Supreme Court allows appeal against appeal court decision on employer's voluntary bonus payment obligation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the single-member Court of Appeal's decision regarding an employer's obligation to pay a bonus. The lower court had rejected the claim based on the voluntary nature of the payment and the inapplicability of the relevant public sector law. The Supreme Court found the appeal court erred by considering unproven facts and ignoring the plaintiffs' arguments on equal treatment, thus overturning the decision for the represented parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court erred by considering unproven facts or ignoring substantive arguments, remanding the case for further examination if clarification is needed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 337 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 337/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. Π., 2)Θ. Κ., 3)Σ. Κ., 4)Μ. Σ., 5)Β. Τ., 6)Ε. Μ., 7)Χ. Δ., 8)Α. Π., 9)Ε. Π., 10)Σ. Τ., 11)Π. Π., 12)Μ. Μ., 13)Ε. Γ., 14)Α. Κ., 15)Μ. Κ., 16)Μ. Ζ., 17)Ε. Μ. και 18)Β. Σ., κατοίκων .... Η 13η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ‘ Αγι Παπαστεργίου, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος γονέων, κηδεμόνων και ..." το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Μαουσίδη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/11/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 273/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/8/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1,2 και 4, 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος ή δεν μετάσχει σ’ αυτήν κανονικά, δηλαδή με δικηγόρο που έχει πληρεξουσιότητα, η οποία χορηγήθηκε με τον τύπο που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αναίρεσης.
Αν δε την συζήτησή της επέσπευσε έγκυρα ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης (ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος από τους διαδίκους την επέσπευσε) κηρύσσεται αυτή απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση.
Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος διάδικος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νόμιμα ως προς τους εκπροσωπούμενους από πληρεξούσιο δικηγόρο ή τους διαδίκους που κλητεύθηκαν νόμιμα, ενώ ως προς τους λοιπούς κηρύσσεται απαράδεκτη (άρθρο 576§3 εδ.
β’ ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 - σχετ. ΑΠ 969/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94§1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Σύμφωνα δε με το άρθ. 104 εδ. α ΚΠολΔ, για μεν τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και εάν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 96§§ 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε πριν από την προσθήκη εδαφίου στη παράγραφο 3 με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α’ 22.12.2017) και είναι εδώ εφαρμοστέο ως εκ του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης, στην διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου καθώς και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι θεωρείται πως κάποιος διάδικος δεν λαμβάνει μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, άρα είναι δικονομικά απών και δικάζεται ερήμην, και όταν ο δικηγόρος που τον εκπροσώπησε δεν είχε πληρεξουσιότητα (Ολ ΑΠ 8/2009, ΑΠ 722/2013), η οποία χορηγήθηκε σύμφωνα με τον τύπο που ορίζει ο νόμος και την έλλειψη της οποίας εξετάζει το δικαστήριο αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 104 εδ.
τελευταίο ΚΠολΔ). Περαιτέρω, το άρθ.665§2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ (όπως το εδάφιο αυτό είχε προστεθεί με το άρθρο 15§6 ν.4055/2012 και είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 65§2 ν.4139/2013), το οποίο όριζε ότι στις εργατικές διαφορές "Κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή" καταργήθηκε σιωπηρά με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 ν.4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι αντικαθίσταται το βιβλίο τέταρτο (άρθρα 591-681Δ) του ΚΠολΔ και θεσπίζονται ως νέες διατάξεις τα άρθρα 591-645, όπου δεν περιλαμβάνεται παρόμοια ρύθμιση.
Περαιτέρω, το άρθρο ένατο του ως άνω άρθρου 1 ν.4335/2015 (μεταβατικές και άλλες διατάξεις) ορίζει στην παρ.2 ότι "Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές" και στην παρ.4 ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016".
Τέλος, με την διάταξη του άρθ.12 ΕισΝΚΠολΔ (που ορίζει ότι "Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο") σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 24§1 εδ.
α’ του αυτού ΕισΝΚΠολΔ καθιερώνεται γενικότερη δικονομική αρχή, κατά την οποία οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά τον χρόνο διενέργειάς τους. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγείται μετά την 1-1-2016 (και μέχρι την θέσπιση της προσθήκης εδαφίου στο άρθρο 96 παρ. 3 ΚΠολΔ) σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση κάποιου διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται και στις εργατικές διαφορές μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και όχι με ιδιωτικό έγγραφο, όπως γινόταν υπό την ισχύ της διάταξης του άρθ.665§2 ΚΠολΔ., που έπαυσε να ισχύει από 1-1-2016 (ΑΠ 115/2017).
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή συνεδρίαση, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους, οι οποίοι είναι εφοδιασμένοι με την απαιτούμενη προς τούτο πληρεξουσιότητα, με εξαίρεση την δέκατη τρίτη των αναιρεσειόντων Ε. Γ., η οποία δεν εμφανίστηκε καθόλου και ως προς την οποία οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση, διευκρινίζουν ότι αυτή δεν παρίσταται, διότι δεν χορήγησε την σχετική πληρεξουσιότητα στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, που υπογράφει τις προτάσεις (και την αίτηση αναίρεσης). Επομένως, η επίσπευση της συζήτησης ως προς την διάδικο αυτήν είναι άκυρη. Μετά απ’ αυτά και δεδομένου ότι η δημιουργούμενη μεταξύ των αναιρεσειόντων ομοδικία είναι απλή, πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και να κηρυχθεί η συζήτηση ως προς την εν λόγω διάδικο απαράδεκτη, να προχωρήσει δε συζήτηση κανονικά ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που παρίστανται νόμιμα.
ΙΙ. Με την κρινόμενη από 5.8.2016 αίτηση προσβάλλεται η 297/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλομένη έγινε δεκτή η έφεση της εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Συλλόγου κατά της 273/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εξαφανίστηκε η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, απορρίφθηκε η από 4.11.2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων με αντικείμενο αξίωση για καταβολή του αναφερόμενου σ’ αυτήν επιδόματος ειδικών συνθηκών. Η αίτηση στρέφεται κατ’ απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ’ αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στον χώρο μιας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί όμως να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης υπόσχεται στους εργαζομένους είτε ρητά με ανακοίνωσή του τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε, χωρίς θετική υπόσχεση, χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζομένους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ελεύθερα ανακλητής θέλησης.
Για την ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζει δηλαδή το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο, μπορεί δε η συνήθεια αυτή να αναφέρεται και στο ύψος των καταβαλλόμενων αποδοχών (ΑΠ 2/1992). Εξάλλου, η αρχή της ίσης μεταχείρισης των μισθωτών που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη, η οποία θεμελιώνεται στα άρθρα 288 ΑΚ, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, που κυρώθηκε με τον ν.3001/2002, επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση, όταν προβαίνει για κάποιο λόγο, που ελεύθερα εκτιμά, σε εκούσια παροχή στους μισθωτούς του, να μην εξαιρεί από αυτήν κάποιον ή κάποιους μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (Ολ ΑΠ 348/1985 και 1191/1983).
Έτσι, οι "οικειοθελείς" παροχές του εργοδότη αποτελούν την προϋπόθεση και το κύριο αντικείμενο τόσο της επιχειρησιακής συνήθειας (πρακτικής της εκμετάλλευσης) όσο και της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Αλλά η επιχειρησιακή συνήθεια προϋποθέτει τη μακροχρόνια και ομοιόμορφη χορήγηση της παροχής στο προσωπικό, εφόσον δε ο εργοδότης προβαίνει σ` αυτήν ανεπιφύλακτα, ανακύπτει η σιωπηρή συμφωνία, βάσει της οποίας ο εργοδότης υποχρεούται να συνεχίσει να χορηγεί την παροχή αυτή, η οποία παύει πλέον να είναι οικειοθελής και παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης.
Κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ο εργοδότης που χορηγεί την οικειοθελή παροχή στο προσωπικό, ανεξάρτητα αν έχει δημιουργηθεί ή όχι συμβατική δέσμευση χορήγησής της και στο μέλλον και επομένως ανεξάρτητα αν η παροχή αυτή έχει αποτελέσει αντικείμενο δεσμευτικής πρακτικής-επιχειρησιακής συνήθειας, υποχρεούται, για όσο διάστημα τη χορηγεί, να μεταχειρίζεται τους εργαζομένους κατά τον ίδιο τρόπο.
Κατά συνέπεια, η αξίωση του εργαζομένου είναι δυνατό να θεμελιώνεται τόσο στην επιχειρησιακή συνήθεια όσο και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Έτσι, αν ο εργοδότης παρά την ύπαρξη μιας διαμορφωμένης πλέον στον χώρο της εκμετάλλευσης επιχειρησιακής συνήθειας με αντικείμενο πρόσθετη χρηματική παροχή, εξαιρεί αυθαίρετα από αυτήν έναν ή περισσότερους εργαζομένους, τότε αυτοί έχουν αφενός αξίωση που στηρίζεται στην επιχειρησιακή συνήθεια και αφετέρου αξίωση που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Στην περίπτωση αυτή, αν αποδειχθεί η ύπαρξη επιχειρησιακής συνήθειας, ο εργαζόμενος έχει ήδη αξίωση βάσει της σιωπηρής συμφωνίας, που δημιουργεί τη συμβατική δέσμευση. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει επικουρικό χαρακτήρα και για τη θεμελίωσή της αρκεί ότι ο εργοδότης εξαιρεί αυθαίρετα από την παροχή έναν ή περισσότερους εργαζόμενους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό τις αυτές συνθήκες και προϋποθέσεις, αν και οφείλει να τους μεταχειρίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα από την επιχειρησιακή συνήθεια και την εντεύθεν συμβατική πλέον δέσμευση (ΑΠ 1217/2005).
Ο διαφορετικός δε χρόνος πρόσληψης δεν δικαιολογεί από μόνος του διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων. Τέτοια διαφοροποίηση έναντι εργαζομένου δικαιολογείται για ειδικό και σοβαρό κατ’ αντικειμενική κρίση λόγο και είναι αποδεκτή στην περίπτωση που οι πλείονες εργαζόμενοι δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία, διότι δεν έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα, καθώς και όταν προσλήφθηκαν σε διαφορετικούς χρόνους και με άλλες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων διαφοροποιεί τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία του μισθωτού που ευνοήθηκε (ΑΠ 421/2007, ΑΠ 543/2004).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής αποτελούν αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγο έφεσης ή αντέφεσης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με την έννοια ότι, αν αποδειχθούν αληθινοί, θα έχουν ως συνέπεια την παραδοχή ή την απόρριψη άλλου αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού ή της αίτησης για παροχή έννομης προστασίας. (Απ 1417/2010).
Αν οι ισχυρισμοί είναι επουσιώδεις, οπότε δεν έχουν καμιά επίδραση στο διατακτικό της απόφασης, είτε έχουν ληφθεί υπόψη παρά τον νόμο, αν και δεν προτάθηκαν, είτε δεν έχουν ληφθεί υπόψη, αν και προτάθηκαν, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως (σχετ. ΑΠ 98 και 104/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, το περιεχόμενο των οποίων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, οι ενάγοντες και τώρα αναιρεσείοντες με την από 4.11.2009 αγωγή τους, την οποία άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ισχυρίστηκαν - κατ’ εκτίμηση του δικογράφου - ότι το εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο σωματείο, το οποίο έχει σκοπό την στήριξη αυτιστικών ατόμων και των οικογενειών τους και διατηρεί προς τούτο στη Λάρισα τις αναφερόμενες δομές (Ξενώνα και Κέντρα ενηλίκων καθώς και σχολικής και προσχολικής αγωγής), τους προσέλαβε κατά τα έτη 2006-2008 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και τους απασχολεί έκτοτε στις ανωτέρω δομές με διάφορες ειδικότητες, ότι το εναγόμενο από τον Οκτώβριο του 2002, οπότε άρχισαν να λειτουργούν οι εν λόγω δομές, χορήγησε σε όλους τους εργαζομένους του Ξενώνα του, ως αντάλλαγμα για τη συμβολή τους στην ανάπτυξη και κατάκτηση δεξιοτήτων από τα φιλοξενούμενα εκεί παιδιά, το επίδομα δυσμενών συνθηκών εργασίας, ποσού 193,51 ευρώ μηνιαίως , το οποίο προβλέπεται για τους εργαζομένους σε ανάλογες δομές του Δημοσίου από το άρθρο 4 του ν. 2817/2000, ότι η αναφορά του τελευταίου αυτού νόμου στην σχετική απόφαση του ΔΣ του εναγομένου έγινε μόνο για τον προσδιορισμό του ύψους του επιδόματος, ότι το επίδομα αυτό συνιστά οικειοθελή παροχή του εναγομένου, η οποία καταβάλλεται σε όλους τους εργαζομένους που προσλήφθηκαν μέχρι το έτος 2005, και τέλος ότι το εναγόμενο αρνείται να καταβάλλει την ανωτέρω παροχή και σ’ αυτούς (ενάγοντες), που προσλήφθηκαν μετά το ανωτέρω έτος, μολονότι έχουν τα ίδια προσόντα με τους συναδέλφους τους που την λαμβάνουν και προσφέρουν, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, την ίδια ακριβώς μ’ αυτούς εργασία.
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται, κατ’ εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης, να τους καταβάλλει το προαναφερόμενο επίδομα από τον χρόνο της πρόσληψής τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 273/2011 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή. Στη συνέχεια όμως το Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη εδώ 297/2015 απόφασή του, δικάζοντας επί εφέσεως του εναγομένου κατά της πρωτόδικης ως άνω απόφασης, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη με το σκεπτικό ότι δεν έχει νομική υποχρέωση το εναγόμενο να καταβάλλει στους ενάγοντες το επίδικο επίδομα, καθόσον η εργασιακή τους σχέση δεν ρυθμίζεται από τον ν. 2817/2000 (που προβλέπει τη χορήγηση του επιδόματος στους εργαζομένους σε ανάλογες δομές του Δημοσίου), ότι πρόκειται για οικειοθελή παροχή του εναγομένου, την οποία δεν δεσμεύεται αυτό να την χορηγεί και στο μέλλον, και ότι συνεπώς η άρνησή του, κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος, να την χορηγήσει και στους ενάγοντες δεν θεμελιώνει νόμιμη αξίωση αυτών προς καταβολή του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά τον νόμο α) έλαβε υπόψη πράγματα, κατά την έννοια που αναπτύχθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, που δεν προτάθηκαν, δηλαδή την επιχειρησιακή συνήθεια που είχε διαμορφωθεί στον χώρο εργασίας των εναγόντων - αναιρεσειόντων και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του νόμου 2817/2000 ως στοιχεία που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, μολονότι οι ενάγοντες δεν τα επικαλέστηκαν, η αναφορά τους δε στον ν. 2817/2000, όπως ήδη σημειώθηκε, έγινε μόνο για τον προσδιορισμό του ύψους του επίδικου επιδόματος και β) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τους αναφερόμενους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς των εναγόντων, από τους οποίους προκύπτει ότι την ένδικη αξίωσή τους θεμελιώνουν αυτοί στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος, κατά το πρώτο του σκέλος, και ο δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που εκτιμώνται ενιαία ως λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και όχι, όπως αναφέρεται για τον πρώτο στην αίτηση αναίρεσης από τον αριθμό 9, που αφορά τις αιτήσεις και όχι τους ισχυρισμούς (σχετ. ΑΠ 579/1993).
Ενόψει τούτων , πρέπει ο λόγος αυτός να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί ως προς τους παριστάμενους διαδίκους η προσβαλλόμενη απόφαση. Μετά δε απ’ αυτά, παρέλκει η έρευνα του πρώτου, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου της ένδικης αίτησης. Μετά τις ανωτέρω σκέψεις και δεδομένου ότι η υπόθεση έχει ανάγκη από περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί αυτή για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, ενώ τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, καθόσον η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της δίκης ως προς την δεκάτη τρίτη των αναιρεσειόντων Ε. Γ. και κηρύσσει ως προς αυτήν απαράδεκτή τη συζήτηση της υπόθεσης.
ΑΝΑΙΡΕΙ ως προς τους λοιπούς διαδίκους την 297/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά το μέρος αυτό την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, για περαιτέρω εκδίκαση.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ