338/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 338 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated338/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 338 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 338 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 338/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ ΝΕΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ" (ΟΑΝΜΑ) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τσιρώνη που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Ε. Α. - Α. Μ. ΕΠΕ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ανδρέου που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/10/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 6729/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/3/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 24/10/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του υπό στοιχείο Α.2, να γίνει δεκτός κατά το άλλο σκέλος του υπό στοιχείο Α.1, καθώς και να γίνουν δεκτοί οι λοιποί, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία του άρθρ. 13§§4 και 5 του ν. 1418/1984 και ήδη άρθρ. 77§§4 και 5 του κ.ν. 3669/2008 υπ’ αριθ. 6729/2013 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την από 5.10.2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης και αφενός μεν υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει νομιμοτόκως σ’ αυτή, στην οποία ύστερα από μειοδοτικό διαγωνισμό είχε αναθέσει το έργο της παροχής υπηρεσιών συμβούλου αναφορικά με τον έλεγχο των οικοδομικών και ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών του Νέου Μουσείου Ακρόπολης, για το οποίο δημόσιο έργο καταρτίστηκε μεταξύ τους η από 24.7.2006 σύμβαση, το ποσό των 39.045,50 ευρώ, μέρος του οποίου αφορά την εγγυητική επιστολή των 10.000 ευρώ που χωρίς νόμιμη αιτία εισέπραξε σε βάρος της, ενώ κατά τα λοιπά αφορά τις υπηρεσίες που αυτή προσέφερε πριν αλλά και κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασής τους, αφετέρου δε αναγνώρισε ότι οφείλει σ’ αυτή νομιμοτόκως το επιπλέον ποσό των 104.468 ευρώ, που αντιστοιχεί στην συμφωνημένη αμοιβή της για το διάστημα μετά την υπαίτια από μέρους του καταγγελία της σύμβασής τους και μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 του ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ’ εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009). Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 του ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ’ αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, σε ποσοστά ή και να καταλειφθεί ακαθόριστη ως προς το ποσό και τον τρόπο υπολογισμού της, οπότε θα προσδιορισθεί κατά τα άρθρ. 371 - 373 του ΑΚ (ΑΠ 682/2010? 883/2011). Κατά το άρθρ. 700 του ΑΚ ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί. Ειδικότερα με την καταγγελία της σύμβασης έργου από τον εργοδότη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματός του και για το κύρος της οποίας δεν απαιτείται η από μέρους του προσφορά στον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής του, δημιουργούνται αυτόματα για τα μέρη, με τη λύση της σύμβασης που η καταγγελία συνεπάγεται, οι αμοιβαίες υποχρεώσεις για μεν τον εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν οι παραπάνω κατ’ ένσταση προτεινόμενοι λόγοι περιορισμού αυτής, για δε τον εργολάβο να παραδώσει στον εργοδότη το τμήμα του έργου που μέχρι την καταγγελία εκτέλεσε, ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του, την οποία αν δεν εκπληρώνει, δικαιούται ο εργοδότης να αρνηθεί τότε την πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής, προτείνοντας την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (ΑΠ 1617/2009? 1598/2011), οπότε η καταδίκη του στην καταβολή της εργολαβικής αμοιβής θα γίνει με τον όρο της ταυτόχρονης από τον εργολάβο εκπλήρωσης της αντιπαροχής του (άρθρ. 374 - 378 ΑΚ). Διαφορετική από την καταγγελία του άρθρ. 700 ΑΚ είναι ως προς τις προϋποθέσεις, αλλά και ως προς τις συνέπειες, η υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου, που προβλέπεται από το άρθρ. 686 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεση του έργου, στο σύνολό της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη. Με την υπαναχώρηση, η οποία μπορεί να είναι ολική ή μερική, δηλαδή μόνον κατά το ανεκτέλεστο μέρος του έργου, η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά, ολικά ή αναλόγως εν μέρει, και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρ. 389§2 του ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση μερικής υπαναχώρησης από τη σύμβαση ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο αμοιβή αντίστοιχη με το μέρος του έργου που αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε. Ο εργοδότης, εξάλλου, που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρ. 700 του ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε απ’ αυτή κατά το άρθρ. 686 του ΑΚ ή αναλόγως κατά τα άρθρ. 382, 383 - 385 του ΑΚ και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής στον εργολάβο, εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, αποτελεί υπαναχώρηση ή καταγγελία, η κρίση του όμως ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 233/2006? 1665/2014). Περαιτέρω το άρθρ. 399 του ΑΚ ορίζει ότι αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκπίπτει από τα συμβατικά του δικαιώματα (ρήτρα έκπτωσης), θεωρείται ότι ο δανειστής επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπαναχώρησης (συμβατική υπαναχώρηση). Πρόκειται για κανόνα ερμηνευτικό της βούλησης των μερών, ο οποίος όμως είναι ενδοτικού χαρακτήρα (ΑΠ 696/1982? 1484/2009) και μπορεί, επομένως, να συμφωνηθεί ότι σε περίπτωση αθέτησης της υποχρέωσης του οφειλέτη, η οποία, εν αμφιβολία, πρέπει κατά το άρθρ. 397 του ΑΚ να οφείλεται σε υπαιτιότητά του, η έκπτωση δεν θα αφορά όλα τα δικαιώματά του από τη σύμβαση, αλλά ορισμένα μόνον από αυτά (ρήτρα μερικής έκπτωσης) και θα επέρχεται είτε αυτοδικαίως είτε κατόπιν αντίστοιχης μερικής υπαναχώρησης του δανειστή από τη σύμβαση ή ότι δεν θα ενεργεί αναδρομικά, αλλά μόνο για το μέλλον, οπότε θα πρόκειται για καταγγελία της σύμβασης. Σε κάθε περίπτωση, ο επικαλούμενος ότι η συμφωνημένη ρήτρα έκπτωσης του οφειλέτη από τα συμβατικά του δικαιώματα έχει έννοια διαφορετική από αυτήν του άρθρ. 399 του ΑΚ, δηλαδή δεν θεμελιώνει δικαίωμα υπαναχώρησης του δανειστή από την όλη σύμβαση, οφείλει να το επικαλεσθεί και να το αποδείξει (ΑΠ 1649/1983? 938/2005? 274/2008? 288/2016). Οι διατάξεις του ΑΚ εφαρμόζονται κατά το άρθρ. 5§13 του ν. 1418/1984 (ήδη άρθρ. 30§11 κ.ν. 3669/2008) και στις συμβάσεις κατασκευής δημόσιων έργων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτό ή στα εκτελεστικά του διατάγματα. Περίπτωση έκπτωσης στα δημόσια έργα προβλέπει το άρθρ. 6§1 του ν. 3263/2004, ορίζοντας ότι αν ο ανάδοχος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή δεν συμμορφώνεται με τις γραπτές εντολές της υπηρεσίας, που είναι σύμφωνες με τη σύμβαση ή το νόμο, κηρύσσεται έκπτωτος από την εργολαβία. Πρόκειται για έκπτωση υπό την έννοια της υπαναχώρησης (νόμιμης υπαναχώρησης) από το ανεκτέλεστο μέρος της εργολαβίας, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από περαιτέρω διατάξεις του ως άνω άρθρου και ειδικότερα των παραγράφων 8, 9, 11 και 12 του άρθρου αυτού, κατά τις οποίες μετά την οριστικοποίηση της έκπτωσης του αναδόχου, αυτός αποξενώνεται και αποβάλλεται από την ολοκλήρωση (συνέχιση) του έργου, δικαιούμενος αμοιβής για τις εργασίες που εκτέλεσε και μόνο γι’ αυτές, ως προς τις οποίες γίνεται επιμέτρηση και εκκαθάριση της εργολαβίας. Οι ρυθμίσεις αυτές, όπως είναι φανερό, δεν ισχύουν σε περίπτωση που ο ανάδοχος κηρύσσεται έκπτωτος χωρίς τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων και γενικότερα χωρίς σπουδαίο λόγο, οπότε ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας της σχετικής δήλωσης βουλήσεως του εργοδότη, αν αυτή αποτελεί υπαναχώρηση ή καταγγελία, ενώ διαφορετικό ζήτημα είναι αυτό του κύρους της υπαναχώρησης, η οποία αντίθετα με την καταγγελία, που δεν προϋποθέτει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, είναι έγκυρη με τις προϋποθέσεις των άρθρ. 382, 383 - 385 ή 686 του ΑΚ, εκτός και αν πρόκειται για συμφωνημένη (συμβατική) υπαναχώρηση, που μπορεί να διαμορφωθεί εξ αρχής ελεύθερα. Ωστόσο η άκυρη υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου δεν αποκλείεται να ισχύει κατά μετατροπή ως καταγγελία αυτής, εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρ. 182 του ΑΚ, δηλαδή εφόσον συνάγεται ότι αυτός που προέβη σε υπαναχώρηση θα την ήθελε ως καταγγελία, αν ήξερε την ακυρότητά της. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στην αίτηση αναίρεσης τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1365/2005? 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/ 2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993? 185/2004? 1503/2005? 832/2009? 574/2010). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ’ αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993? 215/2005). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002? 80/2004? 557/2004? 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ’ αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995? 832/2009? 715/ 2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ’ αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010? 574/2010). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004? ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 416/1993? 597/2005? 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 1365/2005? 426/2010), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 683/2010? 1093/2011? 1665/2014). Κατά την έννοια του λόγου αυτού η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999? 26/2004). Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005). Τέλος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ’ αυτή με δύναμη δεδικασμένου εν όψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 14592003? 998/2008? 1098/2011? 1343/2013? 2028/2014). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, αφού έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ύστερα από τη διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού ανατέθηκε στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) με την από 24.7.2006 έγγραφη σύμβαση μεταξύ αυτής και του εναγομένου (αναιρεσείοντος) Οργανισμού Ανέγερσης Νέου Μουσείου Ακρόπολης (ΟΑΝΜΑ), που ιδρύθηκε με το Ν. 2260/1994 και αποτελεί Ν.Π.Ι.Δ..., η εκτέλεση του δημόσιου έργου των υπηρεσιών συμβούλου Οίκου Ποιοτικού Ελέγχου (ΟΠΕ) για τις "Οικοδομικές και Ηλεκτρομηχανολογικές Εργασίες του Νέου Μουσείου Ακρόπολης", σύμφωνα με την από 17-3-2006 Διακήρυξη και την από 17-3-2006 συγγραφή υποχρεώσεων του έργου κατά τις διατάξεις του Ν. 1418/1984 και του ΠΔ 609/1985. Η ως άνω σύμβαση υπογράφτηκε και το ως άνω έργο ανατέθηκε στην ενάγουσα, ενώ οι εργασίες ανοικοδόμησης του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης είχαν ήδη αποπερατωθεί κατά ποσοστό 50% περίπου... Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε σε 18 μήνες από την ημέρα της υπογραφής της, η δε αμοιβή της ενάγουσας ορίστηκε σε 117.000 ευρώ και η καταβολή της συμφωνήθηκε να γίνει σε έξι τριμηνιαίες ισόποσες δόσεις των 19.500 ευρώ η καθεμία. Για την εκτέλεση του ως άνω έργου η ενάγουσα, πριν από την υπογραφή της εν λόγω σύμβασης και συγκεκριμένα στις 2.6.2006, εγκαταστάθηκε σε γραφείο το οποίο της παραχώρησε ο εναγόμενος στο συγκρότημα Μακρυγιάννη, δίπλα από το ανεγειρόμενο Μουσείο, και διενεργούσε ελέγχους της ποιότητας των υλικών του έργου. Η εγκατάσταση αυτή έγινε με την πίεση του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας, διότι εκτελούνταν εργασίες, οι οποίες απαιτούσαν άμεσο ποιοτικό έλεγχο, με την προφορική υπόσχεση ότι η τακτοποίηση του ζητήματος της αμοιβής γι’ αυτές θα γινόταν στο τέλος της εκτέλεσης του έργου. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από τις 2.6.2006 μέχρι τις 24.7.2006, οπότε καταρτίσθηκε η σύμβαση έργου, η ενάγουσα εκτέλεσε έργο για το οποίο ο εναγόμενος θα κατέβαλε σ’ άλλον το ποσό των 13.591,50 ευρώ [6.500 ευρώ + (6.500 ευρώ X 21/30)] πλέον Φ.Π.Α. 23% [6.500 ευρώ + (6.500 ευρώ X 21/30) X 23%]. Περαιτέρω, παρόλο που η ενάγουσα ζητούσε από τον εναγόμενο στοιχεία για να ελέγξει την ποιότητα των υλικών που είχαν χρησιμοποιηθεί για την ανέγερση του Μουσείου πριν αυτή αναλάβει τον έλεγχο, ο εναγόμενος με διάφορες προφάσεις δεν της έδινε τα σχετικά στοιχεία. Παρόλα αυτά η ενάγουσα, με τις πρώτες εκθέσεις που συνέταξε, διαπίστωσε και κατέγραψε κακοτεχνίες, υλικά εκτός προδιαγραφών, ελλείψεις σε στοιχεία των υλικών και σε πιστοποιητικά καταλληλότητας των υλικών και κυρίως διαπίστωσε ότι τα μάρμαρα του έργου είχαν μεγάλο συντελεστή απορροφητικότητας, ότι οι μεταλλικές πυράντοχες πόρτες, των οποίων την έγκριση ζήτησε ο ανάδοχος του έργου της ανέγερσης του Μουσείου, ήταν εκτός προδιαγραφών, ότι οι υαλοπίνακες που είχαν τοποθετηθεί δεν συνοδεύονταν από τα κατάλληλα πιστοποιητικά και είχαν τεχνικό πρόβλημα, γιατί έκαναν νερά, και ότι η μεταλλική κατασκευή και η πυροβαφή της δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές και ήταν ελαττωματικές, τις διαπιστώσεις δε αυτές γνωστοποίησε στον εναγόμενο, όπως προκύπτει από την από 26.7.2006 συγκεντρωτική έκθεση της ενάγουσας και το από 21.9.2006 έγγραφο του επιβλέποντος Μηχανικού Κ., από το οποίο επιμαρτυρείται ότι γνωστοποίησε στον εναγόμενο τα ελαττώματα που διαπίστωσε στην ποιότητα του έργου και κυρίως των υλικών του. Εξ άλλου, ενώ η ενάγουσα είχε υποβάλει, λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της σύμβασης και συγκεκριμένα στις 4.8.2006, το από 3.8.2006 χρονοδιάγραμμα εργασιών του ΟΠΕ, με το οποίο γνωστοποιούσε στον εναγόμενο ότι θα του παρέδιδε τις σχετικές εκθέσεις αποτύπωσης και παρουσίασης της υφιστάμενης κατάστασης του έργου ως προς τα θέματα ειδικότερα QA και QC και θα του υπέβαλε τις σχετικές προτάσεις της εντός 60 ημερών από τότε που ο ανάδοχος θα της διέθετε το σύνολο των στοιχείων του έργου μέσω του εναγομένου και ενώ ο τελευταίος δεν της είχε δώσει τα στοιχεία του εκτελεσθέντος μέχρι την ανάληψη των καθηκόντων της έργου για να μπορέσει να παραδώσει τις ως άνω εκθέσεις και τις προτάσεις της ως προς το έργο που είχε εκτελεστεί όταν ανέλαβε τα καθήκοντά της, ο εναγόμενος της απέστειλε το από 6.10.2006, με αριθμό πρωτοκόλλου ..., έγγραφό του, με το οποίο, παρόλο που δεν της είχε δώσει τα στοιχεία που είχε ζητήσει αυτή από τον ανάδοχο και παρόλο που της είχε παραχωρήσει ο ίδιος γραφείο δίπλα από το έργο, από το οποίο, ωστόσο, την εκδίωξε αμέσως μετά το ως άνω έγγραφό του και συγκεκριμένα στις 12.10.2006, την καλούσε να τηρήσει την υποχρέωσή της να υποβάλει τις σχετικές εκθέσεις αποτύπωσης και παρουσίασης της υφιστάμενης κατάστασης του έργου ως προς τα θέματα QA και QC και τις σχετικές προτάσεις της, καθώς και να μεριμνούσε για την εγκατάσταση στο εργοτάξιο δικού της γραφείου, ακόμη δε αυτός διαμαρτυρόταν για το ότι αυτή δεν είχε διαθέσει συγκεκριμένο αριθμό έμπειρων στελεχών από έξι ειδικότητες τεχνικών. Στο έγγραφο αυτό απάντησε η ενάγουσα με το από 23.10.2006 έγγραφό της, αφού αυτή είχε προηγουμένως υποβάλει στον εναγόμενο το από 16.10.2006 έγγραφό της, με το οποίο διαμαρτυρόταν για τη συμπεριφορά του που δυσχέραινε το έργο της του ποιοτικού ελέγχου και πρότεινε ο έλεγχος και η εμπλοκή του ΟΠΕ να γινόταν πλέον με συγκεκριμένες έγγραφες εντολές, τονίζοντας ακόμη ότι δεν παρέβη καμία υποχρέωσή της, ότι του υπέβαλε χρονοδιάγραμμα που αυτός αποδέχθηκε, ότι χρησιμοποιούσε, μέχρι το χρόνο της εκδίωξής της, γραφείο πλησίον του έργου που της είχε παραχωρήσει ο ίδιος ο εναγόμενος, ότι αυτή δεν είχε υποχρέωση να εγκαταστήσει γραφείο στο εργοτάξιο, αλλά μπορούσε με βάση τη σύμβαση και τους όρους της να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της από το γραφείο της εντός των Αθηνών, ότι του είχε γνωστοποιήσει το προβλεπόμενο από τη σύμβαση προσωπικό της, το οποίο αποτελούσαν έμπειροι μηχανικοί έξι ειδικοτήτων που είχαν όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ότι το προσωπικό της αυτό ήταν στη διάθεση του εναγομένου, όποτε θα το χρειαζόταν..., του γνωστοποιούσε δε με λεπτομέρειες τις εργασίες ελέγχου ποιότητας τις οποίες εκτέλεσε στο έργο με χρονολογική σειρά και τον καλούσε να συνεργαστεί μαζί της, να απέχει από οποιαδήποτε παράτυπη ενέργεια σε βάρος της να δέχεται τα αποτελέσματα του έργου και να επιδείξει πνεύμα συνεργασίας για να ολοκληρωθεί το έργο. Παρόλα αυτά ο εναγόμενος, αντί να επιδείξει πνεύμα συνεργασίας και να ζητήσει από τον ανάδοχο της ανέγερσης του Μουσείου τα στοιχεία των εργασιών που έγιναν πριν να αναλάβει τα καθήκοντα του ποιοτικού ελέγχου η ενάγουσα, ώστε να της τα παραδώσει για να μπορέσει αυτή να προβεί στον έλεγχο της ποιότητας των εργασιών που ολοκληρώθηκαν και των υλικών που τοποθετήθηκαν πριν να αναλάβει με τη σύμβαση τα καθήκοντά της, ζήτησε, παρόλο που η ενάγουσα εκτελούσε τις υποχρεώσεις της με βάση τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της και υπέβαλε και τις μηνιαίες εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητές της στον εναγόμενο, από τους κατ’ ιδίαν μηχανικούς που αποτελούσαν το προσωπικό της ενάγουσας, να υπογράψουν υπεύθυνες δηλώσεις ότι είναι στη διάθεσή του, παρακάμπτοντας την ενάγουσα, και όταν αυτοί, κατ’ απαίτηση της ενάγουσας, με την οποία είχαν συμβληθεί, αρνήθηκαν... και ενώ η ενάγουσα του είχε ζητήσει στις 15.11.2006 την καταβολή της πρώτης τριμηνιαίας δόσης της αμοιβής της, η οποία ανερχόταν, μαζί με τον Φ.Π.Α. επί του τιμολογίου παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε, στο ποσό των 23.205 ευρώ, ο εναγόμενος όχι μόνο δεν της κατέβαλε την ως άνω πρώτη τριμηνιαία δόση της αμοιβής της, αλλά στις 23.11.2006 της κοινοποίησε την ταυτόχρονη απόφαση ... του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας το όλο έργο Υπηρεσίας, με την οποία αυτός την κήρυξε έκπτωτη από το έργο του συμβούλου ΟΠΕ για τις "Οικοδομικές και Ηλεκτρομηχανολογικές Εργασίες του Νέου Μουσείου Ακρόπολης", επικαλούμενος τη μη εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και συγκεκριμένα τη μη υποβολή χρονοδιαγράμματος με αποτύπωση και παρουσίαση της υφιστάμενης κατάστασης του έργου ως προς τα θέματα QA και QC και υποβολή προτάσεων για αναγκαίες δράσεις και εντοπισμό κρίσιμων σημείων σχετικά με την ποιότητα που πιθανόν να επέφεραν χρονική ή ποιοτική ή οικονομική αστοχία στο πρόγραμμα του έργου, καθώς και προτάσεων για βελτιστοποίηση του συστήματος ποιοτικού ελέγχου και κατασκευών και παρουσίαση πλήρους σχεδίου παρακολούθησης και ελέγχου ποιότητας κατασκευής, συμπεριλαμβανομένων και όλων των εγγράφων τεκμηρίωσης του σχεδίου, καθώς και για παράβαση των ουσιωδών υποχρεώσεών της να διαθέσει στην υπηρεσία συγκεκριμένο αριθμό έμπειρων στελεχών έξι ειδικοτήτων τεχνικών και να εγκαταστήσει στο εργοτάξιο γραφείο ΟΠΕ με τις απαραίτητες συσκευές, τα υλικά και τη σχετική γραμματειακή υποστήριξη. Η ως άνω απόφαση κήρυξε έκπτωτη την ενάγουσα χωρίς να συντρέχει υπαίτια από μέρους της παράβαση των υποχρεώσεών της..., αφού αυτή δεν είχε υποχρέωση από τη σύμβαση να εγκαταστήσει στο εργοτάξιο γραφείο ΟΠΕ..., αλλά να έχει τέτοιο γραφείο στα όρια των Αθηνών, ούτε παρέβη την υποχρέωσή της να έχει στη διάθεση του εναγομένου... το κατάλληλο προσωπικό από έμπειρους τεχνικούς έξι ειδικοτήτων, η μη υποβολή δε από μέρους της πλήρους χρονοδιαγράμματος με αποτύπωση και παρουσίαση της υφιστάμενης κατάστασης του έργου ως προς τα θέματα QA και QC και προτάσεων για αναγκαίες δράσεις και εντοπισμό κρίσιμων σημείων σχετικά με την ποιότητα που πιθανόν να επέφεραν χρονική ή ποιοτική ή οικονομική αστοχία στο πρόγραμμα του έργου, καθώς και προτάσεων για βελτιστοποίηση του συστήματος ποιοτικού ελέγχου και κατασκευών και παρουσίαση ολοκληρωμένου σχεδίου παρακολούθησης και ελέγχου της ποιότητας κατασκευής, με όλα τα έγγραφα τεκμηρίωσης του σχεδίου, δεν οφείλεται σε δική της υπαιτιότητα, αλλά σε υπαιτιότητα του εναγομένου, ο οποίος, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, δεν ζητούσε από τον ανάδοχο του έργου της ανέγερσης του Νέου Μουσείου Ακρόπολης τα απαραίτητα στοιχεία για τον ποιοτικό έλεγχο των εργασιών που έγιναν πριν να αναλάβει τα καθήκοντα της, ώστε να της τα παραδώσει για να μπορέσει αυτή να προβεί στον έλεγχο της ποιότητας των εργασιών που ολοκληρώθηκαν πριν να αναλάβει με τη σύμβαση τα καθήκοντά της, τα στοιχεία δε αυτά δεν μπορούσε με βάση τη σύμβαση να ζητήσει απευθείας η ίδια από τον ως άνω ανάδοχο, αλλά μόνον από τον εναγόμενο. Κατά της απόφασης με την οποία η ενάγουσα κηρύχθηκε έκπτωτη από το έργο χωρίς υπαιτιότητά της, αυτή άσκησε νόμιμα και εμπρόθεσμα την από 5.12.2006 με αριθμό πρωτοκόλλου .../6.12.2006 ένστασή της ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής του εναγομένου, πλην όμως στις 21.12.2006 της κοινοποιήθηκε απόσπασμα από το πρακτικό της 33ης συνεδρίασης 2006 του ΔΣ του εναγομένου, με το οποίο το τελευταίο αποφάσισε την απόρριψη της ένστασής της και την επικύρωση της απόφασης έκπτωσής της... Στη συνέχεια κατά της ως άνω απόφασης του ΔΣ του εναγομένου, η ενάγουσα άσκησε την από 3.1.2007 αίτηση θεραπείας ενώπιον των Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ και Πολιτισμού, επί της οποίας δεν εκδόθηκε απόφαση. Με την απόφαση 5051/2010 του Δικαστηρίου τούτου (ΠεντΕφΑθηνών), η οποία εκδόθηκε επί της από 3.1.2007 προσφυγής της ήδη ενάγουσας και έχει ισχύ δεδικασμένου, αφενός μεν αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της σιωπηρά τεκμαιρόμενης απόρριψης της προαναφερόμενης από 3.1.2007 αίτησης θεραπείας ενώπιον των Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ και Πολιτισμού, αφετέρου δε υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό της πρώτης τριμηνιαίας δόσης (από 24.7.2006 έως 24.10.2006) με το ΦΠΑ, δηλαδή το ποσό των 23.205 ευρώ, νομιμοτόκως, με το επιτόκιο που ορίζεται από το άρθρο 5§10 του ν. 1418/1984, από την επίδοση της προσφυγής. Περαιτέρω, μετά την κατά την 23.11.2006 κοινοποίηση από τον εναγόμενο στην ενάγουσα της απόφασης .../23.11.2006 του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας (Ν. Δ.), με την οποία κηρύχθηκε έκπτωτη η ενάγουσα..., ο εναγόμενος έπαυσε να αποδέχεται την προσφερόμενη από την ενάγουσα παροχή, η μη αποδοχή δε αυτή συνεχίστηκε και προσέλαβε τη μορφή της οριστικής άρνησης, απομακρύνοντας τα όργανα της ενάγουσας από το χώρο του έργου, με αποτέλεσμα από τη συμπεριφορά αυτή του εναγομένου να συνάγεται καταγγελία της σύμβασης έργου. Έτσι, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα: α) την αμοιβή για το έργο το οποίο αυτή θα εκτελούσε στο χρονικό διάστημα από τη λήξη του χρόνου της πρώτης τριμηνιαίας δόσης, δηλαδή από τις 25.10.2006, μέχρι την 21.12.2006, οπότε της κοινοποιήθηκε απόσπασμα από το πρακτικό της 30ης συνεδρίασης 2006 του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, με το οποίο το τελευταίο αποφάσισε την απόρριψη της ένστασής της και την επικύρωση της ως άνω απόφασης του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας περί έκπτωσής της από το έργο, δηλαδή το ποσό των 15.457 ευρώ [58 ημέρες X (6.500 ευρώ μηνιαία αμοιβή: 30ημέρες)] πλέον Φ.Π.Α. 23% [58 ημέρες X (6.500 ευρώ μηνιαία αμοιβή: 30 ημέρες) X 23% ΦΠΑ] και β) την αμοιβή για το έργο το οποίο θα εκτελούσε στο χρονικό διάστημα από την 21.12.2006, οπότε κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα το ως άνω απόσπασμα πρακτικού συνεδρίασης του ΔΣ του εναγομένου..., μέχρι τις 23.1.2008, οπότε θα έληγε η διάρκεια της σύμβασης, δηλαδή το ποσό των 104.468 ευρώ [117.000 ευρώ συνολική αμοιβή - (19.500 ευρώ που επιδικάστηκαν με την απόφαση 5051/2010 του Δικαστηρίου τούτου + 12.566,67 ευρώ που επιδικάζονται για το χρονικό διάστημα από 25.10.2006 έως 21.12.2006) πλέον Φ.Π.Α 23% [117.000 ευρώ συνολική αμοιβή - (19.500 ευρώ που επιδικάστηκαν με την απόφαση 5051/2010 του Δικαστηρίου τούτου + 12.566,67 ευρώ που επιδικάζονται για το χρονικό διάστημα από 25.10.2006 έως 21.12.2006)] X 23% ΦΠΑ]. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατά τα αντίστοιχα κεφάλαιά της την ένδικη αγωγή και με την απόφασή του αφενός μεν υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα ως αμοιβή της για το χρονικό διάστημα από 2.6.2006 έως 24.7.2006 το ποσό των 13.591,50 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 25.10.2006 έως 21.12.2006 το ποσό των 15.457 ευρώ, αφετέρου δε αναγνώρισε ότι της οφείλει ως αμοιβή της για το χρονικό διάστημα από 21.12.2006 έως 23.1.2008 το ποσό των 104.468 ευρώ, νομιμοτόκως όλα τα ποσά από την επίδοση της ένδικης αγωγής και με επιτόκιο αυτό που ορίζεται από το άρθρ. 5§10 του ν. 1418/1984. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό το ποσό των 13.591,50 ευρώ, χωρίς όμως να εξειδικεύει, όπως θα έπρεπε, τις υπηρεσίες που δέχθηκε ότι αυτή προσέφερε στον αναιρεσείοντα κατά το διάστημα πριν από την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης, δηλαδή από 2.6.2006 έως 24.7.2006, για τις οποίες υπηρεσίες θα απασχολούσε άλλον αν δεν απασχολούσε την ίδια και θα κατέβαλε σ’ αυτόν το ως άνω ποσό, στο οποίο αποτίμησε την αξία των υπηρεσιών της που ωφελήθηκε ο αναιρεσείων. Κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι υπηρεσίες που προσέφερε κατά το ως άνω διάστημα η αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα αφορούσαν τη διενέργεια ελέγχων ποιότητας στα υλικά του έργου, δηλαδή επρόκειτο για υπηρεσίες καλυπτόμενες στη συνέχεια από τη σύμβαση των διαδίκων, με την οποία, εξάλλου, η αμοιβή της αναιρεσίβλητης δεν ορίστηκε ανάλογα με το είδος των υπηρεσιών της, αλλά κατ’ αποκοπή στο ποσό των 117.000 ευρώ για όλη τη 18μηνη διάρκεια της σύμβασής τους. Με δεδομένο, λοιπόν, ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται κατά τη σύμβαση των διαδίκων αμοιβής ανεξάρτητα από το είδος και την έκταση των πράγματι παρεχόμενων υπηρεσιών της, είναι αδιάφορη η εξειδίκευση των υπηρεσιών της είτε αυτές παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της σύμβασής της είτε προηγουμένως, εφόσον και στην περίπτωση αυτή με τον προβλεπόμενο στη σύμβαση τρόπο, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, θα υπολόγιζε ο αναιρεσείων την αμοιβή που θα κατέβαλε σε κάθε άλλον αντί της αναιρεσίβλητης για υπηρεσίες προβλεπόμενες, πάντως, από τη σύμβαση, δηλαδή είναι αναγκαίο και αρκεί να πρόκειται για τέτοιες υπηρεσίες, όπως αυτές που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι προσέφερε η αναιρεσίβλητη από 2.6.2006 έως 24.7.2006. Επομένως είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο μέρος του και πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος αυτό, με το οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι η υπ’ αριθ. 5051/2010 προηγούμενη απόφασή του, που εκδόθηκε μεταξύ των αυτών διαδίκων, έκρινε με δύναμη δεδικασμένου ως άκυρη και την .../23.11.2006 απόφαση του Προϊσταμένου της Διευθύνουσας το επίδικο έργο Υπηρεσίας, με την οποία η αναιρεσίβλητη κηρύχθηκε έκπτωτη από το έργο αυτό, αφού, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, με την υπ’ αριθ. 5051/2010 εφετειακή απόφαση απορρίφθηκε το σχετικό αίτημα της αναιρεσίβλητης και αναγνωρίστηκε ως άκυρη μόνον η σιωπηρή απόρριψη της από 3.1.2007 αίτησης θεραπείας της ίδιας ενώπιον των Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ και Πολιτισμού. Αντίθετα όμως με όσα ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι με την υπ’ αριθ. 5051/2010 προηγούμενη απόφασή του αναγνωρίστηκε με δύναμη δεδικασμένου ως άκυρη μόνον η σιωπηρή απόρριψη της από 3.1.2007 αίτησης θεραπείας της αναιρεσίβλητης ενώπιον των Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ και Πολιτισμού, προκειμένου δε να επιδικάσει σ’ αυτή ως αμοιβή τα ποσά των 15.457 και 104.468 ευρώ δεν στηρίχθηκε στην όποια ακυρότητα της απόφασης που την κήρυξε έκπτωτη από το έργο, αλλά εκτίμησε ευθέως ως καταγγελία την άρνηση του αναιρεσείοντος να αποδέχεται έκτοτε την προσφορά των υπηρεσιών της.
Συνεπώς ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο παραπάνω δεύτερος αναιρετικός λόγος. Εξάλλου κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη κηρύχθηκε έκπτωτη από το έργο, χωρίς υπαίτια από μέρους της παραβίαση των υποχρεώσεών της. Αυτό σημαίνει ότι δεν δικαιολογείται η έκπτωσή της κατά το άρθρ. 6§1 του ν. 3623/2004, ούτε βέβαια η έκπτωση κατά το άρθρο αυτό έχει εξ ορισμού τη νομική φύση της καταγγελίας, όπως εσφαλμένα θεωρεί η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, έχει, κατ’ αρχήν, την έννοια της υπαναχώρησης από τη σύμβαση έργου. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέφυγε να αξιολογήσει ως άκυρη την απόφαση που κήρυξε έκπτωτη την αναιρεσίβλητη και απευθείας την εκτίμησε ως καταγγελία της σύμβασής της. Έτσι όμως παραβίασε εκ πλαγίου τα άρθρ. 173, 200 και 700 του ΑΚ και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού χωρίς επαρκή τελικά αιτιολογία εκτίμησε ως καταγγελία την κήρυξη έκπτωτης της αναιρεσίβλητης από το επίδικο έργο, παρόλο που η άρνηση του αναιρεσείοντος να καταβάλει σ’ αυτή αμοιβή, όπως ορίζει το άρθρ. 700 του ΑΚ για την περίπτωση καταγγελίας, υποδηλώνει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ότι με την κήρυξη έκπτωτης της αναιρεσίβλητης για αποδιδόμενη σ’ αυτή αντισυμβατική υπαίτια συμπεριφορά αποσκοπούσε αυτός στην πλήρη αποδέσμευσή του από τη μεταξύ τους σύμβαση υπό την έννοια της υπαναχώρησης από το ανεκτέλεστο μέρος της.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση του Εφετείου η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος κατά το αντίστοιχο μέρος του και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή κατά το μέρος που επιδίκασε ως αμοιβή στην αναιρεσίβλητη τα ποσά των 15.457 και 104.468 ευρώ. Βέβαια τα αυτά ποσά οφείλονται και στο πλαίσιο λειτουργίας της σύμβασης των διαδίκων, δηλαδή αν κριθεί άκυρη η έκπτωση της αναιρεσίβλητης από το έργο. Με δεδομένο όμως ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν αξιολογήθηκε ως άκυρη η έκπτωση της αναιρεσίβλητης, ώστε να μπορεί να στηριχθεί στη βάση αυτή το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 578 ΚΠολΔ, που θα οδηγούσε σε απόρριψη τον παραπάνω αναιρετικό λόγο. Περαιτέρω σε εσφαλμένη προϋπόθεση βασίζεται και είναι απορριπτέος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι η επιδίκαση του ποσού των 104.468 ευρώ στην αναιρεσίβλητη συνιστά στην πραγματικότητα επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που απαγορεύεται από τις διατάξεις των άρθρ. 7§2 του ν. 1418/1984 και 32 του ν. 3316/2005, σύμφωνα με τις οποίες αν ο κύριος του έργου καταστεί υπερήμερος ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, δικαιούται ο ανάδοχος να ζητήσει αποζημίωση μόνο για τις θετικές ζημίες που υφίσταται μετά την επίδοση απ’ αυτόν σχετικής έγγραφης όχλησης προς τη Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία. Οι διατάξεις αυτές προϋποθέτουν ότι η σύμβαση έργου εξακολουθεί να είναι σε ισχύ και δεν λύθηκε με υπαναχώρηση ή καταγγελία, οπότε ναι μεν υπό την ισχύ της σύμβασης προβλέπεται αποζημίωση μόνο για τις θετικές ζημίες του αναδόχου από την υπερημερία του κυρίου του έργου ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, όμως ο ανάδοχος δικαιούται προσθέτως και της συμφωνημένης αμοιβής του, όπως αυτό σαφώς συνάγεται και από το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρ. 7 του ν. 1418/1984, κατά το οποίο, σε περίπτωση υπερημερίας από καθυστέρηση πληρωμής του εργοδότη, οι θετικές ζημίες οφείλονται στον ανάδοχο κατά το μέτρο που υπερβαίνουν τον τόκο υπερημερίας. Τη συμφωνημένη αμοιβή, που δεν συνιστά βέβαια διαφυγόν κέρδος, δικαιούται ο ανάδοχος να ζητεί χωρίς εμπόδιο από τις παραπάνω διατάξεις και σε περίπτωση λύσης της σύμβασης με καταγγελία κατά το άρθρ. 700 του ΑΚ, όπως ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε.
3. Από τη διάταξη του άρθρ. 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου. Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ’ εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ’ αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1627/2010).
Συνεπώς αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν δόθηκε αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού η σύμβαση αποτελεί κατά το άρθρ. 361 του ΑΚ νόμιμη αιτία και μπορεί λοιπόν κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον αυτή είναι ισχυρή, να ασκήσει τα δικαιώματά του απ’ αυτή. Αξίωση έτσι κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο, όπως στην περίπτωσης λύσης της σύμβασης λόγω υπαναχώρησης ή πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης ή κατά το άρθρ. 388 του ΑΚ, και πρέπει τα σχετικά περιστατικά, που συνεπάγονται το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης και συνιστούν τη βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, σύμφωνα με το άρθρ. 216 ΚΠολΔ, αλλιώς η αγωγή είναι αόριστη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 23/2003? ΑΠ 1457/2001? 390/2011). Αντίστοιχα και η ύπαρξη αξίωσης αποζημίωσης από αδικοπραξία, εφόσον θεωρηθεί ως αντάλλαγμα ισάξιο προς τον πλουτισμό του υπαίτιου της αδικοπραξίας, αποκλείει τη θεμελίωση εναντίον του αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 2266/ 2013? 1596/2014). Κατά την έκφραση του νόμου δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι αυτός από την περιουσία του οποίου ή με ζημία του επήλθε ο πλουτισμός σε άλλον χωρίς νόμιμη αιτία. Συνήθως τα δυο κριτήρια συμπίπτουν και μάλιστα στο ίδιο πρόσωπο, αρκεί όμως να συντρέχει και οποιοδήποτε απ’ αυτά, αδιάφορο ποιό από τα δυο, για τη θεμελίωση αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ωστόσο αν συντρέχουν και τα δυο κριτήρια, αλλά σε διαφορετικά πρόσωπα, δεν έχουν αντίστοιχες αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τα διαφορετικά πρόσωπα, αφού μια τέτοια παραδοχή θα επιβάρυνε αδικαιολόγητα το λήπτη του πλουτισμού να τον αποδώσει διπλό, αλλά μια μόνο αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γεννιέται και στην περίπτωση αυτή στο πρόσωπο αυτού που πράγματι ζημιώθηκε. Κρίσιμο δηλαδή κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, αφού αυτό, συγκρινόμενο με το τυπικό κριτήριο της προέλευσης του πλουτισμού, ανταποκρίνεται καλλίτερα στο σκοπό του νόμου, που επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ’ αυτόν που πράγματι πλήγηκε (ΑΠ 1351/2011). Ενδέχεται στη σχέση δότη και λήπτη του πλουτισμού να παρεμβάλλεται και τρίτο πρόσωπο, οπότε δημιουργείται τριμερής σχέση μεταξύ του τρίτου, του δότη και του λήπτη του πλουτισμού, αναλυόμενη συνήθως σε δυο μερικότερες σχέσεις, δηλαδή τη σχέση του τρίτου προς το δότη του πλουτισμού (σχέση κάλυψης) και αυτή του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού (σχέση αξίας). Σε μια τέτοια περίπτωση πραγματικά ζημιούμενος και συνεπώς δικαιούχος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό μπορεί να είναι ο τρίτος, όπως συμβαίνει όταν ο δότης του πλουτισμού, με υπόδειξη του τρίτου και προκειμένου να αποσβέσει χρέος του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού, που όμως στην πραγματικότητα δεν οφείλεται, κατέβαλε σ’ αυτόν το ισόποσο του υποτιθέμενου χρέους, το οποίο ακολούθως υποχρεούται να αποδώσει ο τρίτος στο δότη του πλουτισμού, δηλαδή στην περίπτωση αυτή η μεν σχέση κάλυψης είναι ισχυρή, πάσχει όμως η σχέση αξίας. Έτσι και στην περίπτωση της έκδοσης εγγυητικής επιστολής από τράπεζα ύστερα από εντολή πελάτη της για την κάλυψη χρέους του προς το λήπτη της επιστολής, που όμως είναι ανύπαρκτο, ο λήπτης της εγγυητικής επιστολής γίνεται με την είσπραξή της αδικαιολόγητα πλουσιότερος με ζημία όχι της τράπεζας (δότριας του πλουτισμού), αλλά του πελάτη της τράπεζας, αφού με χρέωσή του έγινε από την τράπεζα η εξόφληση της εγγυητικής επιστολής και προς αυτόν επομένως ως τρίτο υποχρεούται ο λήπτης της εγγυητικής επιστολής να αποδώσει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του (ΑΠ 2266/2013). Ειδικότερα η δημιουργούμενη με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυητή και του δανειστή, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων κατά το άρθρ. 361 του ΑΚ και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρ. 847 - 870 του ίδιου Κώδικα, εφόσον οι διατάξεις για την εγγύηση συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Με τη σύμβαση αυτή, που είναι δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής, ο εγγυητής αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστή να του καταβάλει οφειλή τρίτου, δηλαδή η εγγυητική επιστολή είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσης που συνδέει τον οφειλέτη και τον δανειστή και επομένως, όταν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, ελευθερώνεται κατά το άρθρ. 864 του ΑΚ και ο εγγυητής, εκτός αν η απόσβεση επήλθε από δικό του πταίσμα (ΑΠ 983/1999). Συνήθως η έκδοση της εγγυητικής επιστολής γίνεται από τράπεζα και μάλιστα περιέχει ρήτρα κατά την οποία ο εγγυητής θα καταβάλει το ποσό της εγγύησης σε πρώτη ζήτηση ή με άλλη ειδοποίηση ή δήλωση, οπότε αυτός δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να ελέγξει την ύπαρξη έγκυρης οφειλής ή το λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής ούτε να προβάλει την ένσταση διήζησης και γενικότερα να αρνηθεί την πληρωμή. Επιτυγχάνεται έτσι η άμεση απόλαυση του ποσού της εγγυητικής επιστολής, αφού με την ως άνω ρήτρα επέρχεται ευρεία αποσύνδεση της εγγυητικής επιστολής από τη βασική σχέση. Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει τον χαρακτήρα της ως σύμβασης εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του οφειλέτη από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή ο εγγυητής δεν υποχρεούται να καταβάλει στον δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή (ΑΠ 983/1999? 1433/1998? 1793/2008). Γενικότερα δεν αποκλείεται η απόκρουση της πληρωμής από την εγγυήτρια τράπεζα με την προβολή ένστασης από το άρθρ. 281 του ΑΚ ή η μεταγενέστερη από τον υπέρ ου η εγγυητική επιστολή οφειλέτη αναζήτηση του καταβληθέντος ποσού από τον λαβόντα τούτο δανειστή, κατά τις διατάξεις του ΑΚ για τις αδικοπραξίες, διαφορετικά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν δεν υπάρχει ή δεν αποδεικνύεται αδικοπραξία και κριθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι για την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής (ΑΠ 16/2008). Στη συγκεκριμένη περίπτωση έγιναν με την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτά επίσης και τα ακόλουθα: "Κατά την υπογραφή της σύμβασης των διαδίκων, η ενάγουσα παρέδωσε στον εναγόμενο την εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης του έργου .../27.6.2006, ποσού 10.000 ευρώ, που εκδόθηκε από το ΤΣΜΕΔΕ υπέρ της ενάγουσας. Με το έγγραφό του .../21.12.2006 προς το ΤΜΕΔΕ, ο εναγόμενος ζήτησε την κατάπτωση της εγγυητικής αυτής επιστολής με την αιτιολογία ότι η ανάδοχος εταιρεία (αναιρεσίβλητη) κηρύχθηκε οριστικά έκπτωτη με απόφαση του ΔΣ του ΟΑΝΜΑ (αναιρεσείοντος) κατά την 30η/12.12.2006 συνεδρίασή του. Μετά από αυτά, στις 16.4.2007, το ΤΣΜΕΔΕ κατέθεσε στο λογαριασμό του εναγομένου, στην Τράπεζα Πειραιώς, το ποσό των 10.000 ευρώ. Στη συνέχεια η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό αυτό στο ΤΜΕΔΕ με το γραμμάτιο είσπραξης .../19.10.2007. Έτσι ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος κατά το ποσό αυτό, το οποίο εισέπραξε... χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας και συνεπώς οφείλει να της καταβάλει το ποσό αυτό". Συνακόλουθα το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή και ως προς το ποσό αυτό, το οποίο με την απόφασή του υποχρέωσε τον εναγόμενο να το καταβάλει εντόκως στην ενάγουσα. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι στερείται νόμιμης βάσης, αφού δεν αναφέρει ότι κακώς κατέπεσε η εγγυητική επιστολή που εκδόθηκε υπέρ της αναιρεσίβλητης από το ΤΜΕΔΕ και εισπράχθηκε από τον αναιρεσείοντα, ούτε βέβαια εξηγεί γιατί η κατάπτωσή της ήταν ανεπίτρεπτη και είχε έτσι ως αποτέλεσμα τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, ενώ για τη θεμελίωση αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επίσης δεν αναφέρει ότι αποκλείεται εν προκειμένω η αναζήτηση του ποσού της εγγυητικής επιστολής κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, αν ληφθεί υπόψη ότι η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επικουρικής φύσης και παρέχεται όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Ωστόσο σαφώς προκύπτει από το συνολικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η εγγυητική επιστολή κακώς κατά την απόφαση αυτή κατέπεσε, αφού δεν υπήρξαν κατά τις παραδοχές της παραβάσεις από την αναιρεσίβλητη των συμβατικών εν γένει υποχρεώσεών της που να δικαιολογούν την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής και ούτε η κατάπτωσή της συνδέεται με αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ώστε να αποκλείεται για την αιτία αυτή η θεμελίωση εναντίον του αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Επομένως ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή ως προς μέρος του τρίτου μόνον λόγου της και να αναιρεθεί έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά το μέρος που επιδίκασε ως αμοιβή στην αναιρεσίβλητη τα ποσά των 15.457 και 104.468 ευρώ. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η δικαστική δαπάνη πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ των διαδίκων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας τους και να καταδικαστεί έτσι η αναιρεσίβλητη, που συγκριτικά νικήθηκε σε μεγαλύτερη έκταση από τον αναιρεσείοντα, σε αντίστοιχο μέρος της δικαστικής δαπάνης του, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 6729/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών μόνον κατά το μέρος που δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως προς τα ποσά των 15.457 και 104.468 ευρώ και ως προς μεν το πρώτο ποσό υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να το καταβάλει εντόκως στην αναιρεσίβλητη ως αμοιβή της για το χρονικό διάστημα από 25.10.2006 έως 21.12.2006, ως προς δε το δεύτερο ποσό αναγνώρισε ότι οφείλει να της το καταβάλει, επίσης εντόκως, ως αμοιβή της για το μετέπειτα χρονικό διάστημα από 21.12.2006 έως 23.1.2008.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2015, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 9 Μα?ου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ