Legislator Case Law & Legislation
337/2019 AI generated

337/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 337/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

337/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά την αναβολή επέχει θέση κλητεύσεως, πρέπει, αφού οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρο τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ.).

Keywords

AI generated
reversion in expropriation forfeiture of recourse rights withdrawal of opposition previous legal status land reclassification striking off the register
AI generated
618/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή Αρεοπαγίτες.
696/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
165/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
1193/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
166/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 337 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 337/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Φεβρουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Κ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 2.Μ. συζ. Δ. Σ., φυσικής θυγατέρας του Μ. Μ., κατοίκου ...,3.Δ. συζ. Χ. Κ., το γένος Μ. Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν οι 1ος και 2η μετά και η 3η δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Νικολάου Δημητρολόπουλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2.Ι. συζ. Α. Γ.,το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν ο 1ος μετά και η 2η δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ευάγγελου Μπουλογεώργου, 3.Ε. χήρας Ν. Φ., το γένος Β. Κ., 4.Κ. Φ. του Ν., 5. Α. Φ. του Ν. κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 358/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 264/2012 μη οριστική και 520/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, υπόκειται προς κρίση η από 20-7-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.520/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, για την οποία είχε οριστεί αρχική δικάσιμος για την εκδίκασή της η 24-1-2018, οπότε η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε τότε με αίτημα των αναιρεσειόντων για τη δικάσιμο της 24-10-2018, οπότε οι δύο πρώτοι των αναιρεσίβλητων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπουλογεώργο, οι δε τρεις τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν και η συζήτηση της αναίρεσης αναβλήθηκε και πάλι για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (6-2-2019), κατά την οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, δεν εμφανίσθηκαν οι τρεις τελευταίοι των αναιρεσίβλητων, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Από τις υπ' αριθμ. ...5 Γ'/13-10-2017, ...6 Γ'/13-10-2017 και ...7 Γ' /13-10-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Λάρισας, με έδρα στο Πρωτοδικείο Τρικάλων, Α. Ε. Κ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο και κλήση προς τους τρεις τελευταίους των αναιρεσίβλητων για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αναίρεσής τους επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τελευταίους στη διεύθυνση της κατοικίας, η οποία αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής (άρθρ. 119, 120 και 128 παρ.1 και 4 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά την αναβολή επέχει θέση κλητεύσεως, πρέπει, αφού οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρο τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ΚΠολΔ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980, 981, 982, 984, 994 και 1113 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα επ' ονόματι και των λοιπών συγκυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστή την απόφαση του να νέμεται στο εξής ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό.

Τέτοια, όμως, γνωστοποίηση δεν απαιτείται στην περίπτωση που οι συγκύριοι προβαίνουν σε άτυπη διανομή του κοινού ακινήτου, αφού έκτοτε καθένας από αυτούς με γνώση των λοιπών νέμεται αποκλειστικώς για τον εαυτό του το περιελθόν σ' αυτόν με την άτυπη διανομή μέρος του ακινήτου (Ολ.Α.Π.485/1982). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικοί που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π.12/2016, Ολ.Α.Π.7/2006).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π.1/1991). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

Α.Π.9/2016). Ως ''ζητήματα'', δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.12/1995, Ολ.Α.Π.24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : "Το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο), εμβαδού 566 τ.μ., βρίσκεται εντός της πόλεως ... και συνορεύει βόρεια με το υπό στοιχ. 3/81 οικόπεδο, νότια με την οδό …., ανατολικά σε πλευρά 32,20 μ.

με το υπό στοιχ. 5/81 οικόπεδο και δυτικά με την οδό ….. Το έτος 1950 εκδόθηκε απόφαση του Υπουργού Οικισμού και Ανοικοδομήσεως, με την οποία κυρώθηκε η πράξη ομαδικής τακτοποιήσεως των οικοπέδων της καταστραφείσης κωμοπόλεως …, η οποία είχε συνταχθεί από την Κτηματική Ομάδα … και στη συνέχεια εκδόθηκε απόφαση του ως άνω Υπουργού περί εφαρμογής της ως άνω πράξεως ομαδικής τακτοποιήσεως, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Κατόπιν αυτών και βάσει του άρθρου 51 του από 17- 7/16-8-1923 Ν.Δ/τος, η Κτηματική Ομάδα … παραχώρησε, δυνάμει του υπ' αρ. 533/1950 παραχωρητηρίου, την κυριότητα του με στοιχ. 4/81 οικοπέδου, που προέκυψε από την ως άνω ομαδική τακτοποίηση των οικοπέδων, στους Δ. Μ. (αρχικό δικαιοπάροχο του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων), Κ.

Φ. (αρχικό δικαιοπάροχο των λοιπών εναγομένων), Μ. Μ. (αρχικό δικαιοπάροχο των εναγόντων) και Γ. Ν.. Έτσι οι ανωτέρω κατέστησαν συγκύριοι του ως άνω επιδίκου ακινήτου κατά πρωτότυπο τρόπο από τη μεταγραφή αυτού στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμπάκας στις 6-5-1955 στον τόμο … και με αριθ….90. Ο Γ.

Ν. μαζί με τον Μ. Μ. ήταν οι παλαιοί συνιδιοκτήτες δυνάμει του υπ' αρ. ..35/1949 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Χ. Β., ενός κήπου, κειμένου στη θέση "…", εκτάσεως 220 τ.μ., ο οποίος είχε περιληφθεί μαζί με άλλα ακίνητα στη συσταθείσα βάσει των άρθρων 49 και 51 του ως άνω από 17-7/16-8-1923 Ν.Δ/τος Κτηματική Ομάδα …. και ολόκληρη η έκταση, που περιλήφθηκε και καταλήφθηκε από την ομάδα αυτή, απαλλοτριώθηκε υπέρ των ιδιοκτητών των ακινήτων, που περιελήφθησαν σ' αυτήν προς διανομή μεταξύ αυτών (ιδιοκτητών).

Το έτος 1955 ο Δ. Μ., ο Μ. Μ.ς και ο Γ. Ν. με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αρ. 15641/1955 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου απέκτησαν από αγορά από τον Σ. Ι. την κυριότητα ο πρώτος και ο δεύτερος κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ο τρίτος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του όμορου προς ανατολάς με αριθ. 5/81 οικοπέδου, εμβαδού 456 τ.μ.

Με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αρ. …44/26-5-1959 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων του ως άνω συμβολαιογράφου, ο Γ. Ν. έλαβε, λόγω ανταλλαγής, από τον Μ. Μ. το 1/4 εξ αδιαιρέτου του ως άνω υπό στοιχ. 5/81 οικοπέδου και ο τελευταίος έλαβε το 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, εμβαδού 220 τ.μ., κειμένου στη θέση "….", που είχε περιέλθει στον Γ.

Ν. δυνάμει του ανωτέρω υπ' αρ. 12535/1949 συμβολαίου. Στο εν λόγω υπ' αρ. …44/26-5-1959 συμβόλαιο δεν γίνεται καμία αναφορά σε μεταβίβαση ποσοστού του επιδίκου με στοιχ. 4/81 ακινήτου, αλλά ρητώς αναφέρεται ότι ο Μ. Μ.ς λαμβάνει το 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, εμβαδού 220 τ.μ., κειμένου στη θέση "…", που είχε περιέλθει στον Γ.

Ν. δυνάμει του ανωτέρω υπ' αρ. …..5/1949 συμβολαίου, το οποίο όμως, κατά τα προεκτεθέντα, είχε απαλλοτριωθεί βάσει των άρθρων 49, 50 και 51 του ν.δ/τος της 17ης Ιουλίου/16ης Αυγούστου 1923 "περί σχεδίων πόλεων, κωμών, κλπ". Επομένως, με το ως άνω ….44/26-5-1959 συμβόλαιο ανταλλαγής ο Μ. Μ.ς (αρχικός δικαιοπάροχος των εναγόντων) δεν απέκτησε δικαίωμα συγκυριότητας στο επίδικο υπό στοιχ. 4/81 οικόπεδο σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του περί του αντιθέτου αγωγικού ισχυρισμού των εναγόντων.

Περαιτέρω, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αρ. …23/15-7-1955 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, ο Μ. Μ.ς έλαβε, λόγω ανταλλαγής, από τον Δ. Μ. το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου του ως άνω με στοιχ. 5/81 οικοπέδου και ο τελευταίος έλαβε από τον Μ. Μ. 100 τετρ. μ. εξ αδιαιρέτου του επιδίκου υπό στοιχ. 4/81 οικοπέδου.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έτος 1959 οι ανωτέρω συγκύριοι των υπό στοιχ. 4/81 (επιδίκου) και 5/81 οικοπέδων, δηλαδή ο Κ. Φ., ο Δ. Μ., ο Μ. Μ.ς και ο Γ. Ν. συμφώνησαν να διανείμουν ατύπως μεταξύ τους τα εν λόγω ακίνητα, ώστε ο καθένας τους να νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του διαιρετό τμήμα. Βάσει της διανομής, που έγινε μεταξύ των Κ.

Φ., Δ. Μ. και Μ. Μ., ο Κ. Φ. έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή του το βορειοδυτικό τμήμα του επιδίκου υπό στοιχ. 4/81 οικοπέδου, που εφάπτεται στην οδό …., εμβαδού 182,30 τ.μ. Ο Δ. Μ. έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή του το εδαφικό τμήμα, νότια και ανατολικά του ως άνω τμήματος του Κ. Φ., εμβαδού 287,65 τ.μ. Ο Μ.

Μ.ς έλαβε το εναπομένον (τριγωνικό) τμήμα, εμβαδού 89 τ.μ., το οποίο συνένωσε άτυπα με το τμήμα, που έλαβε, κατόπιν της άτυπης διανομής του υπό στοιχ. 5/81 οικοπέδου, που έγινε μεταξύ αυτού και του ετέρου συγκυρίου Γ. Ν., ο οποίος έλαβε το ανατολικό τμήμα του υπό στοιχ. 5/81 οικοπέδου, στο οποίο ανήγειρε οικία. Τα ανωτέρω υπό στοιχ. 4/81 και 5/81 οικόπεδα και τα διαιρετά τμήματα αυτών, που προέκυψαν από τις ανωτέρω διανομές απεικονίζονται στο από Αύγουστο 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ.

Σ., το οποίο συντάχθηκε, κατόπιν εντολής των ιδιοκτητών των ως άνω ακινήτων, που τότε ήσαν οι ενάγοντες, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ο Ν. Φ. (άμεσος διακαιοπάροχος των λοιπών εναγομένων), τα δε όρια των εν λόγω εδαφικών τμημάτων υποδείχθηκαν από τους ανωτέρω ιδιοκτήτες, σύμφωνα και με τη σχετική δήλωση του εν λόγω μηχανικού, που περιέχεται στο εν λόγω διάγραμμα.

Σ' αυτό (διάγραμμα) το με στοιχ. 4/81 επίδικο (διανεμητέο) οικόπεδο απεικονίζεται με τα στοιχ. ΑΒΓΚΛΜΝΑ, έχει εμβαδόν 558,95 τ.μ., το με στοιχ. 5/81 οικόπεδο απεικονίζεται με τα στοιχ. ΓΔΕΖΗΘΙΚΓ, έχει εμβαδόν 459,10 τ.μ., το εδαφικό τμήμα που περιήλθε στον Κ. Φ. απεικονίζεται με τα στοιχ. ΑΒΞΝΑ έχει εμβαδόν 182,30 τ.μ., το εδαφικό τμήμα που περιήλθε στον Δ.

Μ. απεικονίζεται με στοιχ. ΝΞΒΔΛΜΝ, έχει εμβαδόν 287,65 τ.μ., το εδαφικό τμήμα που περιήλθε στον Μ. Μ. αποτυπώνεται με τα στοιχ. ΔΕΠΟΙΚΛΔ, έχει εμβαδόν 210,99 τ.μ. και το εδαφικό τμήμα που περιήλθε στον Γ. Ν. απεικονίζεται με τα στοιχ. ΕΖΗΘΙΟΠΕ και έχει εμβαδόν 337,11 τ.μ. Μετά την ως άνω διανομή του επιδίκου οικοπέδου οι ανωτέρω Κ.

Φ., Δ. Μ. και Μ. Μ.ς ασκούσε ο καθένας τους, έως τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους, στο διαιρετό τμήμα, που έλαβε ο καθένας τους από τη διανομή, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, φανερά, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του. Οι Κ. Φ. και Δ. Μ. κατασκεύασαν οικίες, στις οποίες διέμεναν με τις οικογένειες του και συγκεκριμένα ο πρώτος ισόγεια οικία, εμβαδού 77,67 τ.μ.

και αργότερα αποθήκη 30 τ.μ. περίπου και ο Δ. Μ. πετρόκτιστη οικία, εμβαδού 91 τ.μ. Επίσης, διατηρούσαν κήπο και ο Δ. Μ. είχε φυτεύσει δένδρα, τα οποία καλλιεργούσε και συνέλεγε τους καρπούς. Επίσης, ο Μ. Μ.ς, ο οποίος ήταν δασεργάτης, κατασκεύασε στο ως άνω εδαφικό τμήμα, που έλαβε από τις ανωτέρω διανομές, ξύλινη οικία, στην οποία διέμενε με τη σύζυγο και τα τρία παιδιά τους.

Τα ως άνω εδαφικά τμήματα διαχωρίζονταν μεταξύ τους από τον ως άνω χρόνο (1959) έως και την άσκηση της ένδικης αγωγής με περίφραξη αποτελούμενη από πασσάλους και συρματόπλεγμα. Ο Δ. Μ. νεμόταν αποκλειστικά για τον εαυτό του συνεχώς το ως άνω διαιρετό τμήμα από τον ως άνω χρόνο (1959) έως το θάνατό του στις 22-8-1978, οπότε η νομή αυτού περιήλθε, δυνάμει της υπ' αρ.

…02/1978 δημόσιας διαθήκης του ανωτέρω, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, στα τέκνα του, πρώτο και δεύτερη των εναγομένων, οι οποίοι, επελήφθησαν της νομής αυτού και συνέχισαν να το νέμονται, με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων, μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, ασκώντας τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με έκτακτη χρησικτησία και με προσμέτρηση του χρόνου νομής του ως άνω δικαιοπαρόχου τους.

Επίσης, ο Κ. Φ. νεμόταν αποκλειστικά για τον εαυτό του συνεχώς το ως άνω διαιρετό τμήμα από τον ως άνω χρόνο (1959) έως το έτος 1981, οπότε δυνάμει του υπ' αρ. …55/1981 συμβολαίου δωρεάς μεταβίβασε τη νομή αυτού στον Ν. Φ., ο οποίος επελήφθη αυτής και έκτοτε νεμόταν συνεχώς το ως άνω διαιρετό τμήμα, με διάνοια αποκλειστικού κυρίου, διαμένοντας με την οικογένειά του στην οικία, που υπήρχε εντός αυτού, την οποία δυνάμει της υπ' αρ.84/1981 οικοδομικής άδειας επεξέτεινε, με δικές του δαπάνες, μέχρι το χρόνο του θανάτου του στις 4-5-2007, οπότε η νομή αυτού περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο και τα τέκνα του, τρίτη, τέταρτο και πέμπτο των εναγομένων, αντίστοιχα, οι οποίοι συνέχισαν να το νέμονται, με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων, μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, ασκώντας τις ίδιες πράξεις νομής και συγκεκριμένα διέμεναν στην οικία που υπάρχει μέσα σ' αυτό, το περιποιούνταν και το επέβλεπαν.

Έτσι έγιναν συγκύριοι του ως άνω τμήματος κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η τρίτη εναγομένη και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους τέταρτο και πέμπτο εναγομένους με έκτακτη χρησικτησία και με προσμέτρηση του χρόνου νομής των ως άνω δικαιοπαρόχων τους. Το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων συνένωσε ατύπως το διαιρετό τμήμα, που έλαβε από τη διανομή του υπό στοιχ. 4/81 επιδίκου οικοπέδου, με το διαιρετό τμήμα, που έλαβε από τη διανομή του όμορου υπό στοιχ. 5/81 οικοπέδου και ότι δεν υπήρχε μεταξύ των ως άνω υπό στοιχ. 4/81 και 5/81 οικοπέδων διαχωριστικός φράκτης αποδεικνύεται από το ότι ο ανωτέρω Μ.

Μ.ς μέσα στο εν λόγω συνενωμένο οικόπεδο κατασκεύασε ξύλινη οικία, στην οποία διέμενε με την οικογένειά του συνεχώς έως το θάνατό του το έτος 1980 και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν εντός αυτού να υπήρχε διαχωριστικός φράκτης. Επίσης και ο μάρτυρας των εναγόντων κατέθεσε ότι οι ενάγοντες έχουν ένα οικόπεδο 297 τ.μ., το οποίο έχει 183 τ.μ.

από το 4/81 οικόπεδο και 114 τ.μ. από το 4/81 οικόπεδο και ότι αυτοί το θεωρούν ως ενιαίο οικόπεδο και ότι σ' αυτό ο Μ. Μ.ς είχε κατασκευάσει μία καλύβα. Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Μ. Μ.ς από τον ως άνω χρόνο (1959) έως το θάνατό του, έτος 1980, ασκούσε στο ως άνω διαιρετό τμήμα του επιδίκου καθώς και στο συνενωμένο με αυτό τμήμα του με στοιχ. 5/81 ακινήτου, με διάνοια κυρίου, πράξεις νομής και κατοχής και συγκεκριμένα διέμενε με την οικογένειά του στην εντός αυτού υπάρχουσα ξύλινη οικία, το επέβλεπε και το φρόντιζε, μετά δε το θάνατό του η νομή αυτού περιήλθε στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τη σύζυγο και τα τέκνα του.

Οι ενάγοντες με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρίστηκαν ότι "ουδέποτε έλαβε χώρα άτυπη διανομή κατά κυριότητα και νομή του επιδίκου ακινήτου, όπως οι εναγόμενοι αναληθώς και αβασίμως ισχυρίζονται, παρά διανομή αυτού μόνο κατά χρήση. Ο λόγος δε που τα διαιρετά τμήματα που χρησιμοποιούν οι εναγόμενοι υπερβαίνουν το αντίστοιχο ποσοστό συγκυριότητάς τους στο επίδικο οφείλεται στο ότι ο δικαιοπάροχος των ιδίων (εναγόντων) ως δασεργάτης απουσίαζε μεγάλα χρονικά διαστήματα από την οικία του και δεν ενδιαφερόταν για καλλιέργεια κηπευτικών, ενώ οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων διέμεναν συνεχώς στο επίδικο και διατηρούσαν κήπο, οπωροφόρα δένδρα και γι' αυτό το λόγο ο δικαιοπάροχός τους τους επέτρεψε κατόπιν αιτήσεώς τους δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου- παρακλητικής σχέσεως- να κατέχουν και να χρησιμοποιούν περισσότερο χώρο από αυτόν που αντιστοιχούσε στα ποσοστά συγκυριότητάς τους".

Ο ισχυρισμός αυτός περί διανομής του επιδίκου μόνο κατά χρήση, και όχι προς κτήση αυτοτελούς νομής και κυριότητας σε κάθε διαιρετό τμήμα, που επαναφέρεται με την έφεση, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων εάν το επίδικο είχε διανεμηθεί μόνο κατά χρήση δεν θα προέβαιναν στην ανέγερση κατοικιών, με δικές τους δαπάνες, σε κοινό ακίνητο.

Επίσης, στο από Αύγουστο 1997 τοπογραφικό διάγραμμα, που, κατά τα προεκτεθέντα, συντάχθηκε κατόπιν σχετικής εντολής και των εναγόντων, αποτυπώνονται διαχωριζόμενα μεταξύ τους οικοπεδικά τμήματα. Το εν λόγω διάγραμμα είχε συνταχθεί για να χρησιμοποιηθεί στις διαπραγματεύσεις, που είχαν οι ενάγοντες, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ο δικαιοπάροχος των λοιπών εναγομένων Ν.

Φ. με εργολάβο για την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής στα υπό στοιχ. 4/81 και 5/81 ακίνητα, οι οποίες δεν είχαν επιτυχή κατάληξη, λόγω άρνησης του Ν. Φ.. Διαπραγματεύσεις για τον ίδιο ως άνω σκοπό ανάμεσα στους διαδίκους και εργολάβο οικοδομών έγιναν και το έτος 2004 και σ' αυτές χρησιμοποιήθηκε και πάλι το ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα.

Εάν αυτό δεν αποτύπωνε την υφιστάμενη πραγματική κατάσταση νομής και κυριότητας στο επίδικο, οι ενάγοντες θα είχαν διαμαρτυρηθεί, πράγμα που δεν έπραξαν, ενώ δεν θα είχε χρησιμοποιηθεί στις ως άνω διαπραγματεύσεις. Περαιτέρω το γεγονός ότι οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι στην υπ' αρ. ….9/27-1-1997 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Α.

Π. αποδέχθηκαν ως κληρονομία του δικαιοπαρόχου τους Δ. Μ. ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, καθώς και το ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των τρίτης, τετάρτου και πέμπτου εναγομένων Κ. Φ. με το υπ' αρ. …56/1983 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Α. Τ. μεταβίβασε κατά κυριότητα στον άμεσο δικαιοπάροχο αυτών Ν.

Φ. ποσοστό συγκυριότητας 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω επιδίκου ακινήτου, μολονότι κατά τους παραπάνω χρόνους είχε συμπληρωθεί η απαιτούμενη από το νόμο εικοσαετία για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από τους ανωτέρω είχαν αποκτήσει την κυριότητα των ως άνω διαιρετών τμημάτων με έκτακτη χρησικτησία, δεν αναιρεί την ως άνω κρίση καθώς τούτο έγινε για φορολογικούς λόγους, για να μην καταβληθεί φόρος χρησικτησίας.

Ενώ ούτε από το ότι στις πρωτόδικες προτάσεις των εναγομένων αναγράφεται ότι "το κοινό οικόπεδο διανεμήθηκε κατά χρήση" δεν μπορεί να ανατραπεί η ως άνω κρίση περί του ότι η διανομή του επιδίκου δεν αφορούσε τη χρήση του εδάφους, αλλά επρόκειτο για διανομή διαιρετών τμημάτων προς κτήση αυτοτελούς κυριότητας στο καθένα από εκείνον που τα έλαβε, διότι από το όλο περιεχόμενο των προτάσεων προκύπτει ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έλαβε χώρα διανομή προς κτήση αυτοτελούς κυριότητας σε καθένα από τα διαιρετά τμήματα.

Περαιτέρω σύμφωνα με το υπ' αρ. 533/1950 παραχωρητήριο της Κτηματικής Ομάδος … το επίδικο υπό στοιχ. 4/81 οικόπεδο παραχωρήθηκε στους δικαιοπαρόχους των διαδίκων με βάση τις διατάξεις του από 17-7/15-8-1923 Ν.Δ/τος και όχι με βάση τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το ως άνω ακίνητο, ή ότι τα παλαιά ακίνητα, σε αντικατάσταση των οποίων δόθηκε το επίδικο, αποτελούσαν γεωργικό κλήρο.

Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγόντων, που αποτελεί και λόγο έφεσης, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί γεωργικό κλήρο και συνεπώς δεν μπορεί να κατατμηθεί είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τα δεδομένα αυτά των αποδείξεων δεν υφίσταται πλέον κοινωνία δικαιώματος στο επίδικο ακίνητο μεταξύ των διαδίκων, καθόσον κάθε ομάδα από αυτούς νεμήθηκε, με διάνοια κυρίου, διακριτό τμήμα του εν λόγω ακινήτου, μετά από άτυπη διανομή αυτού μεταξύ των τότε συγκυρίων του, το έτος 1959, και εφεξής για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και έτσι απέκτησαν την κυριότητα χωριστού και διακεκριμένου τμήματος του εν λόγω ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το όλο ακίνητο το μεν διανεμήθηκε ατύπως μεταξύ των απώτερων δικαιοπαρόχων των διαδίκων το έτος 1959, το δε ότι, στη συνέχεια, ο καθένας των αρχικών συγκυρίων και, στη συνέχεια, οι διάδοχοι αυτών και ήδη οι διάδικοι έγιναν κύριοι διακεκριμένου τμήματος του επίκοινου ακινήτου και κατόπιν τούτων απέρριψε την ένδικη αγωγή, επικύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και απέρριψε την έφεση.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980, 981, 982, 984, 994 και 1113 ΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, αφού οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων δεν ήταν υποχρεωμένοι να γνωστοποιήσουν ότι νέμονται τα πιο πάνω αναφερόμενα διακριτά τμήματα του επίκοινου ακινήτου αποκλειστικά για λογαριασμό τους, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 795, 159 παρ.1, 180, 369, 1033, 1192 και 1198 ΑΚ, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, με την εφαρμογή των οποίων ορθά δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, ούτε ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραδοχές του, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας των διακριτών τμημάτων από τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων και στη συνέχεια αυτών των ίδιων, οι οποίοι συνέχισαν να τα νέμονται με διάνοια αποκλειστικών κυρίων για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του ΑΚ.

Ειδικότερα, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε ότι το έτος 1959 χώρησε εκούσια άτυπη διανομή του ενιαίου κοινού ακινήτου ύστερα από προφορική συμφωνία των ως άνω συγκυρίων και ότι η κάθε ομάδα απ' αυτούς έλαβε στην αποκλειστική νομή της το εδαφικό τμήμα που συμφωνήθηκε να πάρει, που διαχωριζόταν από τον ως άνω χρόνο (1959) έως και την άσκηση της ένδικης αγωγής (2008) με περίφραξη και ότι έκτοτε ο καθένας τους νεμόταν με διάνοια κυρίου αποκλειστικά για τον εαυτό του, συνεχώς, το διαιρετό τμήμα που πήρε ως δικό του και επί μια τουλάχιστον συνεχή εικοσαετία, αποκτήθηκε πρωτοτύπως από τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων η κυριότητα διακεκριμένου τμήματος του εν λόγω ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, η οποία δεν αποκλειόταν και ότι δεν διανεμήθηκε το επίκοινο μόνο κατά χρήση, και ότι τέλος δεν απαιτείτο γνωστοποίηση των αρχικών συγκυρίων μεταξύ τους ότι ο καθένας τους νέμεται για τον εαυτό του το τμήμα που έλαβε από τη διανομή προς κτήση αυτοτελούς κυριότητας.

Ούτε και οι αναιρεσίβλητοι, διάδοχοι των αρχικών συγκυρίων, είχαν υποχρέωση να γνωστοποιήσουν στους αναιρεσείοντες ότι νέμονταν τα διαιρετά τμήματα που κατέχουν προς κτήση αυτοτελούς κυριότητας, αφού αυτά προέκυψαν από εκούσια άτυπη διανομή του κοινού ακινήτου εκ μέρους των δικαιοπαρόχων τους και νομίμως προσμετρήθηκε στο χρόνο της νομής τους ο χρόνος της νομής των δικαιοπαρόχων τους, με αποτέλεσμα να καταστούν συγκύριοι (κατά τα πιο πάνω ποσοστά) του διαιρετού τμήματος που κατέχουν με τα ως άνω προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ., της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, είναι αβάσιμα. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αρ.19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά η νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992).

Με τον πρώτο, κατά το τέταρτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί ''διαλαμβάνει ανεπαρκείς, ασαφείς, υποθετικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 795, 159 παρ.1, 180, 369, 1033, 1192 και 1198 ΑΚ, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι της συντέλεσης διανομής του επικοίνου πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, με το να δεχθεί ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή, επικυρωθείσα και δια της συνδρομής των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας και ότι καθένας των αρχικών συγκυρίων κατέστη αποκλειστικός κύριος διαιρετού τμήματος του επίκοινου ακινήτου''.

Οι αιτιάσεις όμως αυτές, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους, αφού στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται η συγκεκριμένη ανεπάρκεια του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης επί ουσιώδους ζητήματος, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), καθώς και σε αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ''Πράγματα'', υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π.25/2003, Ολ.Α.Π.12/2000 ), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.Α.Π.14/2004, Ολ.Α.Π.469/1984).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα και ότι αυτός είναι ουσιώδης, ως ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης και τέτοιοι δεν είναι οι μη προταθέντες ισχυρισμοί.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π.15/2000). Ενόψει αυτών, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ αιτίαση, γιατί το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσία την ένδικη αγωγή τους, δεχόμενο πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, πραγματικά γεγονότα που αποτελούν αναγκαίο και υποχρεωτικό στοιχείο για την κατάλυση του καταγόμενου σε δίκη δικαιώματός τους να ζητήσουν τη διανομή του επικοίνου και συγκεκριμένα επί λέξει ότι:''παρόλο που οι αναιρεσίβλητοι στις πρωτόδικες προτάσεις τους συνομολογούν ότι το κοινό οικόπεδο διανεμήθηκε κατά χρήση, εν τούτοις η αναιρεσιβαλλομένη προάγει τον ισχυρισμό τους δεχόμενη ότι έλαβε χώρα άτυπη διανομή διαιρετών τμημάτων προς κτήση αυτοτελούς κυριότητας''.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι η αναφερόμενη σ' αυτόν πλημμέλεια, που δεν αφορά τη δημόσια τάξη, προτάθηκε νόμιμα από τους αναιρεσείοντες στην κατ' έφεση δίκη με το δικόγραφο της έφεσής τους ως εκκαλούντες, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σε κάθε περίπτωση δε αβάσιμος, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο με τις προαναφερόμενες παραδοχές του, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που τον συγκροτούν.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι το επίδικο ακίνητο διανεμήθηκε ατύπως μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων και ότι, ακολούθως, καθένας τους νεμόταν αποκλειστικά για τον εαυτό του διαιρετό τμήμα και κατέστησαν έτσι κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, και επί λέξει, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, ότι :

α)''ενώ δέχεται ότι μεταξύ των απώτερων δικαιοπαρόχων των διαδίκων συνήφθη το ….23/1959 συμβόλαιο ανταλλαγής και ανταλλάγησαν αυτοτελή διαιρετά τμήματα δυνάμει του …44/1959 ομοίου, εντούτοις στη συνέχεια δέχεται αντιφατικώς ότι την ίδια χρονιά (1959) συνετελέσθη και άτυπη διανομή, χωρίς όμως να διευκρινίζει γιατί τότε ήταν αναγκαία και σε τι αποσκοπούσε η σύναψη των προαναφερθέντων συμβολαίων ανταλλαγής'', β) ''ενώ δέχεται ότι η άτυπη διανομή επικυρώθηκε με τις πράξεις νομής από τους Δ.

Μ., Κ. Φ. και Μ. Μ., που αναφέρονται στην ελάσσονα πρόταση της αναιρεσιβαλλομένης (ανέγερση οικιών, φύτευση οπωροφόρων, τοποθέτηση πασσάλων και συρματοπλέγματος), στη συνέχεια δέχεται ότι σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων εάν το επίδικο είχε διανεμηθεί μόνο κατά χρήση δεν θα προέβαιναν στην ανέγερση κατοικιών, με δικές τους δαπάνες, σε κοινό ακίνητο'', γ)''δέχεται αντιφατικώς ότι οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι προέβησαν στην υπ' αριθ. 10019/1997 δήλωση αποδοχής κληρονομίας, αποδεχθέντες ως κληρονομία του δικαιοπαρόχου τους, Δ.

Μ. ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου, δηλαδή όχι ολόκληρο το τμήμα του επιδίκου εκ 287,65 τ.μ., που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης έλαβε ο προαναφερθείς δικαιοπάροχός τους, καθώς και ο απώτερος δικαιοπάροχος των τρίτης, τέταρτου και πέμπτου των αναιρεσίβλητων Κ. Φ. με το …56 συμβόλαιο δώρισε στον άμεσο δικαιοπάροχο αυτών Ν.

Φ. ποσοστό συγκυριότητας 1/4 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή όχι ολόκληρο το τμήμα του επιδίκου εξ 182,30 τ.μ., που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης έλαβε ο Κ. Φ., παρόλο που η ίδια η απόφαση δέχεται ότι κατά τους πιο πάνω χρόνους είχαν συμπληρωθεί οι προϋποθέσεις χρησικτησίας επί των διαιρετών εδαφικών τμημάτων του επιδίκου, έτσι ώστε η αναιρεσιβαλλομένη να μη διευκρινίζει επαρκώς ποιος ήταν ο λόγος να δηλωθούν ποσοστά εξ αδιαιρέτου στα πιο πάνω συμβόλαια, αν πράγματι το επίδικο είχε διανεμηθεί ατύπως''και δ) '' δέχθηκε αντιφατικώς ότι παρόλο που οι αναιρεσίβλητοι στις πρωτόδικες προτάσεις τους σαφώς αναγράφουν ότι το κοινό οικόπεδο διανεμήθηκε κατά χρήση, αυτό δεν μπορεί να ανατρέψει την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η διανομή του επιδίκου δεν αφορούσε τη χρήση του εδάφους, αλλά επρόκειτο για διανομή διαιρετών τμημάτων προς κτήση αυτοτελούς κυριότητας στο καθένα από εκείνον που τα έλαβε''.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι πιο πάνω επικαλούμενες αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες αναφέρονται σε πλημμέλειες που ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στη στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από αυτές το δικαστήριο της ουσίας.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., όπως ήδη ισχύει, παραβόλου και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, οι οποίοι παρέστησαν με την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2017 αίτηση των Κ. Μ. Μ. κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 520/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ