338/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣτο σημείο αυτό, η πληρεξούσια δικηγόρος των ως άνω αναιρεσειόντων, Μαρία Μουλατσιώτη, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 7-5-2016, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 44/1/2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κεφαλονιάς, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι λοιποί αναιρεσείοντες, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated338/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, μπορούν να γνωστοποιηθούν με επίδοση δικογράφου ή προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή με τις προτάσεις οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας των κληρονόμων, η δίκη συνεχίζεται αμέσως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 338 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 338/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. χήρας Ε. Κ., το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον δικαστικό συμπαραστάτη της Μ. Κ. του Ε., κάτοικο ομοίως, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ι. Κ. του Ε., 3) Α. Κ. του Ε., 4) Μ. Κ. του Ε., 5) Κ. Κ. του Ε., ..., 6) Γ. Κ. του Ε., κατοίκου ... του Δήμου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Μουλατσιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Α. Π., το γένος Α. και Μ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγή Καπάτο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεως Ελλάδος (ΟΚXE), που εδρεύει στην Αθήνα, στην οδό Τιμολέοντος Βάσου αρ. 11-13, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια δικηγόρος των ως άνω αναιρεσειόντων, Μαρία Μουλατσιώτη, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσείουσα απεβίωσε στις 7-5-2016, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 44/1/2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κεφαλονιάς, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι λοιποί αναιρεσείοντες, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2005 αγωγή και την από 5-7-2005 ανακοίνωση δίκης της ήδη α' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 643/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 837/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της α' αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Κουφούδη ανέγνωσε την από 4-3-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290 Κ.Πολ.Δ., (όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ.2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν.4335/2015), που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, μπορούν να γνωστοποιηθούν με επίδοση δικογράφου ή προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή με τις προτάσεις οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας των κληρονόμων, η δίκη συνεχίζεται αμέσως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται, από το προσκομιζόμενο 673/8.5.2016 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που συνέταξε η Ληξίαρχος Αργοστολίου του Δήμου Κεφαλληνίας, στις 7-5-2016 απεβίωσε στο ..., η πρώτη των αναιρεσειόντων Χ. Κ., η οποία, όπως προκύπτει από τα νομίμως προσκομιζόμενα αντίγραφα: α) το προαναφερόμενο απόσπασμα της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου ..., β) την υπ'αριθ. .../9-11-2016 Πράξη Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς εξ αδιαθέτου, ενώπιον της Συμβολαιογράφου ...
Αγλαϊας Νικολάου Λουκάτου, γ) το υπ' αριθ. .../17.5.2016 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών της αποβιωσάσης Χρυσούλας Καρτσωνάκη του Δήμου Κεφαλληνίας και δ) υπ' αριθ. 216/17.5.2016 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης, κατέλειπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς, που ζούσαν κατά την ημέρα του θανάτου της, τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτη των αναιρεσειόντων.
Οι τελευταίοι, υπό την ιδιότητά τους αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, νομίμως δήλωσαν δια της πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μαρίας Μουλατσιώτη, στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, το θάνατο της προαναφερόμενης πρώτης αναιρεσείουσας και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της διακοπείσας βίαια λόγω του θανάτου της δίκης η οποία πλέον νομίμως συνεχίζεται.
Με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021 ορίστηκαν τα εξής: Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.
Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή, του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του.
Με την κρινόμενη από 10/2/2009 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 837/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του έβδομου των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογράφησης Ελλάδος (ΟΚΧΕ) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Η ενάγουσα και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, με την από 5-7-2005 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, και κατ'εκτίμηση αυτής επικαλείτο παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας επί του περιγραφόμενου επιδίκου ακινήτου και ότι κατά την κτηματογράφηση, το πιο πάνω ακίνητο εμφανίζεται εσφαλμένως ν'ανήκει στους εξ (6) πρώτους των εναγομένων, και ήδη αναιρεσείοντες κατά το αναφερόμενο ποσοστό, ζητούσε δε την αναγνώριση της κυριότητάς της επί του περιγραφομένου ακινήτου και τη διόρθωση των αρχικών εγγραφών στα αντίστοιχα κτηματολογικά βιβλία.
Την αγωγή αυτή, η ενάγουσα ανακοίνωσε στο Ελληνικό Δημόσιο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας, το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την υπ'αριθμ. 643/2006 απόφαση με την οποία έκρινε λόγω της μη εμπρόθεσμης κατάθεσης προτάσεων εκ μέρους της ενάγουσας ότι δεν παρίσταται προσηκόντως και ως εκ τούτου λογίζεται ερήμην και προχώρησε στη συζήτηση σαν να ήταν παρούσα.
Ακολούθως, το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς τον έβδομο των εναγομένων ΟΚΧΕ και συνεκδίκασε την αγωγή και την ανακοίνωση της δίκης ερήμην της ενάγουσας, απέρριψε δε την αγωγή και δέχθηκε την ανακοίνωση της δίκης. Κατά της αποφάσεως αυτής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 11-10-2006 έφεση, ενώπιον του Εφετείου Πατρών, το οποίο με την 837/2008 προσβαλλόμενη απόφαση δίκασε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του έβδομου των εφεσιβλήτων ΟΚΧΕ και αντιμωλία των λοιπών και έκανε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά την από 11-10-2006 έφεση της ενάγουσας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων.
Μετά ταύτα δε το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ'αριθ. 643/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 7-5-2005 αγωγής της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία έκανε δεκτή, αναγνώρισε την τελευταία κυρία του επιδίκου ακινήτου και υποχρέωσε τον έβδομο των εναγομένων ΟΚΧΕ και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο να διορθώσει την αρχική εγγραφή ως προς το πιο πάνω ακίνητο.
Η ασκηθείσα προαναφερόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής προσδιορίστηκε για τις 20-5-2020 με επίσπευση της πρώτης αναιρεσίβλητης. Κατά τη δικάσιμο αυτή (20-5-2020) η υπόθεση ματαιώθηκε, λόγω του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Χώρας, για το χρονικό διάστημα από 16/05/2020 έως και 31/05/2020 με την Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) αριθμ. 30340/15.5.2020/ ΦΕΚ Β 1837/15-5-2020).
Στη συνέχεια, η Πρόεδρος του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασία Μαγιάκου, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του Ν. 4690/30-05-2020, όρισε αυτεπάγγελτα δικάσιμο για την εκδίκαση της άνω υπόθεσης την 17η -3-2021, η οποία γνωστοποιήθηκε ηλεκτρονικά από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων και στο site του Αρείου Πάγου, ο ίδιος δε ως άνω Γραμματέας ενέγραψε την υπόθεση στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση στην δικάσιμο της 17-3-2021, όλων των διαδίκων, που είχαν κλητευθεί κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο της 20-5-2020.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την 1701Γ/23-9-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Π., που προσκομίζεται από την πρώτη αναιρεσίβλητη, η τελευταία, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στο Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ", ως καθολικό διάδοχο του "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΕΩΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΚΧΕ)", δεύτερου των αναιρεσιβλήτων:
α) ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Γ' Τμήμα του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 20/5/2020 β) την προαναφερόμενη απόφαση της Προέδρου του Αρείου Πάγου με την οποία είχε οριστεί δικάσιμος για τη συζήτηση της ως άνω αναίρεσης η 17η-3-2021 και γ) κλήση για να λάβει γνώση και να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας, δεν είχε επιδοθεί η υπό κρίση αναίρεση και στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων με κλήση για τη δικάσιμο της 20-5-2020.
Κατά τη δικάσιμο της 17ης-3-2021 η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, λόγω του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Χώρας, για το χρονικό διάστημα από 16/03/2021 έως και 22/03/2021, με την Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) Αριθμ. 16320/13-03-2021 (ΦΕΚ 996/Β/13-03-2021). Στη συνέχεια, η Πρόεδρος του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασία Μαγιάκου, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ.2 του Ν. 4790/30-03-2021, όρισε αυτεπαγγέλτως δικάσιμο για την εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως την 6-10-2021, η οποία γνωστοποιήθηκε ηλεκτρονικά από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων και στο site του Αρείου Πάγου, ο ίδιος δε ως άνω Γραμματέας ενέγραψε την υπόθεση στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση στην δικάσιμο όλων των διαδίκων.
Όμως, το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων δια του καθολικού του διαδόχου, δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην, ωστόσο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτό παρόν (άρθρο 576 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι του έχει επιδοθεί η υπό κρίση αναίρεση καθώς και η κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 17-3-2021, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη έκθεση επιδόσεως.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παράγραφος 1 και 554 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 αριθμό 1 Κ.Πολ.Δ. δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκηση της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 533 παρ. 1β' ΚΠολΔ (ΑΠ 1464/2010, ΑΠ 241/2015).
Έτι περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παράγραφος 1β' Κ.Πολ.Δ. με αυτές των άρθρων 74 και 75 παράγραφοι 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.
Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 712/2020, ΑΠ ΑΠ 241/2015).
Στην περίπτωση δε, ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα, όταν οι αναγραφόμενοι ως δικαιούχοι είναι περισσότεροι, αυτός που έχει έννομο συμφέρον και αμφισβητεί την ανακριβή εγγραφή του δικαιώματος όλων, επικαλούμενος ίδιον αυτού δικαίωμα, πρέπει να απευθύνει την ασκούμενη, κατ' άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, αγωγή του περί αναγνώρισης του θιγομένου δικαιώματός του και διόρθωσης της πρώτης εγγραφής κατά πάντων των αναγραφομένων ως δικαιούχων στα κτηματολογικά φύλλα, και σε περίπτωση θανάτου τους κατά των καθολικών διαδόχων τους (ΑΠ 1152/2018).
Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει ότι κατά των νομιμοποιουμένων πιο πάνω ως εναγομένων υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ. 76 παρ. 1 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. (υποχρεωτική κοινή παθητική εναγωγή), για την αποφυγή διάσπασης της δικονομικής ενότητας των ανοιγομένων δικών και του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο δικαίωμα στο οποίο έχουν καταχωρισθεί αυτοί (ΑΠ 240/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι οι έξ πρώτοι των εναγομένων ήδη αναιρεσείοντες οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, αναγραφόμενοι ως δικαιούχοι στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, δεν συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας με το έβδομο εναγόμενο ΟΚΧΕ και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, το οποίο ενάγεται, προκειμένου να διορθώσει την κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή εσφαλμένη αρχική εγγραφή σ'αυτά (στα κτηματολογικά βιβλία ...).
Κατά της παραπάνω εφετειακής απόφασης, η οποία εκδόθηκε ερήμην του έβδομου εφεσίβλητου και ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και όρισε παράβολο ανακοπής ερημοδικίας κατ' άρθρο 505 παράγραφος 2 Κ.Πολ.Δ., άσκησαν αναίρεση οι έξι πρώτοι των εναγομένων-εφεσιβλήτων, που ηττήθηκαν, την οποία έστρεψαν κατά της ενάγουσας- εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και του ερημοδικασθέντος έβδομου εναγόμενου- εφεσιβλήτου και ήδη δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, το οποίο με την πληττόμενη απόφαση υποχρεώθηκε να διορθώσει την αρχική εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά γραφεία.
Δεν αποδεικνύεται όμως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς τον ερημοδικασθέν δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (απλό ομόδικο των λοιπών αναιρεσειόντων), αφού αυτό δικαιούται να την προσβάλλει με ανακοπή ερημοδικίας, καθόσον δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δικογραφίας, ούτε, άλλωστε, γίνεται σχετική επίκληση από τους παριστάμενους, είτε επίδοσης προς αυτό της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης και παρέλευση της προς άσκηση ανακοπής προθεσμίας, είτε παραίτηση αυτού από το σχετικό δικαίωμα.
Κατ' ακολουθίαν αυτών και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέα, ως απαράδεκτη, ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, καθόσον ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς αυτό. Ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 όπως ίσχυε πριν οι παρ. 2 και 3 αντικατασταθούν με το άρθ.1 του άρθ.3 του Ν. 4335/2015), 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 1045, 1046 και 974 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση του πράγματος. Ο τρόπος απόκτησης της νομής του πράγματος δεν έχει σημασία.
Αυτή μπορεί να αποκτήθηκε αυτογνωμόνως ή με παράδοσή της από τον προηγούμενο νομέα, με κάποιον από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 976, 977 και 979 του ΑΚ τρόπους. Φυσική εξουσίαση του πράγματος αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι ο κατά της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής είναι εικοσαετής και αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος. Η παραγραφή επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του επί μία εικοσαετία, χωρίς να ερευνάται τι είδους νομή ή κατοχή ασκεί ο προσβολέας και αν αυτή η νομή ή κατοχή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑK, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ως ασκούμενο καταχρηστικώς, πλην άλλων, και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία, αντιθέτως, προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και τη θεμελίωση της από αυτήν ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος απαιτείται η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων που ορίζονται στη διάταξη αυτή από την άσκηση του επιδιωκόμενου με την αγωγή δικαιώματος να είναι προφανής, δηλαδή πρόδηλη και αναμφισβήτητη.
Οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί προς απόκρουση του δικαιώματος (ΑΠ 305/2018, ΑΠ 1096/2015, ΑΠ 480/2010).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/2020, 6/2019, 1/1999).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 18/2008, Ολ ΑΠ 15/2006, ΑΠ 1423/2019, 319/2017). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ` όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση, τον απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ή στην περίπτωση που τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, συνάγεται δε από το περιεχόμενο της απόφασης, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΟλΑΠ 11/1996,ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1289/2019, ΑΠ 2086/2017, ΑΠ 841/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης υπ'αριθ. 837/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε μετ'ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../14-8-1973 προικοσυμφώνου του συμ/φου Αργοστολίου Ιωάννη Μεταξά, περιήλθε στην ενάγουσα κατά ψιλή κυριότητα και στο σύζυγό της Α.
Κ. από τη μητέρα της Μ. χήρα Α. Κ. το επίδικο ακίνητο, δηλαδή ένα οικόπεδο εμβαδού 437 τ.μ. που βρίσκεται επί της οδού ..., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Αργοστολίου και το οποίο αποτελεί μέρος του με αριθμό 2 τεμαχίου του οικοδομικού τετραγώνου 102, το οποίο αποτελείται από μία λωρίδα γης - διάδρομο πλάτους 2 μέτρων και μήκους 23 μέτρων.
Το παραπάνω οικόπεδο συνορεύει ανατολικά με την οδό ..., επί της οποίας έχει πρόσοψη μήκους 2 μέτρων, βόρεια σε πλευρά μήκους 55,68 μέτρων με ιδιοκτησία ..., δυτικά σε πλευρά μήκους 17,55 μέτρων με οικόπεδο με αριθμό ... ιδιοκτησίας Σ. Κ., νότια και σε πλευρά μήκους 22 μέτρων με το οικόπεδο με αριθμό ... ιδιοκτησίας Σ.
Ν. του Λ. και τέλος ανατολικά σε πλευρά μήκους 15 μέτρων με τμήμα του ίδιου οικοπέδου με αριθμό ..., ιδιοκτησίας Χ. συζ. Ε. Κ.. Ύστερα όμως από την κατάργηση της προίκας με το - ν. 1329/1983 περιήλθε πλέον στην ενάγουσα αυτοδικαίως κατ' αποκλειστική κυριότητα το επίδικο ακίνητο. Επ' αυτού (ακινήτου) υπάρχει κήπος και φύεται ένα πεύκο και έξι ακόμη δένδρα, ενώ υπάρχουν και ίχνη προσεισμικής οικίας.
Η ενάγουσα λόγω της μόνιμης διαμονής της, η οποία βρίσκεται στις Η.Π.Α., δεν επισκεπτόταν συχνά την Ελλάδα, ποτέ όμως δεν είχε παραιτηθεί της νομής του προικώου - πατρικού ακινήτου και δεν είχε άλλωστε λόγο, καθόσον είναι γνωστή η αγάπη (λαχτάρα) την οποία τρέφουν οι ομογενείς του εξωτερικού για τα πατρικά τους ακίνητα.
Πριν τη σύσταση του δικού της προικοσυμφώνου, κατά το έτος 1968, η μητέρα της είχε συστήσει προικοσύμφωνο και υπέρ της αδελφής της Χ. συζύγου Ε. Κ. ( α'εναγόμενης) με το συμβόλαιο .../3-7-1968 του συμ/φου Αργοστολίου I. Μεταξά. Μ' αυτό η μητέρα τους έκαμε ουσιαστικά κατάτμηση του κατά μείζονα έκταση κληρονομηθέντος οικοπέδου 102 τεμάχιο 2.
Με την κατάτμηση αυτή έδωσε ως προίκα στην εναγόμενη το μπροστινό μέρος του οικοπέδου, το οποίο περιέχει και μία προσεισμική κατοικία, που βρίσκεται επί της οδού ... αριθ. 14 και φέρει το ΚΑΕΚ 25 0090414002/0/0, ενώ στην ενάγουσα έδωσε το πίσω μέρος αυτού του οικοπέδου, καθώς και ένα ενιαίο διάδρομο πλάτους 2 μέτρων και μήκους 23, ώστε να εισέρχεται στο οικόπεδο της.
Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1973 έως και το 2005, ουδέποτε αμφισβητήθηκε η κυριότητά της στο ένδικο ακίνητο, που απέκτησε κατά τον ανωτέρω τρόπο, ούτε διαταράχθηκε η νομή της σ' αυτό. Επισκεπτόταν μαζί με το σύζυγό της το ακίνητο, το καθάριζε, πλήρωνε τα τέλη και ασκούσε με διάνοια κυρίας όλες τις διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν σε κυρία.
Από το έτος 1991, συνεργαζόταν με τον πολιτικό μηχανικό, Γ. Σ. (μάρτυρα απόδειξης), στον οποίο είχε αναθέσει την εποπτεία του ακινήτου. Επίσης, η κόρη της Μ. Π., η οποία επισκεπτόταν την Ελλάδα μια φορά το χρόνο, δεν παρακωλύθηκε ποτέ έως τον Μάιο του 2005, στην άσκηση νομής στο επίδικο ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας μητέρας της, όταν πληροφορήθηκαν ότι έπρεπε να έχει κάνει δήλωση για το Κτηματολόγιο και ανακάλυψε, μετά από έρευνα, ότι οι εναγόμενοι είχαν δηλώσει κατά τη διαδικασία της Κτηματογραφήσεως, ότι δήθεν το κληρονόμησαν από τον πατέρα τους Ε.
Κ., ο οποίος απεβίωσε το 2002 αδιάθετος και το είχε αποκτήσει με χρησικτησία. Προέβησαν μάλιστα και σε αποδοχή της κληρονομιάς, ενώπιον της συμ/φου Αργοστολίου Αγλαΐας Δουκάτου, με το υπ' αριθ. .../24-10-2003 συμβόλαιο, μεταγραμμένο στο Υποθηκοφυλακείο Αργοστολίου στον τόμο 430/82 και δήλωσαν ότι από το έτος 1973, δηλ.
από το έτος που έγινε η μεταβίβαση στην ενάγουσα με το προικοσύμφωνο της κυριότητας του επιδίκου, ο πατέρας τους άρχισε να το κατέχει για τον εαυτό του. Από αυτό και μόνο το γεγονός, ότι δηλ. θεωρούν ως έναρξη του χρόνου της χρησικτησίας τους τη χρονολογία της μεταβίβασης (1973 ) στην ενάγουσα του προικώου, αποδεικνύεται η αναλήθεια του ισχυρισμού τους αυτού, καθόσον δεν είναι δυνατόν την ίδια χρονιά που συστάθηκε η προίκα και μεταβιβάστηκε το επίδικο ακίνητο στην ενάγουσα, να παραιτήθηκε αυτή της νομής του.
Όσο ζούσε, ο δικαιοπάροχος των εναγόμενων Ε. Κ. (γαμπρός από αδελφή της ενάγουσας), ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητα, νομή και κατοχή της ενάγουσας και είχαν καλές σχέσεις. Ρητή και κατηγορηματική στο σημείο αυτό είναι κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος καταθέτει ότι "ο πιο πάνω δικαιοπάροχος των εναγομένων φύτευε ντομάτες σ' αυτό και σε συζητήσεις που κάναμε σε ανύποπτο χρόνο, μου ανέφερε ότι τα έκανε για λογαριασμό της Α..
Μάλιστα είχε γίνει και μια συνάντηση με τον τρίτο των εναγομένων τον Α., πριν 4-5 χρόνια στο γραφείο του στη ΔΕΗ και ρωτάγανε μήπως έπρεπε να το αγοράσουν αυτοί, αλλά τελικά είπαν ότι δεν έχουν λεφτά. Η Βιβλιοθήκη είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για την αγορά του επιδίκου από την Αγαθή, με είχε ρωτήσει αν τη συνέφερε το τίμημα και εγώ της απάντησα όχι ".
Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύει και το γεγονός ότι, σε αντίθετη περίπτωση, ο ανωτέρω κληρονομούμενος θα είχε αφήσει το επίδικο στους εναγόμενους κληρονόμους του με διαθήκη, για να ισχυροποιήσει τον τίτλο κτήσεως αυτών. Τα ίδια προκύπτουν και από τις ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίζει η
ενάγουσα και συγκεκριμένα οι Σ. Χ., Σ. Κ. και Σ. Κ. αναφέρουν "τα υλικά αγαθά, αυγά, κουνέλι ή κανένα σαλατικό, τα οποία η ενάγουσα λάμβανε από τον γαμπρό της, Ε. Κ., σε αντάλλαγμα της ανοχής της να χρησιμοποιούν τον κήπο - οικόπεδο της. Οι εναγόμενοι σε καμία περίπτωση δεν θεωρούσαν το κτήμα πραγματικά δικό τους, είχαν συζητήσει και το ενδεχόμενο πώλησής του σε αυτούς από την θεία τους.
Ο Ε. Κ.ς για λόγους ηθικής τάξεως έδινε στην ενάγουσα ως αντάλλαγμα (της χρήσης) προϊόντα από την καλλιέργεια του κήπου - οικοπέδου της, η ενάγουσα συναλλάχθηκε ως πλήρης κυρία για την πώληση σε τρίτα πρόσωπα του επιδίκου". Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν, η ένσταση δε των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1973 που είχε περιέλθει, η ψιλή κυριότητα του ακινήτου σ'αυτήν και η επικαρπία στο σύζυγό της και από το έτος 1983 που περιήλθε σ'αυτή η αποκλειστική κυριότητα αυτοδικαίως, μέχρι και το έτος 2005, δεν παρέλειψε να ασκεί τα δικαιώματά της επ'αυτού και δεν καταλύθηκε η κυριότητά της, από τους εναγόμενους και τον απώτερο δικαιοπάροχό τους με έκτακτη χρησικτησία.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι οι αναιρεσείοντες δεν έγιναν κύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς, αντιφατικής και εσφαλμένης αιτιολογίας αναφορικά με την απόρριψη της ενστάσεώς τους περί ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, τυγχάνει αβάσιμος.
Κατά το μέρος δε, που οι αιτιάσεις του λόγου αυτού, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς στήριξη των απόψεών τους σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την μη υποκειμένη σε αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).
Εξάλλου, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων τους, ενώπιον του Εφετείου Πατρών προέβαλαν και τους ισχυρισμούς της εικοσαετούς κατ'άρθρ. 249 Α.Κ. παραγραφής της επίδικης αξιώσεως της ενάγουσας και της καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής (άρθρο 281 Α.Κ.), αναφέροντας ότι τόσο ο δικαοπάροχός τους, από το έτος 1973 όσο και οι ίδιοι μετά το θάνατό του, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (2005), ασκούσαν τις αρμόζουσες στη φύση και προορισμό αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, δαπανώντας χρήματα και καταβάλλοντας κόπο, χωρίς ποτέ η ενάγουσα να εναντιωθεί, δημιουργώντας σ'αυτούς την πεποίθηση ότι δεν θα εγείρει ποτέ την ένδικη αγωγή, η έγερση της οποίας δημιουργεί για αυτούς επαχθείς συνέπειες.
Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως έχουν προεκτεθεί, γίνεται αντιληπτό ότι το Εφετείο δεν παρείδε τους παραπάνω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, τους οποίους απέρριψε ως αβάσιμους εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τους συγκροτούν.
Συνεπώς, αβάσιμος τυγχάνει και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β' του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες νομίμως ισχυρισμούς τους, ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, περί παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας και καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός της.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, οι οποίες προσετέθησαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους προαποδεικτικώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αρμοδίως ληφθεισών κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 421 Κ.Πολ.Δ., ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επιδόσεως επιμελεία του ενδιαφερομένου διαδίκου προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών από της ημερομηνίας λήψεως της βεβαιώσεως κλήσεως προς τον αντίδικο, στην οποία πρέπει να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψεως της βεβαιώσεως και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος, εάν δε παραλειφθεί η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσεως δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπ' όψιν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει, κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου Ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 εδ. α' ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας.
Περαιτέρω, κατά το ισχύον τον κρίσιμο χρόνο άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αντίστοιχη πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια διαδικασία της υπόθεσης και λαμβάνονται υπόψη μόνο αν σωρευτικά συντρέχουν και οι δύο απαιτούμενες προϋποθέσεις, δηλαδή α) να έχουν συνταχθεί πριν από την ημέρα της δικασίμου της υπόθεσης ενώπιον του αντίστοιχου δικαστηρίου, στο οποίο προσκομίζονται και β) να έχουν ληφθεί μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτές (ΑΠ 1519/2009).
Στην περίπτωση που οι αντίδικοι είναι πλείονες, ακόμη και αν μεταξύ τους υπάρχει απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να κλητευθούν όλοι, εκτός αν τα με την ένορκη βεβαίωση εκτιθέμενα αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο ορισμένου από τους ομοδίκους. Διαφορετικά η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε και έναντι εκείνου, που τυχόν κλητεύθηκε να παραστεί.
Τούτο δε διότι, αν τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν τα στοιχεία της αξίωσης, τα οποία είναι κοινά για όλους τους ομοδίκους, κατ' ανάγκην, εφόσον και επί απλής ομοδικίας η διαδικασία διεξάγεται ενιαίως, ή θα ληφθούν αυτά υπόψη για την απόδειξη της ύπαρξης της αξίωσης ή δεν θα ληφθούν (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1744/2009).
Εξάλλου, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί νομότυπης ή μη νομότυπης κλήτευσης του αντιδίκου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 30/2002, Ολ. ΑΠ 2/2008) και συνεπώς κάθε ισχυρισμός διαδίκου που στρέφεται κατά της σχετικής βεβαίωσης του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτος (ΑΠ 736/2016), ενώ η παράλειψη του δικαστηρίου να βεβαιώσει στην απόφασή του, ότι τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (περ.
α') λόγο, καθόσον, αν στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο, θεωρείται ότι αυτές έχουν ληφθεί κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 826/2015). Περαιτέρω, στη περίπτωση που το Δικαστήριο της ουσίας, έπρεπε ν'αποκλείσει ένα αποδεικτικό μέσο ως απαράδεκτο, συντρέχει σωρευτικά ο από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
και ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο δε αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης ( Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 970/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση συγχωρείται εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα των αναφερομένων στο εν λόγω έγγραφο. Προϋποθέσεις της ιδρύσεως του προαναφερομένου αναιρετικού λόγου είναι να πρόκειται για αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ και αφ` ενός η παραμόρφωση να εντοπίζεται σε προφανές διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, το οποίο να προκύπτει από την σύγκριση του φερομένου ως περιεχομένου του εγγράφου και του αληθούς κατά λέξη περιεχομένου αυτού, αφ` ετέρου δε το επίδικο έγγραφο να προσέκτησε πρωτεύοντα λόγο κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως, ούτως ώστε να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του σφάλματος αναγνώσεως του δικαστηρίου και του επιζημίου αποδεικτικού πορίσματος ως προς την ύπαρξη ή μη κρισίμων πραγματικών γεγονότων θεμελιούντων ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ενώ το δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε, σε διαφορετική δε περίπτωση ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 188/2018).
Δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και η κατά την έννοια του άρθρου 390 ΚΠολΔ ιδιωτική γνωμοδότηση, που συντάσσεται ύστερα από αίτηση διαδίκου και προσάγεται από εκείνον (ΑΠ 31/2011, ΑΠ 5/2011) και οι ένορκες μαρτυρικές βεβαιώσεις (ΑΠ 438/2014, ΑΠ 909/2020).
Με τον πρώτο από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο, έλαβε υπ` όψη της, την με αριθ. 8225/23-2-2006 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Σ. Χ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Στάμως Τσιλιμιδού και την υπ'αριθ. 6002/24-2-2006 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Σ. Κ. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιθάκης Σπυρίδωνα Μπούα, που λήφθηκαν με την επιμέλεια της ενάγουσας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, αν και ο έβδομος εναγόμενος και εφεσίβλητος Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεως Ελλάδος (ΟΚΧΕ), εκπρόσωπος του οποίου δεν είχε παρασταθεί κατά τη λήψη των ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων μαρτύρων, δεν είχε κλητευθεί νομίμως δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήψη αυτών, όπως προκύπτει από την υπ'αριθ. 183β/22-2-2006 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Δ.. Στην προκειμένη περίπτωση από την βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, μεταξύ των άλλων, τις προαναφερόμενες με αριθ. 8225/2006, 6002/2006 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Στάμως Τσιλιμιδού και του Συμβολαιογράφου Ιθάκης Σπυρίδωνα Μπούα, αντίστοιχα, που προσκόμισε με επίκληση η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα μετά από κλήτευση των εναγομένων.
Συνεπώς, ενόψει της βεβαίωσης αυτής από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν νομότυπα μετά από κλήτευση των εναγομένων, ο με το παραπάνω περιεχόμενο πρώτος λόγος αναίρεσης τυγχάνει απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την νομότυπη κλήτευση του έβδομου των εναγομένων, από την ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, προκειμένου να παραστεί κατά την λήψη των προαναφερόμενων ενόρκων βεβαιώσεων.
Σε κάθε περίπτωση δε, σύμφωνα με το περιεχόμενο των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων, τα κατατιθέμενα από τους προαναφερόμενους μάρτυρες αρμόζουν, αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο των έξι πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και όχι του έβδομου εναγόμενου και ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου ΟΚΧΕ, ο οποίος δεν ενάγεται ως προς την αναγνώριση του δικαιώματος της κυριότητας της ενάγουσας επί του επιδίκου ακινήτου.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμ. 14 και 11α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, Γ. Σ., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία δεν πληρεί τους όρους του νόμου και δεν την κήρυξε άκυρη, καθόσον αυτή ελήφθη παρά την απουσία της ενάγουσας - πρώτης αναιρεσίβλητης, με συνέπεια την επιζήμια για τους αναιρεσείοντες- εναγόμενους κρίση του ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η ενάγουσα είναι κυρία, νομέας και κάτοχος του επιδίκου ακινήτου.
Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της κατάθεσης του αναφερομένου μάρτυρα για την ως άνω αιτία προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου, ως δικαστηρίου της ουσίας, με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων-εφεσιβλήτων.
Αντιθέτως, από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθ. 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι τοιούτος ισχυρισμός δεν προεβλήθη ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, από τους εναγόμενους-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια, επικαλούμενοι εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου της προαναφερόμενης υπ'αριθ. 183β/22-2-2006 έκθεσης επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Δ., με το να δεχθεί ότι κλητεύθηκε νομότυπα ο έβδομος των εναγομένων, από την ενάγουσα, κατά την λήψη α) της υπ' αριθ. 8225/23-2-2006 ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Στάμως Τσιλιμιδού και β) της υπ'αριθ. 6002/24-2-2006 ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα ενώπιον του Συμβολαιογράφου Ιθάκης Σπυρίδωνα Μπούα, που λήφθηκαν με την επιμέλεια της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ενώ σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προαναφερόμενη έκθεση επίδοσης, ο έβδομος εναγόμενος δεν κλητεύθηκε νομότυπα από την ενάγουσα και στη συνέχεια το Εφετείο έλαβε υπόψη τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που θα κατέληγε εάν δεν τις ελάμβανε υπόψη.
Ο λόγος αυτός τυγχάνει απαράδεκτος, διότι η αναφερόμενη έκθεση επιδόσεως δεν αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο, προς θεμελίωση των ισχυρισμών των διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση δε, δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του επικαλουμένου σφάλματος της αναγνώσεως της προαναφερόμενης έκθεσης επιδόσεως από το Εφετείο και του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη τυγχάνει κυρία του επιδίκου ακινήτου και δεν καταλύθηκε κυριότητα της, από τους εναγόμενους και τον δικαιοπάροχο τους με έκτακτη χρησικτησία.
Για το σχηματισμό του αποδεικτικού αυτού πορίσματος ελήφθησαν υπόψη οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς όμως με το σχετικό λόγο να αποδίδεται εσφαλμένη ανάγνωση αυτών, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του λόγου αυτού αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται.
Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 10-2-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 837/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Τέλος, στους αναιρεσείοντες που ηττήθηκαν πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, το οποίο η τελευταία νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-2-2009 αίτηση των Χ. χήρας Ε. Κ. κλπ για αναίρεση της υπ'αριθμ. 837/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης εις βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ