Legislator Case Law & Legislation
338/2017 AI generated

338/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 338/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 338 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

338/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 338 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 338 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 338/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Γ. Λ. του Χ., το γένος Ν. Π., κατοίκου ..., 2) Α. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Χ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο-Μάρκο Αχουζαρίδη που ανακάλεσε την από 21/10/2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 4) Γ. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4349/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6004/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/12/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 12/10/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνεει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../20-5-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ. Σ. Λ., που προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, επιδόθηκε στον τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, νομότυπα και εμπρόθεσμα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης και της οικείας έκθεσης κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνισή του κατά την ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε αυτός στο παρόν δικαστήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο κατά την παρούσα δικάσιμο, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών (ΚΠολΔ 576 § 2).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 6004/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 26-4-2012 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 4349/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως προς τους αναιρεσιβλήτους η από 26-10-2005 αγωγή της.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη δικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΑΠ 862/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 517 ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850, 851 επ.

ΑΚ και 328 ΚΠολΔ συνάγεται ότι από δίκη που έχει διεξαχθεί μεταξύ του δανειστή και είτε του πρωτοφειλέτη είτε του εγγυητή προκύπτει δεδικασμένο υπέρ του ετέρου μόνο επωφελές και μόνο αν η αγωγή του δανειστή απορρίφθηκε λόγω ανυπαρξίας του χρέους. Από αυτήν την περιορισμένη και συγκυριακή καθ’ υποκείμενο επέκταση του ευμενούς μόνο δεδικασμένου, δεν έπεται ότι μεταξύ τους, δηλαδή μεταξύ πρωτοφειλέτη και εγγυητή υπάρχει γενικά και εκ προοιμίου δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας, υπό την έννοια του άρθρου 76 § 1 περίπτ.

β’ ΚΠολΔ (επέκταση της ισχύος της εκδιδόμενης απόφασης και στους δύο). Αντίθετη εκδοχή, θα διεύρυνε κατ’ αποτέλεσμα το άρθρο 328 ΚΠολΔ και θα υπερέτεινε αδικαιολογήτως το γράμμα και το σκοπό της διάταξης του άρθρου 76 § 1 περίπτ. β’ ΚΠολΔ, θα ήταν δε και ασυμβίβαστη προς την κατά το ουσιαστικό δίκαιο αυτοτέλεια της άμυνας του καθενός (ΑΚ 853).

Επιπλέον η απόλυτη αυτή άποψη θα κατέληγε συχνά σε διαδικαστικές δυσχέρειες και θα επέφερε εκ προοιμίου και γενικώς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και απαράδεκτα. Επομένως, επιβάλλεται η εφαρμογή των αρχών της αναγκαίας ομοδικίας μόνο στις περιπτώσεις όπου το ζήτημα, που πρόκειται να κριθεί, αναφέρεται στην κοινή υπεράσπιση πρωτοφειλέτη και εγγυητή ως προς την ύπαρξη του χρέους, ενώ, αντίθετα επιβάλλεται η εφαρμογή των κανόνων της απλής ομοδικίας όταν δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα, όπως στην περίπτωση που ο εγγυητής προβάλλει προσωπικές ενστάσεις (ΑΠ 1598/2000, ΑΠ 1264/1995 και ΑΠ 1223/1995).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 76 § 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε παρά την απουσία του έχει ο αναγκαίος ομόδικος, (που ήταν απών από τη δίκη), έστω και αν αυτός σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του (ΑΠ 855/2015, ΑΠ 241/2015), το δικαίωμά του δε τούτο δεν εξαρτάται από την τυχόν παράλειψη του δικαστηρίου να ορίσει προς τούτο παράβολο προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 326/2009).

Τέλος, κατά το άρθρο 254 § 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 9 του N. 2915/2001 και εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση (ΚΠολΔ 573 § 1), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (ΚΠολΔ 561 § 2), προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην ένδικη από 26-10-2005 αγωγή η αναιρεσείουσα ιστορούσε ότι η Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως Α.Ε., της οποίας είναι καθολική διάδοχος, χορήγησε στην εταιρεία με την επωνυμία "...

ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" τοκοχρεωλυτικό ενυπόθηκο δάνειο ύψους 49.000.000 δραχμών, διαρκείας 15 ετών, με επιτόκιο 14% ετησίως και ότι ο Γ. Λ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων και ο Γ. Χ. εγγυήθηκαν, εις ολόκληρον ο καθένας, για την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, την ικανοποίηση της αναιρεσείουσας, ευθυνόμενοι ως αυτοφειλέτες, κατά τα ειδικότερα στο αγωγικό δικόγραφο εκτιθέμενα.

Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, τόσο η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, όσο και οι εγγυητές και ήδη αναιρεσίβλητοι, έχουν υποχρέωση, εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν το ποσό των 575.026,45 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 4349/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την ανωτέρω εταιρεία, ενώ απορρίφθηκε ως προς τους αναιρεσιβλήτους, καθόσον έγινε δεκτό, κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους των τελευταίων, ότι έπαυσε να ισχύσει η εγγύηση, επειδή πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσε, κατά τους όρους της σχετικής (εγγυητικής) σύμβασης.

Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 26-4-2012 έφεσή της, την οποία έστρεψε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων. Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι οι αρχικά εναγόμενοι συνδέονταν με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας και ότι η έφεση έπρεπε να απευθυνθεί και κατά της προαναφερθείσας ανώνυμης εταιρείας, την απέρριψε ως απαράδεκτη.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μετά την κατ’ ουσίαν παραδοχή της αγωγής ως προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και την απόρριψή της ως προς τους αναιρεσιβλήτους - εγγυητές, κατά παραδοχή σχετικής ένστασής τους, το ζήτημα που πρόκειται να κριθεί, δεν αναφέρεται πλέον στην κοινή υπεράσπισή τους ως προς την ύπαρξη του χρέους και δεν επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης, με περαιτέρω συνέπεια να μην υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των προαναφερομένων και ως εκ τούτου, να είναι επιβεβλημένη η εφαρμογή των κανόνων της απλής ομοδικίας.

Όμως προϋπόθεση για την εφαρμογή των κανόνων αυτών είναι η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης ως προς την ανωτέρω εταιρεία. Σημειώνεται εδώ ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε ερήμην της τελευταίας και ως εκ τούτου, υπόκειται και σε ανακοπή ερημοδικίας, ανεξαρτήτως του ότι θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη εκείνη από τους παραστάντες αναιρεσιβλήτους και του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν όρισε παράβολο ανακοπής.

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της απόφασης αυτής θα γίνει με προσκομιδή αποδεικτικού επίδοσής της ή με προσκομιδή της με σχετική βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή επ’ αυτής και πιστοποιητικό του Γραμματέα του Δικαστηρίου που την εξέδωσε περί άσκησης ή μη ανακοπής ερημοδικίας και έφεσης κατ’ αυτής ή κατ’ άλλο τυχόν νόμιμο τρόπο (όπως με την νομότυπη παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης των συγκεκριμένων ενδίκων μέσων).

Συνακόλουθα, κατά τη μελέτη και διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν τα εν λόγω κενά και αμφίβολα σημεία, αναφορικά με τη συνδρομή ή όχι της απαιτούμενης τελεσιδικίας της πρωτόδικης απόφασης, ως προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, τα οποία χρειάζονται συμπλήρωση και διευκρίνιση. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, τα προαναφερόμενα έγγραφα, από τα οποία να προκύπτει ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς την εταιρεία με την επωνυμία "...

ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της από 18-12-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6004/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με σκοπό να προσκομισθούν, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ