Legislator Case Law & Legislation
339/2015 AI generated

339/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 339/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

339/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συνέχεια αναφέρεται ότι "από την συνεργασία της αντιδίκου με την εκκαθαριζόμενη εταιρία μέχρι 31-12-2000 προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 8.476.424 δρχ όπως προκύπτει από το συνημμένο Αναλυτικό καθολικό πρακτόρων [Κωδ. 229]. Στις 31-12-2000 το χρεωστικό υπόλοιπο της αντιδίκου προς την εκκαθαριζομένη εταιρία ανερχόταν σε 8.476.424 δρχ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 339 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 339/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Ρ. του K., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ARGO Aνώνυμη Ασφαλιστική εταιρία Γενικών Ασφαλιστικών ζημιών", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή Βασίλειον Παπανδρέου, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1037/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 6319/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 6-3-2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Στεφάνου Βόσκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 5327Γ'/18-2-2014 και 5476/20-3-2014 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ..., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα, αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως περιέχον πράξη ορισμού δικασίμου για την 17-3-2014 και μετ'αναβολήν για την παρούσα δικάσιμο και κλήση για να παραστεί κατά την συζήτηση της υποθέσεως επεδόθη νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με νόμιμο τρόπο και συνεπώς πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία της, σαν να ήτο παρούσα.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ.: "Η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα 2. Στην αγωγή αναφέρεται: α) προκειμένου για δίκες περιουσιακών σχέσεων η χρηματική αξία του επιδίκου αντικειμένου και β) τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου".

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε στην αγωγή της τα ακόλουθα: "Δυνάμει της από 25-11-1997 σύμβασης ασφαλιστικής πρακτορεύσεως που κατάρτισαν την ίδια ημέρα στην Αθήνα η εκκαθαριζόμενη εταιρία με την αντίδικο ως ασφαλιστική πράκτορα και της οποίας αντίγραφο προσαρτάται αυτούσια στην παρούσα αγωγή προκειμένου να αποτελέσει με αυτήν ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα, παρείχαμε σε αυτήν το δικαίωμα όπως δια μεσολαβήσεώς της συνάπτει ασφαλιστικές συμβάσεις αντί της μεταξύ μας συμφωνηθείσας προμήθειας (αμοιβής), προβαίνει στην είσπραξη των ασφαλίστρων σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης, του ΝΑ 400/1970, του Νόμου1569/1985, του π.δ.298/1986 και κάθε σχετικής με τις ασφαλίσεις απόφασης ή κανονισμού των αρχών ή της ενώσεως ασφαλιστικών εταιρειών και των εντολών και οδηγιών της εκκαθαριζόμενης εταιρίας και πράττει ό,τι ανετίθετο σ 'αυτήν από την εκκαθαριζόμενη εταιρία σύμφωνα και με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης πρακτορεύσεως ...".

Στη συνέχεια αναφέρεται ότι "από την συνεργασία της αντιδίκου με την εκκαθαριζόμενη εταιρία μέχρι 31-12-2000 προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 8.476.424 δρχ όπως προκύπτει από το συνημμένο Αναλυτικό καθολικό πρακτόρων [Κωδ. 229]. Στις 31-12-2000 το χρεωστικό υπόλοιπο της αντιδίκου προς την εκκαθαριζομένη εταιρία ανερχόταν σε 8.476.424 δρχ.

Το Φεβρουάριο του 2001 ο αντίδικος κατέβαλε στην εκκαθαριζομένη εταιρία 3.050.000 δρχ. τον Μάρτιο του 2001 2.850.000 δρχ., τον Απρίλιο του 2001, 2.418.055 δρχ. και τον Μάιο του 2001 1.903.192 δρχ. Με αυτές τις καταβολές ο αντίδικος εξόφλησε πλήρως το χρεωστικό του υπόλοιπο προς την εκκαθαριζομένη εταιρία που υπήρχε στις 31-12-2000 και δημιουργήθηκε υπέρ του πιστωτικό υπόλοιπο ποσού 1.744.823 δρχ.." και παρατίθεται αυτούσιο σε τέσσερεις [4] σελίδες το προαναφερθέν αναλυτικό καθολικό πρακτόρων, ακολούθως δε αναφέρεται: " Στη συνέχεια από τη συνεργασία του αντίδικου με την εκκαθαριζομένη εταιρία από την 1-1-2001 έως τις 31-5-2001 δημιουργήθηκε χρεωστικό υπόλοιπο του αντιδίκου προς την εκκαθαριζόμενη εταιρία, όπως τούτο προκύπτει από τα πινάκια παραγωγής ασφαλίστρων και τη συγκέντρωση παραγωγής ασφαλίστρων της ιδίας χρονικής περιόδου.

Προκειμένου να αποτελέσουν ενιαίο και αναπόσπαστο μέρος της παρούσας αγωγής παρατίθενται αυτούσια τα πινάκια παραγωγής ασφαλίστρων κατά κλάδο ασφάλισης της χρονικής περιόδου από 1-1-2001 έως ης 31-5-2001 όπου αναγράφονται οι αριθμοί των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και των πρόσθετων πράξεων (συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων πράξεων ακυρώσεως των ασφαλιστηρίων συμβολαίων),τα ονοματεπώνυμα των ασφαλισμένων - πελατών, οι ημερομηνίες έκδοσης των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και των πρόσθετων πράξεων, η έναρξη ισχύος και η λήξη ισχύος των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, τα καθαρά και ολικά ασφάλιστρα, οι προμήθειες (αμοιβές) του αντιδίκου και τα ποσά των τυχόν ακυρωθέντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων αποτυπωμένα με το πρόσημο (-) ...

Από τα πινάκια, αυτά προκύπτει ότι το χρεωστικό υπόλοιπο της αντιδίκου προς την εκκαθαριζόμενη εταιρία ανερχόταν στις 31-5-2001 σε 10.682.807 δρχ. Αυτό το χρεωστικό υπόλοιπο προκύπτει από το άθροισμα των πινακίων εισαγωγής των μηνών από τον Ιανουάριο του 2001 μέχρι και τον Μάιο του 2001, ήτοι 1.805.129 δρχ. του μήνα Ιανουαρίου του 2001, 2.629.234 δρχ.

του μήνα Φεβρουαρίου 2001, 2.391.814 δρχ. του μήνα Μαρτίου του 2001,2.101.161δρχ. του μήνα Απριλίου του 2001 και 1.755.469 δρχ. του μήνα Μαΐου του 2001. Από το ποσό των 10.682.807 δρχ. πρέπει να αφαιρεθεί το ως άνω ποσό των 1.744.823 δρχ. που αποτελεί την πιστωτική διαφορά υπέρ της αντιδίκου οπότε το χρεωστικό υπόλοιπο της αντιδίκου προς την εκκαθαριζόμενη εταιρία ανερχόταν στις 31-5-2001 σε 8.937.984 δρχ.

Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια όλων των κλάδων ασφάλισης που καταρτίστηκαν εντός του μηνός Ιουνίου του 2004 δεν συνυπολογίστηκαν στη διαμόρφωση του χρεωστικού υπολοίπου της αντιδίκου προς την εκκαθαριζόμενη εταιρία δηλαδή ουδέποτε τα ασφάλιστρα αυτών προστέθηκαν στο υπόλοιπο διότι ουδέποτε λήφθηκαν υπόψιν για τον προσδιορισμό του χρεωστικού υπολοίπου της αντιδίκου.

Στο ως άνω χρέος της αντιδίκου προς την εκκαθαριζόμενη εταιρία δεν συμπεριλαμβάνονται τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, οι πρόσθετες πράξεις κλπ που καταρτίστηκαν εντός του μηνός Ιουνίου 2001.Από το μήνα Ιούνιο του 2001 συνυπολογίστηκαν και λήφθηκαν υπόψιν μόνο τα ποσά των ακυρωθέντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων κλπ που καταρτίστηκαν το προηγούμενο χρονικό διάστημα πριν από τον Ιούνιο του 2001 και ακυρώθηκαν εμπρόθεσμα εντός του μηνός Ιουνίου 2001 σύμφωνα με τους όρους της από 25-11-1997 σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης, τις διατάξεις του ΝΑ 400/1970 όπως ισχύει και του π.

δ. 298/1996. Το ποσό των ασφαλίστρων αυτών των ακυρωθέντων συμβολαίων ανέρχεται σε (1.334.138 δρχ. τα ασφάλιστρα μείον 214.344 δρχ. οι προμήθειες της αντιδίκου καθ'όσον η αντίδικος δεν δικαιούται προμηθειών αφού δεν εισπράχτηκαν ασφάλιστρα, μετά την ακύρωση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων κλπ σύμφωνα με τον υπ'αριθμόν 21 όρο της από 25-11-1997 σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης) ίσον 1.119.794 δρχ.

Επισημαίνεται ότι στα πινάκια παραγωγής του μηνός Ιουνίου 2001 που ακολουθούν, τα ακυρωθέντα συμβόλαια, οι ακυρωθείσες πρόσθετες πράξεις κλπ σημειώνονται με την ένδειξη αστερίσκο ... Επομένως το χρεωστικό υπόλοιπο της αντιδίκου προς την εκκαθαριζομένη εταιρία διαμορφώνεται στο ποσό των (8.937.984 δρχ. το χρεωστικό υπόλοιπο της αντιδίκου της χρονικής περιόδου από την 1-1-2001 μέχρι τις 31-5-2001 μείον 1.119.794 δρχ.

το -πιστωτικό υπόλοιπο της αντιδίκου του μηνός Ιουνίου 2001 ίσον) = 7.818.190 δρχ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. β του Ν.Δ. -Χ) 1970 όπως τούτο ισχύει οι τυχόν καταβληθείσες νόμιμες προμήθειες επιστρέφονται ή αναζητούνται από τον εκκαθαριστή. Ακόμα σύμφωνα με τον υπ' αριθμόν 21 όρο της από 25-11-1997 σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης, η παροχή από την ασφαλιστική εταιρία προς τον ασφαλιστικό πράκτορα των προμηθειών (αμοιβών) του γίνεται μετά την καταβολή των εισπραττομένων ασφαλίστρων στην ασφαλιστική εταιρία.

Από τα προαναφερόμενα συνάγεται σαφέστατα το συμπέρασμα ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας δικαιούται προμηθειών μόνο όταν τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα καταβάλλονται στην ασφαλιστική εταιρία διότι σε αντίθετη περίπτωση δε δικαιούται προμήθειας και αν τυχόν την έχει εισπράξει υποχρεούται να την επιστρέψει στην ασφαλιστική εταιρία.

Όπως προαναφέρθηκε η άδειο, σύστασης και λειτουργίας της εταιρίας ανακλήθηκε στις 19-6-2001 οπότε και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση. Η εκκαθαριζόμενη εταιρία έπαψε πλέον να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες και να καλύπτει κινδύνους από τις 19-6-2001. Μόνο η αστική ευθύνη τρίτων από την κυκλοφορία οχημάτων καλυπτόταν για ένα μήνα ακόμα ήτοι έως τις 19-7-2001 στο Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ". Τα ασφάλιστρα για τον κλάδο αστικής ευθύνης τρίτων από την κυκλοφορία οχημάτων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από τις 19-7-2001 μέχρι τον αναγραφόμενο στα ασφαλιστήρια συμβόλαια χρόνο λήξης και τα ασφάλιστρα για τους λοιπούς κλάδους που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από τις 19-6-2001 μέχρι τον αναγραφόμενο στα ασφαλιστικά συμβόλαια χρόνο λήξης είναι μη δεδουλευμένα.

Στο σημείο αυτό προκειμένου να αποτελέσουν ενιαίο και αναπόσπαστο μέρος της παρούσας, παρατίθενται αυτούσια οι καταστάσεις που περιέχουν τους αριθμούς των ασφαλιστηρίων συμβολαίων-πρόσθετων πράξεων, τους καλυπτόμενους κινδύνους ανά κλάδο, τα ποσά των ασφαλίστρων και των δικαιωμάτων και των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων κλπ στο τέλος δε, υπάρχουν συγκεντρωτικές καταστάσεις.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα ποσοστά των προμηθειών (αμοιβών) του αντιδίκου ανά κλάδο αναφέρονται στο κείμενο της από 25-11-1997 σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης που παρατίθεται αυτούσια παραπάνω. Αυτές οι καταστάσεις έχουν ως εξής: ... Απ' όλες αυτές τις καταστάσεις προκύπτει ότι το ποσό που αντιστοιχεί στις προμήθειες των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων ανέρχεται σε (1451 δρχ.

για τον κλάδο ατυχημάτων + 77.352 δρχ. για τον κλάδο πυρός και 733.111 δρχ. για τον κλάδο αυτοκινήτων ίσον) 811.914 δρχ. το οποίο η αντίδικος σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα υποχρεούται να αποδώσει στην εκκαθαριζόμενη εταιρία. Το ποσό λοιπόν που οφείλει η αντίδικος στην εκκαθαριζόμενη εταιρία ανέρχεται σε (7.818.190 δρχ. + 811.914 δρχ.=) 8.630.104 δρχ.

ή 25.326,79 ευρώ το οποίο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις και διαμαρτυρίες αρνείται όλως αντισυμβατικά και αδικαιολόγητα να αποδώσει στην εκκαθαριζόμενη εταιρία Επειδή απ' όλα τα προαναφερόμενα συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αντίδικος πρέπει να καταβάλει στην εκκαθαριζόμενη εταιρία το ποσό των 25.326,79 ευρώ ...

Με βάση το παραπάνω ιστορικό η αναιρεσίβλητη είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, να της καταβάλει το εν λόγω ποσό με το νόμιμο τόκο από 20-6-2001 που είναι η δήλη ημέρα πληρωμής του οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με τον 10° όρο της σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης και το ΠΔ 298/ 1986,άλλως από 11-6-2002 ή από 19-12-2003 όταν η αναιρεσείουσα οχλήθηκε εξώδικα, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Ενόψει αυτών περιέχονται στην αγωγή όλα τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔικ στοιχεία για τη νομική της θεμελίωση και τη δικαστική της εκτίμηση. Ειδικότερα αναφέρονται με βάση τους επισυναφθέντες σ' αυτήν πίνακες, αφενός μεν το πιστωτικό υπόλοιπο κατά την 31-12-2000 που προκύπτει ύστερα από σχετικές καταβολές της αναιρεσείουσας στην αναιρεσίβλητη μέχρι 31-12-2000, αφετέρου δε το τελικό χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 31-5-2001, που όφειλε να επιστρέψει η αναιρεσείουσα από μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα, τα οποία αφορούσαν συμβόλαια, η χρονική διάρκεια των οποίων έληγε μετά την 19-6-2001 όταν ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της αναιρεσίβλητης και τέθηκε αυτή υπό ασφαλιστική εκκαθάριση.

Εξειδικεύονται δηλαδή πλήρως και με σαφήνεια ποιά συγκεκριμένη χρονική περίοδο αφορά το ποσό της οφειλής της, για ποιά συγκεκριμένα συμβόλαια δεν έχουν καταβληθεί από αυτήν ασφάλιστρα και πως δημιουργήθηκε το παραπάνω χρεωστικό υπόλοιπο. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε την αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη και ακολούθως την ερεύνησε κατ'ουσίαν δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.

και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α'Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".

Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 3 § 6 Ν.Δ. 400/1970 (Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως): "Τριάντα ημέρες μετά την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης θεωρούνται αυτοδίκαια λυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις της, εκτός από αυτές των ασφαλίσεων ζωής, εφόσον μέσα στην πιο πάνω προθεσμία δεν έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Εμπορίου τυχόν αίτηση άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου.

Τα καταβληθέντα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα επιστρέφονται. Τυχόν καταβληθείσες νόμιμες προμήθειες επιστρέφονται ή αναζητούνται από τον εκκαθαριστή". Κατά το άρθρο 38 § 3 Π.Δ. 237/1986 (Κωδικοποίηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως οχημάτων): "Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης στον κλάδο ασφάλισης της αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, σύμφωνα προς τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου η επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να ακυρώσει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που έχει εκδόσει επιφυλασσομένων των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 11 και να επιστρέψει στους ασφαλισμένους τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα αυτών των ασφαλιστηρίων αφαιρώντας από αυτά ποσοστό 25%".

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η ασφαλιστική εταιρία της οποίας έχει ανακληθεί η άδεια, εφόσον δεν προηγήθηκε έγκριση του Υπουργού Εμπορίου αίτησης άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου εντός του μηνός, τότε είναι υπεύθυνη να επιστρέψει τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα στους ασφαλισθέντες πελάτες της, εφόσον αυτά εισπράχθη καν από τον ασφαλιστικό της πράκτορα και αποδόθηκαν από αυτόν στην εταιρία.

Εάν όμως δεν έχουν αποδοθεί και εξακολουθούν να παρακρατούνται από τον πράκτορα, τότε έχει αγωγική αξίωση κατ' αυτού για την απόδοση τους, ώστε να μπορέσει να ικανοποιήσει τους ασφαλισθέντες πελάτες της, που έχουν αντίστοιχη αξίωση εναντίον της, ανεξάρτητα εάν αυτοί έχουν επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της.

Η τυχόν επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων από τον ίδιο τον πράκτορα στους ασφαλισθέντες, δεν αποκλείει το έννομο συμφέρον αυτής να επιδιώξει την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης από τον ασφαλιστικό πράκτορα και συνακόλουθα την ενεργητική της νομιμοποίηση για την άσκηση αγωγής, αλλά αποτελεί πραγματικό γεγονός που, εφόσον αποδειχθεί, οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής της εταιρίας κατά του πράκτορα ή στην απόρριψη της αγωγής των ασφαλισθέντων εναντίον της.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων από την αναιρεσείουσα, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 450 εδ. α'Α.Κ.: "Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι απαγορεύεται στον οφειλέτη ο συμψηφισμός ανταπαιτήσεώς του κατά απαιτήσεως του δανειστή, η οποία γεννήθηκε συνεπεία αδικήματος προαχθέντος δολίως από τον πρώτο, χωρίς να είναι απαραίτητο η αδικοπραξία να συνιστά και ποινικώς κολάσιμη πράξη.

Η απαγόρευση δε αυτή έχει εφαρμογή και για τον αναδεχθέντα, σύμφωνα με το άρθρο 471 Α.Κ. το εκ του αδικήματος χρέος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εισέπραξε για λογαριασμό της εναγούσης - αναιρεσίβλητης, από πελάτες της, ασφάλιστρα, τα οποία ανέρχονται συνολικώς στο ποσό των 8.630.104 δρχ. (25.326,79 ευρώ), το οποίο ιδιοποιήθηκε παρανόμως και, κατά λέξιν: "αρνείται παρανόμως και αντισυμβατικώς να της το αποδώσει αν και οχλήθηκε προς τούτο ...

προκαλώντας της αντίστοιχη ζημία ...". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της αναιρεσειούσης κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο είχε δεχθεί κατ'ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης, η οποία στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και ανεγνώρισε, ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ως άνω ποσόν.

Εν όψει όλων αυτών, ο προβληθείς στο δικαστήριο της ουσίας εκ μέρους της εναγομένης - αναιρεσειούσης ισχυρισμός περί συμψηφισμού της απαιτήσεως της εναγούσης - αναιρεσίβλητης με ανταπαίτηση ποσού 7.655.582 δρχ. την οποία ισχυρίζεται ότι έχει η πρώτη κατά της δευτέρας, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, σύμφωνα με το άρθρο 450 εδ.

α' Α.Κ. Ακολούθως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. και ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα και με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Α.Π. 1891/2013).

Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό". Ο λόγος αυτός Ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στο Εφετείο αφ'ενός μεν την πλημμέλεια της υπάρξεως αντιφατικών αιτιολογιών στην απόφασή του, σε σχέση με την ουσιαστική παραδοχή του ως προς την αναφερόμενη δήλη ημέρα ενάρξεως της τοκοφορίας της αναγνωρισθείσης απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε της παραμορφώσεως εγγράφου και συγκεκριμένως της συμβάσεως ασφαλιστικής πρακτορεύσεως που είχε καταρτισθεί μεταξύ τους.

Συγκεκριμένα ισχυρίζεται κυρίως ότι το Εφετείο, ενώ αρχικά δέχεται (σελ. 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων με τον 10ο όρο της συμβάσεως ορισμένη ημέρα εκπληρώσεως της παροχής και δή η 20-6-2001, στην συνέχεια δέχθηκε τα αντίθετα, ότι δηλαδή, αυτή οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσόν των 25.326.79 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από 20-6-2001 [δήλη ημέρα πληρωμής σύμφωνα με τον υπ'αριθμό 10 όρο της από 25-11-1997 συμβάσεως], με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για το αν ορθώς εφαρμόσθηκε ή όχι η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 341 εδ.α' ΑΚ.

Επικουρικώς δε ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι με βάση τον 10° συμβατικό όρο οι διάδικοι συμφώνησαν ως δήλη ημέρα εκπληρώσεως της παροχής την 20-6-2001,παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω συμβατικού όρου, ενόψει και του ότι, όπως έχει δεχθεί, η επιστροφή των ασφαλίστρων πρέπει να λάβει χώραν με πρωτοβουλία του εκκαθαριστού ήτοι όχληση αυτού προς τον ασφαλιστικό πράκτορα που τα παρακρατεί.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο κύριο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτει η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αντιφατικότητα των αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα. Τούτο δε κυρίως διότι, η αναφορά στην σελ.3 της προσβαλλομένης αποφάσεως (στην οποία παραπέμπει ο λόγος αναίρεσης), κατά λέξη "... 2] σύμφωνα με τους όρους 9 και 10 της συμβάσεως, η εναγομένη είχε υποχρέωση α]να τηρεί αναλυτικό λογαριασμό των εισπραχθέντων ασφαλίστρων και της εν γένει διαχειρίσεως του προηγούμενου διμήνου και να της καταβάλει κάθε πλεόνασμα.

Εάν δε το πλεόνασμα δεν καταβληθεί μέχρι το τέλος του μηνός κατά το οποίο πρέπει να αποδοθεί ο αναλυτικός λογαριασμός, οι απαιτήσεις της ενάγουσας θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και υπολογίζεται ο νόμιμος τόκος υπερημερίας ..." δεν αποτελεί ουσιαστική παραδοχή που να έρχεται σε αντίθεση με όσα μετέπειτα έγιναν δεκτά, αλλά ανάπτυξη του περιεχομένου της αγωγής.

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, ο ίδιος λόγος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2011 αίτηση της Β. Ρ. για αναίρεση της υπ'αριθ. 6319/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ