Supreme Court allows appeal against fee calculation error in labor service dispute, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a second-instance judgment regarding fees for legal services in a labor dispute. The court found the lower court incorrectly calculated the case value and the corresponding attorney fees for each judicial level. Consequently, the appeal was accepted, the judgment was set aside, and the case was remanded to the same court for a new trial with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 102 of Law 3026/1954: An appeal based on a violation of substantive law regarding the incorrect calculation of case value and fees is admissible if the error is clearly established in the grounds of appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 337 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 337/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την 2/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου,κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη),Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Ερατώ Κολέση και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Σ. του Σ., κατοίκου που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος,δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: A. (Α.) H. (Χ.) το γένος R. S. (Ρ. Σ.), κατοίκου ..., στην και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Άννας Αγαδάκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν η 222/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 198/2018 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 23.7.2020 με αριθ. κατάθ. 27/23.7.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 198/23.7.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών αμοιβής από παροχή εργασίας κατόπιν άσκησης της από 29.8.2017 με αριθ.
καταθ. 176/2017 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία υπ' αριθ. 222/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 3.12.2014 με αριθ. καταθ. 433/2014 αγωγής του ενάγοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης.
Με την ως άνω αγωγή του ο ενάγων, δικηγόρος Ρόδου, ισχυρίσθηκε ότι με την ως άνω ιδιότητά του είχε εκπροσωπήσει την εναγομένη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, στην από 18.3.2007 αγωγή που είχε ασκήσει ο Κ. Κ. και κατ' αυτής με την οποία αυτός ζητούσε την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω του τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα που είχε συμβεί στη Ρόδο στις ...
κατά τη σύγκρουση της μοτοσικλέτας που οδηγούσε με μισθωμένο από την εναγόμενη όχημα, ύψους 529.290 ευρώ. Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 156/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 18.840 ευρώ και ότι επί εφέσεως του ενάγοντος, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 180/2010 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και επιδικάσθηκε στον ως άνω ενάγοντα το ποσό των 23.400 ευρώ.
Ότι αν και εκπροσώπησε την εναγόμενη στα ως άνω Δικαστήρια, αυτή αρνείται να του καταβάλει τη νόμιμη αμοιβή του, η οποία ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 22.645,74 ευρώ και μετ'αφαίρεση του ποσού των 2.496 ευρώ που του έχει καταβληθεί, ανέρχεται ήδη στο ποσό των 20.149,76 ευρώ. Ζητούσε, δε, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ως άνω ποσό των 20.149,76 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 222/2017 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος ως κατ' ουσία αβάσιμη. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας την ως άνω έφεση του ενάγοντος δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων των άρθρων 91, 92 παρ.1, 98 και 100 παρ.1 του Κώδικα Περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/ 1954), που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου γένεσης της επίδικης αξίωσης, συνάγεται ότι, ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη και αμοιβή, το ύψος της οποίας, εάν ειδικώς δεν έχει συμφωνηθεί με τον εντολέα του, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τα όρια που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 100 επομ.
του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 100 παρ.1 και 2 του Κώδικα αυτού, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της. Ως αντικείμενο της αγωγής, εφόσον ζητείται η επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως, νοείται το ποσό αυτής, που ζητείται ως κεφάλαιο, επαυξημένο με τους τυχόν αξιούμενους τόκους μέχρι της ημέρας κατά την οποία αυτή εγέρθηκε, ή αν επακολουθήσει συζήτηση αυτής μέχρι της πρώτης συζητήσεώς της στον α` βαθμό, κατά την οποία διαμορφώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, το αντικείμενό της (ΑΠ 1251/2022, 727/2018).
Για την αξίωση της δικηγορικής αμοιβής είναι αδιάφορο αν έγινε εν όλω ή εν μέρει δεκτό το πιο πάνω αίτημα της αγωγής, ή αν τούτο, μετά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επαυξήθηκε με τη γέννηση και άλλων τόκων, ή αν τούτο απορρίφθηκε ολοσχερώς (ΑΠ 1251/2022, 727/2018). Επιπλέον, προκειμένου περί συντάξεως προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοδικείου, ρητώς ορίζεται από το άρθρο 107 παρ.1 του ως άνω Κώδικα ότι το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου του μεν εναγομένου είναι ίσο με εκείνο που ορίζεται στα άρθρα 100 και επόμενα για τη σύνταξη της αγωγής (2%), του δε δικηγόρου του ενάγοντος το ήμισυ αυτής (1%).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100, 107 παρ. 1 και 110 του ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του εφετείου, καθορίζεται για αμφότερους τους διαδίκους, σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1251/2022, 727/2018).
Εξάλλου, με το άρθρο 102 του ιδίου κώδικα ορίζεται ότι "Εάν το αίτημα της αγωγής είναι προφανώς εξωγκωμένον, το τοιούτον δε ηδύνατο να γίνη αντιληπτόν και παρ` αυτού του δικηγόρου, το ελάχιστον όριον αμοιβής κανονίζεται επί τη βάσει του ποσού, όπερ έδει να ζητηθή διά της αγωγής, εάν ο δικηγόρος εξηκρίβωσεν επιμελέστερον τα πράγματα, εκτός εάν διά τον ως άνω καθορισμόν του αιτήματος της αγωγής συνεμορφώθη προς έγγραφον εντολήν του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του".
Ο κατά τη διάταξη αυτή ισχυρισμός ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο και είχε τη δυνατότητα ο εντολοδόχος δικηγόρος να εξακριβώσει τούτο, αποτελεί ένσταση του εναγομένου προς καταβολή της δικηγορικής αμοιβής (ΑΠ 1404/2023, 721/2022) και εφαρμόζεται και ως προς τον υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου με την έννοια ότι, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μειώσεως της αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος, αυτοδικαίως και ο υπολογισμός της αμοιβής του δικηγόρου αυτού θα γίνει επί τη βάσει του ποσού που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, αδιαφόρως αν (και) ο εν λόγω δικηγόρος, ως προς τον οποίο μάλιστα είναι ανεφάρμοστη η προαναφερομένη τελευταία περίοδος του ως άνω άρθρου 102, γνώριζε ή μπορούσε να αντιληφθεί την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής και τη διόγκωσή της με το αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 1379/2015, 140/2007).
Σύμφωνα δε με την έννοια της παραπάνω διάταξης, για τη διάγνωση του περιστατικού ότι η απαίτηση είναι προφανώς εξογκωμένη από το δικηγόρο του ενάγοντος, αναγκαίως πρέπει να ερευνάται ποίοι κανόνες δικαίου διέπουν την έννομη σχέση και αν εν όψει των κανόνων αυτών, όχι ο συγκεκριμένος δικηγόρος στη δίκη, αλλά, αντικειμενικώς και αφηρημένως, δικηγόρος καταρτισμένος και πεπειραμένος, καταβάλλοντας την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, όφειλε να διαγνώσει το εν όλω ή εν μέρει αβάσιμο της απαιτήσεως και εντεύθεν το προφανώς εξογκωμένο αυτής (ΑΠ 721/2022, 140/2019).
Το "προφανώς εξογκωμένο" ή όχι κάθε αγωγικού αιτήματος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή σ' αυτή συγκεκριμένων περιστατικών υπάγεται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 140/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2007, ΑΠ 402/2023, 1371/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Στις ... η εναγόμενη Α. H. (Α. Χ.) γερμανίδα υπήκοος- ευρίσκετο στη Ρόδο για διακοπές. Έχοντας μισθώσει το με αριθμ. κυκλοφορίας ... επιβατικό αυτοκίνητο....., εκινείτο με αυτό επί της λεωφόρου, ...
στο ύψος του 23ου χμ αυτής, όταν ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα. Συγκεκριμένα, το όχημά της συγκρούστηκε με δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Κ. Κ. του Π., με συνέπεια να προκληθεί ο σοβαρός τραυματισμός του τελευταίου. Με το με αριθμό ... ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Φ. Π.- Κ., η εναγόμενη έδωσε την ειδική πληρεξουσιότητα στον ενάγοντα, ο οποίος τυγχάνει δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου (AM ..) να παρίσταται και να αντιπροσωπεύει αυτήν σε όλα τα ελληνικά, πολιτικά, διοικητικά και ποινικά δικαστήρια κάθε βαθμού δικαιοδοσίας, ως ενάγουσα ή εναγόμενη και να ενεργεί για την υποστήριξη των δίκαιών της σε όλες τις κύριες και παρεπόμενες διαδικαστικές πράξεις που αναγράφονται στο άρθρο 97 του ΚΠολΔ σε σχέση με το αναφερόμενο ανωτέρω τροχαίο ατύχημα.....
Κατόπιν ασκήσεως της από 18.03.2007 με αριθμ. καταθ. αγωγής 97/2007 αγωγής του Κ. Κ. του Π.. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου στρεφόμενης εναντίον της εδώ εναγόμενης, της εκμισθώτριας του ζημιογόνου οχήματος και ιδιοκτήτριας αυτού εταιρείας "... ΚΑΙ ΣΙΑ OΕ" και της "...", εξεδόθη η υπ' αριθμ. 156/2008 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, η οποία......
υποχρέωσε τους εκεί εναγόμενους όπως αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας τους καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 18.840 ευρώ. Την εναγόμενη γερμανίδα υπήκοο εκπροσώπησε στο ως άνω Δικαστήριο ο ενάγων δικηγόρος προβάλλοντας νομοτύπως ενστάσεις εναντίον της ως άνω αγωγής, όπως τούτο αποδεικνύεται από τα υπ' αριθμ. 156/06.05.2008 Πρακτικά Δημόσιας Συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, καταθέτοντας επιπλέον νομοτύπως επί της έδρας τις με ημερομηνία 06.05.2008 έγγραφες προτάσεις του.
Εν συνεχεία και ασκηθείσης της από 23.11.2008 με αριθμ. καταθ. 18/2009 έφεσης του Κ. Κ., ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου εναντίον των διαδίκων της πρωτοβάθμιας δίκης και της υπ' αριθμ. 156/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, και αντέφεσης από την πλευρό της εναγόμενης, εξεδόθη η υπ' αριθμ. 180/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση.......
υποχρέωσε δε τους εναγόμενους της από 18.03.2007 αγωγής να καταβάλουν στον ανωτέρω το ποσό των 23.400 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη επίδοση της αγωγής. Συζητηθείσης δε της ως άνω εφέσεως στις 15.01.2010, ο ενάγων δικηγόρος εκπροσωπώντας την εναγόμενη στην κατ' έφεσιν δίκη κατέθεσε επί της έδρας τις με ίδια ημερομηνία προτάσεις του ασκώντας παράλληλα και αντέφεση.......
Δεδομένης λοιπόν της μη ύπαρξης συμφωνίας ως προς το ύψος της αμοιβής, στον ενάγοντα για την παράσταση του και την εκπροσώπηση της εναγόμενης στο πρωτοβάθμιο - και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο οφείλονται οι ελάχιστες για κάθε ενέργεια αμοιβές σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το επίδικο χρόνο κώδικα δικηγόρων ν.δ. 3026/1954 (άρθρο 98).
Ειδικότερα για την εκπροσώπηση της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στην αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 16.10.2017 προκειμένου να αιτηθεί αναβολή της υπόθεσης .... ο ενάγων δικαιούται αμοιβής: α) για την παράσταση του επί της αναβολής της αρχικής συζήτησης ως αμοιβή (140 χ 40 δρχ: 2 = 2.800 δρχ, ήτοι 22 ευρώ) (διατάξεις των άρθρων 109, 111, 118§ 3 και 176 Κώδικα περί δικηγόρων).
Για την παράστασή του στη μετ' αναβολή δικάσιμο της 06.05.2008 για τη συζήτηση της ως άνω υπόθεσης ..... ορίζεται το ποσό των 203 ευρώ, το οποίο και θα πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα. Όσον αφορά την οφειλόμενη στον ενάγοντα αμοιβή του για τη σύνταξη των προτάσεων, αυτή θα πρέπει να καθοριστεί σε ποσοστό 2% όχι επί του αιτούμενου της στην από 18.03.2007 με αριθμ.
καταθ. αγωγής 97/2007 αγωγή του Κ. Κ.- ποσού των 529.290 ευρώ το οποίο ήταν προφανώς διογκωμένο και υπερβολικό, όπως άλλωστε τούτο υποστήριξε και στις προτάσεις που κατέθεσε ο ενάγων, αλλά στο επιδικασθέν από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ποσό των 18.840 ευρώ. Επομένως, για τη σύνταξη προτάσεων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο ενάγων δικαιούται αμοιβής 18.840 χ 2% = 376,80 ευρώ (άρθρο 100, 102 και 107 Κώδικα περί Δικηγόρων).
Επιπλέον, ο ενάγων για δακτυλογράφηση προτάσεων, για ένσημα παράστασης και χαρτοσήμανση προτάσεων δικαιούται αμοιβής ποσού 30 και 18 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι δικαιούταν αμοιβής ποσού 48 ευρώ. Συνολικά λοιπόν, για την εκπροσώπηση της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για τη συζήτηση της από 18.03.2007 με αριθμ.
καταθ. 97/2007 αγωγής του Κ. Κ., ο ενάγων δικαιούται αμοιβής (22 + 203 + 376,80 + 48) ποσού 649,80 ευρώ. Περαιτέρω και όσον αφορά στην παράστασή του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενόψει της ασκηθείσης από 23.11.2008 με αριθμ. καταθ. 18/2009 έφεσης του Κ. Κ......, ο ενάγων δικαιούται τα κάτωθι ποσά: α) ως αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων 2% επί του επιδικασθέντος από το Εφετείο ποσού των 23.400 ευρώ (δεδομένου ότι όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω το αίτημα της αγωγής ήταν υπερβολικό), ήτοι 23.400 χ 2% = 468 ευρώ.
Όσον αφορά στην παράστασή του στο Εφετείο Δωδεκανήσου και την κατάθεση αντέφεσης....., η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα, το ποσό των (149 + 139+ 139) = 427 ευρώ, το οποίο και θα πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα. Επιπλέον, ο ενάγων για την παράσταση του στο Εφετείο προέβη σε διάφορα έξοδα, όπως λήψη φωτοαντιγράφων συνολικής αξίας 10 ευρώ και επικόλληση ενσήμων 18 ευρώ και δακτυλογράφηση προτάσεων 30 ευρώ.
Συνολικά δηλαδή για τις ανωτέρω αιτίες και για την εκπροσώπηση της εναγομένης στο Εφετείο Δωδεκανήσου, ο ενάγων δικαιούται αμοιβής (468 + 427+10+18 +30)= 953 ευρώ.....Συνολικά λοιπόν, όπως ο ανωτέρω υπολογισμός εκτέθηκε αναλυτικά ανωτέρω, στον ενάγοντα οφείλεται ελάχιστη αμοιβή για την παράσταση του ενάγοντος τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο, η οποία σύμφωνα με τον κώδικα δικηγόρων αλλά και τις οικίες ΚΥΑ, ανέρχεται για την παράσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο ποσό των 649,80 ευρώ και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο ποσό των 953 ευρώ, συνολικά δηλαδή του οφείλεται το ποσό των 1.602,80 ευρώ.
Ενόψει, όμως της διατάξεως του άρθρου 98 του ισχύοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κώδικα δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954)... το Δικαστήριο κρίνει πως το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό των 1.602,80 ευρώ που του οφείλεται ως ελάχιστη αμοιβή, πρέπει ενόψει όλων των ανωτέρω ειδικότερων περιστάσεων, του καταναλωθέντος χρόνου, τις συνεννοήσεις του ενάγοντα με την εναγόμενη εντολέα του στο εξωτερικό, την αλλεπάλληλη αλληλογραφία του με τις γερμανικές ασφαλιστικές εταιρείες αλλά και το σύνολο των καταβληθεισών από τον ίδιο δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών, να προσαυξηθεί έως το ποσό των 2.000 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο ότι του οφείλεται ως αμοιβή σταθμίζοντας όλες τις ειδικότερες περιστάσεις και ενέργειες στις οποίες προέβη προκειμένου να διεκπεραιώσει την εντολή της εναγόμενης.
Πλην όμως, δεδομένου ότι ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί στο δικόγραφο της αγωγής του ότι του έχει καταβληθεί ήδη για λογαριασμό της εναγομένης το ποσό των 2.496 ευρώ από τη γερμανική ασφαλιστική εταιρεία ... A.G με έμβασμα την ... θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η οφειλή της εναγομένης προς αυτόν έχει αποσβεσθεί και ο ενάγων δεν διατηρεί καμιά άλλη απαίτηση κατά σχετική παραδοχή των αρνητικών ισχυρισμών της εναγομένης.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω η ένδικη αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, γιαυτό και τα περί αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους λόγους έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα και συνακόλουθα και η έφεση στο σύνολό της....". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο ως προς τον υπολογισμό της αμοιβής του ενάγοντος για τη σύνταξη προτάσεων της εντολέως του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου (ως εναγόμενη) και στο Μονομελές Εφετείο Ρόδου (ως εφεσίβλητη) παραβίασε ευθέως την προαναφερθείσα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 102 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ 3026/1954), καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, όπως προαναφέρθηκαν, δεν καλύπτουν με πληρότητα και χωρίς λογικά κενά το πραγματικό του ως άνω εφαρμοστέου ουσιαστικού κανόνα δικαίου.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον υπολογισμό της νόμιμης αμοιβής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου, για τη σύνταξη προτάσεων της εντολέως του εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, στη δίκη επί της από 18.3.2007 αγωγής του Κ. Κ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (ως εναγόμενη) και στη δίκη επί της από 23.11.2008 έφεσης του ιδίου ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (ως εφεσίβλητη), δέχθηκε ότι ανέρχεται α) για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας "σε ποσοστό 2% όχι επί του αιτούμενου της στην από 18.03.2007 με αριθμ.
καταθ. αγωγής 97/2007 αγωγή του Κ. Κ.- ποσού των 529.290 ευρώ το οποίο ήταν προφανώς διογκωμένο και υπερβολικό, όπως άλλωστε τούτο υποστήριξε και στις προτάσεις που κατέθεσε ο ενάγων, αλλά στο επιδικασθέν από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ποσό των 18.840 ευρώ" δηλαδή στο ποσό των 376,80 ευρώ (18.840 Χ 2%) και β) για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας "ως αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων 2% επί του επιδικασθέντος από το Εφετείο ποσού των 23.400 ευρώ (δεδομένου ότι όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω το αίτημα της αγωγής ήταν υπερβολικό), ήτοι 23.400 χ 2% = 468 ευρώ", δηλαδή το Εφετείο, κατά παραδοχή της ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 102 του ν.δ. 3026/1954, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης.
Και τούτο διότι το Εφετείο, δέχθηκε ότι η οφειλόμενη από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα αμοιβή, για τη σύνταξη των προτάσεων στις ως άνω δίκες, δεν έπρεπε να καθορισθεί σε ποσοστό 2% (για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας) επί του αιτούμενου ποσού αποζημίωσης εκ μέρους του ενάγοντος της ως άνω αγωγής, καθότι αυτό ήταν προφανώς διογκωμένο και υπερβολικό, χωρίς να έχει διερευνήσει, ως όφειλε, τους κανόνες δικαίου που διέπουν την έννομη σχέση για την οποία ασκήθηκε η από 18.03.2007 αγωγή αποζημίωσης του Κ.
Κ. και αν, ενόψει των κανόνων αυτών, δικηγόρος καταρτισμένος και πεπειραμένος, καταβάλλοντας την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, όφειλε να διαγνώσει το εν όλω ή εν μέρει αβάσιμο των επί μέρους αγωγικών αξιώσεων του ως άνω ενάγοντος και εντεύθεν το προφανώς εξογκωμένο αυτών και να προσδιορίσει την αξία του αντικειμένου της δίκης, δηλαδή το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί από τον Κ.
Κ. ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, ύστερα από επιμελή εξακρίβωση των πραγματικών και νομικών δεδομένων της υπόθεσης. Επιπρόσθετα, το Εφετείο, κρίνοντας, όπως προεκτέθηκε, ότι το αίτημα της ως άνω αγωγής ήταν προφανώς διογκωμένο, προκειμένου να υπολογίσει την αμοιβή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για τη σύνταξη των προτάσεων της τότε εναγομένης-εφεσίβλητης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και στο Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου, αντίστοιχα, δεν προσδιόρισε συγκεκριμένο ποσό (ως αξία του αντικειμένου της δίκης) που έπρεπε να ζητηθεί με την από 18.3.2007 αγωγή του ενάγοντος Κ.
Κ., ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, και να υπολογίσει, με βάση το ποσό αυτό, την ως άνω αμοιβή του αναιρεσείοντος σε ποσοστό 2% επί του ως άνω ποσού, για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, αλλά προσδιόρισε εσφαλμένα διαφορετικό ποσό αξίας του αντικειμένου της δίκης για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας και συγκεκριμένα ποσό 18.840 ευρώ για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και ποσό 23.400 ευρώ για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας (ποσά που, όπως προεκτέθηκε, είχαν επιδικασθεί στον ενάγοντα της από 18.3.2007 αγωγής Κ.
Κ. από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αντίστοιχα). Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι υπό αριθμ. 1α και 1β πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, που εκτιμώνται ενιαία, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 102 του ν.δ. 3026/1954 και οι οποίοι (λόγοι) είναι επαρκώς ορισμένοι, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα στο από 12.1.2024 υπόμνημα της αναιρεσίβλητης, εφόσον στην αίτηση αναίρεσης περιέχονται οι προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τις αποδιδόμενες σ'αυτή, με τους ως άνω λόγους αναίρεσης, πλημμέλειες.
Λόγω, δε, της βασιμότητας των ως άνω λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος παρέλκει η έρευνα του, εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τρίτου λόγου αναίρεσης, καθόσον καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης που έγιναν δεκτοί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή των λόγων που έγιναν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το περιεχόμενο στην αίτηση αναίρεσης νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 198/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ