337/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7583/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/12/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated337/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) Δια τα ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τα ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 337 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 337/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως δικαιοδόχου και καθολικής διαδόχου κατόπιν συγχωνεύσεως δι'απορροφήσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΕΤΒΑ LEASING AE ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρούλα Απαλαγάκη.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κοντοζαμάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7583/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/12/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 152 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος Δικηγόρων" που είναι εντεταγμένο στο Ι' Κεφάλαιο υπό τον τίτλο "Εργασία εις διοικητικάς υποθέσεις", το οποίο ρυθμίζει ειδικώς την αμοιβή των δικηγόρων για τις εργασίες σε διοικητικές υποθέσεις ορίζεται: " Δια την σύνταξιν αιτήσεως, υπομνήματος ή ενστάσεως ή προσφυγής ή αντιρρήσεων ή ανακοπής ή εφέσεως ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου, απευθυνομένων κατά τους διοικητικούς, φορολογικούς τελωνειακούς, στρατολογικούς, εκλογικούς κ.λ.π.
νόμους προς Ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτροπήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30. 2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β' βαθμού, προς Ειρηνοδίκην δικάζονται κατά β' βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40".
Με το άρθρο 4 παρ.2 του ν.4507/1966 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων ..." στο τέλος του άρθρου 155 του Κώδικα Δικηγόρων προστέθηκε παράγραφος 2, στην οποία ορίζεται ότι "Δια τας ενώπιον των Φορολογικών Δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται αι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικάς υποθέσεις κατά την εξής διάκρισιν:
α) Δια τα ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τα ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις.
Στη συνέχεια με το άρθρο 8 του ν.950/1979 "περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων" ορίσθηκε ότι : "Αι διατάξεις του άρθρου 155 του Ν.Δ. 3026/1954, αι προστεθείσαι εις τούτο υπό της παρ.2 του άρθρ. 4 του ν.4507/1966 εφαρμόζονται και επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων".
Με τις επιγενόμενες ως άνω ρυθμίσεις δια των άρθρων 4 παρ. 2 του ν.4507/1966 και 8 του ν. 950/1979 σκοπήθηκε ο καθορισμός της αμοιβής των δικηγόρων επί υποθέσεων στα μετά την θέσπιση του Κώδικα Δικηγόρων ιδρυθέντα φορολογικά και ήδη διοικητικά δικαστήρια, κατά τρόπο ομοιόμορφο προς τα ισχύοντα επί πολιτικών υποθέσεων, και έτσι καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρο 152 του Κώδικα Δικηγόρων και ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες.
Με την ως άνω ρύθμιση ο νομοθέτης θέλησε κατ' αντιστοιχίαν των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες.
Αντίθετο επιχείρημα δεν παρέχεται από τη λεκτική διατύπωση στο κείμενο του νόμου 4507/1966 διότι η λέξη "ενώπιον" που χρησιμοποιείται προς υποδήλωση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων στα οποία η διάταξη αναφέρεται και όχι του σταδίου παροχής των εργασιών ενώπιον των δικαστηρίων τούτων, δηλαδή κατ' αποκλεισμόν των εργασιών της προδικασίας.
Με την ίδια άλλωστε έννοια χρησιμοποιείται η διατύπωση "... ενώπιον των..." και σε άλλες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων όπως στα άρθρα 99, 155 παρ.1. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, μη υπαρχούσης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ως προς την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, για την άσκηση τεσσάρων προσφυγών ενώπιον του τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, θα εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 100 του Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό με το άρθρο 155 του ίδιου Κώδικα, με τις οποίες προβλέπεται αμοιβή ποσοστού 2%, επί της αξίας του αντικείμένου κάθε μιας από τις προσφυγές αυτές και όχι η διάταξη του άρθρου 152 του ίδιου κώδικα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 100, 155 και 152 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 4507/1966 και 8 του Ν. 950/1979 και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, απαγορεύεται ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η απλή αδράνεια περί την άσκηση του δικαιώματος και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη δανειστή την πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκήσει ποτέ πλέον το δικαίωμά του, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει τόσο δυσβάστακτες για τον οφειλέτη συνέπειες, ώστε προς αποτροπή να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ότι επιβάλλεται η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ως προς την ένσταση της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος δέχθηκε τα εξής: .... Η σχετική πληρεξουσιότητα χορηγήθηκε με τα ...., ....., ...... και ...... συμβολαιογραφικά πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Αθηνών Αδριανής - Δήμητρας Ζαφειροπούλου - Οικονομοπούλου, με τα οποία η αναιρεσείουσα διόρισε τον αναιρεσίβλητο ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό της, παρέχοντας την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά των ανωτέρω πράξεων του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕΕΕ Αθηνών για λογαριασμό της, καθώς και να παραστεί κατά τη συζήτησή τους οποτεδήποτε ήθελε ορισθεί και κατά την μετ' αναβολή αυτής.....
Σε εκτέλεση της εντολής αυτής ο αναιρεσίβλητος συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε την 18-7-1995 τέσσερις προσφυγές ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών... και τέσσερα δικόγραφα προσθέτων λόγων, που αφορούσαν τις ανωτέρω προσφυγές... Κατά τη συζήτηση των προσφυγών αυτών, ο αναιρεσίβλητος ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας παρέστη, συνέταξε υπέγραψε και την 30-1-1997 κατέθεσε και τέσσερα υπομνήματα.
Η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της ενστάσεώς της, πέραν της παρόδου 7,5 ετών από της γεννήσεως της αξιώσεως έως της ασκήσεως της αγωγής και σε κάθε περίπτωση υπόμνησή της για αμοιβή από τον αναιρεσίβλητο ότι έγινε μόνο κατά το έτος 1997, με την από 4-2-1997 επιστολή του αναιρεσιβλήτου επικαλείται και εξόφληση ήδη της εντολής αυτής, η οποία δόθηκε στο Γ1, καθηγητή Διοικητικού δικαίου, στον οποίο καταβλήθηκε το ποσό των 6500000 δραχμών, ως αμοιβή, ο οποίος, επειδή ως καθηγητής Πανεπιστημίου εκωλύετο από τον Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 62 παρ. 3) να παρίσταται σε πρωτοβάθμια δικαστήρια, χρησιμοποίησε με δική του πρωτοβουλία τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου, μόνο για την παράσταση σ' αυτά, διαβεβαιώνοντας την εταιρία και ότι δεν θα εβαρύνετο με την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου και ότι τυπικά αυτή χορήγησε στον αναιρεσίβλητο τα απαιτούμενα νομιμοποιητικά έγγραφα.
Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξαρτήτως της αβασιμότητάς του, διότι, όπως προκύπτει και από την .... απόδειξη παροχής υπηρεσιών του Γ1, η αμοιβή αυτή καταβλήθηκε στον τελευταίο "για γνωμοδοτήσεις και συμβουλές για σύνταξη 4 προσφυγών...", που προφανώς της παρείχε με την ιδιότητα του καθηγητή και όχι ως αμοιβή για την άσκηση προσφυγών, είναι και μη νόμιμος, αφού δεν ασκεί ουδεμία επιρροή ως προς την υποχρέωσή της για την καταβολή της προβλεπόμενης από τον κώδικα αμοιβής στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, αφού ανέλαβε κατόπιν ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας, όπως προαναφέρθηκε, υπέγραψε αυτός και κατέθεσε τα εν λόγω δικαστικά έγγραφα και παραστάθηκε κατά τη συζήτηση των προσφυγών.
Σύμφωνα δε με τα άρθρα 173 επ., 169 Κώδικα Δικηγόρων, παρέχεται σ' αυτόν (που υπέγραψε αυτά) αποκλειστικά και το δικαίωμα, ευθέως από το νόμο να εισπράξει την προβλεπόμενη από τον Κ.Δ. κατώτατη αμοιβή.... πέραν του ότι η συμφωνία την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα είναι μεταξύ αυτής και του Γ1. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω ένσταση της αναιρεσείουσας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Μόνη η αδράνεια του αναιρεσιβλήτου επί 7,5 έτη να ασκήσει την ένδικη αγωγή δεν μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκησή της.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που στηρίζει την πιο πάνω ένσταση, ότι ο αναιρεσίβλητος μόνο υπέγραψε τις επίμαχες προσφυγές και τυπικά παρέστη κατά τη συζήτησή τους, κρίθηκε από το Εφετείο ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι, είχε δοθεί ειδική εντολή στον αναιρεσίβλητο να συντάξει, υπογράψει και καταθέσει τα επίμαχα δικαστικά έγγραφα και ότι, αυτός εκτέλεσε την εντολή αυτή, με συνέπεια να δικαιούται την αμοιβή του και να μην είναι καταχρηστική η αξίωσή του, επειδή καταβλήθηκε παράλληλα αμοιβή και στον καθηγητή Γ1 για παροχή συμβουλών για την ίδια υπόθεση, για πληρέστερη υπεράσπιση της υπόθεσης.
Η κρίση αυτή του Εφετείου (ότι δηλαδή είναι ουσιαστικά αβάσιμος ο πιο πάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για τυπική συμμετοχή του αναιρεσιβλήτου στην υπόθεση) στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη της παραπάνω ένστασης, ενώ η κρίση του Εφετείου ότι, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την αμοιβή του με μόνη την υπογραφή των επίμαχων εγγράφων, ανεξάρτητα αν είναι ορθή ή όχι, είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της ίδιας απόφασης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της παραπάνω διατάξεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη 1596/29-12-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΕ κατά της 7583/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ