337/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated337/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 337 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 337/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτου-καθών η κλήση: 1.Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., ατομικά, 2. Α. Σ. του Α., κατοίκου ... και 3) Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., ως κληρονόμοι της αρχικής διαδίκου που απεβίωσε Β. συζ. Α. Σ., (όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 66/2010 πρακτικό του δικαστηρίου τούτου), Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρη Αναστασάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2005 ανακοπή της αρχικής διαδίκου και του α' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 7183/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-7-2008 αίτησή της και τους από 1-3-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 22-3-2010 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 8-1-2014 κλήση της αναιρεσίουσας, νόμιμα φέρονται προς συζήτηση η από 9-7-2008 αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτά ασκηθέντες με αυτοτελές δικόγραφο από 2-3-2010 πρόσθετοι λόγοι αυτής, μετά το θάνατο της αρχικά πρώτης αναιρεσίβλητης και την υπεισέλευση στη θέση αυτής ως κληρονόμων του αρχικά δεύτερου αναιρεσίβλητου( ήδη πρώτου των καθ' ων η κλήση) και δευτέρου και τρίτου των καθ' ων η κλήση.
Με το άρθρο 39 παρ. 1, 2, 3, 6 και 12 του ισχύοντος από 4-8-2004 νόμου 3259/2004 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω.
Στην περίπτωση αυτή η οφειλή θα εκτοκίζεται με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης. 6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη υποβολή της αίτησης, εφαρμοζόμενης και στην περίπτωση αυτή της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 47 του Ν. 2873/2000, όπως ισχύει ...". 12.
Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 περιορίσθηκε το οριζόμενο με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, ως ανώτατο όριο του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν από τη ρύθμιση εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (ΑΠ 1449/2012, 1379/2012).
Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίσθηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 ν. 2789/2000 και ακολούθως με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. ` και 2 ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, με τον οποίο δεν προβλέπεται κάποιος διαφορετικός τρόπος υπολογισμού της οφειλής από εκείνον που προβλέπεται από το άρθρο 42 ν. 2912/2001, ενώ ο προσδιορισμός των ειδικότερων όρων της συμφωνίας (χρόνος, τρόπος αποπληρωμής, αριθμός και ποσόν δόσεων κ.λ.π.) προϋποθέτει την ύπαρξη απαντήσεως του πιστωτικού ιδρύματος στην αίτηση του οφειλέτη, προκειμένου τα δύο μέρη να οδηγηθούν σε συμφωνία για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ. 2 ν. 3259/2004.
Η εν λόγω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 δεν κάνει καμιά διάκριση στον υπολογισμό της οφειλής ανάλογα με το χρονικό διάστημα που χορηγήθηκαν το δάνειο ή η πίστωση, πράγμα που ρυθμίζεται από τους προηγούμενους νόμους 2789/2000 και 2912/2001, οι οποίοι δεν έχουν κανένα χρονικό περιορισμό εφαρμογής του και εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται και στη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου.
Η ρύθμιση αυτή εναρμονίζεται τόσο με τη γραμματική διατύπωση των εν λόγω διατάξεων όσο και με το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, που απέβλεψε όχι μόνον στον περιορισμό της επιβαρύνσεως των οφειλετών από τις υπερβολικές οφειλές εξ ανατοκισμού αλλά και στην παροχή διευκολύνσεων προς τους τραπεζικούς οφειλέτες που βρίσκονται μπροστά σε πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους όχι μόνον λόγω του ανατοκισμού και των περιόδων αυτού (μικρότερων του εξαμήνου) αλλά και των υψηλών επί μεγάλο χρονικό διάστημα επιτοκίων (συμβατικών και υπερημερίας).
Λόγω ακριβώς αυτών των αιτίων ο νομοθέτης και με τον προγενέστερο νόμο 2789/2000 θέλησε χάριν του γενικότερου συμφέροντος της πορείας της οικονομίας να παράσχει διευκολύνσεις στους τραπεζικούς οφειλέτες κατά την εξόφληση των οφειλών τους στο σύνολό τους και όχι μόνον ως προς τα ποσά που αναλογούν στον ανατοκισμό.
Αντίθετη ερμηνεία κατά την οποία η ρύθμιση της ανωτέρω παραγράφου 2 ισχύει μόνον εάν και εφόσον η συνολική οφειλή (χορηγηθέν κεφάλαιο με τις επιβαρύνσεις του, χωρίς ανατοκισμό) υπερβαίνει συγχρόνως και το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, δεν ευρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα αλλά ούτε και στον προαναφερθέντα νομοθετικό σκοπό (πρβλ.
ΑΠ 792/2009). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Με την .../7-6-1995 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις από 7-6-1995, 24-11-1995 και 24-4-1996 πρόσθετες πράξεις αυτής, η καθής η ανακοπή "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." χορήγησε στην πρώτη από τους ανακόπτοντες πίστωση μέχρι του ποσού των 35.000.000 δρχ.
ή 102.714,60 ευρώ. Την τήρηση των όρων τόσο της αρχικής όσο και των πρόσθετων πράξεων της κύριας σύμβασης εγγυήθηκε εγγράφως υπέρ της πιστούχου ο δεύτερος των ανακοπτόντων. Η πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης και για το σκοπό αυτό ανοίχθηκαν οι ... και ... λογαριασμοί, οι οποίοι έκλεισαν οριστικά με καταγγελία της καθής στις 2-11-1999 με συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο 22.586.627 δρχ.
ή 66.285,03 ευρώ και μεταφέρθηκαν στους 213014 - 9 και 213015 - 7 λογαριασμούς καθυστέρησης, αντίστοιχα. Για την πιο πάνω απαίτησή της η καθής ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό 201/1999 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών για οφειλόμενο υπόλοιπο 22.586.627 δρχ. ή 66.285,03 ευρώ, η οποία κοινοποιήθηκε εκ νέου στους ανακόπτοντες με την ανακοπτόμενη από 30-9-2005 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία οι τελευταίοι επιτάσσονταν να καταβάλουν στην καθής το πιο πάνω ποσόν εντόκως από 2-11-1999 πλέον ΕΦΤΕ και δικαστικής δαπάνης.
Ειδικότερα, την 5-10-2005 τους κοινοποιήθηκε η από 30-9-2005 επιταγή παρά πόδας αντιγράφου πρώτου απογράφου εκτελεστού της πιο πάνω διαταγής πληρωμής, με την οποία επιτάσσονταν οι ανακόπτοντες να καταβάλουν τα εξής ποσά: 1) το ποσόν των 63.554,42 ευρώ για υπόλοιπο του επιδικασθέντος κεφαλαίου ... εντόκως με το ανώτατο τραπεζικό επιτόκιο υπερημερίας. 2) το ποσόν των 49.967,66 ευρώ για υπόλοιπο επιδικασθέντων τόκων ... 3) το ποσόν των 3.572,96 ευρώ για υπόλοιπο δικαστικών εξόδων ...
Το ποσόν των 100 ευρώ για αντίγραφα, απόγραφα, σύνταξη και επίδοση της πιο πάνω επιταγής. Ήτοι συνολικά το ποσόν των 114.135,04 ευρώ με το νόμιμο τόκο, πλην του ποσού των τόκων από 1-7-2005 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Οι ανακόπτοντες στις 24-9-2004 υπέβαλαν εμπρόθεσμα στην καθής αίτηση για επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους και ρύθμιση αυτής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004.
Η τελευταία όμως με το από 30-11-2004 έγγραφό της που επέδωσε στους ανακόπτοντες αρνήθηκε να προβεί σε επαναπροσδιορισμό της οφειλής τους και στη ρύθμιση αυτής με βάση τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, ισχυριζόμενη ότι η συνολική οφειλή τους στις 4-8-2004 αναμορφώνεται στο ποσόν των 179.376,60 ευρώ και δεν μπορεί να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, γιατί δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου (πίστωσης).
Στη συνέχεια προχώρησε με την παραπάνω προσβαλλόμενη πράξη εκτελέσεως σε επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως, με αποτέλεσμα οι ανακόπτοντες να απωλέσουν το δικαίωμά τους να υπαχθούν στις ευνοϊκές γι' αυτούς ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με αυτές των ν. 2789/2000 και 2912/2001. Η άρνηση όμως της καθής να αναπροσαρμόσει το ύψος της οφειλής των ανακοπτόντων και στη συνέχεια να προχωρήσει στη ρύθμιση αυτής, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000 και 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001 ήταν μη νόμιμη, όπως βάσιμα υποστήριξαν οι ανακόπτοντες με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, αφού, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των διατάξεων του άρθρο 39 παρ. 1 και 2 ν. 3259/2004, ότι αποκλείονται από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις αυτές οι οφειλές από συμβάσεις δανείου ή πιστώσεων από ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, οι οποίες στο σύνολό τους δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου ή της πίστωσης, ούτε σκοπός του νομοθέτη ήταν να αποκλειστούν εκείνες από τις περιπτώσεις που δεν υπερβαίνουν στο σύνολο των ληξιπρόθεσμων οφειλών το τριπλάσιο του ληφθέντος ποσού και με τον τρόπο αυτό να μην εφαρμοστούν και γι' αυτές οι ευεργετικές διατάξεις του νόμου για τη ρύθμισή τους και για την αναστολή των διαδικασιών της αναγκαστικής εκτελέσεως".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε δεχθεί την ανακοπή των εφεσιβλήτων και είχε ακυρώσει την επιταγή προς εκτέλεση, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, και κατόπιν αυτού απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 39 παρ. 1, 2 και 12 ν. 3259/2004, 30 ν. 2789/2000 και 42 ν. 2912/2001 που προαναφέρθηκαν, με το να δεχθεί ειδικότερα ότι δεν αποκλείεται η υπαγωγή στην άνω ρύθμιση και της επίδικης οφειλής, η οποία στο σύνολό της δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου (πίστωσης) Διέλαβε εξάλλου στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκθέτοντας συγχρόνως σ' αυτές κατά τρόπο σαφή και το πόρισμα στο οποίο κατέληξε χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η αναφορά των ειδικότερων όρων της συμφωνίας που περιελάμβανε η αίτηση επ αναπροσδιορισμού των ανακοπτόντων, αφού υπήρξε αρνητική απάντηση της αναιρεσείουσας στην κατάρτιση συμφωνίας επαναπροσδιορισμού, ενώ σαφώς αναφέρερεται στην προσβαλλόμενη το οφειλόμενο από τους ανακόπτοντες ποσό, ανερχόμενο σε 114.135,04 ευρώ, πλέον τόκων από 1-7-2005.
Εξάλλου η προσβαλλόμενη δεν δέχεται ως αποδεικτικό πόρισμα ότι "η οφειλή των ανακοπτόντων δεν μπορεί να υπαχθεί στις ευνοικές ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, γιατί δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου", όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα, αλλά είναι σαφές από τις προεκτειθείσες παραδοχές της, ότι η εν λόγω περικοπή αναφέρεται στο περιεχόμενο της απάντησης της αναιρεσείουσας στην αίτηση επαναπροσδιορισμού της οφειλής που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες.
Κατά συνέπεια οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι με τα ταυτόσημα προς τις παραδοχές του Εφετείου ως άνω περιστατικά που επικαλέσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι με την ανακοπή τους, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία (και ακολούθως εφαρμογή) της διατάξεως του άρθρου 39 παρ. 2 ν. 3259/2004, κρίθηκε παραδεκτή η ανακοπή τους, ενώ αυτή ήταν απαράδεκτη, και ως τέτοια έπρεπε να την απορρίψει το Εφετείο, είναι αβάσιμος, εφόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ως προς την (ορθή) ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9 Ιουλίου 2008 αίτηση και τον από 1 Μαρτίου 2010 πρόσθετο λόγο της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε για αναίρεση της 7183/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ