Supreme Court dismisses public entity's appeal on loan default statute of limitations and contract termination issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the public entity's appeal against the First Instance Court's decision rejecting the individual's lawsuit regarding a loan default. The court found that the statute of limitations had expired before the entity could terminate the contract, as no formal notice was given. Consequently, the court ruled that the periodic payments remained valid and independent, rejecting the entity's arguments regarding automatic contract termination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 250(15) of the Civil Code: The Supreme Court held that a public entity cannot rely on a statute of limitations defense if it failed to formally terminate the contract within the limitation period, thereby preserving the validity of periodic payments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 338 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 338/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά καθ' ου η ανακοπή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.)" (πρώην "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ"), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κρεμμύδα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πύργου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 354/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5/8/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 5-8-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 354/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 193/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου, που είχε κάνει δεκτή την από 25-2-2013 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου κατά το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, απέρριψε την ως άνω έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων του Δημοσίου. Έτσι, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, καθόσον αφορά τα ΝΠΔΔ, εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του ΑΚ, εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αφορούν το Δημόσιο, ή τυχόν μεταγενέστερες του ΑΚ ειδικές διατάξεις (ΑΠ 663/2011).
Επακολούθησε το Ν.Δ. 321/1969, "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεώς των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.
Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή, εκδόθηκε το Β.Δ. 776/72, με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω Ν.Δ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ, από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον, ότι και κατά το άρθρο 101 Ν.Δ. 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Εκδόθηκε όμως το Ν.Δ. 496/74, το οποίο, με τα άρθρα 44 επ., ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του Ν.Δ. 496/1974, περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ., ορίζει ότι: "Παν χρέος προς το ν.π., παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ. 1 εδ.
α)... "Χρέη προς το ν.π. α)...., β) ...., γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ. 2). Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου Ν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 578/1977, ορίζει ότι: "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα Ν.Π.Δ.Δ." (πλην των αναφερομένων στην παρ.1).... "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι' ους ταύτα εξεδόθησαν".
Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του Ν.Δ. 496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ' αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.
Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54. Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεώς του εν ισχύι γεννημένων αξιώσεων. Άρθρο 55. Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".
Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του Ν.Δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι "εξαιρούνται της εφαρμογής του Ν.Δ. 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του Ν.Δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 305/1985 (ΑΠ 350/2018, ΑΠ 1601/2014, ΑΠ 663/2011, ΑΠ 1645/2010).
Ακόμη, στο άρθρο 1 του ν.δ. 4114/1960 "Κώδικας περί Ταμείου Νομικών", ορίζεται ότι: "Το επί τη βάσει του νόμου 4448 του έτους 1929 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων αυτόν μεταγενεστέρων νόμων και νομοθετικών διαταγμάτων συσταθέν και λειτουργούν εν Αθήναις Ταμείο Νομικών, διέπεται εφεξής υπό των διατάξεων του παρόντος κώδικος" και σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου Ν.
Δ/τος, αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό τον τίτλο "Ταμείον Νομικών", υπαγόμενο στην εποπτεία του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, ενώ στη συνέχεια, κατ' άρθρο 36 παρ. 7 του Ν.Δ. 1/1968, τούτο υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, το οποίο μετονομάστηκε σε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και ήδη με το άρθρο 25 παρ. 3 περ.
Α', υπό περ. γ' του Ν. 3655/2008, εντάχθηκε στο ν.π.δ.δ. "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.)", το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ίδιου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο αυτού, υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του Π.Δ. 437/1977, που προαναφέρθηκε, το πρώην Ταμείο Νομικών εξαιρέθηκε ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του Ν.Δ. 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων ν.π.δ.δ., δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεών του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΣτΕ 958/2009).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 249 του κώδικα αυτού (ΑΚ), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στη γενική δε αυτή εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις από δάνειο (806 ΑΚ). Ωστόσο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Χρεώλυτρο, κατά την έννοια του πρώτου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής σύμβασης, να την καταγγείλει προώρως αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.
Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφλησή του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.
Μόνον, όμως, όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ, αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 1455/2007, ΑΠ 637/1997).
Επιπλέον, οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 3 του ν. 2362/1995, κατά το οποίο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που: α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, που κατισχύουν ως ειδικές των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1831/2006).
Αντίθετη δε εκδοχή δεν συνάγεται από το άρθρο 1Β του ως άνω ν. 2362/1995 (το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3871/2010), κατά το οποίο για τους σκοπούς του νόμου αυτού οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1....2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ), δεδομένου ότι κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου "Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος :
περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις ανεξάρτητες Αρχές". Επίσης, η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 2579/1998, κατά την οποία οι διατάξεις των άρθρων 11 του Κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του Ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α' 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) και - τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών, ως γενική, δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση για το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων του πρώην Ταμείου Νομικών.
Ήδη με το άρθρο 137 παρ. 1 του Ν. 3655/2008 (ΦΕΚ Α' 58/3-4-2008), ορίστηκε ότι: "Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ παραγράφεται εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη. Εάν η βεβαίωση του χρέους έγινε πριν αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο ολικά ή μερικά, η παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο.
Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς κλάδους ή λογαριασμούς : α) ... β) ... γ) ...δ) απαιτήσεις από χρηματικές αξιώσεις του φορέα που προέρχονται από συναφθείσα σύμβαση, ε) απαιτήσεις που δημιουργούνται από συμβάσεις και διατάξεις τελευταίας βούλησης ...".
Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 137 του Ν. 3655/2008, η ισχύς του οποίου αρχίζει στις 3-4-2008 (άρθρο 154), ρυθμίστηκε, μεταξύ άλλων, η παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), υπάγονται δε σε αυτήν και οι μη βεβαιωθείσες, κατά την έναρξη της ισχύος του, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ΦΚΑ, εφόσον όμως αυτές δεν είχαν παραγραφεί υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προαναφέρθηκε (ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 1973/2019, ΑΠ 1440/2017, ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του αριθ. 6 του ίδιου ως άνω άρθρου, που είναι ταυτόσημη με αυτήν του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, κατά των παραπάνω αποφάσεων επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπαρκείς είναι οι αιτιολογίες, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, την οποία το δικαστήριο εφάρμοσε, όχι δε και όταν οι αποδιδόμενες ελλείψεις ανάγονται στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος.
Ακόμη, αντιφατικές είναι οι αιτιολογίες, όταν εξ αιτίας της αντιφατικότητας αυτών, ως τοιούτων νοουμένων μόνο των ουσιαστικών παραδοχών του δικαστηρίου, δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 175/2020, 269/2019, ΑΠ 358/2019, ΑΠ 1248/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα ακόλουθα: "Την 2α Αυγούστου 1993 ο ανακόπτων, ο οποίος είναι δικηγόρος και ήταν ασφαλισμένος στο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών", συνήψε με το τελευταίο, του οποίου το καθ' ου η ανακοπή, Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων - Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.), κατέστη καθολικός διάδοχος δυνάμει του άρθρου 25 παρ. 3 του Ν. 3565/2008, σύμβαση δανείου ποσού 1.000.000 δραχμών, ήτοι 2.934,7 ευρώ. Η ανωτέρω σύμβαση δανείου συνήφθη κατόπιν της με αριθμό …/…-07-1993 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του αντισυμβαλλόμενου, Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών", με την οποία αποφάσισε τη χορήγηση δανείου ύψους 1.000.000 δραχμών στους ασφαλισμένους του, σεισμοπαθείς της περιοχής ... και …. Η διάρκεια αποπληρωμής του δανείου ορίστηκε σε τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 36.150 δραχμών, ήτοι 106,9 ευρώ, η πρώτη δε εξ αυτών θα έπρεπε να καταβληθεί την 01η-09-1994 και η τελευταία την 01η-08-1997.
Σύμφωνα με τον με αριθμό 4 όρο της σύμβασης δανείου, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και των τόκων, ο οφειλέτης θα χρεώνεται χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή, για τα καθυστερούμενα ποσά, από την ημέρα καθυστέρησης και μέχρι την εξόφληση με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και, περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους νόμιμους τόκους καθυστέρησης και να επιδιώξει με κάθε μέσο την είσπραξή του.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ανακόπτων έλαβε ολόκληρο το ποσό του δανείου κατά την ημερομηνία σύναψης της δανειακής σύμβασης, ενώ δεν κατέβαλε καμία εκ των τριάντα έξι τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου. Το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Νομικών", όμως, δεν άσκησε το συμβατικό του δικαίωμα περί καταγγελίας, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο με αριθμό 4 όρο της δανειακής σύμβασης, το πρώτον δε το καθ' ου η ανακοπή, αφού υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προαναφερόμενου Ν.Π.Δ.Δ., την 05η-12-2011 απέστειλε στον ανακόπτοντα το με αριθμό πρωτοκόλλου …/…-11-2011 έγγραφο του Διευθυντή Οικονομικού του Τ.Α.Ν., με το οποίο ζητήθηκε από αυτόν να καταβάλει το ποσό των 3.819,24 ευρώ ως ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου του, πλέον των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, άλλως θα προέβαινε σε αναγκαστική εκτέλεση κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε..
Ακολούθως, με την με αριθμό …/…-03-2012 απόφαση καταλογισμού, ο Διευθυντής Οικονομικού του Τ.Α.Ν. καταλόγισε στον ανακόπτοντα συνολική οφειλή ποσού 12.458,15 ευρώ και, ειδικότερα, για κεφάλαιο του δανείου το ποσό των 3.819,24 ευρώ και για τόκους το ποσό των 8.638,91 ευρώ, ενώ εν συνεχεία εκδόθηκε εις βάρος του ανακόπτοντος η με αριθμό …/…-01-2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Πύργου και εστάλη στον ανακόπτοντα η με αριθμό 09/08-01-2013 ατομική ειδοποίηση χρεών.
Συνεπώς, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη ανωτέρω, εφόσον το τέως Ταμείο Νομικών δεν ενεργοποίησε με καταγγελία τον τέταρτο όρο της σύμβασης του τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σε αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας, οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων διατήρησαν την αυτοτέλειά τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 15 του ΑΚ και, επομένως, οι αξιώσεις για τις τέσσερις τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες εντός του έτους 1994, οι αξιώσεις για τις δώδεκα τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες εντός του έτους 1995, οι αξιώσεις για τις δώδεκα τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες εντός του έτους 1996 και οι αξιώσεις για τις οκτώ τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες εντός του έτους 1997, παραγράφηκαν την 01η-01-2000, την 01η-01-2001, την 01η-01-2002 και την 01η-01-2003 αντίστοιχα, ήτοι προ της 03ης-04-2008, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν. 3655/2008.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη ανωτέρω, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για αξιώσεις περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου του Ταμείου Νομικών, η παραγραφή των οποίων δεν υπαγόταν στη διάταξη του άρθρου 44 του Ν.Δ./τος 496/1974 κατ' εφαρμογή του άρθρου μόνου του Π.Δ. 437/1977 ούτε υπήρχαν ειδικές διατάξεις στο καταστατικό του Ταμείου Νομικών για την παραγραφή των αξιώσεών του, μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3655/2008, οπότε και το Ταμείο Νομικών εντάχθηκε στο Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.)", τύγχανε εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 253 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη ανωτέρω, για τις ανωτέρω αξιώσεις του πρώην Ταμείου Νομικών δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 86 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, που ρυθμίζει μόνο την παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου, υπό την αναφερόμενη στην παρ. 4 του άρθρου 1Β του ίδιου νόμου έννοια, δηλαδή περιλαμβάνει μόνο τους αναφερόμενους σε αυτήν φορείς, ενώ δεν εισάγει ειδική ρύθμιση για την παραγραφή των αξιώσεων των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, που περιλαμβάνονται στη Γενική Κυβέρνηση ούτε, εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 2362/1995 ορίσθηκε ότι η ειδική παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 86 παρ. 3 του ίδιου νόμου εφαρμόζεται και για τις αξιώσεις των Ν.Π.Δ.Δ.
ή των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκανε δεκτή την ένσταση παραγραφής, που προέβαλε ο εφεσίβλητος με την ανακοπή του και ακύρωσε την καταλογιστική απόφαση για το σύνολο των οφειλόμενων υπόλοιπων δόσεων του δανείου, πλέον των τόκων υπερημερίας σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 274 ΑΚ, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθά εφάρμοσε τον νόμο.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με την οποία το εκκαλούν παραπονείται ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν τύγχαναν εφαρμογής οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του ΑΚ, αλλά οι ειδικότερες του άρθρου 86 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσαν στην παραγραφή οι αξιώσεις του κατά του ανακόπτοντος, πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με ρητό όρο της σύμβασης δανείου, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων το Ταμείο Νομικών, δικαιούτο να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας. Με βάση τον ανωτέρω όρο, για την ενεργοποίηση του δικαιώματος αυτού, ήταν αναγκαία η προηγούμενη λύση της σύμβασης του δανείου με καταγγελία και, συνεπώς, λόγω της μη ενεργοποίησης του όρου αυτού με την καταγγελία της δανειακής σύμβασης, όπως προαναφέρθηκε, οι αξιώσεις από τις περιοδικές τοκοχρεωλυτικές δόσεις διατήρησαν την αυτοτέλεια τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ.
Επομένως, κατά την κοινοποίηση προς τον ανακόπτοντα του με αριθμό …/….-11-2011 εγγράφου του Διευθυντή Οικονομικού του Τ.Α.Ν., με το οποίο ζητήθηκε από αυτόν να καταβάλει το ποσό των 3.819,24 ευρώ ως ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου του, πλέον των αναλογούντων τόκων υπερημερίας, οι ως άνω αξιώσεις από τις περιοδικές τοκοχρεωλυτικές δόσεις είχαν ήδη υποκύψει, προ της καταγγελίας της σύμβασης από το καθ' ου η ανακοπή, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, απορριπτόμενου του δεύτερου λόγου έφεσης του ανακόπτοντος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω...πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας και δέχτηκε ότι οι αξιώσεις του καθ' ου η ανακοπή - αναιρεσείοντος, για τις αναφερόμενες σ’ αυτήν, περιοδικές, τοκοχρεωλυτικές δόσεις δανείου του ήδη αναιρεσιβλήτου - ανακόπτοντος, υπάγονται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 15 ΑΚ και ως εκ τούτου απέρριψε την έφεση του πρώτου κατά της ως άνω εκκαλουμένης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή και είχε ακυρωθεί η υπ' αριθ.
…/…-3-2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής του Διευθυντή Οικονομικών του Τ.Α.Ν. και η υπ' αριθ. …/…-1-2013 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πύργου, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις αναφερόμενες σ' αυτήν ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα αυτήν του άρθρου 250 περ. 15 του ΑΚ, για την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων, που έπρεπε να εφαρμοσθεί στην ένδικη υπόθεση και την οποία ορθώς εφάρμοσε, αλλά ούτε και τις επικαλούμενες, από το αναιρεσείον διατάξεις των άρθρων 1Β και 86 του ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού", οι οποίες δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν και ορθώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν εφαρμόστηκαν.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και τη μη εφαρμογή των ως άνω επικαλουμένων από το αναιρεσείον.
Επομένως, το ως άνω δικαστήριο ουσίας δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ΚΠολΔ και συνεπώς είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω, στην προσβαλλομένη απόφαση, υπό τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της, εκτίθενται επαρκώς, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα ως άνω αναγκαία πραγματικά περιστατικά, για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε το Πρωτοδικείο και με βάση τα οποία αυτό κατέληξε στο παραπάνω σαφές αποδεικτικό πόρισμά του και συγκεκριμένα ότι μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3655/2008 στις 3-4-2008 το τέως Ταμείο Νομικών δεν ενεργοποίησε με καταγγελία το σχετικό όρο της σύμβασης του ένδικου τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σ' αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου με τους τόκους υπερημερίας, με συνέπεια οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων τούτου να διατηρήσουν την αυτοτέλειά τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 15 ΑΚ, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (3-4-2008). 'Ετσι, το δικαστήριο της ουσίας δεν αξίωσε περισσότερα από τα απαιτούμενα για τη λύση της επίδικης δανειακής σύμβασης στοιχεία, δεδομένου ότι σ' αυτήν δεν περιέχεται όρος περί αυτοδίκαιης λύσης της για την ως άνω περίπτωση καθυστέρησης των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του δανείου.
Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν υπήρξε καταγγελία της σύμβασης και ως εκ τούτου οι επιμέρους τοκοχρεωλυτικές δόσεις διατήρησαν την αυτοτέλειά τους δεν τελεί σε αντίφαση με την άλλη παραδοχή αυτής ότι είχε οριστεί δήλη ημέρα για την καταβολή εκάστης των ανωτέρω δόσεων. Τούτο δε διότι η πρώτη ως άνω παραδοχή αναφέρεται σαφώς στο δεύτερο σκέλος του σχετικού (τέταρτου) όρου της ένδικης σύμβασης, όπου ρητά προβλέπεται η δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσοτέρων δόσεων, πράγμα που δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή σ' αυτό η προβλεπόμενη στο πρώτο σκέλος του ίδιου όρου της σύμβασης συμφωνία για καθορισμό δήλης ημέρας κατ' άρθρ. 341 ΑΚ ως προς την πληρωμή κάθε δόσης.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), χωρίς τον περιορισμό του άρθρ. 22 του ν. 3693/1957, εφόσον η υπηρεσία του πρώτου στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 1073/2019, ΑΠ 589/2015, ΑΠ 294/2014), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-8-2019 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)" για αναίρεση της υπ' αριθ. 354/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ