337/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 2, 96 παρ. 3 και 104 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση του διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με συμβολαιογραφική πράξη.
Legislator headnote
AI generated337/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1 και 2, 96 παρ. 3 και 104 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση του διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με συμβολαιογραφική πράξη.
Full text
Απόφαση 337 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 337/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1). Α. Β. συζ. Α., το γένος Α. Σ., έως και 219). Ψ. Ι. του Γ., απάντων κατοίκων ... και εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ισμήνη Δωρή και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ναούμη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2007 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, τις από 24-9-2007(4), 21-9-2007, 25-9-2007, 20-9-2007, 26-9-2007 αιτήσεις των ήδη αναιρεσειόντων, τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, κατόπιν εκδόσεως της υπ' αριθ. 184/2009 προδικαστικής απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου.
Εκδόθηκε η απόφαση 151/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητούν oι αναιρεσείοντες με την από 8-12-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 28-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 2, 96 παρ. 3 και 104 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο για την υποχρεωτική, πλην των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 94 εξαιρέσεων, παράσταση του διαδίκου με πληρεξούσιο δικηγόρο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με συμβολαιογραφική πράξη.
Η έλλειψη πληρεξουσιότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, ως και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο οι από τους αναιρεσείοντες Β. συζ. Α. Α., Ζ. Β., Δ. Γ., Ε.
χήρα Α. Γ., Ε. Γ., Ε. Γ., Ε. Γ., Ν. Γ., Σ. Γ., Σ. Γ., Χ.-Θ. Γ., Α. συζ. Ε. Δ., Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου Κ., Γ. Ε., Ν. Ε., Μ. συζ. Θ. Θ., Γ. Ι., Β. συζ. Π. Ι., Θ. Κ., Δ. Κ. του Ε., Δ. Κ. του Χ., Χ. Κ., Ζ. Κ., Ι. Κ., Κ. Κ., Π. Κ. του Λ., Ν. Κ., Π. Κ. του Α., Λ. Κ. του Π. και της Ε., Χ. Κ., Χ. χήρα Α. Κ., Ν. Κ., Ε. χήρα Σ. Κ., Α. Κ., Γ. Κ., Ε.
χήρα Ι. Κ., Ν. Κ. του Ι., Ν. Κ. του Τ., Τ. Κ., Μ. συζ. Κ. Κ., Σ. συζ. Θ. Κ., Χ. Κ. συζ. Χ., Α. συζ. Γ. Κ., Α. συζ. Π. Κ., Α. χήρα Ι. Κ., Π. Λ., Κ. Μ., Χ. Μ., Α. Μ., Α. χήρα Π. Μ., Ι. Μ., Α. Μ., Α. Μ., Π. Μ., Β. χήρα Ε. Μ., Γ. Μ. του Δ., Γ. Μ. του Ε., Ε. Μ., Η. Μ., Ο. Μ. συζ. Χ. Β., Π. Μ., Π. Μ. χήρα Χ., Ά. συζ. Π. Π., Α. Π., Β. συζ. Ι. Π., Δ. Π., Δ. Σ., Α. χήρα Ε. Σ., Ε. Σ., Θ. Σ., Σ. Σ., Μ. χήρα Α.
Σ., Α. Τ., Ά. Τ., Α. Τ., Α. Τ., Γ. Τ., Ε. Τ., Ο. χήρα Γ. Τ., Β. Τ., Ε. συζ. Γ. Τ., Μ. συζ. Θ. Τ., Α. Τ., Ά. Τ., Μ. Τ., Θ. Φ. και Ε. συζ. Τ. Χ. φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τη δικηγόρο Ισμήνη Δωρή, η οποία δήλωσε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ότι τους παριστά. Δεν προσκόμισε όμως πληρεξούσια γι' αυτούς. Επομένως η παράσταση δεν είναι νόμιμη και θεωρούνται ως μη παριστάμενοι.
Άρα, αφού δεν αποδεικνύεται η κλήτευση αυτών από τους λοιπούς διαδίκους για την παρούσα δικάσιμο, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς (ειδική ρύθμιση άρθρ. 4 εδ. ε' ν.2882/2001 Κ.Α.Α.Α. και γενικά άρθρ. 576 παρ. 3 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο διάδικος προς απόδειξη αγωγικής απαιτήσεως ή ουσιώδους ισχυρισμού του. Στην προκειμένη περίπτωση, από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του για την προκείμενη υπόθεση έλαβε υπόψη και εξετίμησε τις υπ' αριθμ. 37/2010 και 38/2010 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Ε.
Δ. και Χ. Σ. αντίστοιχα και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της προδικασίας και οι ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις (τεχνικές εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων), καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, τις αποφάσεις 70/2002, 177/2001, 73/1998 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και 19/2003 του Εφετείου Λάρισας, τις αποφάσεις 182/1999, 107, 96, 146, 79, 65, 447, 221/1999, 346/1998 και 329/1998 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, τις τεχνικές εκθέσεις των Α.
Κ., Β. Λ., Τ. Μ. και λοιπά αποδεικτικά έγγραφα, που μνημονεύονται στους 1 έως 12ο λόγους αναιρέσεως. Με τους ίδιους λόγους απαραδέκτως πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.,). Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι 1ος έως 12ος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι.
3. Με τους 13, 14, 15, 16, 17 και 19 λόγους του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα αιτήματα των αναιρεσειόντων για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επ' αυτών δένδρων, για διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα με μεταβολή του χαρακτηρισμού των αναφερομένων σ' αυτήν ακινήτων σε οικόπεδα ή αρδεύσιμα ακίνητα, με προσθήκη των παραλειπομένων δένδρων και με τη μετάταξη σε μεγαλύτερη των δένδρων, τα οποία πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκαν από έγγραφα και κυρίως από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που ουδόλως έλαβε υπόψη, τις τεχνικές εκθέσεις και τις μαρτυρικές καταθέσεις. Οι λόγοι αυτοί του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικά πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.,) και άρα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
4. Η πλήρης κατ' άρθρ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος αποζημίωση καλύπτεται όχι μόνο την αξία του εδάφους, αλλά και την αξία των, κατά το άρθρο 953 ΑΚ, συστατικών του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 4 ν.2882/2001. Συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου αποτελούν και τα δένδρα που είναι εμφυτευμένα σ' αυτό. Ο καθορισμός της τιμής μονάδας αποζημίωσης γι' αυτά από το δικαστήριο της ουσίας γίνεται με βάση τα ιδιαίτερα για το καθένα αντικειμενικά κριτήρια. Η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου για το πρόσφορο ή όχι του κριτηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.,). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο όγδοο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ως κριτήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας των οπωρώνων σε απαλλοτριωθέντα ακίνητα και το γεγονός ότι τα μικρότερης κατηγορίας δένδρα (τα δενδρύλια και τα μικρά) παρουσιάζουν πυκνότητα, φύτευσης, η οποία ξεπερνά το ανώτατο αποδεκτό κατά την επιστήμη όριο, παρόλο που δεν υπάρχει τέτοιο όριο, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά μέσα (απόψεις πραγματογνώμονα Ε. Δ. και γεωπόνου Α. Κ.). Ο λόγος αυτός, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
5. Κατά το άρθρο 13 παρ. 2 ν.2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως ως προς την οικοπεδική αξία των γειτνιαζόντων με τον οικισμό Κ. τα εξής: "Τονίζεται, ότι κανένα από απαλλοτριωθέντα ακίνητα έχει οικοπεδική αξία, καθώς βρίσκονται έξω και μακριά από οικιστικές ή βιομηχανικές περιοχές. Ειδικότερα, όσον αφορά τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα τα γειτνιάζοντα με τον οικισμό Κ., ούτε αυτά έχουν οικοπεδική αξία, καθόσον, πέραν του γεγονότος ότι βρίσκονται έξω από το όριο του οικισμού, σήμερα δεν υφίσταται ενεργός οικισμός. Πέραν τούτων, η απαλλοτρίωση του οικισμού έγινε για τις ανάγκες εκμεταλλεύσεως του λιγνιτικού κέντρου, και ως εκ τούτου ουδείς θα ήτο πρόθυμος να οικοδομήσει σε μία περιοχή εξορύξεως λιγνίτη". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη, εφόσον δέχεται ανελέγκτως ότι τα ακίνητα που γειτνιάζουν με τον οικισμό Κ. δεν έχουν οικοπεδική αξία, διότι βρίσκονται έξω από το όριο του οικισμού, καλύπτοντας έτσι με την παραδοχή αυτή το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 1 ν.2882/2001. Η αιτιολογία αυτή στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό.
Συνεπώς, εφόσον δεν πλήττεται επιτυχώς η ως άνω κυρία αιτιολογία, παρέπεται ότι ο 20ος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος που πλήττει την επικουρική αιτιολογία ότι "πέραν τούτων η απαλλοτρίωση του οικισμού έγινε για τις ανάγκες εκμεταλλεύσεως του λιγνιτικού κέντρου και ως εκ τούτου ουδείς θα ήτο πρόθυμος να οικοδομήσει σε μια περιοχή εξορύξεως λιγνίτη", είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
6. Με τον 21ο λόγο αναιρέσεως καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι ο καθορισμός της οριστικής τιμής μονάδος ως προς την αξία των δένδρων επί των απαλλοτριωθέντων ακινήτων δεν έγινε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου την 6-5-2009, αλλά μετέθεσε το χρόνο υπολογισμού της αξίας αυτών το Δεκέμβριο του 2004, που συντάχθηκε ο κτηματολογικός πίνακας, με το να δεχθεί τα ακόλουθα: "Τέλος, όσον αφορά την κατάταξη των δένδρων στις προαναφερόμενες κατηγορίες, αποδείχθηκε ότι τούτα καταγράφηκαν κατά μέγεθος, όπως ακριβώς ήσαν στην πραγματικότητα, ανάλογα με την ανάπτυξη, την κατάσταση και την ηλικία τους και δεν συντρέχει περίπτωση εσφαλμένης καταγραφής του μεγέθους τους στον κτηματολογικό πίνακα".
Με το λόγο αυτό πλήττεται ουσιαστικά απαραδέκτως η περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), η οποία αφορά την απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων για διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα σχετικά με την κατάταξη σε ανώτερες κατηγορίες των επικειμένων δένδρων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι για την εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και την επ' αυτών επικειμένων δένδρων λήφθηκε υπόψη ο κρίσιμος χρόνος της 6-5-2009.
Επομένως, ο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Τούτο σημαίνει ότι, εάν με το λόγο αναιρέσεως πλήττεται η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας των αποδεικτικών στοιχείων και τελικά η ουσιαστική κρίση του, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, όπου με την επίκληση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 του ν.2882/2001, 6 ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα προσδιόρισε την καταβλητέα σ' αυτούς αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους και τα επ' αυτών επικείμενα σε πολύ χαμηλές τιμές, χωρίς να λάβει υπόψη του τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, πρέπει ο 22ος λόγος του αναιρετηρίου να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι λοιποί αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 6-10-2011 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 151/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ως προς τους αναιρεσείοντες Β. συζ. Α. Α., Ζ. Β., Δ. Γ., Ε. χήρα Α. Γ., Ε. Γ., Ε. Γ., Ε. Γ., Ν. Γ., Σ. Γ., Σ. Γ., Χ.-Θ. Γ., Α. συζ. Ε. Δ., Ε. Σ. Ι. Ν. Α. Ι. του Χ. Κ., Γ. Ε., Ν. Ε., Μ. συζ. Θ. Θ., Γ. Ι., Β. συζ. Π. Ι., Θ. Κ., Δ. Κ. του Ε., Δ. Κ. του Χ., Χ. Κ., Ζ. Κ., Ι. Κ., Κ. Κ., Π. Κ. του Λ., Ν. Κ., Π. Κ. του Α., Λ. Κ. του Π. και της Ε., Χ. Κ., Χ. χήρα Α. Κ., Ν. Κ., Ε. χήρα Σ. Κ., Α. Κ., Γ. Κ., Ε. χήρα Ι. Κ., Ν. Κ. του Ι., Ν. Κ. του Τ., Τ. Κ., Μ. συζ. Κ. Κ., Σ. συζ. Θ. Κ., Χ. Κ. συζ. Χ., Α. συζ. Γ. Κ., Α. συζ. Π. Κ., Α. χήρα Ι. Κ., Π. Λ., Κ. Μ., Χ. Μ., Α. Μ., Α. χήρα Π. Μ., Ι. Μ., Α. Μ., Α. Μ., Π. Μ., Β. χήρα Ε. Μ., Γ. Μ. του Δ., Γ. Μ. του Ε., Ε. Μ., Η. Μ., Ο. Μ. συζ. Χ. Β., Π. Μ., Π. Μ. χήρα Χ., Ά. συζ. Π. Π., Α. Π., Β. συζ. Ι. Π., Δ. Π., Δ. Σ., Α. χήρα Ε. Σ., Ε. Σ., Θ. Σ., Σ. Σ., Μ. χήρα Α. Σ., Α. Τ., Ά. Τ., Α. Τ., Α. Τ., Γ. Τ., Ε. Τ., Ο. χήρα Γ. Τ., Β. Τ., Ε. συζ. Γ. Τ., Μ. συζ. Θ. Τ., Α. Τ., Ά. Τ., Μ. Τ., Θ. Φ. και Ε. συζ. Τ. Χ..
Απορρίπτει την από 6-10-2011 αίτηση των λοιπών αναιρεσειόντων για αναίρεση της 151/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες αυτούς στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ