339/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated339/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Full text
Απόφαση 339 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 339/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Φαμίση Α.Ξ.Τ.Ε" και ήδη "Χ Ξ.Τ.Ε Α.Ε", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Σωτήριος Παταβούκας.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3, κατοίκων ......, 4) Ψ4, κατοίκου ......, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Λεωνίδας Τσιάρας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.01.2001 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Ψ (αποβιώσασα στις 2.12.2003), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 400/2001, 223/2002 μη οριστικές και 67/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 302/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 04.10.2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 11.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρ. 335, 338, 339 και 346 του Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια, δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι δια της συνήθως γενικής αναγραφής του είδους των αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον από το άρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο του σκέλος η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ουσιαστικής βασιμότητας των αγωγικών κονδυλίων αναφέρει ότι έλαβε υπόψη, εκτός άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ενώ στα πρακτικά αυτά δεν υπάρχουν μαρτυρικές καταθέσεις.
Δοθέντος δε ότι επί της ένδικης αγωγής, πριν από την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, είχαν εκδοθεί, α)αρχικά η 400/2001 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο για να εμφανισθούν αυτοπροσώπως η αρχική ενάγουσα Ψ και ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας και τότε δεύτερος εναγόμενος Χ και β )στη συνέχεια η 223/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως μέχρι πέρατος της ποινικής διαδικασίας και διέταξε τη διαβίβαση στον αρμόδιο Εισαγγελέα των προσβληθέντων ως πλαστών εγγράφων με κατονομαζόμενο πλαστογράφο τον αυτό ως άνω δεύτερο εναγόμενο και εφόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως μνημονεύονται οι αποφάσεις αυτές, όπως και τα επ' αυτών πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, δεν είναι βέβαιο ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθησαν και οι περιλαμβανόμενες στα πρακτικά των αναβλητικών αποφάσεων καταθέσεως.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο πράγματι αναφέρει ότι έλαβε μεταξύ άλλων υπόψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, από την επισκόπηση δε των πρακτικών αυτών (67/2006) προκύπτει ότι περιέχεται μία κατάθεση, αυτή της μάρτυρος Α, που εξετάσθηκε με επιμέλεια του ήδη αναιρεσιβλήτου.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση όμως γίνεται μνεία περί καταθέσεων μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, γεγονός που καθιστά απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο από παραδρομή αναφέρθηκε μόνο στις καταθέσεις που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ότι έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν κατά τις προηγούμενες συνεδριάσεις του ίδιου Δικαστηρίου.
Έτσι, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για μη λήψη παρά το νόμο πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης προϋποθέτει πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτώς, διότι διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τα λάβει υπόψη.
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 648, 656, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1, 2 και 5 του Ν. 3198/1955 και 1 και 3 του Ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης που καταγγέλλει ακύρως της σύμβαση εργασίας περιέχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και πρέπει να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεως να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος.
Ο εργοδότης μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπερημερίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως. Ακόμη, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση να καταβάλει τον μισθό όταν η αδυναμία της παροχής της εργασίας οφείλεται σε υπαιτιότητα του μισθωτού ή σε τυχαίο περιστατικό που τον αφορά, όπως, επίσης, όταν υπάρχει αδυναμία αποδοχής της εργασίας από την πλευρά του εργοδότη εξαιτίας ανώτερης βίας.
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι προς απόκρουση της αξιώσεως της ενάγουσας όσον αφορά τη επιδίκαση μισθών υπερημερίας για τα έτη 2002 και 2003 είχε προβάλει με την έφεση και τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τον ισχυρισμό ότι από τις αρχές του έτους 2002 η αρχικώς ενάγουσα είχε προσβληθεί από ανίατη ασθένεια, η οποία καθιστούσε αδίνατη την προσφορά οποιαδήποτε εργασίας στην επιχείρησή της, όπως αποδεικνύεται από τα 223/2002 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στα οποία αναφέρεται ότι είχε απωλέσει τη φωνή της και αδυνατούσε να γραφεί, ο ισχυρισμός δε αυτός, όπως και τα προσκομισθέντα με επίκληση πρακτικά, δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο. 'Όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενόμενη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη των πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και των προτάσεων που υπέβαλαν στο ίδιο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής τόσο κατά τη δικάσιμο της 17-4-2002 όσο και κατά τη δικάσιμο της 11-1-2006, μετά την οποία εκδόθηκε η πρωτόδικη οριστική απόφαση, η αναιρεσείουσα δεν είχε προβάλει ισχυρισμό περί άρσεως της υπερημερίας της λόγω αδυναμίας της αρχικά ενάγουσας να εργασθεί για τους προαναφερθέντες λόγους κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές του έτους 2002 και εντεύθεν, παρότι, όπως καθίσταται σαφές και συνομολογείται από την ίδια, τα θεμελιωτικά του εν λόγω ισχυρισμού περιστατικά ήταν γεννημένα και γνωστά στην αναιρεσείουσα τουλάχιστον από τη συζήτηση της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο της 17-4-2002.
Τέτοιον ισχυρισμό πρόβαλε το πρώτον στο Εφετείο με τον δικόγραφο της εφέσεώς της, χωρίς όμως την επίκληση και συνδρομή των εξαιρετικών περιστάσεων του άρθρ. 527 του Κ.Πολ.Δ και συνεπώς απαραδέκτως. Επομένως το Εφετείο που δεν ασχολήθηκε με τον αντίστοιχο λόγο της εφέσεως, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αληθώς από το αρθ. 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, δεν είναι βάσιμος.
Εξάλλου, ο αυτός πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το τρίτο σκέλος, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, διότι με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφενός δέχθηκε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας Χ απηλλάγη αμετακλήτως της κατηγορίας ότι είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή της αρχικής ενάγουσας Ψ στην απόδειξη καταβολής ποσού 456.954 δρχ., που αφορούσε την καταβολή σε αυτήν μισθού μηνός Οκτωβρίου 2000, αποζημιώσεως καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, αποζημιώσεως αδείας και επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2000 και αφετέρου ότι η ίδια είχε αρνηθεί να υπογράψει την εν λόγω απόδειξη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην ανέλεγκτη, κατ' άρθρ. 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και δη σε ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξηγμένου από αυτές πορίσματος, το οποίο όμως παρατίθεται σαφώς.
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι της επελεύσεως ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου μετά το πέρας του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε διότι συμφωνήθηκε ρητώς ή σιωπηρώς είτε διότι προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της συμβάσεως, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Κατά το άρθρ. 5 § 3 εδ. α' του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, που γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 1, 5 § 1 του Ν. 2112/1920, 3 και 7 του Ν. 3198/1955 και 669 του Κ.Πολ.Δ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη αποζημίωση. Επομένως, είναι άκυρη εάν ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση, που υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 3 § 2 του Ν. 2112/1920 και 5 § 1 του Ν. 3198/1955.
Αντιθέτως, η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, της οποίας τα συμβαλλόμενα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο λήξεώς της, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος που συνομολογήθηκε χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Περαιτέρω, ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών. Εξάλλου, κατά τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή προβαίνει το δικαστήριο ανέλεγκτα, κατά το άρθρ. 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου της αρχικής ενάγουσας (που απεβίωσε μετά την άσκηση της αγωγής) Ψ συνήφθη την 1-6-1998 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας η δεύτερη προσλήφθηκε ως πλύντρια-σιδερώτρια στην ξενοδοχειακή επιχείρηση της πρώτης στην ......
αντί των εκάστοτε νόμιμων αποδοχών. Ότι με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, μετά από νόμιμη καταγγελία, παρατάθηκαν μέχρι 31-10-2000, οπότε η αναιρεσείουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της κατήγγειλε εγγράφως την τελευταία σύμβαση εργασίας χωρίς να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση με συνέπεια η καταγγελία να είναι για τον λόγο αυτό άκυρη και η εργοδότρια να περιέλθει σε υπερημερία.
Απέρριψε δε η προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι οι επίμαχες συμβάσεις εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου, διότι προβλήθηκε το πρώτον στο Εφετείο με τις προτάσεις της και σε κάθε περίπτωση, διότι τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και με την έφεσή της συνομολογούσε ότι οι συμβάσεις εργασίας ήταν αορίστου χρόνου, όπως άλλωστε προκύπτει και από την καταγγελία της 31-10-2000.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 648 και 669 του ΑΚ και περιέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της φύσεως των συμβάσεων εργασίας που συνήφθησαν μεταξύ της αναιρεσείουσας και της εργαζομένης.
Ειδικότερα, δέχεται με σαφήνεια ότι όλες οι συμβάσεις εργασίας ήταν κατά τη συμφωνία των μερών εξ αρχής αορίστου χρόνου, ότι η αναιρεσείουσα κατήγγειλε την τελευταία από τις συμβάσεις αυτές εγγράφως χωρίς να καταβάλει αποζημίωση και ως εκ τούτου η καταγγελία είναι άκυρη και περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη.
Επομένως, ο αντίθετος από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ λόγος της αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη από 4-10-2007 αίτηση της εταιρείας "Αφοί Φαμίση Α.Ξ.Τ.Ε" και ήδη "Χ Ξ.Τ.Ε ΑΕ" για αναίρεση της 302/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ