339/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18551/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated339/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 339 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 339/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μισαηλίδη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Ασπασίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18551/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/11/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 10/10/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 70/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί των από 18-3-2013 και 11-4-2013 εφέσεων του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης αντίστοιχα κατά της υπ’ αριθμ. 18551/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 2-11-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Κατά το άρθρο 1394 ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, ο καθένας από τους συζύγους δικαιούται να παραλάβει τα κινητά που του ανήκουν, ακόμη και αν τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή και μόνος ο άλλος σύζυγος. Υποχρεούται όμως να παραχωρήσει στον άλλο σύζυγο τη χρήση των οικιακών αντικειμένων που του είναι απολύτως απαραίτητα για τη χωριστή του εγκατάσταση, αν το επιβάλλουν οι περιστάσεις, για λόγους επιείκειας.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, το αν κάποιο κινητό πράγμα ανήκει στον ένα ή τον άλλο σύζυγο, θα κριθεί με βάση τους γενικούς κανόνες του εμπραγμάτου δικαίου ήτοι, προκειμένου περί κινητών, των οποίων η κυριότητα αποκτήθηκε με σύμβαση, με βάση τη διάταξη του άρθρου 1034 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σ’ αυτόν που την αποκτά και συμφωνία και των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα.
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμούς 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 233/2016).
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής, το οποίο υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561 § 2), αφού εκτίθεται ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), η οποία βρίσκεται σε διάσταση με τον εναγόμενο σύζυγό της (αναιρεσείοντα), είναι κυρία των κινητών πραγμάτων που περιγράφονται λεπτομερώς, από τα οποία άλλα μεν αποτελούσαν την οικοσκευή της συζυγικής οικίας, άλλα δε είτε δόθηκαν σ’ αυτήν ως προίκα, είτε έχει αγοράσει η ίδια είτε της έχουν δωρήσει τρίτοι είτε ανήκαν στα τέκνα των διαδίκων, των οποίων εκείνη ασκούσε την επιμέλεια και ότι ο εναγόμενος δεν της επιτρέπει να παραλάβει τα κινητά αυτά πράγματα, απαραίτητα για τη μετεγκατάσταση της ίδιας και των τέκνων της, ζητείται να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της αποδώσει αυτούσια τα εν λόγω κινητά πράγματα και σε περίπτωση καταστροφής ή χειροτέρευσής τους το ποσό των 62.351 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία τους.
Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει με πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ και δεν ήταν αναγκαία για το ορισμένο αυτής και όσον αφορά τα αγορασθέντα από την ίδια την αναιρεσείουσα κινητά, η αναφορά της σχετικής σύμβασης και η παράδοση της νομής τους.
Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε κατά τον αναιρεσείοντα, μετ’ αποδοχή του περί αοριστίας της λόγου έφεσης του τελευταίου.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ’ ορθή υπαγωγή (και όχι και τον αριθμό 19 του άρθρου τούτου, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.
Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση -προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα μεταξύ άλλων πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο (θρησκευτικό) γάμο στη ..., στις 20-4-1996 και αμέσως μετά μετέβησαν και εγκαταστάθηκαν στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ. Από το γάμο τους απέκτησαν δύο άρρενα τέκνα, που είναι ανήλικα, έχοντας γεννηθεί στις 25-11-1996 και 4-1-1998 και ονομάστηκαν Μ.
και Ι. αντίστοιχα. Το έτος 2001 επέστρεψαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν σε ιδιόκτητη κατοικία της ενάγουσας στο ... Θεσσαλονίκης και κατόπιν, το έτος 2007 μετακόμισαν σε μονοκατοικία, ιδιοκτησίας του εναγομένου, στους ... του Δήμου ... Ν. Θεσ/νίκης. Ο γάμος τούτων διήρκεσε έως τις αρχές Σεπτεμβρίου 2010, που η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε οριστικά, με την αποχώρηση της ενάγουσας από την κοινή κατοικία τους μαζί με τα ανήλικα, των οποίων την επιμέλεια ασκεί προσωρινά αυτή.
Ακόμη αποδείχθηκε, ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους η ενάγουσα, η οποία δεν εργαζόταν, ασχολούμενη με την ανατροφή των παιδιών της, απέκτησε κατά κυριότητα από δώρα εκ μέρους του εναγομένου, φιλικών προσώπων της ή συγγενικών τα παρακάτω πράγματα και συγκεκριμένα: 1) ένα σταυρό με αλυσίδα από λευκόχρυσο, αξίας 435 ευρώ, 2) ένα χρυσό δακτυλίδι με λευκή πέτρα, αξίας 1.000 ευρώ, 3) μια λεπτή τριπλή ασημένια αλυσίδα με πράσινη πέτρα ζιργκόν, αξίας 300 ευρώ, 4) ένα γυναικείο ρολόι ασημένιο γαλάζιου χρώματος και μάρκας VERSACE, αξίας 725 ευρώ, 5) ένα άλλο ρολόι λευκού χρώματος, επίσης μάρκας VERSACE, αξίας 145 ευρώ, 6) άλλο ασημένιο ρολόι με λουράκι από καφέ δέρμα, αξίας 73 ευρώ, όλα αυτά δώρα του εναγομένου, 7) ένα βραχιόλι με λευκή πέρλα, αξίας 100 ευρώ, δώρο της φίλης της Κ.
Β., 8) ένα βραχιόλι με πέρλα σβαρόφσκι, αξίας 100 ευρώ, 9)ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια με ζιργκόν, αξίας 725 ευρώ, 10) ένα βραχιόλι από ασήμι και χρυσό, αξίας 200 ευρώ και ένα χρυσό δακτυλίδι με μικρά διαμαντάκια, αξίας 300 ευρώ, δώρα αυτά της κουμπάρας της Τ. Κ., 11) ένα χρυσό δακτυλίδι σε λίρα Αγγλίας, αξίας 300 ευρώ και ένα χρυσό δακτυλίδι Βυζαντίου, αξίας 1.000 ευρώ, δώρα του πατέρα της Μ., 12) ένα δακτυλίδι από ασήμι και χρυσό, αξίας 100 ευρώ και ένα βραχιόλι, χρυσή βέργα, αξίας 150 ευρώ, δώρα της πεθεράς της Σ., 13) ένα χρυσό βραχιόλι, αξίας 200 ευρώ, γαμήλιο δώρο φίλων, 14) ένα ασημένιο μενταγιόν με δέρμα, αξίας 109 ευρώ, που αγόρασε η ίδια με δικά της χρήματα, 15) ένα σετ από λευκόχρυσο, αποτελούμενο από μια αλυσίδα, ένα μενταγιόν με το σήμα VERSACE, ένα βραχιόλι με το ίδιο σήμα και ένα δακτυλίδι με μικρά διαμαντάκια, αξίας όλων μαζί 7.246 ευρώ, δώρο του εναγομένου στην Αμερική, 16) μια χρυσή πλεκτή βέργα με τρεις κρίκους με χρωματιστές πολύχρωμες πέτρες, αξίας 2.900 ευρώ, επίσης δώρο του εναγομένου, 17) μια χρυσή βέργα με κρεμασμένη καφέ πέτρα και δακτυλίδι με όμοια πέτρα, αξίας 200 ευρώ, που αγόρασε η ίδια με δικά της χρήματα και 18) ένα χρυσό δακτυλίδι με γαλάζια πέτρα, αξίας 100 ευρώ και ένα με σκούρη πέτρα, αξίας 110 ευρώ, δώρα φίλης της από το Λίβανο, όλων δε τούτων αξίας συνολικά 16.538 ευρώ.
Ακόμη, απέκτησε κατά κυριότητα τα εξής κινητά πράγματα, όπως συνομολογήθηκε από τον εναγόμενο, από αγορά ή δώρα κατά τη διάρκεια του γάμου της: 1) μια τηλεόραση πλάσμα 30 ιντσών, αξίας 500 ευρώ, 2) ένα πλυντήριο, αξίας 300 ευρώ, 3) ένα ξύλινο τραπεζάκι τηλεόρασης, αξίας 150 ευρώ, 4) ένα στρογγυλό καθρέφτη ζωγραφισμένο στο χέρι, αξίας 200 ευρώ, 5) δύο μπρούτζινες ψηλές καρέκλες με μπεζ ύφασμα αντίκες του πατέρα της, αξίας 1.000 ευρώ, 6) δύο πίνακες ζωγραφικής με παράσταση στον ένα ελεφάντων και στον άλλο ενός αγγέλου, αξίας 1.000 και 200 ευρώ, αντίστοιχα, 7) ένα χαλί μεγάλο ολόμαλλο κόκκινου χρώματος και διαστάσεων 2μΧ2μ, αξίας 500 ευρώ και 8) ένα σετ επίπλων μπαμπού, αποτελούμενο από διθέσιο καναπέ, δύο πολυθρόνες και ένα τραπεζάκι, αξίας 500 ευρώ, δηλαδή αξίας συνολικά 4.350 ευρώ.
Επίσης, απέκτησε από δώρα της μητέρας της: 1) δεκαπέντε ποτήρια, αξίας 20 ευρώ το καθένα και συνολικά 300 ευρώ, 2) οκτώ ποτήρια ποτού, αξίας 15 ευρώ το καθένα και συνολικά 120 ευρώ, 3) έξι ποτήρια του λικέρ αντίκες, αξίας 30 ευρώ το καθένα και εν λόγω 180 ευρώ, 4) ένα ασημένιο δίσκο, αξίας 300 ευρώ και 5) δύο κρυστάλλινα μπουκάλια για λικέρ, αξίας 200 ευρώ καθένα και συνεπώς συνολικά αξίας 1.300 ευρώ.
Από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι απέκτησε η ενάγουσα την κυριότητα άλλων πραγμάτων
πέραν των προαναφερθέντων, όπως δεν αποδείχθηκε και ότι ήταν λιγότερα από αυτά τα αποκτηθέντα από εκείνη, παρά τους αντίθετους αντίστοιχα λόγους των διαδίκων. Τέλος, αποδείχθηκε, ότι στην κυριότητα των ανήλικων τέκνων τούτων περιήλθαν, από δώρα των παππούδων και άλλων συγγενών τους, τα εξής κινητά πράγματα: 1) δύο χρυσοί σταυροί με αλυσίδες, αξίας 200 ευρώ καθένας, 2) δύο αλυσίδες χρυσές με τα ζώδιά τους, αξίας 110 ευρώ καθεμία, 3) διάφορα ματάκια, αξίας 100 ευρώ και 4) ένα βραχιόλι, αξίας 80 ευρώ, συνολικά δε 800 ευρώ....".
Ακολούθως, το Εφετείο και με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθμ. 11 γ’ ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του, δεν έλαβε υπόψη την από 13-9-2010 δήλωση της αναιρεσίβλητης, στην οποία αναφέρει ότι παρέλαβε όλα τα προσωπικά της είδη.
Το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να δεχθεί την κατά του αναιρεσείοντος αγωγή αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη "όλα γενικά τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι". Όμως, από το γεγονός ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσείων δεν επιτρέπει στην αναιρεσίβλητη να παραλάβει από τη συζυγική οικία τα προαναφερθέντα κινητά πράγματα, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της προσβαλλομένης, όπως αυτό αναφέρεται πιο πάνω και στο οποίο καμία αναφορά δεν γίνεται στο συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο, ας σημειωθεί, ο αναιρεσείων επικαλέστηκε νόμιμα και στο οποίο αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα, κατά την αποχώρησή της από τη συζυγική οικία, παρέλαβε όλα τα προσωπικά της είδη, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι αυτό λήφθηκε υπόψη και εκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (ΚΠολΔ 580 § 3), ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.
Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4). Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 70/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από εκείνον παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ