Legislator Case Law & Legislation
338/2018 AI generated

338/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 338/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Με την από 20-1-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 7792/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν έφεσης κατά της 2766/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, έγινε στη συνέχεια δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη <<Ελληνική Ραδιοφωνία -Τηλεόραση (ΕΡΤ ΑΕ)>>, της οποίας καθολικός διάδοχος είναι πλέον το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλει στον ενάγοντα -αναιρεσίβλητο Π. Β., εντόκως το ποσό των 9.134 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επομένου εντός του οποίου κάθε επιμέρους μηνιαίο ποσό έπρεπε να καταβληθεί έως την εξόφληση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

Legislator headnote

AI generated

338/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ. 27/1987, ΑΠ 433/2017, Α.Π. 86/2016, ΑΠ 467/2014).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 338 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 338/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ - ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΕΡΤ-Α.Ε." που είχε έδρα στην Αγία Παρασκευή, το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Ειδικό διαχειριστή του συνόλου του ενεργητικού και του παθητικού της ΕΡΤ Α.Ε.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Κατσιρούμπα, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Β. του Γ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Σεραφείμ Τσούκος και δήλωσε ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος Π. Β. απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α) Π. Β., χήρα Π., κάτοικο ..., β) Γ. Β. του Π., κάτοικο ... και γ) Μ. Β. του Π., κάτοικο ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2766/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7792/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/1/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 20-1-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 7792/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν έφεσης κατά της 2766/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, έγινε στη συνέχεια δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη <<Ελληνική Ραδιοφωνία -Τηλεόραση (ΕΡΤ ΑΕ)>>, της οποίας καθολικός διάδοχος είναι πλέον το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλει στον ενάγοντα -αναιρεσίβλητο Π. Β., εντόκως το ποσό των 9.134 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επομένου εντός του οποίου κάθε επιμέρους μηνιαίο ποσό έπρεπε να καταβληθεί έως την εξόφληση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 ΚΠολΔ).

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις (μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποιήσεως του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος) επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος χωρίς να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ. 27/1987, ΑΠ 433/2017, Α.Π. 86/2016, ΑΠ 467/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 20-1-2016 αίτηση για αναίρεση της 7792/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και ναι μεν, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο αναιρεσίβλητος Π. Β. απεβίωσε στις 3-1-2016, ο θάνατος όμως αυτού επήλθε μετά τη δημοσίευση της τελευταίας (η οποία έλαβε χώρα στις 31-12-2013) και πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι κατά την άσκηση της αίτησης το αναιρεσείον γνώριζε το θάνατο του προαναφερθέντος αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς η αίτηση είναι έγκυρη παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αποβιώσει πριν την άσκησή της, νομίμως δε συνεχίζουν τη δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Π. Β. χήρα Π. Β., Γ. Β. του Π. και Μ. Β. του Π. (σύζυγος και τέκνα του, αντίστοιχα), οι οποίοι κατά τη συζήτηση της αίτησης στις 9-5-2017, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση για τη σημερινή δικάσιμο ( 28-11-2017), γνωστοποίησαν το θάνατό του και δήλωσαν τη συνέχιση της δίκης.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006 ΑΠ 319/2017).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 319/2017).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον, αφού 1) παραθέτει και αναλύει τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ΕΡΤ ΑΕ και των άρθρων 6, 7 και 8 του Συστήματος Δαπανών Κίνησης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άνω άρθρου 23 παρ.5 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού και 2) αναφέρει τον τρόπο λειτουργίας του Κέντρου Εκπομπής Λιοσίων και την κατάργηση-παύση αυτού καθώς και την παρεχόμενη εργασία των εργαζομένων εκεί τεχνικών και την καταβολή αποζημίωσης σ' αυτούς για την εκτός έδρας εργασία, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί <<ότι ο αντίδικος ( ενάγων) δικαιούται αποζημίωση εκτός έδρας και για το διάστημα μετά την παύση λειτουργίας του Κέντρου Εκπομπής Λιοσίων και μέχρι τη συνταξιοδότησή του, ότι για το δικαίωμά του αυτό δεν έχει σημασία αν απασχολείτο μόνο 7,5 ώρες ημερησίως, και μάλιστα όχι ως ηλεκτρονικός αλλά ως φύλακας ουσιαστικά, ούτε αν εξακολούθησε ή όχι να μετακινείται από την Αθήνα (…), όπως έπραττε στο παρελθόν όσο λειτουργούσε ο πομπός στο Κ.Ε.

Λιοσίων, προκειμένου να πάρει οδηγίες για την εργασία του στο Κέντρο Εκπομπής, και μάλιστα με την αιτιολογία ότι η από 14-2-2002 Συμπληρωματική Σύμβαση Εργασίας δεν όριζε κάτι ειδικά περί τούτου (δηλαδή τι θα ίσχυε, αν το Κέντρο Εκπομπής έπαυε στο μέλλον να λειτουργεί), έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι των διατάξεων των άρθρων 22, 23 του ΓΚΠ της ΕΡΤ Α.Ε., των διατάξεων του προαναφερομένου Συστήματος Δαπανών Κινήσεως και των διατάξεων της από 14-2-2002 Συμπληρωματικής Σύμβασης Εργασίας μεταξύ ΕΡΤ Α.Ε.

και ΠΟΣΠΕΡΤ, των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. και για το λόγο αυτό πρέπει να αναιρεθεί (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ).>> Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία αποδοχή της αγωγής του ενάγοντος ως βάσιμης), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, Ειδικότερα το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.

4. Στο άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944, Α' 139), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α' 164), ορίζεται ότι: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.

Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Η διάταξη αυτή, με την οποία καθορίζεται το ύψος του τόκου των οφειλών του Δημοσίου και ο χρόνος έναρξης του τόκου, δεν αποτελεί δικονομική αλλά ουσιαστική διάταξη. Περαιτέρω, στις διατάξεις του ιδρυτικού της ΕΡΤ Α.Ε. ν. 1730/1987, όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Στην παρ.1 του άρθρου 1 ότι: "Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για την ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση που λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρείας και έχει έδρα την Αθήνα ...". Στην παρ. 3 του αυτού άρθρου ότι: "Η ΕΡΤ Α.Ε. είναι δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στο δημόσιο τομέα (Ν. 1256/82), ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος.

Έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελεί υπό κοινωνικό έλεγχο που ασκείται από την Αντιπροσωπευτική Συνέλευση Κοινωνικού Ελέγχου Τηλεθεατών - Ακροατών". Στην παρ. 1 του άρθρου 2 ότι: "Σκοπός της ΕΡΤ Α.Ε. είναι η οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, καθώς και η συμβολή της με τα μέσα αυτά α) στην ενημέρωση β) στην μόρφωση και γ) στην ψυχαγωγία του ελληνικού λαού.

Η ΕΡΤ Α.Ε δεν επιδιώκει την απόκτηση κέρδους". Στην παρ. 1 του άρθρου 13 ότι: "Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της ΕΡΤ ΑΕ, είναι εκείνο που προκύπτει μετά την απογραφή και αποτίμηση των περιερχόμενων σ` αυτήν περιουσιακών στοιχείων, ενεργητικών και παθητικών των καταργούμενων ΕΡΤ-1 και ΕΡΤ-2 και την απεικόνισή τους στον ισολογισμό που συντάσσεται στη συνέχεια.

Το κεφάλαιο ανήκει αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα του οποίου εκδίδεται ένας ονομαστικός αναπαλλοτρίωτος τίτλος (μετοχή)". Στην παρ. 1 του άρθρου 14 ότι: "Πόροι της ΕΡΤ είναι α) έσοδα από ανταποδοτικό τέλος (εισφορά) που εισπράττει η ΕΡΤ ΑΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων β) έσοδα από διαφημίσεις γ) έκτακτη επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό και δ) έσοδα από κάθε άλλη πηγή".

Και στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι: "Οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές της ΕΡΤ ΑΕ, αποτελούν παροχή προς το κοινό από επαχθή αιτία". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών και ειδικότερα των άρθρων 1 παρ. 1, 3α και 2 παρ.1 του ν. 1730/1987 προκύπτει ότι η Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση είναι Ν.Π.Ι.Δ., που λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρίας, υπό την επωνυμία "ΕΡΤ Α.Ε.", κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας υπό την εποπτεία του Κράτους.

Εξάλλου, στην παρ. 5 του άρθρου 14 του ίδιου ως άνω νόμου 1730/1987 ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων, για τόκους, προσωποκράτηση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, που ισχύουν υπέρ του Δημοσίου, εφαρμόζονται και υπέρ της "ΕΡΤ ΑΕ" και των εταιρειών που ιδρύονται με αποκλειστικά κεφάλαιά της.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, εκτός από εκείνες για τόκους, δεν εφαρμόζονται για τις αξιώσεις του προσωπικού των εταιρειών αυτών που προέρχονται από την παροχή εργασίας τους για τις οποίες εφαρμόζεται η ισχύουσα νομοθεσία". Ενώ στην παρ. 13 του άρθρου 19 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: "Για µια τριετία από τη δημοσίευση του νόμου αυτού η "ΕΡΤ Α.Ε." και οι θυγατρικές εταιρείες της δεν υπόκεινται σε γενικούς ή ειδικούς άµεσους ή έµµεσους φόρους, σε κάθε μορφής τέλη ή δικαιώµατα ή κρατήσεις ή εισφορές και γενικά απολαμβάνουν αυτοδικαίως όλες τις συναφείς απαλλαγές και ατέλειες (µε την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 18 παρ. 1 εδ.

β του ν. 1642/86 και του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 1326/83) του Δημοσίου, καθώς και κάθε άλλο προνόµιό του, ιδίως οικονοµικό και δικονοµικό. Εξαιρούνται οι εργοδοτικές εισφορές υπέρ των ασφαλιστικών ταµείων και οι επιβαρύνσεις για το προσωπικό τους, καθώς και οι φόροι και τα τέλη υπέρ των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης".

Επομένως, κατά τις διατάξεις αυτές, αναγνωρίζεται στην ΕΡΤ ΑΕ το δικαίωμα να καταβάλει στους πιστωτές της τόκο υπερημερίας με το ειδικό επιτόκιο 6% ετησίως με χρόνο έναρξης την επίδοση της αγωγής (ΟλΑΠ 12/2013, ΟλΑΠ 4/2012). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος καθιερώνεται όχι μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει‚ κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας και κατά το άρθρο 25 παρ. 1 αυτού, τα δικαιώματα του ανθρώπου‚ ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που έχει κυρωθεί με το ν.δ 53/1974, '' παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως‚ δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος‚ το οποίο θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ...".

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το ν. 2462/1997, " Όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ...

για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων‚ με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες.

Ως εκ τούτου ανίσχυρες είναι και οι ως άνω διατάξεις του Ν.1730/1987, με τις οποίες αναγνωρίζεται στην ΕΡΤ ΑΕ, (η οποία είναι Ν.Π.Ι.Δ. και λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "ΕΡΤ Α.Ε." κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας), δικαίωμα να καταβάλει στους πιστωτές της τόκο υπερημερίας με το ειδικό επιτόκιο 6% ετησίως με χρόνο έναρξης την επίδοση της αγωγής, χωρίς αυτό να δικαιολογείται εκ λόγων γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ως αντιτιθέμενες στις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠ (ΟλΑΠ 12/2013, ΟλΑΠ 4/2012).

Περαιτέρω κατά γενική αρχή, η οποία συνάγεται από το άρθρο 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύτηκε η πρωτόδικη απόφαση" σε συνδυασμό και προς το άρθρο 4 του ΕισΝΑΚ, νόμος που άρχισε να ισχύει μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεν έχει εφαρμογή στην αναιρετική δίκη, έστω και αν έχει προσδοθεί σε αυτόν αναδρομική δύναμη, εκτός αν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη περί επεκτάσεώς του και σε κριθέντα τελεσιδίκως (ΟλΑΠ 12/2013, ΟλΑΠ 103/1975), πράγμα που εδώ δεν συμβαίνει (ΟλΑΠ 12/2013).

Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ να καταβάλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο ως αποζημίωσή του, για την εκτός έδρας προσφερθείσα στην τελευταία εργασία του, το ποσό των 9.134 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επομένου εντός του οποίου κάθε επιμέρους μηνιαίο ποσό έπρεπε να καταβληθεί έως την εξόφληση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, που ήταν εφαρμοστέες. Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 5. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ν' απορριφθεί. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των υπεισελθόντων στη θέση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου Π. Β. καθολικών διαδόχων του Π. Β., Γ. Β. και Μ. Β., σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), που όμως θα ορισθούν μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-1-2016 αίτηση για αναίρεση της 7792/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των υπεισελθόντων στη θέση του αναιρεσιβλήτου Π. Β. καθολικών διαδόχων του Π. Β., Γ. Β. και Μ. Β., τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ