Supreme Court annuls lower court decision due to lack of unified trial stage for appeal and remands for new substantive hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the contested judgment against the appellants because the lower court failed to conduct a unified trial stage for the appeal and the merits. The appellants argued that the procedural error required a new substantive hearing, while the appellees contended the previous decision should stand. The court ruled that under the Civil Procedure Code, the appellate chamber must hold a new substantive discussion after the appeal, thereby remanding the case for a fresh trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 581(2) and 570(2) of the Civil Procedure Code; The appellate chamber must conduct a substantive trial within the scope of the appeal when no unified stage exists, necessitating a new hearing after the appeal is lodged.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 338 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 338/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Α. Κ., κατοίκου ..... 2) Κ. Γ. Κ., κατοίκου.. ... 3) Π. Γ. Κ., κατοίκου ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πρωτοπαππά, και κατέθεσαν προτάσεις.
Α.- Των εναγόντων - εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Α. συζ. Σ. Λ., το γένος Κ. Μ., κατοίκου …... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Γ. Κ. Μ., κατοίκου ....., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μάρθας Δεμουρτζίδου, και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ε. Β. Κ., κατοίκου ...., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Ε.
Μ. Π., κατοίκου ….., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Χ. Π., το γένος Π. Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της την 4-11-20…. Μ. Ε. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 6) Δ. Μ. Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της την 4-11-20…. Μ. Ε. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 7) Α.
Μ. Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα της την 4-11-20…. Μ. Ε. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 8) Π. Μ. Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατέρα του την 4-11-20…. Μ.Ε.Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 9) Κ. Κ. Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 10) Ε.
Κ. Χ., κατοίκου ....., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 11) Χ. συζ. Ι. Μ., το γένος Εμ. Π., κατοίκου …..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 12) Μ.Γ.Α., ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος την 25-1-20…., Γ. Τ. Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 13) Ε. Α. Π., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 14) Ά.
χας Β. Π., το γένος Ν. Τ., κατοίκου ……., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 15) Δ. συζ. Γ. Π., το γένος Β. Π., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Β. 16) Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των εναγόντων - εφεσιβλήτων - καθ' ου η κλήση: Ν. Π. Δ. Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Λασιθίου, ΓΝ-ΚΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ "ΔΙΑΛΥΝΑΚΕΙΟ" ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΣΗΤΕΙΑΣ" ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ", που εδρεύει στην Σητεία Κρήτης, νομίμως εκπροσωπουμένου, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Γαβουνέλη, και κατέθεσε προτάσεις.
Γ. Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ των εναγομένων - εκκαλούντων - αναιρεσειόντων - καλούντων: 17) Γ. Π. Α., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 18) Δ. Π. Α., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 19) Χ. Π. Α., κατοίκου ... που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίνας Κροντήρη, η οποία διορίστηκε σύμφωνα με το ν. 3226/2004 και κατέθεσε προτάσεις στις 7-11-2022, 20) του Δήμου ...
νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 21) Ι. Ν. Α., κατοίκου ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Λουκάκου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις, 22) Γ. Χ. Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 23) Ν.
Χ. Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 24) Ε. χας Κ. Π., κατοίκου ... ως μόνης εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου με τους επόμενους τρεις, του αποβιώσαντος την 17-12-20… Κ. Χ. Π., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 25) Χ.
Κ. Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 26) Β. θυγ. Κ. Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 27) Μ. Κ. Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 28) Ν. - Π.
Ι. Μ., κατοίκου ... ως μόνου εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου, μαζί με τον επόμενο, της Δ. Χ. Π., που απεβίωσε την 3-2-20…., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 29) Χ. I. Μ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα, και κατέθεσε προτάσεις, 30) του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ., υπό την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Λασιθίου, ΓΝ-ΚΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ "ΔΙΑΛΥΝΑΚΕΙΟ" ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΣΗΤΕΙΑΣ", κ.
Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από αυτόν, που εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Θεοφανώ Πέγκα, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 ενάγουσα-εφεσίβλητη - καθ' ης η κλήση, απεβίωσε στις 26-6-2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 245/2/2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου ....., και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής: 1) Κ. Λ. του Σ., 2) Η. Λ. του Σ., 3) Γ. Λ. του Σ., κατοίκων Ι. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο, που νομιμοποιήθηκε για την παράσταση της από την πληρεξούσια δικηγόρο Μάρθα Δεμουρτζίδου, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς καταθέσεως: α) 5900/15-5-1991, β) 5901/15-5-1991, γ) 5795/14-5-1992 αγωγές των 4ου, 5ου, 8ης και 11ης των ήδη (Α) αναιρεσιβλήτων και δικαιοπαρόχων των λοιπών, δ) 7460/1991 και 7461/1991 πρόσθετες παρεμβάσεις του ήδη (Β) 13ου προσθέτως παρεμβαίνοντος, ε) 9150/1991 και 9013/16-9-1991 ανακοινώσεις δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των Γ. και Χ. Λ. και ζ) 11350/1991, 11518/1991, 11410/1991, 11351/1991, 11517/1991 και 11411/1991 πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη (Γ) προσθέτως παρεμβαινόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/1993, 9463/1993 μη οριστικές, 9029/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6558/2004 μη οριστική, 4251/2007 οριστική του Εφετείου .... Κατά αυτών των εφετειακών αποφάσεων ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1452/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την οριστική ως άνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2501/2014 απόφαση του Εφετείου ..., την αναίρεση της οποίας καθώς και της 6558/2004 αποφάσεως του Εφετείου ... ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24-7-2014 αίτησή τους. Η συζήτηση της αιτήσεως ματαιώθηκε στη δικάσιμο 25-5-2016 και οι αναιρεσείοντες, την επαναφέρουν για συζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με την από 12-5-2022 κλήση τους και κατόπιν της υπ' αριθμ. 210/2022 Πράξεως του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρουλιώ Δαβίου, ανέγνωσε την από 15-12-2014 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί προηγουμένως. Εφόσον, επομένως, με την υπ' αριθ. 1452/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου έγινε δεκτή η από 10- 04-2008 αίτηση για την αναίρεση των: 1) 6558/2004 προδικαστικής (με την οποία αναβλήθηκε η επί της ουσίας οριστική απόφαση και διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη) και 2) 4251/2007 οριστικής αποφάσεων του Εφετείου ... και αναιρέθηκε η δεύτερη, η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται και πάλι κατά της, ως άνω, συμπροσβληθείσας με αυτήν 6558/2004 μη οριστικής απόφασης, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
I. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατ' εκείνων που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη όπου εκδόθηκε αυτή και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, δεν στρέφεται δε αναγκαία εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, εκτός από της περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας.
Ειδικώς δε από τη διάταξη του άρθρου 558 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους", σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 80 και 81 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης, δεν απευθύνεται κατά του ασκήσαντος πρόσθετη παρέμβαση υπέρ ή κατά του αναιρεσείοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 81 παρ. 3 ΚΠολΔ), άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 520/2022, ΑΠ 569/2013)..
Πάντως, αν η αναίρεση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 569/2013) και εκτιμάται ως κλήση τούτου για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 520/2022, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 711/2017, ΑΠ 1194/2015, ΑΠ 569/2013).
II. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ.α, 287, 290 291, 292 και 313 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει,ότι η δίκη διακόπτεται και όταν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, με αποτέλεσμα την ακυρότητα κάθε διαδικαστικής πράξης που ενεργείται μετά από αυτήν και πριν από την επανάληψή της, εκτός αν την ενεργήσει ο διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψη της δίκης, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης. Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να επαναλάβουν τη δίκη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής μη επικαλούμενοι την έλλειψη γνωστοποίησης και θεωρώντας ότι η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της τετράμηνης προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ για την αποποίηση της κληρονομιάς.
Η πρόσκληση προς αναγκαστική επανάληψη της δίκης γίνεται, όχι μόνο με κοινοποίηση δικογράφου, το οποίο περιέχει τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 118 ΚΠολΔ στοιχεία και κατατίθεται στη Γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί η δίκη, που έχει ήδη διακοπεί, αλλά και με οποιοδήποτε άλλο αυτοτελές δικόγραφο, όπως με την κλήση των αντιδίκων τους προς περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 47/2018, ΑΠ 1891/2014).
Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 287, 291 και 292 Κ.Πολ.Δικ., ναι μεν η γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής αποτελεί προϋπόθεση της επέλευσης της διακοπής της δίκης και είναι αναγκαία και για την επανάληψη αυτής, η παράλειψη όμως της γνωστοποίησης του λόγου της από τον υπερού η διακοπή της δίκης, δεν εμποδίζει τον αντίδικο του, που έλαβε γνώση, κατά οιονδήποτε τρόπο, του λόγου της διακοπής, να μην επικαλεσθεί την έλλειψη της γνωστοποίησης και αφού θεώρησε τη δίκη διακοπείσα να επισπεύσει την αναγκαστική επανάληψη της δίκης, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή του στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, δικόγραφο "περί επανάληψης" της βιαία διακοπείσας δίκης προς τον υπερού η διακοπή διάδικο.
Τέτοιο δικόγραφο μπορεί να είναι και η περιέχουσα πρόσκληση του τελευταίου (κληρονόμου) προς επανάληψη της δίκης, κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 1847 ΑΚ περί αποποιήσεως της κληρονομιάς. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ.
α ΚΠολΔ, αναιρεσίβλητος μπορεί να καταστεί εκείνος που ήταν διάδικος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή ο καθολικός διάδοχος του ή ο κληροδόχος του. Ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (Ολ.Α.Π. 22/2000).
III.Επί πλέον, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔικ. προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο ττου ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 12.5.2022 κλήση των καλούντων Α. Κ., Κ. Γ. Κ. και Π. Γ. Κ. φέρεται προς συζήτηση η από 24.7.2014 (αριθμός κατάθεσης 622/1.8.2014) αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης 2501/2014 αποφάσεως του Εφετείου ..., που εκδόθηκε επί εφέσεως των αρχικών διαδίκων εκκαλούντων -εναγομένων Α. Κ. και Γ. Κ., η οποία είχε εκδοθεί μετά από αναίρεση των εναγόντων κατά της προηγηθείσας 4251/2007 απόφασης του δικαστηρίου εκείνου με την 1452/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε αρχικά για την δικάσιμο της 18.5.2022, από την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων με την ως άνω αίτηση αναιρέσεως δηλώνουν ότι είναι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πατέρα τους αρχικού διαδίκου, Γ. Κ., ο οποίος αποβίωσε στις 15.2.20…., ήτοι πριν από την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από αυτούς έγγραφα ήτοι την 195/5/2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου ..., τα από 3.4.2014 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου και του Πρωτοδικείου ...
περί μη δημοσίευσης διαθήκης και το με αριθμό πρωτοκόλλου 2728/12.3.2014 πιστοποιητικό του Δήμου ……, και ότι υπό την ιδιότητά τους αυτή συνεχίζουν την προκειμένη δίκη. Επομένως, νομίμως επαναλαμβάνεται η προκειμένη δίκη, που διακόπηκε βιαίως λόγω θανάτου του αρχικού αναιρεσείοντος Γ. Κ. και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης, με διαδίκους τους ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του.
Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά των αντιδίκων των εκκαλούντων στην κατ' έφεση δίκη υπό τα στοιχεία του δικογράφου της Α1 έως Α13 (Α. συζ. Σ. Λ., Γ. Κ. Μ., Ε. Β. Κ., Ε.Μ.Π., Μ.Ε.Π., Κ. Κ. Χ., Ε. Κ. Χ., Χ., συζ. Ι. Μ., Μ. Γ. Α., Ε. Α. Π., Α., χας Β Π., Δ. συζ. Γ. Π. και του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των εναγόντων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ".
Ως προς το μέρος της που στρέφεται κατά των υπό στοιχεία Γ 14 έως και 29 προσώπων, τα οποία υπήρξαν προσθέτως παρεμβαίνοντες στην αρχική δίκη υπέρ των αρχικώς εναγομένων - εκκαλούντων,όσα είναι εν ζωή, ή υπεισήλθαν στην θέση των αρχικών προσθέτως παρεμβάντων, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, τα οποία (προσθέτως παρεμβαίνοντες στην αρχική δίκη) υπήρξαν επίσης εκκαλούντες στην κατ έφεση δίκη με αυτοτελή δικόγραφα εφέσεων που συνεκδικάσθηκαν επί των οποίων, κατά τα προαναφερόμενα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και με την οποία απορρίφθηκαν αυτές κατ' ουσίαν, καθώς και κατά των απλών ομοδίκων των αναιρεσειόντων, είναι απαράδεκτη, εφόσον τα πρόσωπα αυτά, κατά τα προεκτεθέντα,δεν νομιμοποιούνται παθητικώς, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των καλούντων - εκκαλούντων.
Το δικόγραφο της όμως κατ' αυτών όπως και κατά και κατά του υπό στοιχείο Β 16 προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ των εναγόντων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΑΣΙΘΙΟΥ, ΓΝ-ΚΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ "ΔΙΑΛΥΝΑΚΕΙΟ" ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΗ ΟΡΓΑΝΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΣΗΤΕΙΑΣ" ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΣΗΤΕΙΑΣ" καθώς και του υπό στοιχείο Γ 30 προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του ως άνω Ν.Π.Δ.Δ., Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον δεν υφίσταται κάποια από τις αμέσως ανωτέρω εξαιρέσεις, εκτιμάται, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, ως κλήση τούτων κατά τη συζήτηση αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου εκείνοι να ενημερωθούν για την εξέλιξη της δίκης που ανοίχθηκε με την άσκησή της, στην οποία νομίμως παρίστανται και ζητούν οι μεν προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ των αναιρεσειόντων να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι δε προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί αυτή.
Όπως δε προκύπτει από τις αντιστοίχως προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες εκθέσεις επιδόσεως: 2846ΣΤ/26.7.2022 και 2849ΣΤ/26.7.2022 της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου ... με έδρα το Πρωτοδικείο ..., Ε. Α., ακριβές αντίγραφο της ως άνω από 12.5.2022 κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και στους προσθέτως παρεμβαίνοντες υπέρ των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων Γ.
Π. Α. και Δήμο ... οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου. Επίσης, κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 2.11.2022, εμφανίσθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Θεοφανώ Πέγκα και δήλωσε ότι η πρώτη καθής η κλήση αναιρεσίβλητη - εφεσίβλητη - ενάγουσα Α.
σύζυγος Σ. Λ., το γένος Κ. Μ. αποβίωσε στις 26.2.2022, ήτοι μετά από την άσκηση της από 24.7.2014 αιτήσεως αναιρέσεως. προσκόμισε δε το σχετικό περί του γεγονότος τούτου απόσπασμα της με αριθμό 245/2/2022 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Δήμου Α. Α. Κ., προσκόμισε δε α) το σχετικό περί του γεγονότος τούτου απόσπασμα της με αριθμό 245/2/2022 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Δήμου Α.
Α. Κ., β) το με αριθμό πρωτοκόλλου 4844130.6.2022 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου …… του Νομού Αττικής και το 29982022 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου …… περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και δήλωσε ότι την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, τα τέκνα της Κ.
Λ. του Σ., Η. Λ. του Σ. και Γ. Λ. του Σ.. Επομένως, νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη, που διακόπηκε βιαίως λόγω θανάτου της πρώτης αναιρεσίβλητης Α. Μ. - Λ. και νομίμως χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης, με διαδίκους τους ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμους της. Επί πλέον όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους καλούντες έγγραφα ήτοι:
α) το με αριθμό πρωτοκόλλου ΥΔ 10.1.2022 απόσπασμα της με αριθμό 155/1/2019 ληξιαρχικής πράξης του Ληξιαρχείου του Δήμου ..., β) το με αριθμό πρωτοκόλλου 14041//2019 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου ..., γ) το με αριθμό πρωτοκόλλου 15/11.1.2022 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου ... περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και δ) το με αριθμό πρωτοκόλλου 6/2022 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου ...
περί μη αποποιήσεως, στις 4.11.2019 αποβίωσε ο αρχικός αναιρεσίβλητος Μ. Π. του Ε., ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαιθέτου από τους: 1) Ε. Μ. Π., Χ. χας Μ. Π., 3) Δ. Μ. Π., 4) Α. Μ. Π. και 5) Π. Μ. Π., εκ των οποίων η δεύτερη είναι σύζυγος και οι λοιποί τέκνα του αποβιώσαντος. Οι καλούντες - αναιρεσείοντες έχοντας λάβει γνώση του θανάτου, στις 4.11.2019, του ως άνω αρχικού αναιρεσίβλητου, Μ.
Π. του Ε.,όπως, άλλωστε, δηλώθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, στα πλαίσια προηγούμενης δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η 739/2021 αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά και των προαναφερομένων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, τηρώντας τη διαδικασία του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ήτοι κοινοποιώντας μετά προηγούμενη κατάθεσή της στη γραμματεία αυτού του δικαστηρίου, όπου είναι εκκρεμής η διακοπείσα δίκη, την ως άνω κλήση τους,που περιέχει πρόσκληση των κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος - εφεσίβλητου - αναιρεσίβλητου Μ.
Π. του Ε. "περί επανάληψης" της δίκης που διακόπηκε βιαίως ως προς αυτόν, νόμιμα επισπεύδουν την αναγκαστική επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βιαίως για τον αποβιώσαντα αρχικό αναιρεσίβλητο Μ. Π. του Εμμανουήλ και ως προς τους ως άνω καθ' ων η κλήση κληρονόμους του. Τέλος όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως 2861ΣΤ/27.7.2022, 2869ΣΤ/28.7.2022, 2864ΣΤ/28.7.2022, 2824ΣΤ/26.7.2022, 2866ΣΤ/28.7.2022, 2859ΣΤ/27.7.2022, 2855ΣΤ/27.7.2022, 2831ΣΤ/26.7.2022, 2830ΣΤ/26.7.2022, 2826ΣΤ/26.7.2022, 2818ΣΤ/25.7.2022, και 2819ΣΤ/25.7.2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου της Αθήνας, με έδρα το Πρωτοδικείο της Αθήνας, Ε.
Α., καθώς και την Β' 1996/27.7.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Γ. Ν., ακριβές αντίγραφο της από 12.5.2022 κλήσης (αριθμός κατάθεσης 101/2022), με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε αντιστοίχως νομότυπα και εμπρόθεσμα, στους τρίτο, τέταρτο, πέμπτη, έκτη, έβδομη, όγδοο, ένατο, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατο τρίτο, δέκατη τέταρτη και δέκατη πέμπτη των καθών η κλήση - αναιρεσιβλήτων οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.,και επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 & 2 Κ.Πολ.Δ.
Προσέτι, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011). Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο ..., επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το 251260/2-11-1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας που μεταγράφηκε νόμιμα, παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Γ.
Μ. εκ των Εθνικών Γ αιών, αγρός έκτασης οκτώ (8) βασιλικών στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "Α. Χ." του Δήμου …….. Αττικής (πρώην……..), ο οποίος (αγρός), κατά το εν λόγω παραχωρητήριο, συνορεύει ανατολικά με Γ. Β., δυτικά με Σ. Κ., βόρεια με Π. Α. και νότια με δρόμο (σήμερα ρέμα). Τον αγρό αυτόν ο Γ. Μ. νεμόταν και κατείχε με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, επιβλέποντας αυτόν και καλλιεργώντας τον με σιτηρά, από την παραχώρησή του μέχρι το επόμενο έτος 1927, οπότε άτυπα τον παραχώρησε στον γιό του Κ.
Μ., αρχικό πρώτο ενάγοντα των ένδικων αγωγών. Έκτοτε ο Κ. Μ. με διάνοια κυρίου και καλή πίστη κατείχε και νεμόταν τον αγρό αυτόν, τον οποίο οριοθέτησε, επέβλεπε και καλλιεργούσε με σιτηρά και πατάτες, μετά δε τον θάνατο του πατέρα του Γ. Μ. το έτος 1936, εξακολούθησε με την συναίνεση των συγκληρονόμων του ήτοι της μητέρας του Α., χήρας Γ.
Μ. και των τεσσάρων αδελφών του, να νέμεται αυτόν αποκλειστικά για τον εαυτό του, ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι το έτος 1946 και έκτοτε με διάνοια κυρίου μέχρι το 1962, που με το νόμιμα μεταγραμμένο, με αριθμό 16549/1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου...., αντάλλαξε τον αγρό αυτόν με άλλο αγροτεμάχιο του Ε.
Π. (δικαιοπαρόχου άμεσου και απώτερου των λοιπών εναγόντων των ένδικων αγωγών), κείμενο στην ……... Σύμφωνα με το συμβόλαιο ανταλλαγής, ο αγρός αυτός έχει εμβαδόν 4.500 τ.μ. πλέον ή έλαττον, όμως, με βάση τις αναγραφόμενες σε αυτό (συμβόλαιο) πλευρικές διαστάσεις, το εμβαδόν του ανέρχεται σε 8.500 τ.μ., συνορευόμενου βόρεια, εν μέρει με δρόμο σε πρόσωπο 21 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.
Μ., της οποίας την νομή είχε ο Π. Χ. σε πλευρά μέτρων 49, νότια με ρέμα σε πλευρά 55 μέτρων, ανατολικά με πρώην ιδιοκτησία Β. και ήδη ιδιοκτησία Δ. Ζ., σε πλευρά 160 μέτρων και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Μ., της οποίας νομέας ήταν ο Π. Χ., σε πλευρά 47 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία πρώην I. Κ. και ήδη αγνώστων σε πλευρά 95 μέτρων.
Στον περιελθόντα σ' αυτόν αγρό, ο Ε. Π.ς συνέχισε να ασκεί τις ίδιες πράξεις νομής, όπως και ο προκάτοχος του Κ. Μ., επιβλέποντας και προβαίνοντας στην καλλιέργεια αυτού με σιτηρά. Περί τα τέλη Νοεμβρίου του ιδίου έτους, ο Ε. Π.ς, διαταραχθείς στην άσκηση της νομής και κυριότητας του εν λόγω αγρού του από τους Π.
Α. (προσθέτως παρεμβαίνοντα υπέρ των εναγομένων ως δικαιοπάροχος τους) και Χ. Π. (πατέρα των λοιπών προσθέτων παρεμβαινόντων υπέρ των εναγομένων, ως δικαιοπαρόχων τους), οι οποίοι αυθαίρετα περιέφραξαν τμήμα της βόρειας και δυτικής πλευράς του εν λόγω αγρού του, άσκησε εναντίον τους, την από 10-12-1962 διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...
και επ' αυτής κατόπιν διεξαγωγής μαρτυρικών αποδείξεων και πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η 3840/1966 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή του Ε. Π. και η υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του Κ. Μ., αναγνωρίστηκε δε αυτός κύριος, νομέας και κάτοχος του ως άνω αγρού, ο οποίος συμπίπτει κατά θέση, έκταση και όρια με αυτόν που περιγράφεται στους τίτλους κτήσης των εναγόντων και στις ένδικες αγωγές τους.
Την απόφαση αυτή εξεκάλεσαν ενώπιον του Εφετείου ..., οι Π. Α. και Χ. Π., με την από 23-4-1966 έφεσή τους, επί της οποίας, μετά την διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η 2566/1967 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούντες Π. Α. και Χ. Π. με την από 5-2-1968 αίτηση αναίρεσης και επ' αυτής εκδόθηκε η 612/1969 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή τους και έτσι η 3840/1966 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., κατέστη πλέον αμετάκλητη και εκτελέστηκε αναγκαστικά κατόπιν εντολής του ενάγοντος-ιδιοκτήτη Ε.
Π.. Στο πλαίσιο της ανοιγείσας, με την από 10-12-1962 αγωγή του Ε. Π. δίκης, μεταξύ αυτού και των φερομένων, ως δικαιοπαρόχων των εναγομένων, διατάχθηκαν με τις αναφερθείσες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου ... και συντάχθηκαν οι από 20-11-1964 και 30-9-1967 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των τοπογράφων μηχανικών Ι.
Μ. η πρώτη και Β. Κ. η δεύτερη, σύμφωνα με τις οποίες τα όρια του αγρού, στον οποίο αναγνωρίστηκε ο Ε. Π.ς αμετάκλητα κύριος, συμπίπτουν απολύτως με αυτά, που περιγράφονται στους τίτλους κτήσης του ιδίου και του δικαιοπαρόχου του Κ. Μ., ήτοι στο 16549/1962 συμβόλαιο ανταλλαγής και στο 251260/1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας.
Μετά την αποβολή των τότε εναγομένων με την εκτέλεση της 3840/1966 αμετάκλητης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., ο Ε. Π. επανεγκατασταθείς στη νομή και κατοχή του επιδίκου τμήματος του παραπάνω ακινήτου του, ενέπηξε σιδηροπασσάλους στη βόρεια και δυτική πλευρά του και κατασκεύασε περίφραξη, στην οποία συμπεριέλαβε και το επίδικο και στην συνέχεια προέβη στην άροση ολοκλήρου του ακινήτου.
Το έτος 1968 ο Ε. Π., παραχώρησε άτυπα και παρέδωσε στον πρώτο ενάγοντα των ένδικων αγωγών, Κ. Μ., τη νομή και κατοχή του ίδιου αγρού, κατά ποσοστό 67,50% και το υπόλοιπο 32,50% κράτησε για τον εαυτό του και από τότε και οι δύο νέμονταν αυτόν με διάνοια συγκυριών κατά τα εν Λόγω ποσοστά, ενεργώντας πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του και ειδικότερα, το έτος 1969, ο Κ.
Μ. καλλιέργησε με σιτηρά ολόκληρο τον αγρό για λογαριασμό και του συγκυρίου του Ε. Π., αμφότεροι δε συγκόμισαν την παραγωγή, ανάλογα με τα ποσοστά συγκυριότητάς τους το δε έτος 1970 ανέθεσαν στον μηχανικό Ι. Μ. την οικοπεδοποίηση του ακινήτου τους, το οποίο ρυμοτομήθηκε και εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης του Δήμου…….
Με βάση το από 10-6-1971 σχεδιάγραμμα του παραπάνω μηχανικού, η απομένουσα έκταση του ακινήτου μετά την ρυμοτόμηση, διαιρέθηκε σε οκτώ (8) οικόπεδα, από τα οποία επτά εντάχθηκαν στο Ο.Τ. 118 και ένα στο Ο.Τ. 115, ενώ το υπόλοιπο τμήμα, μεταξύ της οδού ……… και του ρέματος, έμεινε εκτός σχεδίου πόλης. Από τα παραπάνω οικόπεδα, τα τέσσερα (4) πρώτα του Ο.Τ. 118 επί της..., πώλησαν οι συνιδιοκτήτες Κ.
Μ. και Ε. Π.ς, στους και εισέπραξαν το τίμημα κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, που αναλογούσε σε καθένα, συνέχισαν δε να νέμονται με διάνοια κυρίου τα υπόλοιπα οικόπεδα. Μετά τον θάνατο του Ε. Π. (15-12-1982), οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του (τέταρτη έως και δωδέκατο των αρχικών εναγόντων), συνέχισαν να νέμονται το ανήκον σε αυτόν 32,50% ποσοστό εξ αδιαιρέτου του υπολοίπου πλέον τμήματος του ακινήτου του, ασκώντας πράξεις νομής δια του αντιπροσώπου τους, πρώτου αρχικού ενάγοντα, Κ.
Μ. και ειδικότερα ο τελευταίος για τον εαυτό του με διάνοια κυρίου αλλά και για λογαριασμό τους, επισκεπτόταν τακτικά τα δημιουργηθέντα, κατά τα άνω, οικόπεδά τους, παρεμπόδιζε την ρίψη μπαζών από τρίτους σε αυτά και επέτρεψε, κατόπιν παράκλησης του όμορου προς νότον γείτονα, Δ. Μ., την εγκατάσταση σε τμήμα της οικοπεδικής τους έκτασης, πρόχειρου στεγάστρου βάρκας.
Αυτή ήταν η πραγματική κατάσταση μέχρι το έτος 1990, οπότε οι ενάγοντες με την συνεχή και αδιάλειπτη νομή σε ολόκληρο το ακίνητο τους, όπως αυτό περιγράφεται, για χρονικό διάστημα πέραν της πεντηκονταετίας, απέκτησαν συγκυριότητα σε αυτό, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, με τα προσόντα της οποίας, ως προς τον πρώτο, αρχικό ενάγοντα Κ.
Μ., συμπληρώθηκε στο πρόσωπο του και ως προς τους λοιπούς, κληρονόμους του Ε. Π., με τον συνυπολογισμό στο χρόνο της νομής τους, την οποία απέκτησαν με καθολική διαδοχή, αυτού του δικαιοπαρόχου τους. Και ενώ αυτή ήταν η πραγματική κατάσταση, οι εναγόμενοι κατά τα έτη 1990 και 1991, αυθαίρετα και παράνομα, κατέλαβαν τμήματα του ακινήτου των εναγόντων, τα οποία κατέχουν μέχρι σήμερα και αρνούνται να τα αποδώσουν και ειδικότερα:
οι Γ. και Χ. Λ., εναγόμενοι στην με αριθ. κατάθ. 5900/1991 αγωγή στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1990, κατέλαβαν.... προβαίνοντας σε ανέγερση οικοδομής.... Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) στην με αριθμ. καταθ. 5901/1991 αγωγή Π. Κ., τον Δεκέμβριο του 1990, κατέλαβε το βορειοδυτικό άκρο της ίδιας οικοπεδικής έκτασης των εναγόντων του Ο.Τ. 118 επί της συμβολής των οδών Σ.
Μ. και ιδιωτικής οδού, έκτασης 1050 τ.μ. που συνορεύει βορειοδυτικά εν μέρει με οδό Σ. Μ. σε πρόσωπο 15,50 μέτρων και εν μέρει με συνεχόμενη έκταση των εναγόντων σε πλευρά 25 μέτρων, βορειοανατολικά σε πλευρά 34,85 μέτρων με συνεχόμενη έκταση ιδιοκτησίας των εναγόντων, νοτιοανατολικά σε πλευρά 38,70 μέτρων με ιδιοκτησίες Μ., Λ.
και Μ. και νοτιοδυτικά εν μέρει με ιδιωτική οδό σε πλευρά 23,60 μέτρων και εν μέρει με συνεχόμενη ιδιοκτησία των εναγόντων σε πλευρά 12 μέτρων, αρχίζοντας οικοδομικές εργασίες σε αυτή. Οι εναγόμενοι της με αριθ. κατάθ. 5795/1992 αγωγής Α. και Γ. Κ., στις 12-3-1991, κατέλαβαν τμήμα της οικοπεδικής έκτασης των εναγόντων, εμβαδού 497,47 μέτρων, το οποίο αποτελεί αυτοτελές οικόπεδο του 115 Ο.Τ., που βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της ιδιοκτησίας τους και παρικλείεται από τις οδούς Σ.
Μ., ……. και ιδιωτικής οδού πλάτους 4 μέτρων, το οποίο εμφαίνεται στο από Φεβρουάριου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Μ. με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α και συνορεύει βορειοανατολικά σε πλευρά ΑΒ μήκους 13,90 μέτρων, με οδό Σ. Μ., βορειοδυτικά σε πλευρά ΑΕ 37 μέτρων, με οδό……., νοτιοδυτικά σε πλευρά ΕΔ, μήκους 12,10 μέτρων με ιδιωτική οδό πλάτους 4 μέτρων και νοτιοανατολικά σε πλευρά μήκους 18,20 μέτρων, με ιδιοκτησία Π.
Χ., περιφράσσοντας αυτό με συρματόπλεγμα. Τις επίδικες οικοπεδικές εκτάσεις κατέχουν μέχρι σήμερα οι εναγόμενοι και αρνούνται να τις αποδώσουν στους ενάγοντες, ισχυριζόμενοι ότι έγιναν κύριοι αυτών με βάση τα αγοραπωλητήρια συμβόλαια της Συμβολαιογράφου ... Κ. Μ. και δη... ……./20- 8-1989 οι Α. και Γ. Κ. που νόμιμα μεταγράφηκαν, από τους παρεμβαίνοντες αληθείς κυρίους Π.
Α., Ι. Α., Ν. Π., Κ. Π., Γ. Π., Α. Π. και Δ. Π. καθώς και ότι τα διεκδικούμενα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται στην έκταση που περιγράφεται στους τίτλους του άμεσου και απώτερου δικαιοπαρόχων των εναγόντων, Ε. Π. και Γ. Μ., δηλαδή στο 16…../1962 συμβόλαιο ανταλλαγής και στο 251……./1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας.
Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν επαληθεύεται ο ισχυρισμός αυτός. Οι επίδικες οικοπεδικές εκτάσεις που κατέχονται από τους εναγομένους, περιλαμβάνονται στην προαναφερόμενη έκταση, η οποία, περιήλθε, όπως προαναφέρθηκε, στον δικαιοπάροχο των αρχικών εναγόντων, Ε. Π. δυνάμει του, ως άνω, 16…../1962 συμβολαίου ανταλλαγής, όπως βεβαιώνουν οι μάρτυρες των εναγόντων αλλά και αποφαίνεται στην έκθεσή του, ο διορισθείς με την προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... 9463/1993, πραγματογνώμονας, πολιτικός μηχανικός.
Θ. Γ..... Ο ίδιος πραγματογνώμονας αναφέρει επί πλέον στην έκθεσή του, ότι τα επίδικα οικόπεδα περιλαμβάνονται στην έκταση, που οριοθετεί η 3840/1966 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., σύμφωνα με την οποία συνιδιοκτήτες αυτής είναι οι ενάγοντες. Οι μάρτυρες απόδειξης περιγράφουν τα επίδικα κατά θέση, έκταση και όρια και βεβαιώνουν ότι αυτά περιλαμβάνονται στον αγρό των οκτώ (8) βασιλικών στρεμμάτων που είχαν ανταλλάξει το έτος 1962, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Κ.
Μ. και Ε. Π.ς και ότι ο αγρός αυτός είναι ο ίδιος που είχε παραχωρηθεί στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Γεώργιο με το 251260/1926 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας. Είναι κατηγορηματικοί ότι στο αγροτικό ακίνητο, το οποίο οικοπεδοποιήθηκε το έτος 1970 και τμήματα αυτού αποτελούν τα επίδικα, έβλεπαν τον Κ.
Μ., ο οποίος επέβλεπε, καθάριζε... Την κατασκευή στεγάστρου βάρκας στο παραπάνω ακίνητο των εναγόντων, από τον μάρτυρα απόδειξης Δ. Μ. επέτρεψε ο Κ. Μ., πρώτος αρχικός ενάγων, ο οποίος... αγόρασε ένα από τα οκτώ [8] οικόπεδα που προέκυψαν από τη ρυμοτόμηση, το έτος 1970...και μάλιστα καταθέτει ότι στο συμβόλαιο αγοράς συμβλήθηκε μεν, ως πωλητής, ο Ε.
Π.ς, ρωτήθηκε όμως για την πώληση αυτή και παρίστατο κατά την υπογραφή του συμβολαίου και ο Κ. Μ.. Όλοι οι μάρτυρες απόδειξης είναι κατηγορηματικοί για το ότι, από το έτος 1962 μέχρι το θάνατο του Ε. Π., το έτος 1982, δεν είδαν άλλον να εμφανιστεί στο ακίνητο των εναγόντων και στα οικόπεδα που μετέπειτα προέκυψαν από αυτό, παρά μόνον τον Κ.
Μ. και τον Ε. Π., τους οποίους διαδέχθηκαν στη νομή οι κληρονόμοι τους, που έγιναν συγκύριοι στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, όπως προαναφέρθηκε. Γι' αυτό άλλωστε και ο Δήμος ……Αττικής αναγνωρίζοντας ως ιδιοκτήτη των επιδίκων οικοπέδων στην κτηματική του περιφέρεια, τον Ε. Π., γνωστοποίησε σε αυτόν, τις 6-7-1977 και 26- 8-1977 τις 64 και 100/1977 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, με τις οποίες προτεινόταν η τροποποίηση του σχεδίου πόλης του Δήμου ……..σε διάφορα οικοδομικά τετράγωνα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα με αριθμούς 118 και 115, όπου και τα επίδικα.
Κατά των ως άνω αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου ... ο Ε. Π.ς άσκησε τις από 10-7-1977 και 4-9-1977, αντίστοιχα, ενστάσεις του. Στη συνέχεια το Δημόσιο Ταμείο Νέας Ιωνίας απηύθυνε προς τον Ε. Π. τις 3131/1978, 1782/1979, 1618/1980, 1088/1981 και 1547/1982 ατομικές προσκλήσεις για πληρωμή στο Δήμο ... εισφορών λόγω επέκτασης του σχεδίου πόλης, που καταβλήθηκαν μάλιστα από αυτόν με γραμμάτια είσπραξης.
Όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν ανατρέπονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων..... Αλλ' ούτε και από την διαταχθείσα με την 6558/2004 απόφαση του Εφετείου ..., έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Μ., η οποία συντάχθηκε με βάση τίτλους και σχεδιαγράμματα προσκομιζόμενα από τους εναγομένους, τα οποία δεν έχουν σχέση με τα επίδικα, αλλά αναφέρονται ενδεχομένως στην βορείως αυτών κείμενη ιδιοκτησία του Π.
Α. ανατρέπονται όλα τα παραπάνω αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία των εναγόντων και δη η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Θ. Γ., που διατάχθηκε από τα πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι δικαστικές πραγματογνωμοσύνες των Ι. Μ. και Β. Κ., που διατάχθηκαν στο πλαίσιο δικών μεταξύ των εναγόντων και των φερομένων ως δικαιοπαρόχων των εναγομένων
Εξάλλου, ο φερόμενος ως απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων Π. Α., είναι, σύμφωνα με το προαναφερθέν παραχωρητήριο, όμορος ιδιοκτήτης προς βορράν του παραχωρηθέντος ως άνω αγρού στον πατέρα του πρώτου αρχικού ενάγοντος Γ. Μ., και συνεπώς, το κληρονομιαίο ακίνητο, του οποίου έγινε αποδοχή με την παραπάνω πράξη από τους πωλητές των επιδίκων στους εναγομένους, βρισκόταν βόρεια αυτών.
Όταν το έτος 1982 απεβίωσε ο Ε. Π.ς, ανέκυψαν κληρονομικές διαφορές μεταξύ των κληρονόμων του και εξ αυτού του λόγου, η επίβλεψη των επιδίκων ακινήτων από αυτούς αλλά και από τον συγκύριο στα επίδικα, Κ. Μ., αρχικό ενάγοντα, ο οποίος να σημειωθεί ότι κατ' εκείνο τον χρόνο κρατείτο στις φυλακές, δεν ήταν επαρκής, γεγονός που πληροφορήθηκαν και επωφελήθηκαν οι φερόμενοι ως πωλητές αυτών (επιδίκων) στους εναγομένους, Π.
και Ι. Α. και οι κληρονόμοι του Χ. Π. και έτσι τον Μάιο του 1989, προκειμένου να οικειοποιηθούν τα επίδικα οικόπεδα, στα οποία ουδέποτε είχαν εμφανιστεί για να ασκήσουν πράξεις νομής, έσπευσαν να αποδεχθούν, δύο μήνες πριν την κατάρτιση του πρώτου αγοραπωλητηρίου, με αριθμό 5517/1989 προς τους εναγομένους Γ. Λ.
και Χ. Λ., συμβολαίου, με την 5336/1989 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, την εξ αδιαθέτου κληρονομιαία περιουσία του πατέρα του πρώτου και παππού των λοιπών Γ. Α. του Π., που είχε αποβιώσει στις 28-3-1942 και στον οποίο περιήλθε η περιουσία αυτή, κατά τα αναγραφόμενα στην πράξη αποδοχής, από κληρονομιά του αποβιώσαντα πατέρα του Π.
Α. και από άτυπη και προφορική διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων του τελευταίου. Στην πράξη αποδοχής συμπεριέλαβαν και τα επίδικα οικόπεδα, ενώ γνώριζαν, εφόσον ο πρώτος από αυτούς Π. Α. και ο πατέρας των λοιπών Χ. Π., ήταν διάδικοι στην προαναφερθείσα δίκη με τους Ε. Π. και Κ. Μ., ότι τα επίδικα αποτελούν τμήματα του αγρού που περιγράφεται στις ένδικες αγωγές και για τον οποίο (αγρό) αναγνωρίστηκε με την 3840/1966 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...
ότι κύριος, νομέας και κάτοχος ήταν ο Ε. Π.ς και εκείνοι αποβλήθηκαν αναγκαστικώς από το τμήμα του αγρού που είχαν καταλάβει. Στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ιωνίας είναι καταχωρημένη η παραπάνω από 9-12-1962 αγωγή του Ε. Π. κατά των Π. Α. (ενός των πωλητών και ήδη παρεμβάντος στην παρούσα δίκη) και Χ.
Π. (πατέρα των λοιπών πωλητών), χωρίς να έχει διαγραφεί, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες από 12-3-1991 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Νέας Ιωνίας και συνεπώς, γνώριζαν τόσο οι πωλητές όσο και οι αγοραστές-εναγόμενοι, ότι τα οικόπεδα που πωλούσαν και αγόραζαν αντιστοίχως, δεν ανήκαν σ' αυτούς (πωλητές) αλλά στους Ε.
Π. και Κ. Μ....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση των εναγομένων, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι Α. Κ. και Γ. Κ., επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων και η σωρευόμενη στο δικόγραφο αυτής αρνητική αγωγή και αναγνωρίστηκε η (συγ)κυριότητα των τελευταίων επί του επιδίκου ακινήτου, δικαίωμα που απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου. Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο, ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο ακίνητο που αναφέρεται στο υπ' αριθ. 16……/1962 συμβόλαιο της ανταλλαγής, με βάση το οποίο ο αρχικός πρώτος ενάγων Κ.
Μ., αντάλλαξε με τον απώτερο δικαιοπάροχο των λοιπών εναγόντων Ε. Π. ακίνητο επιφάνειας 8.500 τ.μ., που είχε περιέλθει στην κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία μετά την άτυπη παραχώρηση τούτου το 1927 από τον πατέρα του Γ. Μ., ο οποίος (Γ. Μ.) ήταν κύριος ακινήτου επιφάνειας 8.000 τ.μ. με βάση το παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας του έτους 1926, μη συνορεύοντος με άλλη ιδιοκτησία του Κ.
Μ.. Επίσης, δέχεται, ότι ο αρχικός ενάγων, μετά την ανταλλαγή κατέστη (συγ)κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία μετά από άτυπη παραχώρηση ποσοστού 67,50% από τον παραπάνω Ε.Π. και ήδη κύριο του παραπάνω ακινήτου μετά την ανταλλαγή και ότι οι λοιποί ενάγοντες κατέστησαν (συγ)κύριοι κατά το υπόλοιπο ποσοστό του επιδίκου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, ως κληρονόμοι του ίδιου (Ε.Π.).
Δηλαδή, δέχθηκε το Εφετείο, ότι με το επίμαχο συμβόλαιο ανταλλάχθηκε και περιήλθε στην κυριότητα του Ε. Π. ολόκληρο το ακίνητο που αναφέρεται στο παραχωρητήριο του έτους 1926 και με βάση αυτή την παραδοχή δέχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο συμβόλαιο της ανταλλαγής και ακολούθως περιήλθε στην κυριότητα των εναγόντων.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι το ακίνητο που αναφέρεται στο συμβόλαιο της ανταλλαγής συνορεύει βόρεια κατά ένα μέρος επί πλευράς μήκους 21 μ. με δρόμο και κατά το υπόλοιπο επί πλευράς μήκους 49 μ. με ιδιοκτησία Κ. Μ., της οποίας τη νομή είχε ο Π. Χ., νότια επί πλευράς 55 μ. με ρέμα, ανατολικά σε πλευρά 160 μ.
με ιδιοκτησία Δ.Ζ. και δυτικά κατά ένα μέρος με ιδιοκτησία Κ.Μ., της οποίας νομέας ήταν ο Π. Χ. σε πλευρά 47 μ. και κατά το υπόλοιπο με ιδιοκτησία πρώην I. Κ. και ήδη αγνώστου σε πλευρά 95 μ. Επομένως, εφόσον το ακίνητο που αναφέρεται στο συμβόλαιο της ανταλλαγής συνορεύει βόρεια και δυτικά με ακίνητο του Κ. Μ., αρχικού ενάγοντος και συμβληθέντος στην ανταλλαγή, χωρίς περαιτέρω παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτός είχε στην κυριότητα του πλην του αναφερομένου στο παραχωρητήριο ακινήτου των 8.000 τ.μ.
και άλλο όμορο ακίνητο, δεν διευκρινίζεται πως ανταλλάχθηκε ολόκληρο το ακίνητο των 8.500 τ.μ., το οποίο είναι όχι μόνο μεγαλύτερο κατά 500 τ.μ. του ακινήτου των 8.000 τ.μ. που αναφέρεται στο παραχωρητήριο, αλλά και μεγαλύτερο του ίδιου κατά 1.437,50 τ.μ. με βάση το εμβαδόν του, καθόσον τούτο σύμφωνα με τις παραπάνω πλευρικές διαστάσεις αυτού ανέρχεται σε 9.437,50 τ.μ.
Συνεπώς ο έκτος λόγος, αναίρεσης με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης οριστικής απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Αρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους αναιρεσείοντες στο σύνολο της, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού αναιρέσεως, παρελκομένης της έρευνας των υπολοίπων αναιρετικών λόγων. Ενόψει δε του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, καθόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, η προσβαλλόμενη 4251/2014 απόφαση εκδόθηκε από το Εφετείο ..., στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, μετά από αναίρεση με την 1452/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, της εκεί προσβαλλόμενης 4251/2007 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου ..., πρέπει να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν άπαντες οι καθ' ων η κλήση - αναιρεσίβλητοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι συνεχίζοντες τη δίκη μετά την επανάληψή της, ήτοι οι Κ. Λ. του Σ., Η. Λ. του Σ. και Γ. Λ. του Σ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά τα προεκτιθέμενα της αρχικής αναιρεσίβλητης Α.
συζ. Σ. Λ., το γένος Κ. Μ. και οι Ε Μ. Π. Χ. χα Μ. Π., Δ. Μ. Π., Α. Μ. Π. και Π. Μ. Π., εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσίβλητου Μ.Ε.Π., ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των καλούντων - αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 184 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος των αναιρεσειόντων ως προς τους παρισταμένους προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνοντες ως προς τους οποίους η αίτηση αναιρέσεως εκτιμήθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, πλην όμως ότι ισχύει ως κλήτευσή τους για να λάβουν γνώση της προκειμένης δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ό,τι έκρινε ως απορριπτέο.
Αναιρεί ως προς τους καλούντες-αναιρεσείοντες την υπ' αριθ. 2501/2014 απόφαση του Εφετείου ....
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Καταδικάζει τους ως άνω καθ' ων ή κλήση-αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ .
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ