχει στηριχθεί σε δεδομένα και περιστατικά στα οποία τα μέρη στήριξαν την απόφαση κατάρτιση της σύμβασης τα οποία μεταβλήθηκαν μετά την κατάρτιση της σύμβασης και τα περιστατικά αυτά απρόοπτα μεταβλήθηκαν χωρίς να είναι δυνατό να προβλεφθούν, με αποτέλεσμα να γίνεται ιδιαίτερα επαχθής η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ενός μέρους, πρέπει το δικαστήριο κατά την κρίση του να ορίσει το μέτρο που αρμόζει.
Η μεταβολή των περιστατικών, όπως στην ένδικη περίπτωση, πρέπει να είναι τέτοια ώστε η εκτέλεση της παροχής του οφειλέτη, η καταβολή του μισθώματος δηλαδή, σε σχέση με την αντιπαροχή να γίνεται ιδιαίτερα επαχθής
και να μην οφείλεται σε υπαιτιότητα του οφειλέτη.
Η διάταξη αυτή ερείδεται κύρια στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη που πρέπει να τηρούνται στην εκπλήρωση κάθε συμβάσεως. Στο πλαίσιο αυτό και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι τα μέρη μέχρι σήμερα έχουν συναλλαχθεί με γνώμονα αυτές τις δικαιικές αρχές, καθίσταται σαφής η αναγκαία αναπροσαρμογή του μηνιαίου μισθώματος κατά εύλογο ποσό.
Το εύλογο πρέπει να κριθεί με βάση τα όσα κρατούν γενικά στις όμοιες επιχειρήσεις, αλλά και γενικά στην ελληνική επικράτεια την παρούσα χρονική στιγμή και με τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες αλλά και την ανάγκη τήρησης του προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης.
Επικουρικά επίσης από την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, που ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και η οποία λειτουργεί αμφιμερώς στην εξέλιξη της ενοχικής σχέσης και απηχεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου, προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατ' απόκλιση εκείνων που συμφωνήθηκαν, προσαρμόζει την παροχή που συμφωνήθηκε και συμπληρώνει, διευρύνει ή την περιστέλλει, αν συντρέξουν ειδικές συνθήκες με βάση τις οποίες μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης της παροχής, εφόσον η μεταβολή αυτή επιβάλλει την αναπροσαρμογή της προς τις αρχές της καλής πίστης και προς τα συναλλακτικά ήθη.
Η αναγωγή της παροχής με βάση τη διάταξη αυτή στο μέτρο που αρμόζει μπορεί να γίνει σε κάθε ενοχή, είτε πηγάζει από το νόμο είτε από δικαιοπραξία και ειδικά σε αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν όλοι οι όροι της εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, ακόμη και όταν η μεταβολή των συνθηκών δεν ήταν απρόβλεπτη ή όταν η μή πρόβλεψή της δεν ήταν αυπαίτια Ενδεικτικά κρίνεται σκόπιμο να επιτευχθεί η επαναδιαπραγμάτευση της μισθωτικής σύμβασης με σκοπό την μείωση του μηνιαίου μισθώματος κατά 50% από την κοινοποίηση της παρούσας αγωγής και για το εφεξής χρονικό διάστημα.
Επειδή η παραπάνω οικονομική κρίση αποτελεί περίπτωση απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών κατά το άρθρο 388 ΑΚ, και κατά το άρθρο 288 ΑΚ συμπληρωματικά.
Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να καθορισθεί το μηνιαίο μίσθωμα του επίδικου μισθίου στο ποσό των ευρώ 2.350 ευρώ από την κοινοποίηση της παρούσας αγωγής". Εξάλλου, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τους ίδιους ως άνω αναιρετικούς λόγους, που αφορούν την επικουρική αγωγική βάση εκ του άρθρου 288 ΑΚ, προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από την νομική ανάπτυξη της διάταξης αυτής, δέχτηκε επίσης τα ακόλουθα:
"Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον εξαφανίζεται κατά τα προεκτιθέμενα η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτεται η αγωγή ως προς την ανωτέρω κύρια βάση της, το Δικαστήριο τούτο οφείλει να εξετάσει και τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 επικουρική βάση της, η οποία δεν ερευνήθηκε. Ωστόσο, ως προς την εν λόγω επικουρική βάση, στο δικόγραφο της αγωγής, εκτός από την απλή επανάληψη της διατύπωσης του νόμου (ΑΚ 288), δεν εκτίθενται τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στη συγκεκριμένη διάταξη στοιχεία, καθόσον η ενάγουσα μισθώτρια 1) δεν επικαλείται ότι η μισθωτική αξία του επίδικου μισθίου μειώθηκε και ότι είναι δυσανάλογα μικρότερη του μισθώματος που καταβάλλει, 2) δεν μνημονεύει σχετικά συγκριτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν τη μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου και τη, συνακόλουθα, αντίστοιχη ζημία της, ούτε εκθέτει τη μισθωτική αξία όμορων και ομοειδών συγκεκριμένων καταστημάτων ή τυχόν άλλων ομοειδών καταστημάτων μίσθιων ακινήτων που βρίσκονται μέσα ή κοντά σε άλλα αρχαιολογικά μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους και 3) δεν διαλαμβάνει, κατά τρόπο συγκεκριμένο, τη σημαντική μείωση του εισοδήματος της και, επομένως, τη ζημία της με την παράθεση των προσδιοριστικών στοιχείων του κύκλου εργασιών (τζίρου) από την αρχή της λειτουργίας της σύμβασης μίσθωσης και του ποσοστού της πτώσης αυτού, μη αναφέροντας συγκεκριμένα στοιχεία της κατανάλωσης του καταστήματος της σε όλη αυτήν τη χρονική περίοδο ή την κατανάλωση που προβλέφθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη και κυρίως το προσδοκώμενο εκ μέρους της κέρδος υπό κανονικές συνθήκες κατά την κατάρτιση της σύμβασης, έτσι ώστε, με βάση όλα τα προπαρατιθέμενα στοιχεία, να μπορεί το Δικαστήριο να προβεί στον καθορισμό του ελεύθερου μισθώματος, ήτοι εκείνου που είναι δυνατό να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης διαπραγμάτευσης και, ακολούθως, να κρίνει αν μεταξύ των δύο αυτών μισθωμάτων (καταβαλλόμενου και ελεύθερου) υπάρχει διαφορά αλλά και αν η εν λόγω διαφορά είναι τέτοια ώστε η εμμονή στην καταβολή του μισθώματος να εμφανίζεται ως αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ενόψει των προαναφερομένων και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, η υπό κρίση αγωγή, ως προς τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ επικουρική βάση της, είναι προδήλως αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα ως απαράδεκτη". Η κρίση αυτή του Εφετείου όμως είναι εσφαλμένη, διότι η αγωγή με το προαναφερόμενο ιστορικό και αίτημα ως προς την βάση της εκ του άρθρου 288 ΑΚ είναι νόμω βάσιμη και επαρκώς ορισμένη.
Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία σε σχέση με το καταγόμενο προς κρίση ένδικο δικαίωμα της μισθώτριας - αναιρεσείουσας, εφόσον στην αγωγή μνημονεύονται τα εξής: α) η έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, β) το καταβαλλόμενο μίσθωμα ανερχόμενο στο ποσό των 4701,90 ευρώ και ότι αυτό είναι ανώτερο από εκείνο που μπορεί να επιτευχθεί με τη συνδρομή των προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, γ) οι συγκεκριμμένες οικονομικές συνθήκες, (οικονομική κρίση, μείωση της επισκεψιμότητας του Μουσείου, υπολειτουργία αυτού, αύξηση των εξόδων της επιχείρησης, το ύψος της επένδυσης), τα οποία μετέβαλαν τις προϋποθέσεις εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής στο μέτρο, που είχε συμφωνηθεί και δικαιολογούν με αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις, που επικρατούν στις συναλλαγές τη μείωση του μισθώματος στο ποσό των 2350 ευρώ, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της αναιρεσείουσας, δ) η ζημία της μισθώτριας λόγω της πτώσης του κύκλου εργασιών της επιχείρησης και της μείωσης των ακαθαρίστων εσόδων αυτής και συνακόλουθα των κερδών της σε ποσοστό 50%, ε) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης (μείωσης) του μισθώματος και στ) ορισμένο αίτημα που συνίσταται στην αναπροσαρμογή του μισθώματος στο ποσό των 2350 ευρώ, που ανταποκρίνεται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Επί πλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο να παραθέτει η ενάγουσα μισθώτρια στην αγωγή της, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν σε προηγούμενη νομική σκέψη, συγκριτικά στοιχεία για τα μειωμένα μισθώματα, που καταβάλουν καταστήματα παρόμοια με το δικό της κατάστημα, που βρίσκονται στην ίδια περιοχή και των οποίων οι μισθώσεις έχουν καταρτιστεί σε χρόνο μεταγενέστερο της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, ούτε επίσης, ήταν αναγκαίο, όπως αβάσιμα δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, να αναφέρει η ενάγουσα μισθώτρια αναλυτικά τα έσοδα-έξοδα της επιχείρησης και του ετήσιου τζίρου αυτής, διότι αυτά αποτελούν στοιχεία, που προκύπτουν κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων και κατά την εκτίμηση των εκατέρωθεν αποδεικτικών μέσων και συνεπώς, δεν αποτελούν στοιχεία για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, θεμελιωτικά του παραδεκτού και ορισμένου της αγωγής εκ του άρθρου 288 ΑΚ.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αντιθέτως και ειδικότερα, ότι η αγωγή ήταν αόριστη ως προς την βάση της εκ του άρθρου 288 ΑΚ, εσφαλμένα ερμήνευσε την εν λόγω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη αξιώνοντας για τη νομική θεμελίωση της αγωγής περισσότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί, καθώς επίσης παρά το νόμο κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο απορρίπτοντας την αγωγική ως άνω βάση ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και συγχρόνως δεν έλαβε υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής, που συνιστά <πράγμα>.
Επομένως ιδρύονται οι συναφείς αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (νομική αοριστία), 559 αρ.14 ΚΠολΔ (κήρυξη παρά το νόμο δικονομικού απαραδέκτου) και 559 αρ.8 περ.α ΚΠολΔ, αναφορικά με την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ και συνακόλουθα πρέπει να γίνουν δεκτοί οι συναφείς ως άνω αναιρετικοί λόγοι και ειδικότερα, ο πρόσθετος λόγος κατά το Α' σκέλος αυτού (559 αρ.1α ΚΠολΔ),ο 3ος κύριος λόγος (αρ.559 αρ.14 ΚΠολΔ) και ο 3ος πρόσθετος λόγος κατά το Β' σκέλος αυτού (άρ.559 αρ.8α ΚΠολΔ) αντίστοιχα, κατά το μέρος που αφορούν την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ.
Κατόπιν όλων αυτών με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια των κατά τα ανωτέρω γενόμενων δεκτών αναιρετικών λόγων οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης ως προς την ουσιαστική διάταξη του άρ.288 ΑΚ, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του 4ου κύριου λόγου της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 288 ΑΚ), ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι η επικουρική ως άνω αγωγική βάση απορρίφθηκε ως αόριστη, χωρίς να ερευνηθεί από πλευράς ουσίας, που είναι η προϋπόθεση για να ιδρυθεί η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ (ΑΠ1572/2018, ΑΠ 91/2017).
Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής, που απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας ως προς την επικουρική αγωγική βάση εκ του άρθρου 288 ΑΚ και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ) για να ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή ως προς την επικουρική αγωγική της βάση εκ του άρθρου 288 ΑΚ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 εδ. Β'δ'ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, που ηττήθηκε (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο τούτο και έχει καταθέσει προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, μειωμένα όμως κατ' αρ. 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που ενεργεί υπέρ και κατά του Δημοσίου και των εξομοιουμένων με αυτό ΝΠΔΔ,(ΑΠ 251/2017), όπως είναι το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 68/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών) κατά το αναιρούμενο μέρος, που αφορά την επικουρική αγωγική βάση εκ του άρθρου 288 ΑΚ.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής προς περαιτέρω εκδίκαση της αγωγής, στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή. Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που αυτή κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΑΙ
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που καθορίζει, μειωμένα, σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ