337/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Μαΐου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2334/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1765/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 30 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30-10-2008 αίτησης αναίρεσης.
Legislator headnote
AI generated337/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα, η οποία παρέστη και υπεράσπισε προσηκόντως τον εαυτό της, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Full text
Απόφαση 337 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 337/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Νικόλαο Καλλιούρη και Θεόδωρο Παναγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Μαΐου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2334/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1765/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 30 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30-10-2008 αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, Υ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π. 1055/2005). Το απαράδεκτο δε αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους, ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η ακυρότητα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα (Α.Π. 259/2009).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη αναίρεση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 61, 62, 517 του Κ.Πολ.Δ. και 68 παρ. 1 και 2, 75 παρ. 1 και 2 του Ν.2190/1920, όπως το άρθρο 58 παρ.1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του π.δ. 498/1987 και το άρθρο 75 παρ. 1 και 8 προστέθηκε με το άρθρο 12 του ίδιου π.δ., δεν κήρυξε απαράδεκτο ως άκυρο το δικόγραφο της από 28.6.2007 έφεσης του αναιρεσιβλήτου, καίτοι απευθυνόταν όχι κατ' αυτής με την ισχύουσα επωνυμία της Commercial Value Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", αλλά κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Commercial Value Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλίσεων ζωής", η οποία όμως είχε απορροφηθεί με συγχώνευση από την Εταιρεία με την επωνυμία "Γκότα Ιντερνάσιοναλ Ανώνυμη Εταιρεία Ασφαλειών" το έτος 2003 με σύγχρονη αλλαγή της επωνυμίας της σε εκείνη της αναιρεσείουσας "Commercial Value Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία".
Δεν εκτίθεται όμως στο αναιρετήριο ότι παρόμοιος ισχυρισμός προβλήθηκε ρητά εκ μέρους της αναιρεσείουσας στο Εφετείο. Αλλά και από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου των προτάσεων της αναιρεσείουσας, που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε ειδικά παρόμοιος ισχυρισμός εκ μέρους της αναιρεσείουσας, για την πραγματική ταυτότητα της οποίας δυνάμει διαδοχικών συγχωνεύσεων ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SCOPLIFE Ανώνυμη Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", δεν προέκυψε καμία αμφιβολία.
Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα, η οποία παρέστη και υπεράσπισε προσηκόντως τον εαυτό της, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙ. 0 εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2006).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία τους. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας, διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπό του κατά την διενέργεια υλικών κυρίως ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1224/2008, ΑΠ 425/2007, ΑΠ 1507/2005, ΑΠ 306/2005, ΑΠ 957/2003), που κατέστη (τέλεση) δυνατή, εξαιτίας ακριβώς της θέσης, των μέσων και των ευκαιριών που παρέσχε ο αντιπροσωπευόμενος στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον αντιπρόσωπο και με την χρησιμοποίησή τους για άλλον σκοπό από εκείνον για τον οποίο του παρασχέθηκαν.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 49 παρ.1 του ίδιου Νόμου 1989/1991, σε περίπτωση ασφαλίσεως ζωής μπορούσε να συμφωνηθεί ότι η ασφαλιστική αποζημίωση δεν θα καταβάλλεται σε μετρητά, αλλά με τη μεταβίβαση στο δικαιούχο αριθμού μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου ή μετοχών εταιρειών επενδύσεως χαρτοφυλακίου. Στο πλαίσιο της πιο πάνω διάταξης αλλά και εκείνων των άρθρων 13 παρ. 2 περ.
ΙΙΙ και 13 γ' του Ν.Δ. 400/1970 οι ασφαλιστικές εταιρείες διέθεταν ως ασφαλιστικά προϊόντα και ασφαλίσεις ζωής, στις οποίες οι προβλεπόμενες παροχές καθορίζονταν από την αξία μονάδων, συνδεομένων με μία συγκεκριμένη αξία μεριδίων αμοιβαίων ή εσωτερικών μεταβλητών κεφαλαίων, που οργάνωναν και διαχειρίζονταν οι ίδιες ασφαλιστικές εταιρείες ως οιονεί αμοιβαία κεφάλαια (ασφαλιστήρια ζωής.
Unit linked). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία για την εκπλήρωση του έργου της διάθεσης των πιο πάνω ασφαλιστικών επενδυτικών προϊόντων (όπως άλλωστε γινόνταν και με τη μεσολάβηση στη σύναψη συμβάσεων μεταβίβασης μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου του ν. 1969/1991), μπορούσε να χρησιμοποιεί στο πλαίσιο ιδιαίτερης συμβατικής σχέσης, επιτρεπτής πληρεξουσιότητας, το σύνολο ανά την επικράτεια του εμπορικού δικτύου της, περιλαμβανομένων και των ασφαλιστικών συμβούλων και πρακτόρων, παράλληλα και εκτός του νομοθετικού πλαισίου των διατάξεων του άρθρου 36 παρ. 24 του Ν. 2496/1997, με την οποία αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 16 του νόμου 2170/1993, και του νόμου 1569/1985, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 8 παρ. 1 και 2 του π.δ. 298/1986 "περί των ασφαλιστικών συμβούλων και συντονιστών και παραγωγών ασφαλίσεων", οι οποίες στο σύνολο τους δεν απέκλειαν τη λειτουργία της παράλληλης αυτής σχέσης, αφ' ενός ασφαλιστικού συμβούλου συνδεομένου με σύμβαση έργου, με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, και αφ' ετέρου ιδιαίτερης παραγωγικής συνεργασίας στην εκμετάλλευση του ενδιαφέροντος των πελατών τους για την αγορά ασφαλίσεων ζωής συνδεομένων κατά την προαναφερθείσα έννοια με την αξία μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων (ΑΠ 1224/2008, 1425/2007, 1507/2005), ή εσωτερικών μεταβλητών κεφαλαίων που οργανώνουν διαχειρίζονται οι ίδιες ασφαλιστικές εταιρείες ως οιονεί αμοιβαία κεφάλαια.
Περιεχόμενο της ανατεθείσας στον ασφαλιστικό σύμβουλο ως αντιπρόσωπο υπηρεσίας στο πλαίσιο της πιο πάνω σχέσης επιτρεπτής πληρεξουσιότητας, δεν μπορούσε να είναι η σύναψη συμβάσεων αγοράς των πιο πάνω ασφαλίσεων ζωής, όσο συνδεόταν με την αξία μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ούτε η είσπραξη των ασφαλίστρων με τη μορφή της προκαταβολής τους, στο όνομα και δια χειρός του ασφαλιστικού συμβούλου, το δε αντικείμενο της μεταξύ τους συναπτόμενης σύμβασης περιοριζόταν στη διαμεσολάβηση του αντιπροσώπου στη διάθεση των ασφαλιστηρίων, δηλαδή στην ενημέρωση του πελάτη επενδυτή, την παροχή σ' αυτόν οικονομετεχνικών συμβουλών και την διαβίβαση της εντολής του στην ασφαλιστική εταιρεία διαχείρισης προς εκτέλεση της και κατάρτιση της αντίστοιχης σύμβασης από αυτήν.
Πάντως, σε περίπτωση που ο ασφαλιστικός σύμβουλος με την ιδιότητα εκείνη του αντιπροσώπου της ασφαλιστικής εταιρείας ζημιώσει υπαίτια και παράνομα τον υποψήφιο πελάτη επενδυτή παραβαίνοντας τις υποχρεώσεις του κατά τη λήψη και διαβίβαση της εντολής του για τη σύναψη της πιο πάνω σύμβασης ασφάλισης ζωής μέσω της αξίας μεριδίου αμοιβαίου κεφαλαίου, θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του, η οποία βαρύνει κατ' άρθρο 922 ΑΚ και την αντιπροσωπευόμενη ασφαλιστική εταιρεία, ακόμη και αν η ζημιογόνος ενέργεια του πρώτου συνίστατο στην από αυτόν παράνομη ιδιοποίηση των ασφαλίστρων σύναψης της σύμβασης που κατέβαλε σ'αυτόν ο επενδυτής ατομικά, καίτοι με βάση τη μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του αντιπροσώπου της σύμβασης δεν παρεχόταν στον τελευταίο τέτοιο δικαίωμα, αφού στην περίπτωση αυτήν ο αντιπρόσωπος, καταχρώμενος την υπηρεσία του υπερβαίνει τα καθήκοντά του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ρητή συμβατική απαγόρευση είσπραξης ατομικά του τιμήματος διάθεσης των πιο πάνω ασφαλιστηρίων (ασφαλίστρων), η κατάχρηση δε αυτή αυτή δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς τη συμβατική ανάθεση σ' αυτόν της ευθύνης διαμεσολάβησης της σύναψης ασφάλισης ζωής με την έννοια που προαναφέρθηκε.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στην περίπτωση ευθύνης προστήσασας ασφαλιστικής εταιρείας από υπαίτια αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος ασφαλιστή στη διάθεση των πιο πάνω ασφαλιστηρίων όπως άλλωστε και προκειμένου για τη διάθεση αμοιβαίων κεφαλαίων, που τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων του και κατά παράβαση των εντολών που είχαν δοθεί, συνάγονται τα εξής:
Σε περίπτωση που έχει προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, ήτοι της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού του πταίστη, θετική πράξη, την οποία όφειλε, από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως, να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να την αποτρέψει (τη ζημία), και έτσι παρέλειψε αυτός να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό της (Α.Π. 1537/2002).
Και η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις άνω διατάξεις η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων (Α.Π.805/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Ο εκκαλών ήταν στενός φίλος του Θ, πατέρα του 2ου εφεσιβλήτου, Ζ (Ζ), ως προς τον οποίο, όπως έχει εκτεθεί η κρινόμενη έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη. Ο Ζ συνεργαζόταν με την ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία SCOPLIFE ΑΕΑΖ, καθολική διάδοχος με απορρόφηση της οποίας είναι η ήδη 1η εφεσίβλητη, ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία COMMERCIAL VALUΕ AEAZ, γεγονός που αμφότερες οι διάδικες πλευρές συνομολογούν.
Πιο συγκεκριμένα, ο Ζ συνδεόταν συμβατικά με την ως άνω ΑΕΑΖ, ως ασφαλιστικός σύμβουλος αυτής, τουλάχιστον από το μήνα Σεπτέμβριο 2000, όπως άλλωστε προκύπτει από την εκ μέρους του κατοχή έντυπου υλικού της ασφαλιστικής εταιρείας, όπως αιτήσεις συμμετοχής στα επενδυτικά της προγράμματα και αποδείξεις ασφαλίστρων.
Η ΑΕΑΖ, εξάλλου, παρείχε σ' αυτόν διευκολύνσεις και επαγγελματική στέγη στο Υποκατάστημα των γραφείων της, στο ..., επί της οδού ..., όπως άλλωστε έπραττε με άλλους 700 περίπου ασφαλιστικούς συμβούλους, που συνεργάζονταν μαζί της, όπως η ίδια συνομολογεί στις προτάσεις της, στο σημείο αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά επίσης καταθέτει και ο μάρτυρας, που αυτή είχε προτείνει.
Στον Ζ μάλιστα παρείχε ειδικό γραφείο πωλήσεων των επενδυτικών προϊόντων της με πινακίδα επ' αυτού ως Διευθυντή. Αν και η σχέση που συνέδεε τον Ζ με την ΑΕΑΖ ήταν σύμβαση έργου εντούτοις τελούσε σε σχέση πρόστησης, γιατί ενεργούσε κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές της, όπως ειδικότερα προκύπτει και από την από 1-6-2001 έγγραφη σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της ΑΕΑΖ.
Ειδικότερα, με τον όρο 1 της σύμβασης αυτής ρητά αναγράφεται, ότι ο Ζ συνεργάζεται με την ΑΕΑΖ ως ελεύθερος επαγγελματίας, αλλά ενεργεί σύμφωνα με τις εντολές - οδηγίες της εταιρείας, που αποτελούν όρους της ως άνω Σύμβασης, Επίσης, με τον όρο 2 η ΑΕΑΖ δίνει στον Ζ, ασφαλιστικό σύμβουλο, εντολές-οδηγίες, που αυτός υποχρεούται να τηρεί στην ελεύθερη, κατά τα άλλα, συνεργασία τους.
Όμως, ειδικά με τον όρο 2.1 της Σύμβασης οριζόταν, ότι για τα επενδυτικά ασφαλιστήρια (Unit Linked) ακόμη και η είσπραξη των ασφαλίστρων με την μορφή προκαταβολής και τα οποιαδήποτε άλλα ασφάλιστρα πάνω από 600.000 δραχμές εισπράττονται μόνον με τραπεζική επιταγή, σε διαταγή της ή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της SC0PLIFE.
Ο παραπάνω όρος είχε τεθεί, επειδή τα ασφάλιστρα στο ως άνω προϊόν ήταν συνήθως μεγάλα ποσά, ώστε να μην εισπράττονται από τα διαμεσολαβούντα πρόσωπα (ασφαλιστικούς συμβούλους, συντονιστές κλπ), αλλά με τον παραπάνω τρόπο, προκειμένου να αποφεύγονται τυχόν καταχρήσεις εκ μέρους αναξιόπιστων συνεργατών της εταιρείας.
Η ως άνω σύμβαση καταρτίστηκε εγγράφως στις 1.6.2001, πλην όμως, ως συμβατική σχέση, διεπόταν, από τον Σεπτέμβριο του έτους 2000, χρόνος έναρξης της συνεργασίας των συμβαλλομένων, με τους ίδιους όρους, που περιλήφθηκαν και στην έγγραφη σύμβαση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Ζ, με αφορμή την μακροχρόνια φιλία του πατέρα του με τον εκκαλούντα, ο οποίος διατηρούσε καταθέσεις σε τράπεζες, με την μορφή κυρίως κλειστών προθεσμιακών καταθέσεων, πρότεινε σ' αυτόν να επενδύσει το κεφάλαιό του σε ένα αποδοτικό, όπως τον διαβεβαίωνε, πρόγραμμα αμοιβαίων κεφαλαίων της ΑΕΑΖ, που περιλαμβανόταν τον κλάδο ασφάλισης ζωής και προσόδων, σε συνεργασία με διεθνείς εύρωστους ασφαλιστικούς οργανισμούς.
Ο Ζ διαβεβαίωσε επίσης τον εκκαλούντα, ότι το κεφάλαιό του ήταν εξασφαλισμένο και ότι η επένδυση αμοιβαίων κεφαλαίων, που του πρότεινε θα είχε υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με τις κλειστές τραπεζικές καταθέσεις. Ο εκκαλών πείσθηκε στις παραπάνω διαβεβαιώσεις του Ζ, τον οποίο άλλωστε, κάλυπτε και ο φερέγγυος και αξιόπιστος μανδύας της ΑΕΑΖ, που δεν κατέλιπε αμφιβολίες για την σοβαρότητα της επένδυσης.
Κατόπιν αυτού ο εκκαλών κατέβαλε στον Ζ τα εξής χρηματικά ποσά, με τραπεζική επιταγή, προκειμένου να επενδυθούν σε αμοιβαία κεφάλαια της ΑΕΑΖ : 1) στις 20-9-2000 κατέβαλε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, 2) στις 19.10.2000 κατέβαλε το ποσό των 20.000.000 δραχμών, 3) στις 1-12-2000 κατέβαλε το ποσό των 70.000.000 δραχμών, 4) στις 19.6.2001 κατέβαλε το ποσό των 32.000.000 δραχμών.
Για τις παραπάνω καταβολές, συνολικού ποσού 142.000.000 δραχμών, ο Ζ παρέδωσε στον εκκαλούντα αντίστοιχα Α) την υπ'αρ.... απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων για την έκδοση ασφαλιστηρίου BONUS PORTFOLIO, Β) την υπ'αρ.... απόδειξη είσπραξης πρόσθετων ασφαλίστρων για σύνδεση - επένδυση νέων μονάδων επενδυτικού Κεφαλαίου με το ...
ασφαλιστήριο του, Γ) την υπ'αρ. ... απόδειξη είσπραξης πρόσθετων ασφαλίστρων με την ίδια αιτιολογία όπως και η με στοιχείο β απόδειξη. Ας σημειωθεί ότι οι με στοιχείο β και γ αποδείξεις πρόσθετων ασφαλίστρων είναι μεν ταυτάριθμες, πλην εκδόθηκαν για διαφορετικά ποσά, δηλαδή 20.000.000 δραχμές και 70.000.000. δραχμές αντίστοιχα.
Επίσης, η με στοιχείο β απόδειξη έχει την ένδειξη, ότι εκδόθηκε για τον πελάτη, ενώ η με στοιχείο γ έχει την ένδειξη, ότι εκδόθηκε για την εταιρεία. Τέλος, Δ) την υπ'αρ.... απόδειξη είσπραξης πρόσθετων ασφαλίστρων ως πρόσθετο ασφάλιστρο για σύνδεση - επένδυση νέων Μονάδων Επενδυτικών Κεφαλαίων με το με αρ....
ασφαλιστήριο. Οι ως άνω τέσσερις καταβολές, (142.000.000 δραχμές) έγιναν στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρείας, στο ...,. Πρέπει επίσης, να τονιστεί ότι οι ως άνω αποδείξεις ασφαλίστρων εκδίδονταν εις τριπλούν, εκ των οποίων η μία παρέμενε στον επενδυτή -πελάτη ,η άλλη στον ασφαλιστικό σύμβουλο και η τρίτη στην ΑΕΑΖ και όλες έφεραν τον έντυπο λογότυπο της SCOPLIFE ΑΕΑΖ.
Εκτός από τις ως άνω τέσσερις καταβολές ο εκκαλών κατέθεσε επίσης Ε) στις 14-6-2001 στον υπ' αρ. ... λογαριασμό του Ζ, το ποσό των 5.000.000 δραχμών, όπως προκύπτει από το με ίδια ημερομηνία αποδεικτικό κατάθεσης της ALFA BANK (κατάστημα 292 Ν.Ιωνίας). Πλέον των ως άνω πέντε καταβολών, συνολικού ποσού 147.000.000 δραχμών, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα ως άνω παραστατικά έγγραφα, ο εκκαλών ισχυρίζεται, επίσης, ότι κατέβαλε στον Ζ και τα εξής ποσά :1) στις 19-3-2002 το ποσό των 12.000.193 δραχμών, 2) στις 20-3-2002 το ποσό των 11.999.511 δραχμών, 3) στις 12-4-2002 το ποσό των 2.385.250 δραχμών, 4) στις 26-4-2002 το ποσό των 2.214.875 δραχμών και 5) στις 30-4-2002 το ποσό των 1.363.000 δραχμών και ότι συνολικά κατέβαλε στον Ζ, χωρίς να λάβει αποδείξεις ασφαλίστρων, το παραπάνω ποσό των 29.962.829 δραχμών.
Οι ως άνω καταβολές δεν συνοδεύονται από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, ενώ ο μάρτυρας, που πρότεινε ο εκκαλών, δεν είχε ιδία αντίληψη γι' αυτές και κατέθεσε εντελώς αόριστα, κατ' ακριβή λεκτική διατύπωση, ότι το συνολικό ποσό, που επένδυσε ο εκκαλών "πρέπει να ήταν γύρω στα 180.000.000 δραχμές". Η παραπάνω όμως κατάθεση δεν παρέχει πλήρη βεβαιότητα για τις ως άνω πέντε καταβολές, ποσού 29.962.829 δραχμών, οι οποίες δεν αποδεικνύονται.
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω παραστατικά έγγραφα (αποδείξεις είσπραξης ασφαλίστρων και καταθετήριο) προκύπτει, ότι πράγματι ο εκκαλών κατέβαλε στον Ζ το ποσό των 147.000.000 δραχμώv ή 431.401,32 ευρώ. Ας σημειωθεί, ότι ο εκκαλών προσκομίζει αντίγραφο της σελίδος 68 από το αναλυτικό καθολικό λογαριασμών του μηνός Δεκεμβρίου 2000 της ALFA BANK- κατάστημα ... - από το οποίο προκύπτει, ότι από τον λογαριασμό του εκταμιεύτηκαν την ως άνω χρονική περίοδο μεγάλα χρηματικά ποσά, που δικαιολογούν την προαναφερόμενη χρηματική καταβολή των 70.000.000 δραχμών και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εφεσίβλητη ΑΕΑΖ πρέπει να απορριφθούν, ως ουσιαστικά αβάσιμα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών, τον Σεπτέμβριο του έτους 2002, ζήτησε από τον Ζ να του αποδώσει μέρος των χρημάτων του και τότε αυτός του αποκάλυψε, ότι αδυνατούσε να του αποδώσει το κεφάλαιό του, διότι τούτο είχε επενδυθεί σε αλλοδαπές εταιρείες και είχε εξαvεμιστεί. Αμέσως ο εκκαλών απευθύνθηκε στην δικαιοπάροχο της ήδη εφεσίβλητης εταιρείας (SCOPLIFE) και μάλιστα με έγγραφη επιστολή, στις 22-11-2002, στην οποία ανέφερε, ότι είχε καταβάλει με τις έγγραφες τέσσερις αποδείξεις ασφαλίστρων το ποσό των 142.000.000 δραχμών και ζητούσε να τον πληροφορήσει, εάν εκδόθηκαν ασφαλιστήρια συμβόλαια και ποιά ήταν αυτά.
Η SCOPLIFE με την με αρ. 261/26-11-2002 απαντητική επιστολή τον ενημέρωσε, ότι ουδέποτε είχαν υποβληθεί σ' αυτήν αιτήσεις ασφάλισης, ούτε είχε εισπράξει κανένα χρηματικό ποσό, όπως, επίσης, ότι δεν είχε εκδοθεί κανένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο στο όνομά του. Επίσης, του δήλωνε, ότι οι αποδείξεις ασφαλίστρων, που της είχε αποστείλει δεν την δεσμεύουν, διότι σ' αυτές αναγράφεται ρητά, είτε με κόκκινη σφραγίδα ή με έντονα μαύρα γράμματα, ότι "ισχύουν μόνον αν συνοδεύονται από φωτοτυπία τραπεζικής επιταγής σε διαταγή της SCOPLIFE ή φωτοτυπία της απόδειξης κατάθεσης σε τράπεζα σε λογαριασμό της SCOPLIFE".Δηλαδή, η ως άνω έντυπη ένδειξη αποτελούσε πανομοιότυπη αντιγραφή του όρου 2.1 της από 1-6-2001 σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου του Ζ.
Αποδείχθηκε επίσης, ότι ήδη από την 5-2-2002 η 1η εφεσίβλητη είχε καταγγείλει την ως άνω (1-6-2001) σύμβαση συνεργασίας του Ζ για σπουδαίο λόγο, δηλαδή βαρύ παράπτωμα αυτού λόγω συνεργασίας του με άλλες ασφαλιστικές εταιρείες. Η καταγγελία αυτή κοινοποιήθηκε στον Ζ, στις 20-2-2002 (βλ. την υπ'αρ.9977/20-2-2002 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ...), αλλά ο εκκαλών αγνοούσε το γεγονός αυτό, εφόσον μέχρι και τον μήνα Σεπτέμβριο 2002 θεωρούσε, ότι ο Ζ συνεργαζόταν ακόμη με την εφεσίβλητη ΑΕΑΖ.
Κατόπιν των εξελίξεων αυτών και, μετά την παραπάνω απαντητική επιστολή της εφεσίβλητης, ο εκκαλών υπέβαλε εναντίον του Ζ την από 12-3-2003 μήνυση για κακουργηματική απάτη και πλαστογραφία και εκδόθηκε σε βάρος του Ζ, που φυγοδικεί, το υπ' αρ. 382/2003 ένταλμα σύλληψης του 23ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών. Επίσης, με το υπ' αρ. 419/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών ο Ζ παραπέμπεται ενώπιον του 3μελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την κατηγορία της απάτης ιδιαίτερης μεγάλης αξίας.
Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε, ότι η ζημία του εκκαλούντα είναι αποτέλεσμα της παράνομης και υπαίτιας ενέργειας του Ζ. Είναι αληθές ότι αυτός εκτελώντας καταχρηστικά την υπηρεσία του, ως ασφαλιστικός σύμβουλος, παρέβη τις εντολές της ΑΕΑΖ, οι οποίες ρητά αναφέρονται στον όρο 2.1 της από 1-6-2001 σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου για τον τρόπο παραλαβής του ασφαλίστρου για την αγορά του επενδυτικού προϊόντος της ΑΕΑΖ (αμοιβαία κεφάλαια), αντί να καθοδηγήσει, ως όφειλε, τον επενδυτή - εκκαλούντα να καταθέσει το ποσό του ασφαλίστρου, είτε με τραπεζική επιταγή σε διαταγή της SCOPLIFE ή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της SCOPLIFE.
Άλλωστε με τον τρόπο αυτό κατόρθωσε να πετύχει τον σκοπό της υπεξαίρεσης του κεφαλαίου του εκκαλούντα. Ωστόσο, η ζημία του εκκαλούντα τελεί οπωσδήποτε σε αιτιώδη σύνδεσμο με την εκτέλεση της υπηρεσίας του Ζ, που του είχε ανατεθεί από την 1η εφεσίβλητη ΑΕΑΖ διότι, αν δεν είχε την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου αυτής, δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί ενώπιον του εκκαλούντα ως εξουσιοδοτημένο από αυτήν πρόσωπο και να τον πείσει να του παραδώσει το ως άνω κεφάλαιο με την μορφή της καταβολής ασφαλίστρου.
Δηλαδή, ο Ζ, έξω από την σφαίρα της ως άνω επαγγελματικής του δραστηριότητας, θα ήταν, αν όχι αδύνατο, εξαιρετικά δύσκολο να επιτύχει τον σκοπό του. Επομένως, η ευθύνη της 1ης εφεσίβλητης ΑΕΑΖ εξακολουθεί να υπάρχει, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη νομική σκέψη και στην περίπτωση της υπέρβασης ή απλώς της κατάχρησης από τον προστηθέντα Ζ της εξουσίας, που του είχε ανατεθεί από την ΑΕΑΖ.
Έκτος τούτων, όμως, είναι επίσης αληθές, ότι η δικαιοπάροχος της 1ης εφεσίβλητης ΑΕΑΖ, ασφαλιστική εταιρεία SCOPLIFE, προνοώντας να αποτρέψει την ζημία των επενδυτών από την καταχρηστική συμπεριφορά των ασφαλιστικών συμβούλων της, που συνιστά συγχρόνως και ποινικό αδίκημα (386, 375 ΠΚ), έλαβε ως μέτρο προστασίας την ως άνω έντυπη ένδειξη των αποδείξεων είσπραξης των ασφαλίστρων, ώστε ο ασφαλιστικός σύμβουλος να μην μπορεί να παραλάβει χρηματικά ποσά σε μετρητά ή με τραπεζικές επιταγές στο όνομά του.
Το μέτρο αυτό όμως κρίνεται από μόνο του ανεπαρκές για την προστασία των επενδυτών, όπως άλλωστε και η πράξη απέδειξε. Ειδικότερα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου η 1η εφεσίβλητη ΑΕΑΖ όφειλε, παράλληλα, να ελέγχει τις αριθμημένες αποδείξεις ασφαλίστρων, τις οποίες χορηγούσε στον ασφαλιστικό της σύμβουλο Ζ, ενόψει του γεγονότος, ότι αυτός λόγω της ως άνω ιδιότητας είχε την ευχέρεια να διαχειρίζεται υπέρογκα χρηματικά ποσά (όπως το κεφάλαιο του εκκαλούντα).
Πιο συγκεκριμένα, εάν η ΑΕΑΖ έλεγχε, έστω κατά στοιχειώδη τρόπο, στα πλαίσια του εσωτερικού λογιστικού της ελέγχου δια του αρμοδίου προσωπικού του λογιστηρίου της, τα στελέχη των αποδείξεων ασφαλίστρων, θα μπορούσε με την αντιπαραβολή των παραστατικών να εντοπίσει την υπεξαίρεση του κεφαλαίου του εκκαλούντα και να διαπιστωθεί έτσι, ότι τούτο δεν εισέρευσε στο ταμείο της.
Η διαπίστωση αυτή θα ήταν εφικτή, διότι οι τραπεζικές επιταγές ή τα καταθετήρια των ασφαλίστρων, που αναγράφονται στις αποδείξεις αυτές, δεν θα υπήρχαν ως συνοδευτικά έγγραφα των αποδείξεων. Εξάλλου και ο μάρτυρας της ΑΕΑΖ κατέθεσε, ότι προβλεπόταν από την εταιρεία η διαδικασία χρέωσης προς τους συνεργάτες της και κατά συνέπεια προβλεπόταν και έλεγχος αυτών σε τακτά διαστήματα.
Ο έλεγχος αυτός όμως δεν αποδείχθηκε, ότι διενεργήθηκε εκ μέρους της ΑΕΑΖ. Πέραν των ανωτέρω, αν και η 1η εφεσίβλητη κατήγγειλε την συνεργασία της, στις 20-2-2002, με τον Ζ, παρέλειψε να ενημερώσει τους επενδυτές με δημοσίευση στον τύπο, όπως ήταν δυνατόν να πράξει, με αποτέλεσμα ο εκκαλώv να μην έχει πληρoφopηθεί τη λύση της συνεργασίας του Ζ με την ΑΕΑΖ, γεγονός που πληροφορήθηκε τον Σεπτέμβριο 2002, όταν διαπίστωσε την αδικοπρακτική συμπεριφορά του Ζ, η οποία έναντι αυτού συνιστά κακουργηματική απάτη, ενώ έναντι της 1ης ΑΕΑΖ κακουργηματική υπεξαίρεση.
Σύμφωνα με τις ως άνω αιτιολογίες η 1η εφεσίβλητη ΑΕΑΖ ευθύνεται από την σχέση της πρόστησης έναντι του εκκαλούντα για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του Ζ προς τον εκκαλούντα και έχει κατ' αρχήν υποχρέωση να αποκαταστήσει την ζημία, που αυτός υπέστη, ίση με 431.401,32 ευρώ ή 147.000.000 δραχμές. Όμως, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι στη ζημία αυτή συνετέλεσε και η αμελής συμπεριφορά του εκκαλούντα, σε ποσοστό 30%, ίση με 129.420,39 ευρώ, διότι αυτός δεν συμμορφώθηκε στον τρόπο καταβολής των ασφαλίστρων, που υποδείκνυε η έντυπη ένδειξη στις αποδείξεις ασφαλίστρων, την οποία αγνόησε, άλλως αμέλησε, παρά το γεγονός, ότι δεν αμφισβήτησε, ότι γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, ενώ είχε εξοικίωση με χρηματοοικονομικές συναλλαγές και διαχειριζόταν υψηλές καταθέσεις.
Εκτός τούτου παρέλειψε αδικαιολόγητα επί δύο έτη να ζητήσει από τον Ζ ή από την ΑΕΑΖ τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που αναγράφονται στις με στοιχείο β, γ και δ αποδείξεις ασφαλίστρων, που έχουν προαναφερθεί. Μάλιστα το υπ'αρ.... ασφαλιστήριο, που αναγράφεται στην δ' απόδειξη ανήκει σε διαφορετικό πελάτη - επενδυτή της ΑΕΑΖ.
Τέλος, παρείδε ότι οι β' και γ' αποδείξεις είσπραξης πρόσθετων ασφαλίστρων ποσού 20.000.000 δραχμών και 70.000.000 δραχμών είναι ταυτάριθμες και ότι εκδόθηκαν για τον πελάτη και την εταιρεία αντίστοιχα γεγονός, που θα έπρεπε να τον υποψιάσει για τυχόν οικονομική ατασθαλία του Ζ. Επομένως, εάν φρόντιζε να πράξει ως ο μέσος επιμελής επενδυτής θα περιόριζε την ζημία του σε ποσοστό 70% ίση με 301.980,92 ευρώ, κατά ουσιαστική εν μέρει παραδοχή της ένστασης συνυπαιτιότητας (αρ.300 ΑΚ), την οποία είχε προτείνει παραδεκτά η εφεσίβλητη ΑΕΑΖ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όμως, κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα κρίνοντας, ότι η αναγραφή της έντυπης ένδειξης, για τον τρόπο καταβολής του ασφαλίστρου, στις αποδείξεις είσπραξης ασφαλίστρων ήταν το μόνο αναγκαίο και επαρκές μέτρο, που έλαβε η εφεσίβλητη ΑΕΑΖ, για να αποτραπεί η ζημία του εκκαλούντα - επενδυτή και ότι αυτός ήταν αποκλειστικά υπαίτιος για την επέλευση της ζημίας του.
Με την αιτιολογία αυτή απέρριψε την αγωγή ως προς την 1η εναγομένη και ήδη 1η εφεσίβλητη ΑΕΑΖ. Κρίνοντας έτσι η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία του νόμου, αλλά και την σωστή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Για τον λόγο αυτό πρέπει να εξαφανιστεί ως προς το εκκλητό κεφάλαιο ,που αφορά την απόρριψη της αγωγής ως προς την 1η εναγομένη ΑΕΑΖ.
Στη συνέχεια, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση κατά το ως άνω εκκλητό μέρος αυτής από το Δικαστήριο τούτο, για να ερευνηθεί η αγωγή, η οποία πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την 1η εναγομένη ΑΕΑΖ, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της ένστασης συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ), που πρότεινε η 1η εναγομένη και να υποχρεωθεί κατόπιν αυτών η 1η εναγομένη - προστήσασα να καταβάλει στον ενάγοντα, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας, που αυτός υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος της, ασφαλιστικού συμβούλου, Ζ, το ποσό των 102.900.000 δραχμών, ισόποσο με 301.930,92 ευρώ (431.401,32 Χ 70%), με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοσης της αγωγής".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει αυτός (αναιρεσίβλητος) στο σύνολό της, ύστερα από παραδοχή της ένστασης της αναιρεσείουσας από τις διατάξεις των άρθρων 300 και 330 του ΑΚ, και με το να δεχθεί στη συνέχεια την ίδια αγωγή κατά ένα μέρος, ύστερα από παραδοχή και της ίδιας ένστασης, αλλά κατά το μέρος της μόνο που συνεπαγόταν τον περιορισμό της αγωγικής αξίωσης κατά ποσοστό 30% και όχι 100%, που είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 922, 300, 330 Α.Κ., 16 παρ. 4 του Ν.1569/1985, 36 παρ.24 του Ν.2496/1997 καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της ευθύνης από πρόστηση της αναιρεσείουσας και της συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής του τελευταίου κατά ένα μέρος με το συνυπολογισμό και της διαγνωσθείσης συνυπαιτιότητάς του σε ποσοστό 30%.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο κατά το πρώτο μέρος τους λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρους τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο με τα προαναφερθέντα δέχθηκε: 1) τη μεταξύ της αναιρεσείουσας και του πιο πάνω Ζ σχέση αλυσιδωτής επάλληλης αντιπροσώπευσης στην ανεύρεση επενδυτών προς τον σκοπό της διάθεσης σ' αυτούς από την αναιρεσείουσα των πιο πάνω ειδικών επενδυτικών προϊόντων - ασφαλιστηρίων (Unit Linked) συνδεομένων με πρόγραμμα διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων με τη συνδρομή χαρακτηριστικών γεγονότων για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας της πρόστησης, δηλαδή της ύπαρξης ρητής απαγόρευσης από τη σύμβαση στο πρόσωπο του αντιπροσώπου Ζ κατά την εκπλήρωση των ανατεθέντων σ' αυτήν καθηκόντων στο να εισπράξει επ' ονόματί του το τίμημα αγοράς των ασφαλιστηρίων (ασφαλίστρων) και την υποχρέωση του ίδιου αντιπροσώπου στο να τηρεί την ίδια απαγόρευση στην λειτουργία της ίδιας σχέσης αντιπροσωπείας, και ότι αυτή η σχέση δημιουργήθηκε και στηρίχθηκε στην προϋπάρχουσα, μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Ζ σχέση ασφαλειομεσιτείας και παράλληλα και ανεξάρτητα προς αυτήν, 2) την ως άνω παράνομη και υπαίτια ενέργεια του ως άνω αντιπροσώπου, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ της παράνομης, ιδιοποίησης με προηγηθείσα απατηλή συμπεριφορά των χρηματικών ποσών που παρέδωσε σ' αυτόν ο αναιρεσίβλητος για την περαιτέρω παράδοσή τους στη συνέχεια στην αναιρεσείουσα, έναντι της τιμής διάθεσης των προαναφερθέντων επενδυτικών ασφααλιστηρίων μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, την αγορά των οποίων παράγγειλε αμέσως προ της καταβολής των χρημάτων επίσης μέσω του πιο πάνω αντιπροσώπου της αναιρεσείουσας, 3) ότι η πιο πάνω ενέργεια του αντιπροσώπου στο σύνολο της νοούμενη, δηλαδή ενημέρωση, και υπόδειξη ως προς τον αναιρεσίβλητο για την υποβολή της αίτησης, έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί και βρίσκεται σε συνάφεια προς αυτήν και τα καθήκοντα του (διαμεσολάβηση για την ανεύρεση επενδυτών προς διάθεση σ' αυτούς των ασφαλιστηρίων - αμοιβαίων κεφαλαίων καθώς και ενημέρωσή τους, συμπλήρωση των απαραιτήτων αιτήσεων, και παραλαβή και διαβίβασή τους στην αναιρεσείουσα) ανεξάρτητα και πλέον των καθηκόντων του ασφαλειομεσίτη.
Αναφορικά δε, ειδικά προς την είσπραξη των χρημάτων εκ μέρους του αντιπροσώπου (τα οποία στη συνέχεια ιδιοποιήθηκε), δέχθηκε περαιτέρω η προσβαλλομένη, εκ των πραγμάτων, σε συνδυασμό με τις λοιπές παραδοχές της, ότι τελέσθηκε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής και καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του από την λειτουργούσα με την αναιρεσείουσα σύμβαση.
Με αυτά τα περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη, η σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ της αναιρεσείουσας εταιρείας και του αντιπροσώπου της Ζ, που αδικοπράγησε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, έχει τα χαρακτηριστικά της πρόστησης με το πιο πάνω εσωτερικό περιεχόμενο της, αλλά και η σχέση αυτή σε συνδυασμό με τη θέση, τις ευκαιρίες και τα μέσα που παραχωρήθηκαν εξ αφορμής της στον αδικοπραγήσαντα αντιπρόσωπο, υπήρξαν το αναγκαίο μέσο για την παράνομη αυτήν είσπραξη και την επακολουθήσασα ιδιοποίηση, η οποία ήταν αδύνατο να υπάρξει χωρίς την προηγηθείσα και λειτουργήσασα στη συγκεκριμένη περίπτωση συμβατική σχέση της αντιπροσωπείας που βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την έννοια της σχέσης αυτής ως πρόστησης.
Με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του το Εφετείο, με τις οποίες δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοδίκης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, με την βασική αιτιολογία ότι η μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Ζ ιδιαίτερη σύμβαση που τους συνέδεε, κατά τη διάθεση των επενδυτικών ασφαλιστηρίων χαρακτηριζόταν ως σχέση πρόστησης, ανεξάρτητη από την παραλλήλως λειτουργούσα σχέση ασφαλειομεσιτείας, που είχε το χαρακτήρα της σύμβασης έργου, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 του ΑΚ, ως προς την έννοια της πρόστησης, προσδίδοντας σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, αλλά ούτε και εκ πλαγίου γιατί η ίδια απόφαση στο αποδεικτικό της πόρισμα έχει την αναγκαία νομική βάση, αφού τα εκτιθέμενα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου των άρθρων 914 και 922 του ΑΚ για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε δηλαδή για την παραδοχή της έφεσης και της αγωγής του αναιρεσιβλήτου λόγω της ύπαρξης των στοιχείων της πρόστησης.
Εξ άλλου, οι παραδοχές της προσβαλλομένης ότι συμβατικά ειδικά προβλέφθηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Ζ κατά τη λειτουργία της μεταξύ τους αυτοτελούς σύμβασης ανάθεσης στον τελευταίο της διαμεσολάβησης για τη διάθεση των επενδυτικών ασφαλιστηρίων, η υποχρέωση του τελευταίου στο να μην εισπράττει ατομικά και επ' ονόματί του το προϊόν αγοράς των πιο πάνω προϊόντων, την οποία (υποχρέωση) και παρέβη κατά την αδικοπρακτική συμπεριφορά του σε βάρους του αναιρεσιβλήτου, αρκούσαν για την κατάφαση της ουσιαστικής βασιμότητας του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου για την ύπαρξη σχέσης πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και του Ζ, ανεξάρτητα από το ότι παρόμοια υποχρέωση προβλεπόταν ρητά και από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του Ν.1569/1985, που αφορούσε όμως την παραλλήλως και αυτοτελώς λειτουργούσα σχέση της ασφαλειομεσιτείας και όχι και εκείνη της διάθεσης των επενδυτικών ασφαλιστηρίων ζωής.
Περαιτέρω, από τις παραδοχές της προσβαλλομένης που προαναφέρθηκαν, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο θεώρησε ως κοινή παραγωγική αιτία της ζημίας του αναιρεσιβλήτου την υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος εκ μέρους της αναιρεσείουσας, αλλά και την ατομική ευθύνη της τελευταίας ως προς την παρακολούθηση και επίβλεψη του προστηθέντος αλλά και το συντρέχον πταίσμα του αναιρεσιβλήτου εξ αιτίας της μη εκ μέρους του ανάγνωσης του εντύπου περιεχομένου των αποδείξεων είσπραξης, χωρίς η μία υπαίτια συμπεριφορά να αναιρεί ολοκληρωτικά από άποψη αιτιώδους συνάφειας την άλλη, ως προς την επέλευση της ζημιογόνου συνέπειας στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, ώστε για την παραδοχή της ουσιαστικής κατά ένα μέρος βασιμότητας της αγωγής αλλά και της ένστασης της αναιρεσείουσας και για τη συνακόλουθη απόρριψη του αγωγικού αιτήματος μετά το διαγνωσθέν ποσοστό συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου κατά 30% αρκούσαν οι προηγουμένως αναφερθείσες πραγματικές διαπιστώσεις του Εφετείου.
Τέλος, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν, κατά το τρίτο μέρος του, περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα του καθορισμού, δηλαδή του ποσοστού συνυπαιτιότητας σε 30% και όχι στο μεγαλύτερο του 95% και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι η υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου είχε πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα από εκείνη του προστηθέντος της είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, ως προς τον καθορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙΙ. Με τον εκ του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ τέταρτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο (άρθρ. 240 του ΚΠολΔ) δεν απέρριψε ως απαράδεκτους τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου καθόσον επαναφέρθηκαν από αυτόν στην έκκλητη δίκη με τη συρραφή των πρωτοδίκων προτάσεών τους σ'αυτήν ενώπιον του Εφετείου.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η εκ μέρους του Εφετείου διερεύνηση των βασικών αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου για την ύπαρξη της ευθύνης της αναιρεσείουσας ως προστήσασας τον παρανόμως ενεργήσαντα Ζ, αλλά και ευθέως συνεπεία της εκ μέρους της πλημμελούς ελέγχου της δραστηριότητας του ίδιου προστηθέντος, έγινε στο πλαίσιο της εξέτασης των λόγων της εφέσεως του αναιρεσειόντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή του, για την επαναφορά δε των ίδιων αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου στο Εφετείο που προβλήθηκαν πρωτόδικα και απορρίφθηκαν, αρκούσε η προαναφερθείσα μνεία τους στο εφετήριο, και δεν ήταν αναγκαία συμπληρωματικά και άλλου είδους επαναφοράς τους, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσίβλητου, που υπέβαλε ως εκκαλών στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσής του (ΑΠ 1498/2008).
Πρέπει επομένως, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη όπως εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-10-2008 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Commercial Value Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" για αναίρεση της υπ' αριθ. 1765/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 4994/2008 απόφασή του.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ