339/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2787/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1675/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσίβλητη με την από 17-6-2008 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated339/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2.787/2006 απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς το περί αποζημίωσης αίτημά της ως αόριστη. Κατά της εκκαλουμένης το ενάγον σωματείο άσκησε την από 11-10-2007 και με αρ. κατ. 8374/2007 έφεση με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της και την παραδοχή της αγωγής του. Με την εκδοθείσα επ' αυτής 1675/2008 απόφαση του εφετείου έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία και εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα απόφαση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 339 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 339/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σκοπευτική Εταιρία" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του νομίμου εκπροσώπου του Π. Ρ. και διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του, τον Γρηγόριο Παπαδόγιαννη, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της Εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων Ανώνυμος Εταιρεία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων" δυνάμει νομοθετικής διατάξεως, η οποία εκπροσωπήθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων της Μαρία Ντότσικα και Βικτωρία Δούκα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2787/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1675/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσίβλητη με την από 17-6-2008 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 515/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναίρεσε την προσβαλλομένη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εξέταση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο.
Εκδόθηκε η 5712/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, Την αναίρεση της παραπάνω απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-1-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 2-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, τέταρτου, πέμπτου, ένατου και δέκατου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τ' ακόλουθα:
Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον Σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με την από 10-5-2002 και με αρ. κατ. 3419/2002 αγωγή του όπως διευκρινίστηκε και περιορίστηκε κατά το αίτημά της ισχυρίζεται ότι με το από 27-2-1976 ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών (από 27-2-1976 μέχρι 27-2-1984) το περιγραφόμενο σ' αυτή ακίνητο ήτοι ένα γήπεδο, εμβαδού κατά το συμφωνητικό οκτώ στρεμμάτων ως έγγιστα και στην πραγματικότητα 16.467 τμ.
κείμενο στην περιοχή ... αντί μηνιαίου μισθώματος ποσού 480.000 δρχ. το έτος, αναπροσαρμοζόμενου ανά τριετία, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την ανέγερση κτισμάτων προς εξυπηρέτηση αναγκών του μισθωτή, τα οποία δυνάμει συμβατικού όρου θα παρέμειναν προς όφελος του εκμισθωτή. 'Ότι ο μισθωτής με την από 19-1-1984 εξώδικη δήλωσή του ζήτησε την παράταση της μίσθωσης δυνάμει συμβατικού όρου του μισθωτηρίου για μία ακόμη οκταετία και έτσι η διάρκεια της μίσθωσης παρατάθηκε μέχρι 27-2-1992 ενώ το ετήσιο μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 1.000.000 δρχ. 'Ότι το εναγόμενο δεν ζήτησε την εκ νέου παράταση της μίσθωσης και έτσι αυτή έληξε στις 27-2-1992. 'Ότι το εναγόμενο παρακράτησε παράνομα και υπαίτια το μίσθιο για το από 1-3-1999 μέχρι 30-9-2003 χρονικό διάστημα και ότι εξαιτίας της μη απόδοσής του σ' αυτό κατά τη λήξη της μίσθωσης στις 27-2-1992 απώλεσε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα από 1-3-1999 μέχρι 30-9-2003 το ποσό των 19.370 ευρώ μηνιαίως και συνολικά το ποσό των 1.065.350 ευρώ (55μην.
Χ 19.370 ευρώ) το οποίο με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μπορούσε να επιτύχει σε ελεύθερη εκμίσθωση κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα αν του είχε παραδοθεί εγκαίρως η χρήση του. Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει ως αποζημίωση για το ανωτέρω χρονικό διάστημα το ποσό των 380.000 Ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 685.350 Ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2.787/2006 απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς το περί αποζημίωσης αίτημά της ως αόριστη. Κατά της εκκαλουμένης το ενάγον σωματείο άσκησε την από 11-10-2007 και με αρ. κατ. 8374/2007 έφεση με την οποία ζήτησε την εξαφάνισή της και την παραδοχή της αγωγής του. Με την εκδοθείσα επ' αυτής 1675/2008 απόφαση του εφετείου έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία και εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα απόφαση.
Ακολούθως, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εταιρία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΕ", να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 119.246,76 Ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, απορρίπτοντας μεταξύ άλλων και τις ενστάσεις του ΟΣΚ για αδυναμία απόδοσης του μισθίου και έλλειψη υπαιτιότητας αυτού για την αδυναμία αυτή καθώς και την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος.
Στη συνέχεια, η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με την από 17-6-2008 αίτησή της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ζήτησε την αναίρεση της απόφασης αυτής, με την εκδοθείσα επί της οποίας 515/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε αυτή δεκτή εν μέρει, διότι όπως κρίθηκε, το εφετείο, διέλαβε ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατά την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ως ανωτέρω εταιρίας ότι το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχε την κατοχή και χρήση του μισθίου, δεδομένου ότι τα σχολικά συγκροτήματα τα έχει παραχωρήσει κατά κατοχή και χρήση σε τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα στο Δήμο Καισαριανής και το Δημόσιο τα οποία και παρακρατούν το μίσθιο, με συνέπεια, να μη νομιμοποιείται παθητικά, καθ' όσον ειδικότερα, δεν διευκρινίζεται, πως ο ΟΣΚ παρέμεινε στην κατοχή και χρήση του επίδικου μισθίου που υπήρξε στο παρελθόν αντικείμενο της σύμβασης μίσθωσης που είχε συναφθεί μεταξύ της αναιρεσίβλητης ως ανωτέρω εταιρίας και του αναιρεσείοντος σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΚΟΠΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", παρά την ισχύ της σχετικής για τις σχολικές εγκαταστάσεις νομοθεσίας ενόψει και του γεγονότος ότι το εν λόγω σωματείο είχε επιτύχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση που διατάσσει την απόδοση του μισθίου, από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία η οποία δεν έχει εκτελεστεί.
Περαιτέρω, όπως κρίθηκε με τη 515/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου το Εφετείο εσφαλμένα εκτίμησε τα προτεινόμενα για τη θεμελίωση της ένστασης περιστατικά και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την από το άρθρο 281 ΑΚ διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της από 17-6-2008 αιτήσεως αναιρέσεως, παρέπεμψε την υπόθεση κατά το προαναφερθέν μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ, κατά την οποία ο μισθωτής για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνηθέντος μισθώματος ως αποζημιώσεως είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να ερευνάται αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου.
Εκτός όμως από την ανωτέρω αποζημίωση χρήσης ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (ΑΚ 343 επ) και των θετικών παραβάσεων της σύμβασης (ΑΚ 343 επ. 335), έχει δε ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή (342 επ ΑΚ), την ανυπαρξία του οποίου οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει αυτός.
Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ, αποκαθίσταται η θετική ζημία, όπως είναι η δαπάνη για τη μίσθωση άλλου ακινήτου την οποία ο εκμισθωτής δεν θα έκανε αν του παραδιδόταν το μίσθιο για να το ιδιοχρησιμοποιήσει, καθώς και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο που θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε το μίσθιο αμέσως μετά τη λήξη της μίσθωσης.
Τέτοιο δε διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο "ως αποζημίωση χρήσης" μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής, εκμισθώνοντας σε άλλο το μίσθιο. Εξ άλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ειδικότερα, αντιφατικότητα των αιτιολογιών η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης υπάρχει, όταν σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξ αιτίας αυτής, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, σε σχέση με τον ερευνώμενο στη συνέχεια ένατο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε ανελέγκτως με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τ' ακόλουθα:
(α) Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, στις 27-2-1992, το εναγόμενο δεν απέδωσε τη χρήση του μισθίου χώρου στην εκμισθώτρια - ενάγουσα. Και τούτο διότι δικαιολογημένα πίστευε με τα αρμόδια όργανά του ότι η κυριότητα του μισθίου ακινήτου ,είχε περιέλθει αναδρομικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο και όφειλε να αποδώσει το μίσθιο.
Η θέση αυτή του εναγομένου έγινε δεκτή και με την 3818/1996 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτό, ότι το μίσθιο, με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987, είχε επανέλθει αναδρομικά στο Ελληνικό Δημόσιο, η μίσθωση μεταξύ των διαδίκων είχε λήξει με ειδική διάταξη νόμου και ότι ο εναγόμενος είχε παύσει να είναι μισθωτής και όφειλε να αποδώσει το μίσθιο στο Ελληνικό Δημόσιο στην κυριότητα του οποίου πλέον αυτό ανήκε.
Η παράλειψη αυτή του εναγομένου για παράδοση της χρήσης του μισθίου στην εκμισθώτρια ΠΣΕ, ενόψει της ως άνω διάταξης νόμου, που ίσχυε από το έτος 1987 και για την εφαρμογή της οποίας υπήρξε αμφισβήτηση, η οποία επιλύθηκε από τον Άρειο Πάγο σε Πλήρη Ολομέλεια, ήταν εύλογη και δικαιολογημένη τουλάχιστον από 1-1-1995 και μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του 2001, οπότε έλαβε γνώση της, με αριθμό 20/2001, απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 6-12-2001 και με την οποία κρίθηκε αμετάκλητα ότι η ως άνω διάταξη δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω ως αντισυνταγματική και, επομένως, η ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι κυρία του μισθίου ακινήτου και να έχει την ιδιότητα της εκμισθώτριας, αυτός δε μετά τη λήξη της μίσθωσης είχε υποχρέωση να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου.
Επομένως, η ένδικη αγωγή αποζημίωσης για την περαιτέρω ζημία που το ενάγον σωματείο επικαλείται ότι υπέστη από την παράνομη παρακράτηση του μισθίου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 μέχρι 28-2-1999, με την έννοια του πέραν του συμβατικού μισθώματος ποσού (διαφορά) που θα μπορούσε αυτό να επιτύχει σε ελεύθερη μίσθωση, αν είχε παραδοθεί σ' αυτό η χρήση του μισθίου κατά τη λήξη της μίσθωσης, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη μετά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της καταλυτικής ένστασης του εναγομένου ότι η καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (άρθρο 342 ΑΚ), που προτάθηκε παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρεται νομίμως από τον εναγόμενο, και συγκεκριμένα σε δικαιολογημένη πλάνη των οργάνων του όσον αφορά τις συνέπειες εφαρμογής της άνω διάταξης του άρθρου 50 του Ν. 1731/1987 στην επίμαχη σύμβαση μισθώσεως, με συνέπεια να του έχει δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι η κυριότητα του μισθίου είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο και ότι η ΠΣΕ δεν είχε την ιδιότητα του κυρίου - εκμισθωτή, μη έχοντας το δικαίωμα για εκμίσθωση του μισθίου σε τρίτους και να ελλείπει συνεπώς το πταίσμα του εναγομένου, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την υποχρέωσή του για αποκατάσταση κάθε άλλης επελθούσας στο ενάγον περαιτέρω ζημίας από τη μη απόδοση της χρήσης του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης, ενόψει του ότι σε περίπτωση μεταβίβασης, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, της κυριότητας του μισθίου προς τρίτο επέρχεται από το νόμο μεταβίβαση της σχέσης της μίσθωσης στο νέο κτήτορα, ο οποίος και αποκτά τα από τη μισθωτική σχέση δικαιώματα του εκμισθωτή και διακόπτεται ο ενοχικός δεσμός μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων και ο αρχικός εκμισθωτής, που ήταν και κύριος του μισθίου, μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας τούτου δεν νομιμοποιείται να αξιώσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 599 και 601 ΑΚ αποζημίωση χρήσης για χρόνο μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας του μισθίου ή την απόδοση τούτου και παράλληλα (β) Ως εκ τούτου, η ΟΣΚ ΑΕ μετά την κατασκευή των σχολείων και την παράδοσή τους στο Δήμο Καισαριανής και ιδίως μετά την έναρξη λειτουργίας αυτών έπαυσε πλέον να ασκεί οιαδήποτε εξουσία επ' αυτών (π.χ χρήση, νομή, κατοχή) εκ του νόμου.
Εντεύθεν συντρέχει αδυναμία απόδοσης του ένδικου μισθίου και έλλειψη υπαιτιότητας του εναγομένου, αφού δια νόμου έπαυσε να έχει τη χρήση και κατοχή αυτού. Τούτο προδήλως ήταν σε γνώση του ενάγοντος (Π.Σ.Ε), το οποίο μετά από μια απόπειρα εκτέλεσης της άνω αμετάκλητης απόφασης, δεν αποδεικνύεται ότι επεχείρησε ξανά να εκτελέσει απόφαση απόδοσης του ένδικου μισθίου, ενώ δηλαδή αρχικά δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" εξακολούθησε να έχει την κατοχή της επιδίκου εκτάσεως και μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης στις 27-2-1992 και μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του 2001 οπότε έλαβε γνώση της 20/2001 αποφάσεως του Αρείου Πάγου η οποία δημοσιεύτηκε στις 6-12-2001 και με την οποία κρίθηκε ως αντισυνταγματική η διάταξη από το άρθρο 50 του Ν.1731/1987, (με στοιχ. (α) αιτιολογία) στη συνέχεια δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία, μετά την κατασκευή των σχολείων και την παράδοσή τους στο Δήμο Καισαριανής και ιδίως μετά την έναρξη λειτουργίας αυτών, έπαυσε πλέον να ασκεί οιαδήποτε εξουσία επ' αυτών (χρήση κατοχή) εκ του νόμου (1894/1990) (με στοιχ. (β) αιτιολογία) Η τελευταία αυτή παραδοχή περί της μη κατοχής του μισθίου από τον αναιρεσίβλητο οργανισμό το επίδικο χρονικό διάστημα την οποία διαλαμβάνει παράλληλα και στα θεμελιωτικά της ερειδόμενης στο άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως του αναιρεσίβλητου Οργανισμού, συνεπεία της οποίας παραδοχής, εκτός άλλων, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως κατά κατάχρηση δικαιώματος ασκηθείσα, αντιφάσκει με την προαναφερόμενη κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός εξακολούθησε να έχει την κατοχή του μισθίου και μέχρι το μήνα Δεκέμβριο του 2001.
Πρέπει επομένως, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ένατος (9ος) λόγος της κρινόμενης με αρ. κατ. 287/2012 αίτησης αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω των αντιφατικών αυτής κατά τα προαναφερόμενα αιτιολογιών αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα για την ένδικη διαφορά της κατοχής ή μη του μισθίου το επίδικο χρονικό διάστημα από τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό.
Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολο των πληττομένων κεφαλαίων της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπουμένων λοιπών λόγων αναιρέσεως. Στη συνέχεια, η υπόθεση, πρέπει να κρατηθεί από τον 'Αρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ήδη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν.4139/2013. 'Ετσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον 'Αρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτή οι διάδικοι, να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.
Τέλος ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός, ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος σωματείου μειωμένη (άρθρο 22 παρ. 1 ν.3693/1957, σε συνδυασμό προς το άρθρο 2 της 1344/23/1992 κοινής απόφασης Υπ. Οικ. Και Δικ. που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση άρθρου 5 παρ. 12 ν.1738/1987, άρθρο 14 παρ. 3 του α.ν. 627/1968, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν.513/1976, σε συνδυασμό προς άρθρο 34 παρ. 2 ΠΔ 414/1998) όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ. αρ. 5712/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί επί της ουσίας την υπόθεση.
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υπόθεσης προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Οργανισμό στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος σωματείου που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ