338/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 338 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 338/2007
Legislator headnote
AI generated338/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 338 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 338/2007
Full text
Απόφαση 338 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 338/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1..... και 2....... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μανάφη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1..... και 2. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Ταντζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-11-1997 και 27-10-1999 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 28-11-2000 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23744/1999 μη οριστική, 29581/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 746/2003 μη οριστική, 2817/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 15-4-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 6-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση διαδικασία (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο δύναται να διατάξει την επανάληψη της επ' ακροατηρίω συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή της διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η παρεχόμενη από τη διάταξη αυτή εξουσία περιλαμβάνει και το δικαίωμα του δικαστηρίου να διατάξει, εκτός των άλλων, την προσαγωγή των αναγκαίων, για το σχηματισμό της κρίσης του εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία επικαλούνται αλλά δεν προσκομίζουν οι διάδικοι και ιδίως αυτά που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση εκτίθεται στην αρχή του αναιρετηρίου ότι οι αναιρεσείοντες άσκησαν διεκδικητική αγωγή ακινήτου κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στην ανοιγείσα δίκη άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του τελευταίου ο δεύτερος αναιρεσίβλητος. Κατά της απόφασης που εξέδωσε το Πρωτοδικείο, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και έγινε δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν από το Εφετείο Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο με την 746/2003 μη οριστική απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζήτησης με σκοπό α) να προσκομιστούν από τους αναιρεσίβλητους τα επικαλούμενα από αυτούς αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα κ.λ.π.), β) να εμφανιστούν αυτοπροσώπως οι διάδικοι "προκειμένου να διευκρινιστούν (όπως και από την επανεξέταση των μαρτύρων) τα εριστά σημεία που να αναφέρονται στην άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο" και γ) να επανεξεταστούν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Μετά τη συζήτηση που επαναλήφθηκε, κατά την οποία το Δικαστήριο έθεσε διευκρινιστικές ερωτήσεις στους διαδίκους και προσκομίστηκαν τα επικαλούμενα από τους αναιρεσίβλητους έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε τις εφέσεις. Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης και με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στους ανωτέρω λόγους, αντιστοίχως, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις που απαραδέκτως προσκόμισαν με επίκληση οι αναιρεσίβλητοι κατά τη συζήτηση που επαναλήφθηκε. Οι λόγοι αυτοί της αίτησης, ενόψει των όσων έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσας σκέψης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων, που διατάσσει το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 245 και 254 του ΚΠολΔ, για την υποβολή σ' αυτούς ερωτήσεων και την παραδοχή διασαφήσεων, αποβλέπει στην πληρότητα της εξέτασης των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων και όχι στην απόδειξη της αλήθειας αυτών. Επομένως η περίπτωση αυτή διαφέρει από την ένορκη ή ανώμοτη εξέταση των διαδίκων, που προβλέπεται από το άρθρο 415 ΚΠολΔ, και ως εκ τούτου δεν περιλαμβάνεται στα, κατά το άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα, αποδεικτικά μέσα, εκτός αν κατά τη διενέργεια της εξέτασης αυτής ο διάδικος που παραστάθηκε αυτοπροσώπως προβεί σε έκθεση ή αναγνώριση επιβλαβών για τον εαυτό του γεγονότων, που συνιστά ομολογία, οπότε αποδεικτικό μέσο αποτελεί μόνο η τελευταία. Από αυτά παρέπεται ότι, αν το δικαστήριο της ουσίας, παραγνωρίζοντας τον χαρακτήρα της αυτοπρόσωπης εμφάνισης του διαδίκου, θεωρήσει τα όσα αυτός διευκρινιστικώς κατ' αυτήν εξέθεσε ως περιεχόμενο ανώμοτης κατάθεσης και τα συνεκτιμήσει μαζί με τις άλλες αποδείξεις, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για την αλήθεια ή την αναλήθεια πραγματικών γεγονότων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11β του ΚΠολΔ, καθόσον, έτσι, παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τον οποίο προβάλλεται η από την αμέσως ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των διαδίκων, οι οποίοι απάντησαν σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, όπως από τα σχετικά πρακτικά προκύπτει, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τ' αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι' αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο και το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης προβάλλεται ο από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι δεν είναι βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες με επίκληση δύο ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρουν στο δεύτερο λόγο της αίτησης, και οι οποίες δόθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στην παρούσα δίκη, καθώς και την 5155/30-11-98 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης που δόθηκε για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη μεταξύ τους προηγούμενη δίκη, διότι, πέρα από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, δεν γίνεται αναφορά για την κάθε μία χωριστά, με παράθεση των επί μέρους στοιχείων που προσδιορίζει και νομιμοποιεί την κάθε μία. Επίσης υποστηρίζουν ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα πρακτικά προηγούμενης δίκης που αναφέρονται στο δεύτερο λόγο καθώς και τα έγγραφα που αναφέρονται στο τρίτο λόγο τα οποία εάν λάμβανε υπόψη, όπως και τις ένορκες βεβαιώσεις, δεν θα κατέληγε στην απόρριψη της έφεσής τους. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στη μείζονα πρόταση της σκέψης αυτής, ότι το εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ".......απ' όλες τις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων, τις οποίες οι διάδικοι επικαλούνται (βλ. προτάσεις των διαδίκων) και νόμιμα προσκομίζουν και απ' όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν" και το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ΄ του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή κλπ και αφετέρου κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή της δίκης, εφόσον προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και συντελεί έτσι στην εξέλιξη της διαδικασίας, για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης. Τέτοια αίτηση δεν αποτελεί ούτε το αίτημα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ούτε αυτό της επανεξέτασης μαρτύρων. Επομένως οι λόγοι της αίτησης πρώτος, μέρος δεύτερο και τέταρτος από τον αρ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν επανεξέτασε τους μάρτυρες, κατά την επανάληψη της συζήτησης και δεν διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, που οι αναιρεσείοντες ζήτησαν, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επειδή για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν αρκούν οι γενικές εκφράσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης ή για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αλλά πρέπει να καθορίζεται ειδικά το αποδιδόμενο στην απόφαση σφάλμα. Συγκεκριμένα, αν η αιτίαση αναφέρεται σε ανεπάρκεια αιτιολογιών, πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται, δηλαδή ποίο επί πλέον στοιχείο ήταν αναγκαίο για την πληρότητά τους, ενώ αν αναφέρεται σε αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να εκτίθεται στο λόγο αναίρεσης σε τι συνίσταται η νόμιμη βάση και ν' αναφέρονται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που αυτό δέχθηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις. Επομένως ο πέμπτος λόγος της αίτησης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι πέρα από την παράθεση γενικών εκφράσεων περί ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών καθώς και ορισμένων παραδοχών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν σημειώνονται παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία, αφού η έφεση απορρίφθηκε, ενσωματώθηκε η απόφαση του Πρωτοδικείου (Ολ. ΑΠ 40/1996) και περαιτέρω δεν προσδιορίζεται που έγκειται η ανεπάρκεια, η ασάφεια και η αντιφατικότητα των αιτιολογιών.
Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκείμενη περίπτωση προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 10754/1981 δημόσιας διαθήκης του πατέρα του δεύτερου αναιρεσίβλητου. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το επίδικο το χρησιδέσποσαν ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και ο δικαιοπάροχος πατέρας του επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας και να δεχθεί την ένσταση του πρώτου ιδίας κυριότητος και ν' απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων, συνεκτίμησε την άνω διαθήκη μαζί με άλλα αποδεικτικά στοιχεία και δε στήριξε το πόρισμά του μόνο σ' αυτή.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2005, αίτηση του ..... κλπ, για αναίρεση της 2817/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ