Legislator Case Law & Legislation
338/2019 AI generated

338/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 338/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

338/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Keywords

AI generated
access to property readiness for construction upzoning action for disturbance of possession occupied property original appropriation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 338 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 338/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Χ. Τ. του Π. και 2.Ζ. Τ. του Π., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κώστα Κρεμμύδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης:Ζ. Μ. του Ν. κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Άγγελο Αγγελόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 112/2018 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-7-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 560 αρ. 2 περ. α' του ΚΠολΔ., κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Ο λόγος αυτός, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδάφιο α' του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε και στο άρθρο 109 § 1 του ΚΠολΔ., σύμφωνα με την οποία "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μη νόμιμη σύνθεση του Δικαστηρίου υπάρχει, αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ., του Οργανισμού Δικαστηρίων και καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών ή των ειδικών νόμων για τη σύνθεση του δικαστηρίου και την αναπλήρωση των κωλυόμενων μελών του. Η απόδειξη δε της κακής σύνθεσης αποδεικνύεται από την απόφαση ή από τα πρακτικά, εφόσον δεν προσβάλλονται ως πλαστά (άρθρ. 432 ΚΠολΔ., πρβλ και άρθρ.312 του ίδιου Κώδικα).

Εξάλλου, στον όρο''σύνθεση δικαστηρίου'' δεν περιλαμβάνεται ο γραμματέας, ο οποίος δεν ανήκει στο δικαστήριο που αποφασίζει. Με βάση αυτά ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 560 αρ. 2 ΚΠολΔ αιτίαση για μη νόμιμη σύνθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδίκασε την υπόθεση και δημοσίευσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι ενώ αναφέρεται σ' αυτήν ότι το ως άνω Δικαστήριο συγκροτήθηκε από το δικαστή Μιχαήλ Τσέφα, Πρωτοδίκη και από την Κωνσταντίνα Καλαή, όμως δεν γίνεται μνεία περί της ιδιότητας της τελευταίας ως γραμματέα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1124, 1125, και 1136 ΑΚ προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι η δουλεία διόδου, αποσβήνεται αν η άσκησή της καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς.

Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος, γιατί το τελευταίο απέκτησε αυτάρκεια ή, κατ' άλλη έκφραση, όταν η άσκηση της δουλείας καθίσταται περιττή και μάταιη. Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί η τελευταία δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.

Πρέπει, δηλαδή, η αυτάρκεια του δεσπόζοντος να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματος της δουλείας, γιατί αν περιλαμβάνει μέρος εκείνου, η δουλεία, κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου των δουλειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1122, 1130, 1131, και 1138 ΑΚ, διατηρείται ακέραιη. Τέλος, από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 560 αρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι, από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες είναι αποκλειστικοί συγκύριοι (στους οποίους δεν περιλαμβάνονται οι Π.

και Ε. Τ., οι οποίοι έχουν μόνο δικαίωμα ισοβίου συνοικήσεως στο ακίνητό τους), κατά ποσοστό 50% αδιαίρετα ο καθένας, ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, το οποίο αγόρασαν από τις μέχρι τη μεταβίβαση κυρίες του ακινήτου Ε. χήρα Ν. Κ. και Α. Ν. Κ., δυνάμει του υπ' αριθ. …50/14-4-2005 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ι.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο …37 με αριθ. …4. Το άνω οικόπεδο βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα …, της δημοτικής ενότητας …. του Δήμου …, εντός του οικισμού και επί της οδού 28ης Οκτωβρίου, συνολικής έκτασης 922,68 τ.μ., εμφαινόμενο με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Α στο από Νοεμβρίου του 2004 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού - μηχανικού Ε.

Π. - Π. και το οποίο συνορεύει βόρεια σε πλευρά Ι-Κ και Λ-Μ με ιδιοκτησία Μ. και σε πλευρά Ν-Α με δημοτική οδό …, νότια σε πλευρές Ε-Δ με ιδιοκτησία Μ., Γ-Β με ιδιοκτησία Β. Ρ. και Ζ-Η με ιδιοκτησία Α. Σ., ανατολικά σε πλευρές Ε-Ζ με ιδιοκτησία με ιδιοκτησία Α. Σ., Η-Θ-Ι με ιδιοκτησία Γ. Σ. και Κ-Λ και Μ-Ν με ιδιοκτησία Μ.

και δυτικά σε πλευρές Δ-Γ με ιδιοκτησία Ρ. και Β-Α με ιδιοκτησία της εναγομένης. Η εναγόμενη είναι αποκλειστική κυρία γειτονικού οικοπέδου συνολικού εμβαδού 480,88 τ.μ., κείμενου στην ίδια θέση επί της δημοτικής οδού …... Επί του οικοπέδου της υπήρχε παλιά ανώγεια οικία, που αποτελείτο από ισόγειο όροφο - αποθήκη και ανώγειο όροφο επιφάνειας 100 τ.μ.

περίπου. Το οικόπεδο φαίνεται με τα αριθμητικά στοιχεία 1-2-3-4-4'-5'-9-10-11-12-13-14-15-1 στο από Ιουλίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Σ.. Το ακίνητο αυτό συνορεύει βορειοανατολικά με την οδό …, βορειοδυτικά με την οδό …, νοτιοδυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Χ. και μέρει με ιδιοκτησία Ρ. και νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία των εναγόντων.

Το προαναφερόμενο ακίνητο περιήλθε στην εναγόμενη, αρχικά κατά ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής των έως τη μεταβίβαση κυρίων γονέων της, Ν. Μ. του Ι. και Χ., συζ. Ν. Μ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ….9/ 24-10-1995, συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας του τέως συμβολαιογράφου Κ. Σ. νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ….

στον τόμο ….4 και αριθμό …8, μετά δε το θάνατο των επικαρπωτών γονέων της και κατ' επικαρπία. Σε βάρος του ακινήτου των εναγόντων (δουλεύον) και υπέρ του ακινήτου της τελευταίας (δεσπόζον), έχει συσταθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας, πραγματική δουλεία διόδου, λόγω υπερεικοσαετούς οιονεί νομής δουλείας διελεύσεως, από την εναγομένη και τους δικαιοπαρόχους της, συμπληρωθείσας ήδη κατά την άσκηση της αγωγής.

Η δουλεία αυτή αποτυπώνεται ακριβώς με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Μ- Ν-Α στο από Νοεμβρίου του 2004 τοπογραφικό διάγραμμα της ως άνω πολιτικού- μηχανικού Ε. Π. -Γ., και αποτελεί εξ ολοκλήρου τμήμα του οικοπέδου των εναγόντων, απορριπτομένων ως αβάσιμων του περί αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης. Το περιεχόμενο της άνω δουλείας κατά θέση και περιεχόμενο περιγράφεται στην αγωγή ως εξής: "Δίοδος σε βάρος εδαφικής ιδιοκτησίας εναγόντων, η οποία αρχίζει από την οδό …, που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα ….

της Δημοτικής Ενότητας …. του Δήμου …., έχει μήκος περίπου 23 μέτρα και πλάτος κυμαινόμενο από 5-5,30 μέτρα (στην αρχή της προς την οδό …) καταλήγει στην ιδιοκτησία της Γ. Ρ. - Ρ. του Β., και διέρχεται μεταξύ της οικίας της εναγόμενης (δυτικά) και ιδιοκτησιών … και εναγόντων (Ανατολικά). Η επίδικη δουλεία συστάθηκε, επειδή το οικόπεδο της εναγόμενης δε θεωρείτο αυτάρκες, διότι ο ακάλυπτος χώρος του και οι αποθήκες, που υπήρχαν σ' αυτόν, δεν είχαν πρόσβαση στη δημοτική οδό της ….

Η πρόσβαση αυτή ήταν απαραίτητη, προκειμένου η εναγόμενη να διέρχεται πεζή και με οποιοδήποτε τροχοφόρο μέσο επιτρέπει το πλάτος της, ώστε να μεταβαίνει στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου της, προκειμένου να μεταφέρει και να αποθηκεύει ξυλεία και ποσότητες ελαιολάδου, σε αποθήκες που διατηρούσε εντός της οικίας της.

Εξ αυτού του λόγου, στο τέλος του ακινήτου της εναγόμενης (στο νότιο μέρος του, προς το τέλος της διόδου), υπήρχε γκαραζόπορτα (καγκελόπορτα) πλάτους 3-4 μέτρων, που οδηγούσε στον ακάλυπτο χώρο του δεσπόζοντος ακινήτου της. Η ελλιπής συγκοινωνία και επικοινωνία του δεσπόζοντος ακινήτου και η αδυναμία πρόσβασης κυρίως με τροχοφόρα, στον ακάλυπτο χώρο του, οφειλόταν στο γεγονός ότι κατά την ανέγερση προ αμνημονεύτων ετών, της αρχικής πεπαλαιωμένης οικίας, αλλά και του μαντρότοιχου προς την πλευρά και σε επαφή με την οδό … και την οδό …., δεν είχε κατασκευαστεί είσοδος - πρόσβαση, η δε μορφολογία του ακάλυπτου χώρου, δεν επέτρεπε τη διέλευση τροχοφόρων οχημάτων".

Πράγματι η μορφολογία του εδάφους όπου το οικόπεδο της εναγομένης, έχει κατωφέρεια και υφίσταται όπως και σήμερα, λόγω της υψομετρικής διαφοράς του οικοπέδου της με την οδό …., μαντρότοιχος στήριξης ύψους πάνω από 2 μ. και ίδιου ύψους μαντρότοιχος επίσης επί της οδού ….., όπου από την γωνία με την οδό …, χαμηλώνει (ο μανδρότοιχος) και ομαλοποείται στη συνέχεια μέχρι τη σύνδεση της οδού … με την επίδικη δίοδο (βλ.

και πρακτικά κατάθεσης της μάρτυρα της ενάγουσας στην πρωτοβάθμια δίκη - 3° φύλλο στο τέλος της 1ης σελίδας και στην αρχή της 2ης- σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και την κατωτέρω τεχνική έκθεση). Στην παλιά οικία, η είσοδος της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της στην οικία, γινόταν μέσω της δημοτικής οδού 28ης Οκτωβρίου μόνον πεζή.

Για να εισέλθει στο πίσω μέρος στο ακάλυπτο οικόπεδο με τροχοφόρο όχημα, διέρχονταν από την ανωτέρω επίδικη δίοδο του ακινήτου των εναγόντων, στην οποία είχε δικαίωμα πραγματικής δουλείας διέλευσης ως εκτέθηκε με το περιεχόμενο που συνομολογεί η εναγομένη. Σημειωτέον ότι η δίοδος αυτή, δεν αποτελεί δίοδο μόνον για το ακίνητο της εναγομένης, αλλά αποτελεί δίοδο διέλευσης με ανάλογο δικαίωμα και για την όπισθεν της εναγομένης βρισκόμενη ιδιοκτησία Β.

Ρ.. Λόγω του καταστροφικού σεισμού της 8ης Ιουνίου 2008 στην περιοχή, η άνω παλιά οικία της εναγομένης, υπέστη σοβαρές ζημιές και κρίθηκε κατεδαφιστέα. Συνέπεια αυτής της εξέλιξης και αφού εντάχθηκε η εναγόμενη σε πρόγραμμα ειδικής κρατικής αποκατάστασης του ακινήτου της, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. …3/17-12-2009 άδεια οικοδομής από τη διεύθυνση πολεοδομίας …., και βάσει αυτής η εναγόμενη αφού κατεδάφισε την παλιά οικία, προέβη στη ανέγερση νέας, την οποία τοποθέτησε μερικώς πιο μέσα από την παλιά οικία στο οικόπεδο, λαμβάνοντας υπόψη για την τοποθέτησή της, την ύπαρξη της δουλείας διόδου (βλ.

την αποτύπωση του περιγράμματος της οικοδομής, του οικοπέδου και της διόδου στο τοπογραφικό σκαρίφημα που υπάρχει στην άνω οικοδομική άδεια). Σύμφωνα με τα τοπογραφικά ανέγερσης της νέας οικοδομής και τις προβλέψεις της άδειας, το δεσπόζον ακίνητο απέκτησε πρόσβαση στο μπροστινό του μέρος προς την οδό …., όπου η είσοδος στην οικία, προκειμένου κανείς να εισέρχεται πεζός σ' αυτό, αλλά και να σταθμεύει το αυτοκίνητό του στην είσοδο της κατοικίας, μπροστά από τα σκαλοπάτια της κύριας εισόδου, αμέσως και σε άμεση γειτνίαση και επαφή προς την άνω οδό, δεδομένου ότι κατά την αυτοψία μετρήθηκε το άνοιγμα μεταξύ των τσιμεντοκολώνων της εξωτερικής τσιμεντένιας περίφραξης και βρέθηκε στα 2,20 μέτρα καθώς και το ελεύθερο βάθος μέχρι τα σκαλοπάτια στα 3 μέτρα.

Με τον τρόπο αυτό, η εναγομένη μερικώς απέκτησε δυνατότητα πρόσβασης με τροχοφόρο όχημα εντός του οικοπέδου της και μόνον από το μπροστινό μέρος της οδού … όπου η κεντρική είσοδος της οικίας της. Με την πρόσβαση όμως αυτή, δεν μπορεί να μεταβαίνει στο πίσω μέρος της οικίας της και να συγκοινωνεί με τον ακάλυπτο χώρο, ώστε να μεταφέρει και σήμερα με τροχοφόρο όχημα πράγματα και να τα αποθηκεύει στο πίσω μέρος της οικοδομής και στο νεοκατασκευασθέν υπόγειο, όπως ποσότητες ελαιολάδου, κρασιού, ξυλείας, αλλά και να γεμίζει με υγραέριο και να συντηρεί τη δεξαμενή υγραερίου, που διατηρεί στον ακάλυπτο για τις ανάγκες θέρμανσης.

Τούτο διότι το τροχοφόρο όχημα δεν μπορεί μέσω της οδού … να διέλθει εντός του οικοπέδου της εναγομένης και να περάσει στο πίσω ακάλυπτο μέρος του οικοπέδου. Αυτό συμβαίνει καθόσον η θέση της νέας οικοδομής και των κατασκευών στο σημείο, καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση από την αριστερή πλευρά της εισόδου της οικίας από την οδό … και δυσχερή από την δεξιά πλευρά της εισόδου του ακινήτου από την ίδια οδό.

Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται ιδίως από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που αποτυπώνουν τη θέση της νέας οικοδομής και των κατασκευών στο οικόπεδο της εναγομένης, σε συνδυασμό με την από 09.09.2015 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ. Σ., που προσκομίζει η εναγομένη και το τοπογραφικό σκαρίφημα της ως άνω υπ' αριθ.

…3/2009 άδειας της οικοδομής της εναγομένης, που προσκομίζουν οι ενάγοντες: 1) Από την αριστερή πλευρά του ακινήτου, όπως το βλέπουμε από την οδό …, η απόσταση της οικοδομής μετά των βοηθητικών της χώρων από το όριο της επίδικης διόδου φτάνει στο πίσω μέρος το 1,5μ. πλάτος, ενώ στην πλευρά αυτή υπάρχουν από μπετόν τοιχία και αναβαθμός.

Συνεπώς η πρόσβαση με τροχοφόρο όχημα είναι αδύνατη από το σημείο αυτό λόγω μη επαρκούς πλάτους. 2) Από τη δεξιά πλευρά του ακινήτου, όπως το βλέπουμε από την οδό …, υπάρχει κυμαινόμενη απόσταση η οποία έχει πλάτος 3μ. περίπου στη δεξιά γωνία της οικοδομής από την οδό …. προς την οδό … (βλ. τοπογραφικό σκαρίφημα της άδειας οικοδομής). Όμως στο σημείο αυτό και στη δεξιά γωνία, υπάρχει κατασκευασμένος ο βόθρος λυμάτων της οικοδομής, καθ' όλο το μήκος και πλάτος του ακαλύπτου με επιφάνεια και στόμιο που δεν αντέχει το βάρος οιουδήποτε οχήματος, υπάρχει επίσης κατασκευασμένο κράσπεδο από μπετόν ύψους 0,40 μ. προς προστασία του βόθρου, σωληνώσεις του βόθρου, καθώς και υδραυλικές και ηλεκτρολογικές σωληνώσεις οι οποίες δεν αντέχουν το βάρος διέλευσης οχημάτων (βλ. άνω τεχνική έκθεση και προσκομιζόμενες φωτογραφίες). 3) Η δεξιά πλευρά της οικοδομής σε όλο το μήκος της επί της έτερης οδού … άνω των 20μ. έχει υψομετρική διαφορά και υφίσταται από μπετόν τοίχος στήριξης του εδάφους πάνω από 2 μ. ύψος ως εκτέθηκε.

Συνεπώς, η πρόσβαση με τροχοφόρο όχημα από το σημείο αυτό είναι δυσχερής, καθόσον προϋποθέτει σημαντικές και αξιόλογες δαπάνες μη προσδιορίσιμου ύψους, δεδομένου ότι για τη διαμόρφωση του χώρου θα απαιτηθούν αφενός καθαιρέσεις υφιστάμενων κατασκευών, όπως το κράσπεδο από μπετόν ύψους 0,40μ. πάνω από τον βόθρο, οι σωληνώσεις (υδραυλικές, ηλεκτρολογικές και του βόθρου), αφετέρου κατασκευές πρόσθετες για την ενίσχυση της επιφάνειας του βόθρου και για την ενίσχυση ή μετατόπιση των άνω σωληνώσεων.

Ενώ, σημειωτέον, οιαδήποτε οικοδομική παρέμβαση στο σημείο πρέπει να γίνει με προσοχή και να ληφθεί υπόψη για το εφικτό αυτής η ύπαρξη του υφιστάμενου αναγκαίου τοίχου στήριξης του ακινήτου καθόλο το μήκος που συνορεύει με την οδό …., αλλά και με την οδό … (βλ. και ως άνω τεχνική έκθεση). Συμπερασματικά η διαμόρφωση αυτή του χώρου για την πρόσβαση στον ακάλυπτο του οικοπέδου από τη δεξιά πλευρά, απαιτεί σημαντικές οικοδομικές μεταβολές και κατασκευαστικές παρεμβάσεις εν όψει του ότι ως εκτέθηκε η νέα οικοδομή τοποθετήθηκε στο οικόπεδο και κατασκευάστηκε με δεδομένη την ύπαρξη της άνω δουλείας διόδου, η οποία αποτυπώνεται σαφώς στο τοπογραφικό σκαρίφημα της άνω οικοδομικής άδειας της εναγομένης και είναι εν χρήσει για το δεσπόζον ακίνητό της.

Τούτων δοθέντων αποδείχθηκε ότι με την κατασκευή της νέας οικοδομής, το ακίνητο της εναγομένης δεν απέκτησε αυτάρκεια, αφού δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί πλήρως μέσω της εισόδου από την οδό 28ης Οκτωβρίου, αλλά συνεχίζει να είναι αναγκαία η χρήση της επίδικης διόδου για την πρόσβαση της εναγομένης με τροχοφόρο όχημα στο πίσω μέρος της οικοδομής της στον ακάλυπτο χώρο του οικόπεδου, καθόσον συνεχίζουν να υφίστανται οι ανάγκες για την ικανοποίηση των οποίων συστήθηκε το δικαίωμα της πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του ακινήτου της με παρόμοιο περιεχόμενο μέχρι και σήμερα όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

Υφισταμένης λοιπόν της ανάγκης διατήρησης της διόδου για τον ανωτέρω σκοπό υπέρ του ακινήτου της εναγομένης και σε βάρος του ακινήτου των εναγόντων όπως βασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν συντρέχει λόγος απόσβεσης του δικαιώματος πραγματικής δουλείας διόδου που αυτή έχει (άρθρο 1136 ΑΚ), ούτε η εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου από την εναγομένη είναι καταχρηστική κατ' άρθρο 281 ΑΚ, ως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες κατά την κύρια και επικουρική βάση της αγωγής τους υπό τα ίδια επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά για αμφότερες τις βάσεις, δηλαδή, ότι το ακίνητο της εναγομένης μετά την κατασκευή της νέας οικοδομής, κατέστη αυτάρκες και απέκτησε πλήρη πρόσβαση με την οδό … και στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου.

Εν όψει αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική βάση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος με την αιτιολογία ότι το ακίνητο της εναγομένης μπορεί να μην εξυπηρετείται πλήρως και εξ αυτού του λόγου η υπάρχουσα δουλεία διόδου να μην έχει αποσβεστεί, πλην όμως επειδή, αφενός είναι δυνατό με μικρή δαπάνη να διαμορφώσει είσοδο τροχοφόρου από τον ακάλυπτο χώρο προς τον εξωτερικό μανδρότοιχο, που εφάπτεται της επίδικης δουλείας, με διαμόρφωση ενός τσιμεντένιου σκαλοπατιού, ώστε το έδαφος εκεί να φθάσει το επίπεδο της εισόδου από την οδό ….

και αφετέρου επειδή, κυρίως, οι ανάγκες της πλέον για αποθήκευση των άνω προϊόντων έχουν περιοριστεί και αυτά μπορεί να μεταφερθούν πεζή από την κύρια είσοδο της οικίας της, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γινομένου δεκτού του σχετικού λόγου έφεσης της εναγομένης και αντιστοίχως απορριπόμενων ως αβάσιμων των λόγων έφεσης των εναγόντων που επιδιώκουν να γίνει δεκτή η αγωγή τους κατά την κύρια βάση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητείτο να αναγνωρισθεί ότι αποσβέσθηκε η επίμαχη δουλεία διόδου λόγω αυτάρκειας του δεσπόζοντος, άλλως ως κατά κατάχρηση δικαιώματος ασκουμένη, έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ακολούθως, δέχθηκε την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.

Κρίνοντας, έτσι, το πιο πάνω Δικαστήριο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις προμνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, καθόσον ανελέγκτως δέχθηκε, αφενός ότι η επίμαχη δουλεία εξακολουθεί να είναι ενεργός και ισχυρή και έτσι η προσβολή της κυριότητας των εναγόντων δεν είναι παράνομη και αφετέρου ότι δεν συντρέχει λόγος απόσβεσης του εν λόγω δικαιώματος της εναγομένης, καθόσον δεν επέρχεται αυτάρκεια στο δεσπόζον ακίνητο, αφού δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί πλήρως μέσω της εισόδου από την οδό …., αλλά εξακολουθεί να είναι αναγκαία η χρήση της επίδικης διόδου για την πρόσβαση της εναγομένης με τροχοφόρο όχημα στο πίσω μέρος της οικοδομής της στον ακάλυπτο χώρο του δεσπόζοντος ακινήτου, καθόσον εξακολουθούν να υφίστανται οι ανάγκες, για την ικανοποίηση των οποίων συστήθηκε το επίμαχο δικαίωμα.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το δικαίωμα δουλείας διόδου της αναιρεσίβλητης δεν αποσβέστηκε, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1136 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Οι περιεχόμενες στον ίδιο, δεύτερο, λόγο αιτιάσεις, που πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίκληση της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1136 Α.Κ., πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.).

Κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.Α.Π.9/2016, Ολ.Α.Π.15/2006).

Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992).

Όμως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, να αναφέρεται η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις και εκ ποιων αντιτιθέμενων μερών των αιτιολογιών προκύπτει η αντίφαση (Ολ.Α.Π.32/1996).

Επιπρόσθετα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτή ως απαραδέκτου (άρθρ.577 παρ. 1,2 ΚΠολΔ), δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δίκης δικογράφου, να συμπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, 27/1998, 32/1996), ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι εκτός των άλλων ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτόν η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω παντελούς έλλειψης αιτιολογίας και αντιφατικών αιτιολογιών, δεχθείσα επί λέξει, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, ότι :

α) "από την αριστερή πλευρά της οικοδομής της αντιδίκου δεν επαρκεί το πλάτος 1,5 μέτρου, άνευ αιτιολογίας όσον αφορά την τοιαύτη εσφαλμένως υιοθετηθείσα ανεπάρκεια, δηλαδή δεν αναφέρει κάτι που να δικαιολογεί την κρίση της περί ανεπάρκειας του εν λόγω πλάτους, λ.χ. περί αδυναμίας διελεύσεως δι' αυτής είτε αυτοκινούμενων οχημάτων, λόγω ελλείψεως τοιούτων μικροτέρου του ενός και ημίσεως μέτρου πλάτους, είτε χειροκινήτως προωθουμένων" και β) επικουρικώς, " ότι εκ της δεξιάς πλευράς της ίδιας οικοδομής, πλάτους τριών μέτρων, η διέλευση οχημάτων αποκλείεται λόγω της επιφάνειας και του στομίου του εκεί βόθρου, σωληνώσεων, υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, δεδομένου ότι ουδεμία αιτία παρατίθεται της αναφερόμενης ελλείψεως αντοχής της επιφάνειας και του στομίου του βόθρου, όσον αφορά τη διέλευση οποιουδήποτε οχήματος, ως επίσης διότι δεν αναφέρεται εάν είναι τεχνικώς ανέφικτη, είτε η κάλυψη των εκεί υδραυλικών και ηλεκτρολογικών σωληνώσεων, είτε η μεταφορά των, αν και επεβάλετο η μνεία αφενός μεν των ελλείψεων της επιφάνειας (προφανώς πλάκας εκ σκυροδέματος) και του στομίου του βόθρου, αφετέρου δε της ελλείψεως δυνατότητος τεχνικώς ενισχύσεως της αντοχής τούτων".

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφενός μεν λόγω της αοριστίας τους, καθόσον δεν αναφέρουν τον κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε παρατίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά αποσπασματικά αναφέρονται μόνο τα ως άνω τμήματα της προσβαλλόμενης απόφασης, αφετέρου δε, διότι :

α) υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης του λόγου αυτού αναίρεσης πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Μονομελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και β) οι αποδιδόμενες, με τους ίδιους αναιρετικούς λόγους, στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες δεν αναφέρονται σε "ζητήματα", δηλαδή σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, των οποίων η ανεπαρκής αιτιολόγηση στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, αλλά στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, που δεν ιδρύουν το λόγο αυτό αναίρεσης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.

Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες και συντελέσθηκε η εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στο Εφετείο την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., που συνίσταται στο ότι ''το εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, τα αναφερόμενα στο λόγο αυτόν έγγραφα, άλλως η τοιαύτη παράλειψη συνιστά έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης λόγω έλλειψης αιτιολογίας, άλλως λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης''.

Όμως, έτσι όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά στη μη λήψη υπόψη των αναφερόμενων στο λόγο αυτών εγγράφων, που αντιστοιχεί στον εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (και όχι στον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) για τον οποίο δεν προσβάλλεται αναιρετικώς η απόφαση του πρωτοδικείου που εκδίδεται επί εφέσεως κατ' αποφάσεως του ειρηνοδικείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι ο λόγος αυτός δεν περιέχεται στους προβλεπόμενους από το άρθρο 560 ΚΠολΔ., ενώ κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν εξειδικεύονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ., όπως τροπ/κε. με το άρθρο 3 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτήν ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους.

Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (Ολ.Α.Π.45/1987).

Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 11 περ. α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι έχει αποσβεστεί η πραγματική δουλεία διόδου που έχει συσταθεί σε βάρος του ακινήτου αυτών και υπέρ του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και, συγκεκριμένα, τις υπ' αριθμ.

…07 και …08/2-11-2017 ένορκες βεβαιώσεις των σ' αυτές αναφερόμενων προσώπων ενώπιον της συμβολαιογράφου Α. Κ., οι οποίες προσκομίσθηκαν από την αναιρεσίβλητη το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας και σε κάθε περίπτωση λόγω βαριάς αμέλειας και ως εκ τούτου ήταν απαράδεκτες και δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν επί εφέσεως κατά της απόφασης του ειρηνοδικείου, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως συνάγεται σαφώς από το άρθρο 529 ΚΠολΔ., στην κατ'έφεση δίκη οι διάδικοι επιτρέπεται να επικαλεσθούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται για πρώτη φορά ενώπιόν του ως απαράδεκτα, διότι ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει πρωτοδίκως από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.

Για το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου το Εφετείο δεν απαιτείται να διαλάβει ειδική αιτιολογία, αφού η λήψη τούτου υπόψη υποδηλώνει σιωπηρά απόκρουση της προθέσεως στρεψοδικίας. Από το άρθρο 179 ΚΠολΔ., το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή ένα μέρος τους, μόνο όταν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή σε συγγενείς εξ αίματος έως και τον δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, προκύπτει ότι, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην απόφασή του ότι συντρέχει μία των προϋποθέσεων του ως άνω άρθρου, μπορεί να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα, η κρίση του δε αυτή είναι ανέλεγκτη υπό του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, συμψήφισε τα έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας με την αιτιολογία ότι υπήρχε ιδιαίτερη δυσχέρεια των κανόνων που εφαρμόσθηκαν.

Έτσι κρίνοντας δεν παραβίασε την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και απορριπτέος ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος της αναίρεσης ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., όπως ήδη ισχύει, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-10-2018 αίτηση των Χ. Π. Τ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 112/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ