Legislator Case Law & Legislation
336/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify common sense teachings regarding fictitious company dissolution.

Case Number 336/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting the appellant's appeal against a first-instance judgment. The appellant argued that the lower court erred in applying common sense teachings regarding the dissolution of a fictitious company, but failed to identify specific teachings or the erroneous application thereof. The court ruled that such vague allegations constitute inadmissible grounds for appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure, as they do not meet the strict requirements for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground alleging error in the application of common sense teachings is inadmissible unless the specific teachings and the precise manner of their erroneous application or non-application are clearly defined.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds common sense teachings fictitious company dissolution Code of Civil Procedure appellate review standards

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 336 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 336/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Γεωργιάδη, που ανακάλεσε την από 4/10/2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Η. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ι. Ν. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριανταφύλλου και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ε. Β. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χριστόφορο Σαράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/7/2012 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 26/8/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14113/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 531/2020 εν μέρει οριστική και 1463/2022 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/10/2022 αίτησή του και τους από 2/9/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 1463/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση κατά της υπ' αρ. 14113/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που, αφενός είχε δεχθεί την από 27-7-2012 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα, λόγω εικονικότητας της συσταθείσας μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.

Θ. - Η. Μ. & ΣΙΑ ΟΕ" και αφετέρου είχε απορρίψει την συνεκδικασθείσα με την παραπάνω, από 26-8-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός ζητούσε : α) να κηρυχθούν άκυρα, λόγω πλαστογράφησης της υπογραφής του από τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες με τη συνέργεια της τρίτης, τα έγγραφα των περιγραφόμενων στο δικόγραφο δηλώσεων φόρου μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας που υποβλήθηκαν επ' ονόματί του στην αρμόδια ΔΟΥ, καθώς και το συμφωνητικό τροποποίησης της ίδιας εταιρείας και εξόδου του από αυτήν και β) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω της αδικοπραξίας των αναιρεσιβλήτων.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι από 2-9-2024 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 3-9-2024 και επιδόθηκε νόμιμα στις αναιρεσίβλητες, τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (βλ.

τις υπ' αρ. ... και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Ι. Μ., καθώς και την υπ' αρ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, Γ. Κ.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να συνεκδικαστούν, αφού είναι συναφείς (246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση (ΑΠ 304/2020) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 2 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 116 παρ.1β Ν. 4842/2021, όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 Ν. 4871/10-12-2021 - τέτοια δε, είναι και η προκειμένη υπόθεση που ήταν εκκρεμής στο Εφετείο κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου αυτού), προκύπτει, ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του, που έχει τον χαρακτήρα μη οριστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και την ίδια σύνθεση δικαστών επί πολυμελών δικαστηρίων, εκτός αν τούτο είναι αδύνατο για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση.

Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όσον αφορά στην απαιτούμενη με αυτό σύνθεση του δικαστηρίου, δεν υπάρχει, όταν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική απόφασή του, συμπληρωματικές αποδείξεις, στο πλαίσιο επανάληψης της συζήτησης, όπως λ.χ. πραγματογνωμοσύνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για επανάληψη της συζήτησης για αναφερόμενο στο άρθρο 254 ΚΠολΔ λόγο, αλλά για ανασυζήτηση της υπόθεσης, μετά και τη διεξαγωγή των συμπληρωματικών αποδείξεων, οπότε μπορεί το Δικαστήριο να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (ΑΠ 572/2023, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 712/2021, ΑΠ 689/2021, ΑΠ 1126/2019). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είχε νόμιμη σύνθεση, διότι δίκασε κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση με διαφορετική σύνθεση και χωρίς να αιτιολογήσει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα : Επί της έφεσης του αναιρεσείοντος, της έφεσης της τρίτης αναιρεσίβλητης (που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης) και επί των αντεφέσεων των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων (που επίσης δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης) κατά της υπ' αρ. 14113/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αρ. 531/2020 μη οριστική απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Θεσσαλονίκης.

Με την απόφαση αυτή, το ως άνω Δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από ένα πραγματογνώμονα για την επίλυση των εξειδικευμένων ζητημάτων, που αναφέρονται σε αυτήν, για τη διερεύνηση των οποίων απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις της επιστήμης. Μετά τη διεξαγωγή της ως άνω διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης και ύστερα από κλήση του αναιρεσείοντος, οι ως άνω εφέσεις και αντεφέσεις ανασυζητήθηκαν, στις 8-10-2021, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου με διαφορετική σύνθεση και αφού έλαβε χώρα διάσκεψη στις 8-4-2022 (μετά την ισχύ δηλαδή του ανωτέρω αναφερόμενου Ν. 4871/10-12-2021), δημοσιεύθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στις 12-7-2022.

Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με τ' ανωτέρω λεχθέντα, το Τριμελές Εφετείο, το οποίο, κατά την ανασυζήτηση της υπόθεσης, δίκασε με διαφορετική σύνθεση και εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 1463/2022 οριστική απόφασή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου και συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Β. Kατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον, συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή των οποίων ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη, η έλλειψή τους δε, συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας.

Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της και η οποία έχει, ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια, δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Ως έννομη δε σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ` αυτής εκδοθησόμενης απόφασης, νοείται η ρυθμιζόμενη από την έννομη τάξη βιοτική σχέση προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή προσώπου προς αγαθό. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ακόμη, ότι για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον, τέτοιο δε υφίσταται όταν η προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα και να αποτρέψει σχετικές μ` αυτό, παρούσες ή μέλλουσες, δικαστικές διενέξεις και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου.

Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής έννομου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ ΑΠ 25/2008, ΑΠ 102/2022, ΑΠ 656/2020, ΑΠ 1259/2018).

Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.1 ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Εικονική είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντύπωσης στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονικότητα μπορεί να υπάρχει τόσο επί μονομερούς δικαιοπραξίας, όσο και επί σύμβασης, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της σύμβασης απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο κατάρτισης συμβαλλομένων ότι η σύμβαση που συνήφθη δεν παράγει έννομες συνέπειες (ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 681/2016).

Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας. Στο σχετικό περί εικονικότητας της δικαιοπραξίας ισχυρισμό εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο κατάρτισής της όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας.

Συνεπώς, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 138 ΑΚ (ΑΠ 752/2020). Ειδικότερα, επί εικονικότητας - και εξ αυτού του λόγου ακυρότητας - προσωπικής εταιρείας, ασχέτως ορισμένων συνεπειών που δύνανται να επέλθουν για το παρελθόν, χάριν ιδίως του συμφέροντος των τρίτων από την πραγματική λειτουργία της εταιρείας, της οποίας αγνοούσαν την εικονικότητα (άρθρο 139 ΑΚ), δεν δύναται να γίνει λόγος για δικαιώματα και υποχρεώσεις των εταίρων που απορρέουν από την εταιρική σύμβαση, για διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και εταιρικών μερίδων, ούτε δημιουργείται υποχρέωση για τον εντολοδόχο από σύμβαση εντολής για τη διαχείριση εταιρικών υποθέσεων εικονικής προσωπικής εταιρείας (ΑΠ 502/2018).

Δ. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, που ορίζουν ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει ή (και) και να του αποκαταστήσει την ηθική βλάβη ή ανάλογα την ψυχική οδύνη του, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση ή (και) χρηματικής ικανοποίησης είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία ή (και) ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση ή (και) σε χρηματική ικανοποίηση αποτελεί και η πλαστογραφία σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, διαπράττεται από όποιον καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.

Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των έγγραφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και σκοπό του υπαιτίου να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο.

Ειδικότερα, στην εμφάνιση του εγγράφου ως προερχομένου εκ μέρους άλλου προσώπου δύναται να θεωρηθεί υπαγόμενη και η περίπτωση κατά την οποίαν το συνταχθέν έγγραφο υπογράφεται από κάποιον με το αληθές όνομά του, αλλά κατά τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται ότι άλλο είναι το πρόσωπο το οποίο εξέδωσε το έγγραφο ή ότι έχει ιδιότητα, η οποία δεν αρμόζει σ` αυτόν στην πραγματικότητα. Έτσι πλαστό έγγραφο υπάρχει και όταν ο δράστης επικαλούμενος ψευδώς ανύπαρκτο δικαίωμα αντιπροσώπευσης υπογράφει επ` ονόματί του π.χ μια δήλωση ή ένα συμφωνητικό για λογαριασμό εταιρείας στην οποία συμμετέχει ή ενός φυσικού προσώπου. Άμεσα ζημιούμενος ή υφιστάμενος ηθική βλάβη από το αδίκημα της πλαστογραφίας και εντεύθεν δικαιούμενος να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για το λόγο αυτό, είναι εκείνος που μπορεί να υποστεί ή υπέστη τις παραγόμενες από το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο έννομες συνέπειες. Τέτοιος είναι πρωτίστως αυτός του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή αλλοιώθηκε το γραπτό κείμενο, αλλά και οιοσδήποτε άλλος ζημιώνεται από τη χρήση τούτου (ΑΠ 500/2023, ΑΠ 1744/2014, ΑΠ 534/2013).

Με βάση τα παραπάνω, δεν διαπράττει πλαστογραφία αυτός που συμπληρώνει έγγραφο ύστερα από ρητή ή σιωπηρή εντολή ή συναίνεση του εκδότη του, εφόσον ο τελευταίος διατηρεί ακόμη το δικαίωμα διάθεσης και δεν έχει αποκτήσει δικαίωμα προς διατήρηση του αρχικού του περιεχομένου άλλος [ΑΠ (Ποιν.) 183/2017, ΑΠ (Συμβ) 1505/2004].

Ε. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 1406/2021). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023). Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ με το να δεχθεί εσφαλμένα την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο της πρώτης αναιρεσίβλητης για την άσκηση της από 27-7-2012 αγωγής με την οποία αυτή ζήτησε την αναγνώριση της εικονικότητας της συσταθείσας μεταξύ τους ομόρρυθμης εταιρείας, ενώ με τον έκτο αναιρετικό λόγο και τον συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, αφενός τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 180 ΑΚ (αναφορικά με την από 27-7-2012 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης), δεχόμενο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες την εικονικότητα της εταιρικής σύμβασης και αφετέρου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 212, 216, 217, 218, 222, 223, 229, 231, παρ. 1, 238 και 361ΑΚ, 42 παρ.3 Εμπ.Ν και 3 Ν.3468/2006 (αναφορικά με την από 26-8-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος), δεχόμενο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες την εγκυρότητα της μεταβίβασης της εταιρικής του συμμετοχής στην ως άνω εταιρεία, λόγω μη πλαστογράφησης της υπογραφής του στα σχετικά έγγραφα.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι, Θ. Α. του Δ. και Μ. Η. του Χ., διατηρούσαν ήδη από το έτος 2006 στενές φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις, στα πλαίσια των οποίων η δεύτερη εξ αυτών είχε αναλάβει, ως οικονομολόγος και την επίβλεψη του λογιστηρίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.

ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΕΣ Α.Ε.", βασικός μέτοχος και Πρόεδρος του Δ.Σ. της οποίας ήταν τότε ο πρώτος εξ αυτών. Επίσης στο λογιστήριο της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας εργάστηκε ως υπάλληλος γραφείου για το χρονικό διάστημα από 1-8-2007 έως 12-2-2009 και η κόρη της Μ. Η., η διάδικος Ι. Ν. Τον Απρίλιο του έτους 2007, η ενάγουσα της Α' αγωγής - πρώτη των εναγομένων της Β' αγωγής, Μ.

Η., έχοντας αποφασίσει να επενδύσει σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και συγκεκριμένα να εγκαταστήσει ένα φωτοβολταϊκό πάρκο ισχύος 642 KW, σε αγροτεμάχιο κυριότητας του πατέρα της Χ. Η., ξεκίνησε κάποιες προπαρασκευαστικές ενέργειες για την υλοποίηση της συγκεκριμένης επένδυσης. Ειδικότερα, υπέβαλε, στο όνομα του πατέρα της, αποκλειστικού κυρίου τότε του 39 αγροτεμαχίου εμβαδού 17.300,00 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Δ/Δ Τούμπας του Δήμου Ευρωπού Νομού Κιλκίς, αιτήσεις προς τους αρμόδιους φορείς για την χορήγηση άδειας καταλληλόλητας του εν λόγω αγροτεμαχίου (σχ.

το με αρ. πρωτ. ...-2007 έγγραφο του Υπουργείου Πολιτισμού - ΙΣΤ' Εφορίας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, το με αρ. πρωτ. ...-2007 έγγραφο της 9ης Εφορίας βυζαντινών Αρχαιοτήτων και το με αρ. πρωτ. ...-2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Τ.Π.Π.Ε. Κιλκίς). Επίσης, ανέθεσε στην ετερόρρυθμη εταιρεία με τον διακριτικό τίτλο "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" και ήδη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ TEΛ Α.Ε.", τη μελέτη του έργου και την υποβολή φακέλου για την αδειοδότησή του στην ΡΑΕ (Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας).

Καθόσον, όμως, για την λήψη άδειας παραγωγής από την ΡΑΕ για το επίμαχο έργο, του οποίου ο προϋπολογισμός τότε είχε υπολογιστεί, ότι ανερχόταν στα 2.436.371,80 ευρώ, απαιτείτο ο εκάστοτε επενδυτής να έχει οικονομική φερεγγυότητα ανάλογη με την δυνατότητά του να (συν)εισφέρει στην επένδυση τουλάχιστον 18% του συνόλου αυτής, για τη δε ένταξη της επένδυσης στον αναπτυξιακό νόμο (Ν. 3299/2004, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το Ν. 3522/2006), όπως σκόπευε να πράξει η Μ.

Η., απαιτείτο ο επενδυτής να έχει οικονομική φερεγγυότητα, που να αποδεικνύει την δυνατότητά του να (συν)εισφέρει στην επένδυση τουλάχιστον 25% του συνόλου αυτής, προτάθηκε στην ενάγουσα, από τον τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο της παραπάνω εταιρείας Θ. Π., για την υλοποίηση και διαχείριση του έργου, η σύσταση εταιρείας, διότι το εν λόγω έργο αποτελούσε μεγάλη επένδυση και υπό εταιρικό σχήμα η διαχείρισή του θα ήταν πιο ευχερής και ευέλικτη σε σχέση με τη διαχείρισή του από φυσικό πρόσωπο και σε κάθε περίπτωση, θα είχε μεγαλύτερες πιθανότητες να επιτύχει την αδειοδότηση του έργου υπό εταιρικό σχήμα.

Για το λόγο αυτό και δεδομένης τότε της πολύ καλής φιλικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων της Α' αγωγής, ο Θ. Α., που είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, όπως και η αντίδικός του άλλωστε, και ακίνητη περιουσία, συμφώνησε να συμπράξει με την τελευταία στην σύσταση εταιρείας, ώστε να υποβληθεί στο όνομά της η σχετική αίτηση προς την ΡΑΕ.

Ακολούθως οι ως άνω διάδικοι, δυνάμει του από 18-7-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συνέστησαν μεταξύ τους ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "Α. Θ. - Η. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", με έδρα στην Καλλικράτεια Χαλκιδικής και δη σε μισθωμένο κατάστημα ιδιοκτησίας της Μ.

Η. Η διάρκεια της εταιρείας ορίστηκε επ' αόριστον και ο σκοπός της ήταν η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, οι υπηρεσίες παροχής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, η εμπορία ενέργειας, υπηρεσίες έρευνας και πειραματικής ανάπτυξης στην τεχνολογία του ηλεκτρισμού, ή κατασκευή δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, οι υπηρεσίες εκπόνησης ενεργειακών μελετών και η συμμετοχή σε εταιρείες ενέργειας που επιδιώκουν παρόμοιους σκοπούς.

Ουσιαστικά δε σκοπός της επίμαχης εταιρείας ήταν η εγκατάσταση και εκμετάλλευση του προπεριγραφόμενου φωτοβολταϊκού πάρκου ισχύος 0,64 Μ\Ν στο 39 αγροτεμάχιο, εκτάσεως 17.300 τ.μ. που βρίσκεται στο Δ.Δ. Τούμπας του Δήμου Ευρωπού Νομού Κιλκίς, το οποίο ανήκε κατά τον ανωτέρω χρόνο στον πατέρα της διαδίκου Μ.

Η. Χ. Η., όπως προαναφέρθηκε, και στην συνεχεία, δυνάμει του ...-2007 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Γουμένισσας Ι. Γ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στην κυριότητα της Μ. Η., η οποία με τη σειρά της το εκμίσθωσε στην επίμαχη ομόρρυθμη εταιρεία έναντι μισθώματος 100 ευρώ ετησίως. Το εταιρικό κεφάλαιο συμφωνήθηκε να ανέλθει στο ποσό των 10.000,00 ευρώ, το οποίο, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους δεν καταβλήθηκε.

Η συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη και στις ζημίες της εταιρείας συμφωνήθηκε σε ποσοστό 50% για έκαστο εξ αυτών, διαχειριστές και εκπρόσωποι αυτής ορίστηκαν και οι δύο συνεταίροι, οι οποίοι ενεργώντας είτε από κοινού, είτε χωριστά ο καθένας, θα μπορούσαν να δεσμεύουν την εταιρεία, ενώ ταμίας αυτής ορίστηκε η Μ.

Η.. Ακολούθως υποβλήθηκε στις 2-8-2007 η με αριθμό πρωτοκόλλου Γ-02574 αίτηση της εταιρείας "Μ. Η. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" προς την ΡΑΕ για την αδειοδότηση τού έργου. Εντούτοις, η διαδικασία, που διεπόταν από το Ν. 3468/2006, προσωρινά σταμάτησε από την ΡΑΕ, υπό την αναμονή νέου νομοθετικού πλαισίου για τις εν λόγω επενδύσεις και τελικά, μέχρι και την έναρξη ισχύος του Ν. 3851/2010 (ΦΕΚ 85/Α/04-06-2010), με αποτέλεσμα να χαθεί οριστικά η δυνατότητα ένταξης του έργου στον ισχύοντα τότε αναπτυξιακό νόμο, προκειμένου να επιδοτηθεί η εκτέλεσή του, καθόσον δεν είχε εκδοθεί τελικά σχετική άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στον απαιτούμενο χρόνο για την ένταξη του έργου στο νόμο αυτό (σχ.

η προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα της υπό στοιχείο Α αγωγής από 28-7-10 βεβαίωση της ΡΑΕ). Επίσης αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά την αλλαγή του νομικού πλαισίου για την αδειοδότηση του επίμαχου έργου με την δημοσίευση του Ν. 3851/2010 (ΦΕΚ85/Α/4-6-2010) και δυνάμει του από 22-6-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης Ο.Ε. - αποχώρησης εταίρου και αλλαγής επωνυμίας, που δημοσιεύτηκε με ενέργειες της Μ.

Η. στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με αύξοντα αριθμό ...-2010, έλαβε χώρα αποχώρηση του Θ. Α. από την εταιρεία, με ταυτόχρονη μεταβίβαση του ποσοστού του 50% που ανήκε σε αυτόν, στην Μ. Η. κατά ποσοστό 48% και στην κόρη της Ι. Ν. κατά ποσοστό 2%, ενώ τροποποιήθηκε και η επωνυμία της εταιρείας σε "Μ. Η. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.". Στην συνέχεια, η Μ.

Η. εκμίσθωσε το ως άνω αγροτεμάχιό της στην ομόρρυθμη εταιρεία "Μ. Η. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." δυνάμει του ...-2010 συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτου του συμβολαιογράφου Γουμένισσας Ι. Κ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γουμένισσας στον Τόμο 385 και αύξοντα αριθμό 100 και επανεκκίνησε, ως διαχειρίστρια και εκπρόσωπος της νέας ουσιαστικά ομόρρυθμης εταιρείας, όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την ολοκλήρωση της εκκρεμούς από το έτος 2007 αδειοδότησης του επίμαχου έργου εγκατάστασης του φωτοβολταϊκού συστήματος στο ως άνω 39 αγροτεμάχιο στην Τούμπα του Ν.

Κιλκίς. Τελικά, υπεγράφησαν στις 29-7-2011 μεταξύ της "νέας" εταιρείας και της "ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ" σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας και στις 13-10-2011 μεταξύ της ίδιας και της "ΔΕΗ ΑΕ" σύμβαση κατασκευής έργων σύνδεσης με το δίκτυο, ενώ το κόστος για το έργο ανήλθε τελικά περί το ποσό των 1.100.000 ευρώ, για την εν μέρει κάλυψη του οποίου η Μ.

Η. έλαβε δάνειο ποσού 500.000 ευρώ από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι το έργο αυτό το ξεκίνησε ατομικά και για δικό της λογαριασμό της η Μ. Η., η οποία ως οικονομολόγος που δραστηριοποιούνταν στην παροχή υπηρεσιών μεταξύ άλλων και επενδυτικών προγραμμάτων, διαβλέποντας από την εμπειρία της ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούσαν μία συμφέρουσα από άποψη απόδοσης, σε βάθος 25ετίας, επένδυση, και έχοντας την οικονομική επιφάνεια (βλ.

σχ. τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες βεβαιώσεις διαφορών τραπεζών στις οποίες διατηρούσε καταθέσεις την επίμαχη περίοδο η εν λόγω διάδικος), καθώς και πρόσφορη για την εγκατάσταση του έργου ακίνητη περιουσία, απευθύνθηκε στην εταιρεία "ΕΓΝΑΓΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" για την πραγματοποίηση του εν λόγω έργου.

Η σύσταση δε στην συνέχεια, της παραπάνω προσωπικής εταιρίας μεταξύ αυτής και του Θ. Α. ήταν εικονική και η συμμετοχή του Θ. Α., ο οποίος επίσης είχε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, σε αυτήν, καθαρά τυπική, δίχως να συνοδεύεται από πραγματική βούληση ενασχόλησής του με την δραστηριότητα της εικονικής εταιρείας, καθώς είχε συμφωνήσει να συμπράξει με την ήδη αντίδικό του στην σύσταση εταιρείας, χαριστικά και χωρίς καμία επιβάρυνσή του οικονομική, όπως αποδείχθηκε και θα αναφερθεί στην συνέχεια.

Αμφότεροι δε οι αντισυμβαλλόμενοι τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας αυτής, αφού ο μοναδικός λόγος που είχαν προχωρήσει στην ίδρυση της εν λόγω εταιρείας ήταν η επίτευξη της επιδότησης και της αδειοδότησης του συγκεκριμένου, υψηλού προϋπολογισμού, έργου, υποκρυπτόταν δε υπό το εταιρικό αυτό σχήμα (άρθρο 138 παρ. 2 ΑΚ) ατομική επιχείρηση της Μ.

Η. Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε ίδια γνώση περί της εικονικότητας της εταιρείας και ήταν παρών στην συζήτηση, κατά την οποία ο Θ. Α. πρότεινε ο ίδιος να βοηθήσει την ενάγουσα της Α' αγωγής, χαριστικά, στη σύσταση εταιρείας, όπως την είχαν συμβουλέψει να πράξει από την μελετητική εταιρεία που είχε αναλάβει το έργο, ενώ δεν αποδείχθηκε κάτι αντίθετο από τις υπόλοιπες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου θεμελιώνεται επιπλέον και στα παρακάτω αναμφισβήτητα γεγονότα και στοιχεία που αποδείχθηκαν και ειδικότερα στα εξής: Η επίμαχη ομόρρυθμη εταιρεία συστάθηκε, αφού είχαν γίνει ήδη οι απαραίτητες ενέργειες εκ μέρους της Μ. Η. για την υλοποίηση του έργου, μέσω της "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" και λίγο πριν την από την υποβολή της αίτησης αδειοδότησης και όχι μετά την σύσταση της εταιρείας, όπως ισχυρίζεται ο Θ.

Α. στην Β' αγωγή του (σελ, 2, παρ 1.2), καθώς αποδείχθηκε ότι εντός μία εβδομάδας από την σύσταση της εταιρείας κατατέθηκε στην ΡΑΕ ο φάκελος για την αδειοδότηση του έργου, που περιλάβανε πληθώρα εγγράφων, που είχαν ήδη εκδοθεί πριν από την σύσταση της εταιρείας από διάφορες δημόσιες αρχές. Κατά τα διδάγματα όμως της κοινής πείρας, αν υπήρχε πρόθεση για την από κοινού υλοποίηση ενός τόσο μεγάλου έργου, θα ήταν λογικό, πρώτα να έχει συσταθεί η εταιρεία και στη συνέχεια, αμφότεροι οι εταίροι, να επιλέξουν το ττροσήκον ακίνητο και να προβούν από κοινού στις ενέργειες, στις οποίες θα προέβαιναν για την υλοποίηση αυτού και στην ανάθεσή του σε σχετική μελετητική εταιρεία, όπως ισχυρίζεται μάλιστα ο Θ.

Α. ότι είχε πράγματι συμβεί, χωρίς όμως, να αποδεικνύεται από την πορεία των πραγματικών γεγονότων που έλαβαν χώρα. Επίσης αποδείχθηκε, ότι δεν καταβλήθηκε η προβλεπόμενη στο καταστατικό εισφορά των εταίρων, που είχε μάλιστα καθοριστεί μόλις στο ποσό των 10.000 ευρώ, ενώ σκοπός της εταιρείας φερόταν να είναι η εκμετάλλευση έργου προϋπολογισμού τότε άνω των 2.000.000 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε, ούτε και ανοίχθηκε ποτέ τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα της εταιρείας, όπως είχε προβλεφθεί στο καταστατικό (όρος 7 αυτού).

Ακόμη, καθορίστηκε μίσθωμα εικονικό για τη χρήση του 39 αγροτεμαχίου της ενάγουσας στην Α' αγωγή, ανερχόμενο μόλις στο ποσό των 100 ευρώ ετησίως, που δεν καταβλήθηκε ποτέ από την εταιρεία, όπως και το μίσθωμα της έδρας της, που καθορίστηκε εικονικά στο ποσό των 20 ευρώ μηνιαίως, που επίσης δεν καταβλήθηκε ποτέ στην ενάγουσα, στην οποία ανήκε ο χώρος που μισθώθηκε.

Όλες δε οι δαπάνες για την ολοκλήρωση του φακέλου του έργου από την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ", αλλά και οι δημοσιεύσεις της συσταθείσας εταιρείας έγιναν αποκλειστικά με ενέργειες και με δαπάνες της Μ. Η., ενώ ο Θ. Α., άλλοτε ισχυρίζεται ότι πράγματι δεν κατέβαλε κανένα ποσό στην εταιρεία αυτή (στην από 14-9-2014 προσθήκη - αντίκρουση, στη συνέχεια των από 11-10-2014 αρχικών προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως εναγόμενος στην Α' αγωγή), άλλοτε ότι κατέβαλε την εισφορά του (στην υπό στοιχείο Β' αγωγή σελ. 2 1.1), άλλοτε ότι κατέβαλε το ποσό των 1.000 ευρώ (4676+4891/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σελ. 10) ή των 1.500 ευρώ ή και των 2.000 ευρώ, όπως κατέθεσε ο γιος του Δ.

Α. (σχ. η 4676+4891/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σελ. 12). Επίσης, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε πραγματική ενασχόληση και εμπλοκή του Θ. Α. στην δραστηριότητα της εταιρείας, ούτε και ο ίδιος επικαλέστηκε στο μακρύ δικαστικό αγώνα που ανοίχθηκε μεταξύ των διαδίκων σε πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, ότι διενήργησε πράξεις διαχείρισης, χρηματοδότησης ή έστω εποπτείας και ελέγχου της ομόρρυθμης εταιρείας, ούτε και απευθύνθηκαν από κοινού με την αντίδικό του για το εν λόγω έργο στην "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" (βλ.

και την από 28.11.12 ένορκη εξέταση της μάρτυρα Σ. Χ., υπεύθυνης των μελετών στην "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ", που δόθηκε στο πλαίσιο ποινικής προδικασίας ενώπιον της Πταισματοδίκη Βασιλικών). Μάλιστα, στις από 30-7-2007 υπεύθυνες δηλώσεις των δύο διαδίκων προς την ΡΑΕ, με θεώρηση του γνησίου των υπογραφών τους, η μεν ενάγουσα αναφέρεται ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας, ο δε εναγόμενος ως μέτοχος, μολονότι ήταν επίσης νόμιμος εκπρόσωπος και συνδιαχειριστής, βάσει του καταστατικού της εταιρείας, γεγονός που επίσης επιρρωνύει την κρίση περί της εικονικής συμμετοχής του Θ.

Α. στην επίμαχη εταιρεία. Τα ανωτέρω εξάλλου δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη στο καταστατικό της ομόρρυθμης εταιρείας, ότι απαιτούνταν η από κοινού σύμπραξη των δύο μελών - διαχειριστών για τη λήψη τραπεζικών δανείων για λογαριασμό της εταιρείας, διότι ο σχετικός όρος τέθηκε επίσης φαινομενικά, με βάση τα υπάρχοντα κυκλοφορούντα υποδείγματα συμφωνητικών σύστασης ομόρρυθμης εταιρείας, η δε ύπαρξή του συνάδει σε κάθε περίπτωση με το αληθοφανές της σύστασης εταιρείας, όπως επιδιώκονταν από τα μέρη, έναντι των τρίτων.

Σε κάθε περίπτωση η εταιρεία δεν έλαβε κανένα δάνειο μέχρι και την τυπική (φαινομενική) αποχώρηση του Θ. Α. από αυτή. Ούτε το γεγονός ότι ο εναγόμενος επισκέφτηκε μαζί με την ενάγουσα το επί της Βασιλίσσης Όλγας στη Θεσσαλονίκη υποκατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς, όπου γνώριζε προσωπικά ο Θ. Α. τον διευθυντή αυτού, Χ.

Ξ. (ενόρκως βεβαιώσαντα για λογαριασμό του), προκειμένου να ενημερωθεί η Μ. Η. για τις δυνατότητες λήψης τραπεζικού δανείου για την εν λόγω επένδυση, αναιρεί την κρίση περί εικονικότητας της εταιρείας, δεδομένου ότι στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε σοβαρή πρόθεση λήψης δανείου εκ μέρους της για την εκτέλεση του έργου, ούτε υπήρξε κάποια συμφωνία με οποιαδήποτε τράπεζα σχετικά, την επίμαχη τότε περίοδο, αλλά πρωτίστως επιδιώκονταν η επιδότηση αυτού, δικαιολογείται δε πλήρως η παρουσία του αντιδίκου της μαζί της στην Τράπεζα Πειραιώς, με την οποία δεν συνεργαζόταν η ενάγουσα, λόγω της μεταξύ τους φιλικής σχέσης και της αρωγής, που της είχε υποσχεθεί ο εναγόμενος στην Α' αγωγή για την ευόδωση της επένδυσής της.

Συνεπώς, αποδείχθηκε πλήρως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η επίμαχη ομόρρυθμη εταιρεία που συστάθηκε μεταξύ των διαδίκων ήταν εικονική, καθώς καταρτίστηκε κατά τα φαινόμενα μόνον και συνεπώς, ήταν άκυρη και λογίζεται ως μη γενόμενη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και στην παραπάνω νομική σκέψη. Η ενάγουσα εξάλλου είχε και έχει έννομο συμφέρον, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της εν λόγω εταιρείας, καθώς ο εναγόμενος αμφισβητεί την ακυρότητα αυτής λόγω εικονικότητας και εγείρει αξιώσεις σε βάρος της, ως προς την αξία και τα κέρδη της από την εταιρική του συμμετοχή σε αυτή. Ως εκ των ανωτέρω, πλήρως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως ότι η επίμαχη ομόρρυθμη εταιρεία μεταξύ των παραπάνω διαδίκων ήταν εικονική και συνεπώς, άκυρη και ότι ή ενάγουσα έχει έννομο συμφέρον για την επιδίωξη δικαστικά της αναγνώρισης αυτής και έκανε δεκτή την Α' αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, έστω και με ελλιπέστερη αιτιολογία, ή οποία παραδεκτά συμπληρώνεται με τις αιτιολογίες της παρούσας (....), ορθά έκρινε και είναι αβάσιμοι οι συναφείς λόγοι της έφεσης του Θ. Α. ως προς αυτήν την αγωγή εναντίον του.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο τέλος του θέρους του έτους 2009 επήλθε διακοπή των φιλικών και επαγγελματικών σχέσεων των διαδίκων της Α' αγωγής, όπως και οι δύο ως άνω διάδικοι συνομολογούν. Ενόψει δε του ότι η ενάγουσα αφενός εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται για την εν λόγω επένδυση που εκκρεμούσε στην ΡΑΕ, εν αναμονή του νέου νομοθετικού πλαισίου και αφετέρου είχε απωλεσθεί οριστικά η δυνατότητα επιδότησης του έργου με την ένταξή του σε αναπτυξιακό νόμο, λόγω της καθυστέρησης της αδειοδότησης από την ΡΑΕ, που είχε παγώσει τις διαδικασίες και συνεπώς, δεν είχε πλέον νόημα η εμφάνιση εταίρου με οικονομική επιφάνεια, για την υλοποίηση του έργου, δρομολόγησε αυτή τις διαδικασίες και για την τυπική αποχώρηση του εναγόμενου στην Α' αγωγή από την εταιρεία.

Στο πλαίσιο αυτό συνέταξε τα απαραίτητα έγγραφα για την τροποποίηση του καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρείας, με την αποχώρηση του Θ. Α. από αυτή και την ταυτόχρονη εικονική μεταβίβαση του ποσοστού του 50% στην ίδια, κατά ποσοστό 48%, και στην κόρη της Ι. Ν., κατά ποσοστό 2%, καθώς και την αλλαγή της επωνυμίας της εταιρείας σε "Μ.

Η. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ". Συγκεκριμένα, συναντήθηκαν οι διάδικοι περί τα μέσα Ιανουαρίου του έτους 2010, στη Θεσσαλονίκη, όπου συζήτησαν την αποχώρησή του από την εικονικά συσταθείσα εταιρεία και του παρέδωσε η ενάγουσα τα εξής έγγραφα: α) Το χωρίς ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρίας, εις τριπλούν, υπογεγραμμένο ήδη από την ίδια (Μ.

Η.) και την κόρη της (Ι. Ν.), β) τρία ανυπόγραφα αντίγραφα της δήλωσης προσδιορισμού φορολογητέας αξίας για την μεταβίβαση του εταιρικού του μεριδίου, γ) δύο εξουσιοδοτήσεις προς την ίδια για να δηλώσει την αποχώρησή του από την εταιρία και δ) το με ημερομηνία 18.07.07 ιδιωτικό συμφωνητικό - αντέγγραφο, στο οποίο αναφερόταν ότι η συμμετοχή του στην εταιρία δεν ήταν ουσιαστική, αλλά τυπική.

Στο συμφωνητικό τροποποίησης δεν τέθηκε ημερομηνία από την Μ. Η., για το λόγο ότι αναμένονταν η θέση σε ισχύ του νέου νομοθετικού πλαισίου, όπως προαναφέρθηκε, και προκειμένου να προχωρήσει η ΡΑΕ στην αδειοδότηση αυτού, σκόπιμο θα ήταν να μην αλλάξει η μορφή της εταιρείας, υπό την οποία είχε υποβληθεί η αίτηση, όπως την συμβούλεψαν από την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ", γεγονός για το οποίο και ενημερώθηκε ο αντίδικός της, όπως αποδείχθηκε.

Επίσης, η σύνταξη αντεγγράφου το πρώτον τότε με προχρονολογημένη ημερομηνία σύνταξης, μάλιστα, κρίθηκε σκόπιμο να γίνει από την ίδια διάδικο, διότι τότε που συστήθηκε η εταιρεία υπήρχε εμπιστοσύνη και αγαστή συνεργασία μεταξύ των δύο αυτών διαδίκων και δεν ετίθετο θέμα διασφάλισης της ενάγουσας περί της εικονικότητας της σύστασης της εταιρείας, πλην όμως μετά την οριστική και σε εχθρικό κλίμα, πλέον, διάρρηξη των σχέσεών τους, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε φιλικό επίπεδο, ανέκυψε το πρώτον, μεταγενέστερα, η ανάγκη της διασφάλισής της έναντι του αντιδίκου της.

Τα εν λόγω έγγραφα, πλην των 64 και 65 δηλώσεων προσδιορισμού φορολογητέας αξίας της εταιρικής μερίδας, ως προς τις οποίες, καθότι θα έφεραν και τις υπογραφές των Μ. Η. και Ι. Ν., η θεώρηση του γνησίου των υπογραφών έπρεπε να γίνει ταυτόχρονα για όλους τους υπογράφοντες, επιστράφηκαν υπογεγραμμένα στην Μ. Η.

Ακολούθως επισκέφθηκαν και οι τρεις μαζί το ΚΕΠ Νέας Καλλικράτειας στις 4-2-2010, προκειμένου να θεωρηθεί το γνήσιο των υπογραφών τους επί των 64 και 65 δηλώσεων προσδιορισμού φορολογητέας αξίας. Η θεώρησή του γνησίου των υπογραφών έλαβε χώρα ενώπιον της τότε υπαλλήλου του ΚΕΠ Ν. Καλλικράτειας Ε. Ε. Β. - τρίτης των εναγομένων της Β' αγωγής - στις 4-2-2010, έγινε δε αυτή, στις δύο δηλώσεις προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας της εταιρικής συμμετοχής του Θ.

Α., όπως αποδείχθηκε, κατά παράβαση των οριζόμενων στα άρθρα 3 και 11 του Ν. 2690/1999 σε συνδυασμό με τα άρθρα 16 του Ν. 3345/2005 και 17 του Ν. 3448/2006, αφού η θέση σε αυτά της επίμαχης υπογραφής του Θ. Α., δεν έλαβε χώρα ενώπιον της, παρά μόνο προσκομίστηκαν οι δηλώσεις ήδη υπογεγραμμένες από αυτόν. Επίσης, παρότι υπέγραψαν δύο πρόσωπα σε εκάστη δήλωση, υπάρχει μία μόνο θεώρηση του γνησίου της υπογραφής, χωρίς αναγραφή των στοιχείων της αστυνομικής ταυτότητας του υπογράφοντος, καθώς χρησιμοποιήθηκε σε αυτές σφραγίδα παλαιού τύπου, που ακόμη χρησιμοποιούνταν στο εν λόγω ΚΕΠ (βλ.

σχετικά και το σκεπτικό της 4301/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σελίδα 29η). Ο Θ. Α. αρνείται τη φυσική του παρουσία την συγκεκριμένη ημέρα (4-2-2010) στο ΚΕΠ Ν. Καλλικράτειας, πλην όμως την παρουσία του εκεί μαζί με τις, Μ. Η. και Ι. Ν., επιβεβαίωσαν οι μάρτυρες Σ. Β. και Ε. Γ., που βρίσκονταν επίσης στο εν λόγω ΚΕΠ, την ίδια ημέρα και γνωρίζουν αμφότεροι προσωπικά τον Θ.

Α. Επίσης, την παρουσία του Θ. Α. στο ΚΕΠ Νέας Καλλικράτειας επιβεβαίωσε και η σύζυγος του δεύτερου ως άνω μάρτυρα, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, καθώς σε βάρος των παραπάνω δύο μαρτύρων και κατόπιν σχετικής μήνυσης του Θ. Α., ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα όπως και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα σε βάρος της Μ.

Η. Επί των κατηγοριών δε αυτών σε βάρος των ανωτέρω προσώπων εκδόθηκε η ήδη αμετάκλητη 4301/2017 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού κρίθηκε ότι όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες ήταν αληθή. Ακολούθως, ο Θ. Α. αμφισβήτησε την παρουσία της υπαλλήλου Ε. Β. στο ΚΕΠ Νέας Καλλικράτειας, προσκομίζοντας το πρώτον, παραδεκτά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το με αριθ.

πρωτοκόλλου 37043/15-10-2012 έγγραφο του Δήμου Νέας Προποντίδας, όπου αναφέρεται ότι η εν λόγω υπάλληλος στις 4 και 5/2/2010 είχε λάβει αναρρωτική άδεια. Ωστόσο, αποδείχθηκε πλήρως στο Δικαστήριο ότι η υπογραφή της εν λόγω υπαλλήλου στις επίμαχες δηλώσεις, όπως και στην εξουσιοδότηση της Ι. Ν. προς τη μητέρα της, που θεωρήθηκε για το γνήσιο της υπογραφής την ίδια ημέρα, από την ίδια υπάλληλο, όπου μάλιστα χρησιμοποιήθηκε εκεί η σωστή σφραγίδα για τη θεώρηση, που δεν αμφισβητεί ο Θ.

Α., είναι γνήσιες και δεν έχουν πλαστογραφηθεί (βλ. και σελίδες 50 και 78 στην υπ' αριθ. 46/2020 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης) και συνεπώς δεν τίθεται περίπτωση, να μη βρισκόταν στο ΚΕΠ Νέας Καλλικράτειας, την ημέρα εκείνη, η Ε. Β. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει της αδιαμφισβήτητης γνησιότητας της υπογραφής της στα επίμαχα έγγραφα, αποδεικνύεται αληθής η εξήγηση, που δίδεται από την ίδια σχετικά, ότι προφανώς είχε πάει στο ΚΕΠ το πρωί για να εργαστεί, αλλά έφυγε αργότερα, πριν τη λήξη του ωραρίου της, διότι υπέφερε από κρίσεις άσθματος και υπήρχε καπνός στο χώρο εργασίας της, που επιδείνωνε την κατάσταση της υγείας της (βλ.

σχ. και τις προσκομιζόμενες από την εν λόγω διάδικο από 13-2-2009, 3-3-2010, 17-2-2010 και 1-5-2010 ιατρικές γνωματεύσεις). Μάλιστα δε, ενώ σε άλλες περιπτώσεις αναρρωτικής άδειας που είχε λάβει η Ε. Β. προσκόμιζε ιατρικά έγγραφα, για την επίμαχη ημέρα και την επόμενη ημέρα, που απουσίασε από την εργασία της έλαβε αναρρωτική άδεια με υπεύθυνη δήλωσή της (σχ.

το 37043/15-10-2012 έγγραφο του Δήμου Προποντίδας Χαλκιδκής), όπερ επιρρωνύει τον ισχυρισμό της, ότι μετέβη στην εργασία της και αποχώρησε στην συνέχεια για τον παραπάνω λόγο. Ο Θ. Α. τόσο ως εναγόμενος στην Α' αγωγή όσο και ως ενάγων στην Β' αγωγή, αμφισβητεί την γνησιότητα των υπογραφών, που φέρουν όλα τα παραπάνω έγγραφα και περαιτέρω ισχυρίζεται - στην αγωγή του - ότι αυτά έχουν πλαστογραφηθεί από την Μ.

Η. ή από τρίτο πρόσωπο κατ' εντολή της. Όπως δε αποδείχθηκε, οι επίμαχες υπογραφές κατ' αρχάς έχουν χαραχθεί από το ίδιο άτομο, δεδομένου ότι παρουσιάζουν όμοια εικόνα και γραφολογικά χαρακτηριστικά. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουν με βεβαιότητα όλοι οι δικαστικοί γραφολόγοι, που συνέταξαν εκθέσεις για την υπό κρίση υπόθεση, όπως και η πραγματογνώμονας που διορίστηκε από το παρόν Δικαστήριο.

Όλες δε οι αμφισβητούμενες υπογραφές αποδείχθηκε ότι δεν έχουν τεθεί από τον Θ. Α., αλλά έχουν χαρακτεί από τρίτο πρόσωπο, με την μέθοδο της ελεύθερης ή από μνήμης χάραξη. Τούτο δε, διότι σε αυτές διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφοροποιήσεις με τις γνήσιες υπογραφές αυτού, μεταξύ άλλων (βλ. αναλυτικά σελ. 42 και 43 της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Δ.

Β.), ως προς τη δομική μορφολογία τους (εναρκτήριο μόρφωμα, κεντρικό τμήμα και ληκτική παράφα), τους γραφικούς χρόνους, καθώς οι επίμαχες έχουν τεθεί σε πέντε γραφικούς χρόνους αντί για δύο χρόνους, που τίθενται οι γνήσιες υπογραφές του Θ. Α. και δεν έχουν αυθόρμητη - συνεχιζόμενη γραφική συνέχεια, αλλά χαράσσονται αργά, σε μία προσπάθεια απομίμησης της γνήσιας υπογραφής του Θ.

Α. Μεταξύ δε των αμφισβητούμενων και μη αμφισβητούμενων υπογραφών του τελευταίου, όπως είναι η υπογραφή αυτού στο από 18-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης της επίμαχης εταιρείας (δημοσιευμένο στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό 3090/20.07.07), η γνησιότητα της οποίας συνομολογείται από όλους τους διαδίκους, παρατηρούνται διαφορές, που επιβεβαιώνουν πλήρως το συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγει τόσο η διορισμένη από το παρόν Δικαστήριο πραγματογνώμονας, όσο και ο διορισμένος από τον Ανακριτή Θεσσαλονίκης πραγματογνώμονας Δ.

Σ. και το οποίο συνίσταται στο ότι οι τεθείσες στα επίμαχα έγγραφα υπογραφές (ήτοι στο με φερόμενη ημερομηνία 22.06.10 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρίας και στις με αριθμούς 64 και 65 δηλώσεις προσδιορισμού φορολογητέας αξίας) δεν έχουν χαραχθεί από τον Θ. Α.. Επίσης, στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν, με βεβαιότητα, και οι γραφολόγοι Α.

Ι. και Π. Τ. Η κρίση του Δικαστηρίου για τα παραπάνω δεν αναιρείται α) από τα όσα αναφέρει στην από 21-6-2012 γνωμάτευσή της η διορισθείσα, από τις δυο πρώτες των εναγόμενων στην Β' αγωγή, γραφολόγος Μ. Φ. - Ξ., η οποία αν και αποδίδει τις συγκεκριμένες υπογραφές στο ίδιο άτομο που υπέγραψε, ως Θ. Α., και το από 18-72-007 ιδιωτικό συμφωνητικό - αντέγγραφο και τις δύο εξουσιοδοτήσεις προς την Μ.

Η., δεν αναφέρει, πέραν αμφιβολίας, ότι αυτές έχουν χαραχθεί από τον ίδιο τον Θ. Α. και β) από τα όσα αναφέρει στην από 20-8-2013 γνωμάτευσή της ή διορισθείσα από την τρίτη των εναγόμενων, στην Β' αγωγή, γραφολόγος Ε. Α., η οποία συμπεραίνει, κατά υψηλή πιθανολόγηση, όμως, και όχι κατά βεβαιότητα, ότι οι υπό αμφισβήτηση υπογραφές έχουν χαραχθεί από το ίδιο άτομο, που έχει υπογράψει ως Θ.

Α. στο από 18-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας. Από την άλλη πλευρά ωστόσο, η χάραξη των επίδικων υπογραφών δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε στις Μ. Η. και Ι. Ν., καθόσον οι εν λόγω υπογραφές έχουν σχηματισμό ξένο προς την υπογραφική συνήθεια των τελευταίων, όπως επισημαίνουν ο γραφολόγος Δ.

Σ. (βλ. σελ. 18-20 της από 26-5-2015 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του) και η γραφολόγος Μ. Φ. - Ξ. (βλ. σελ. 30 της από 21-6-2012 γραφολογικής γνωμάτευσης της). Για το λόγο δε αυτό για την ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος όλων των εναγόμενων στην Β' αγωγή για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος και της άμεσης συνέργειας στις εν λόγω πράξεις, κατόπιν της από 8-5-2012 μηνυτήριας αναφοράς του Θ.

Α., εκδόθηκε το αμετάκλητο ήδη 365/2016 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Επίσης, κατόπιν της από 8-6-2016 έγκλησης του Θ. Α. κατά της Μ. Η. και της υπαλλήλου Α. Τ., που θεώρησε επίσης το γνήσιο της υπογραφής του Θ. Α. στις δύο εξουσιοδοτήσεις προς τις δύο πρώτες εναγόμενες, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους για τις πράξεις τις πλαστογραφίας μετά χρήσης, της ψευδούς βεβαίωσης, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και της χρήσης ψευδούς βεβαιώσεως και εκδόθηκε η προαναφερόμενη αμετάκλητη επίσης 4676+4891 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ για την πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου σε βαθμό κακουργήματος που ασκήθηκε σε βάρος της Μ.

Η. για τα ίδια έγγραφα, εκδόθηκε το 114/2020 αμετάκλητο ήδη βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης. Πέραν δε των παραπάνω ποινικών αποφάσεων, που δεν δεσμεύουν δικονομικά κατ' αρχήν το παρόν Δικαστήριο, αποδείχθηκε πλήρως ότι οι επίμαχες υπογραφές στα ανωτέρω έγγραφα τέθηκαν από τρίτο πρόσωπο μεν, κατ' εντολή, όμως, του Θ.

Α. και όχι της Μ. Η., όπως διατείνεται ο αντίδικός της. Ειδικότερα, στην κρίση του αυτή καταλήγει το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του τα εξής: Όπως προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε πλήρως κατ' αρχάς ότι η ομόρρυθμος εταιρεία που είχε συσταθεί μεταξύ των διαδίκων δυνάμει του από 18-7-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού ήταν εικονική και συνεπώς, δεν μπορούν να απορρέουν από αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις τουλάχιστον μεταξύ των δύο αντισυμβαλλομένων.

Επίσης αποδείχθηκε πλήρως, ότι ο Θ. Α. επισκέφτηκε το ΚΕΠ Νέας Καλλικράτειας στις 4-2-2010 μαζί με τις δύο πρώτες εναγόμενες και συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος έθεσε την υπογραφή του στις επίμαχες 64 και 65 δηλώσεις προσδιορισμού φορολογητέας αξίας, οπωσδήποτε αυτές είχαν τεθεί σε προγενέστερο χρόνο από τρίτο πρόσωπο, εν γνώσει του Θ.

Α. που τις εγχείρισε ο ίδιος στην υπάλληλο Ε. Β. για τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και συνεπώς, γνώριζε ότι ήταν ήδη υπογεγραμμένες. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο Θ. Α. ενημερώθηκε για την απομάκρυνσή του από την εταιρεία, τρεις με τέσσερις μήνες μετά από την επίμαχη τροποποίηση του καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρείας, όπως με σαφήνεια προς τούτο κατέθεσε, κατά την ποινική προδικασία, ο μάρτυρας Μ.

Δ. - Προϊστάμενος της "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" (σχ. η από 28-11-12 ένορκη εξέταση μάρτυρα ενώπιον της Πταισματοδίκη Βασιλικών), και όχι τον Απρίλιο του έτους 2012, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, αφού κατά το έτος 2012 ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι επικοινώνησε μαζί του, ο δικηγόρος του Θ. Α., δηλαδή σε χρόνο, αφού η νέα εταιρεία είχε υπογράψει συμβάσεις με την ΔΕΣΜΗΕ και τη ΔΕΗ και είχε ξεκινήσει να λειτουργεί το έργο των φωτοβολταϊκών στο αγρόκτημα της Μ.

Η. Ο ισχυρισμός του δε ότι εφόσον είχε εμφανιστεί στο ΚΕΠ Νέας Καλλικράτειας και συνεπώς γνώριζε ότι είχε αποχωρήσει από την ομόρρυθμη εταιρεία και ως εκ τούτου δεν είχε λόγο να ενημερωθεί από την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" μεταγενέστερα, ομοίως δεν ευσταθεί, διότι όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, στο ιδιωτικό συμφωνητικό της αποχώρησής του από την εικονική ομόρρυθμη εταιρεία δεν είχε τεθεί ημερομηνία κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία, εν αναμονή της ψήφισης του νέου νομοθετικού πλαισίου και συνεπώς, είχε λόγο να ενημερωθεί περί του γεγονότος αυτού από την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ" και δεν ήταν άνευ νοήματος τούτο, όπως ισχυρίζεται στην έφεσή του.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ενώ είχε ενημερωθεί για την αποχώρισή του από την εταιρεία, ήδη από το έτος 2010, παρόλα αυτά δεν επέδειξε εμπράκτως εντός της διετίας, οπότε ξεκίνησαν οι δικαστικές διαμάχες μεταξύ των διαδίκων, κανένα ενδιαφέρον, για την πορεία της αδειοδότησης αυτού. Αντίθετα η αντίδικός του επικαιροποίησε όλα τα απαραίτητα δημόσια έγγραφα για την υποβολή τους εκ νέου στη ΡΑΕ και γενικά προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την υλοποίηση του έργου, δαπανώντας περί το ποσό των 50.000 ευρώ, για τον σκοπό αυτό, ενώ προχώρησε και σε δανεισμό ύψους 500.000 ευρώ για τη χρηματοδότησή του.

Η αδιαφορία δε του Θ. Α., που αποδείχθηκε πλήρως από τις ένορκες καταθέσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων Μ. Δ. και Σ. Χ., για την επίμαχη επένδυση, δικαιολογείται πλήρως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από το γεγονός ότι η συμμετοχή του στην αρχική ομόρρυθμη εταιρεία ήταν εικονική, όπως εικονική ήταν και η μεταβίβαση του ποσοστού του σε αυτή στις δύο πρώτες εναγόμενες στην υπό στοιχείο Β' αγωγή.

Η εκ των υστέρων δε αντίδρασή του έλαβε χώρα, διότι διαπίστωσε ότι η επένδυση τελικά υλοποιήθηκε και διαφαίνονταν η ύπαρξη κερδών από αυτή σε βάθος χρόνου.

Συνεπώς, αποδείχθηκε πλήρως στο Δικαστήριο ότι, παρόλο που οι υπό αμφισβήτηση υπογραφές δεν τέθηκαν από τον ίδιο τον Θ. Α., οπωσδήποτε δεν τέθηκαν αυτές εν αγνοία του, αλλά με τη συναίνεσή του από τρίτο πρόσωπο, που κατ' εντολή του τα υπέγραψε τα έγγραφα αυτά. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος της Β' αγωγής, διότι τα αναφερόμενα από αυτούς, ότι ο Θ.

Α. είχε συστήσει έγκυρη ομόρρυθμη εταιρεία με την Μ. Η., καθώς είχε μεγάλο ενδιαφέρον για τις επίμαχες επενδύσεις, καθώς κατείχε τόσο αυτός όσο και ο γιος του Δ. Α., που είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός, την τεχνογνωσία όσο και τα μέσα για τέτοιου είδους έργα, αναιρούνται από όλα τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, από τα οποίο αποδείχθηκε, ότι αυτός ουδέποτε κατά τα έτη 2007 -2012 επέδειξε ενεργό ενδιαφέρον για την επίμαχη επένδυση, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα επένδυσε σε τέτοια έργα, μολονότι είχε και τη οικονομική επιφάνεια να το πράξει και δικά του ακίνητα να χρησιμοποιήσει για το σκοπό αυτό.

Τέλος, η πλήρης δικανική πεποίθηση του Δικαστηρίου περί όλων όσων αποδείχθηκαν, δεν αναιρείται ούτε από την απαλλαγή του Θ. Α. από το ποινικό δικαστήριο για τις πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημίσεως, κατόπιν μηνύσεων σε βάρος του από τις αντιδίκους του, με την αιτιολογία ότι η συσταθείσα εταιρεία μεταξύ των δύο ως άνω διαδίκων ήταν έγκυρη και ότι οι υπογραφές στα επίμαχα έγγραφα είναι πράγματι πλαστές, διότι αποδεικνύεται πλήρως από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, ότι η επίμαχη ομόρρυθμη εταιρεία ήταν εικονική και ότι οι υπογραφές στα επίμαχα έγγραφα δεν τέθηκαν μεν από τον Θ.

Α. αλλά σε κάθε περίπτωση τέθηκαν από τρίτο πρόσωπο με την συναίνεση αυτού. Ως προς το τελευταίο μάλιστα, αποδείχθηκε ότι ο Θ. Α. συχνά εξουσιοδοτούσε τρίτα πρόσωπα, υπαλλήλους του, λογιστές του, τον δικηγόρο του ή τα τέκνα του να υπογράφουν γι' αυτόν, χρησιμοποιώντας κατ' απομίμηση τα τρίτα αυτά πρόσωπο άλλοτε την υπογραφή του και άλλοτε θέτοντας τυχαίες άσχετες χαράξεις, ακόμη και σε δημόσια έγγραφα, όπως διαπίστωσε σε πληθώρα εγγράφων, που της προσκομίστηκαν, η γραφολόγος που διορίστηκε ως πραγματογνώμονας από τον παρόν Δικαστήριο (βλ.

σελίδες 20-29 της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης), γεγονός που επιρρωνύει επίσης την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί της θέσης των υπογραφών του στα επίμαχα έγγραφα από τρίτο πρόσωπο, με την συναίνεσή του, καθώς επρόκειτο για πρακτική, που συχνά εφάρμοζε στην επαγγελματική ζωή του και δεν ήταν ξένη προς αυτόν.

Με βάση όλες τις παραπάνω σκέψεις και δεδομένου ότι αποδείχθηκε πλήρως, το μεν η ακυρότητα-λόγω εικονικότητας-της με το από 18-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό συσταθείσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Θ. - Η. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", αφετέρου δε ότι οι υπογραφές του Θ. Α., επί του με φερόμενη ημερομηνία 22- 6-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης του καταστατικού της εταιρίας "Α.

Θ.- Η. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε" και επί των 64 και 65 δηλώσεων προσδιορισμού φορολογητέας αξίας, δεν πλαστογραφήθηκαν από τις Μ. Η. και Ι. Ν., ούτε από τρίτο πρόσωπο που ενήργησε κατ' εντολή τους ως προς το γεγονός αυτό, αλλά τέθηκαν από τρίτο πρόσωπο με την συναίνεση του ενάγοντος στην Β' αγωγή, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, η Α' (με αριθμό κατάθεσης 24655/2012) αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α.

Θ. Η. Μ. &ΣΙΑ Ο.Ε.", από την οποία δεν απορρέουν δικαιώματα και δεν γεννώνται υποχρεώσεις σε βάρος τού εναγομένου, ενώ η Β' (με αριθμό κατάθεσης 26419/2012) αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο στην αυτή κρίση κατέληξε και απέρριψε την Β' αγωγή ως αβάσιμη, ενώ έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την A' αγωγή, όπως προαναφέρθηκε, έστω και με συνοπτικότερες αιτιολογίες, συμπληρουμένων των αιτιολογιών της, από αυτές της παρούσας (...) ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε τα δε περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα με τους λόγους της από 14-6-2018 έφεσης του Θ.

Α. είναι αβάσιμα. Επίσης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι οι επίμαχες υπογραφές του Θ. Α., στο συμφωνητικό τροποποίησης και στις 64 και 65 δηλώσεις προσδιορισμού φορολογητέας αξίας, τέθηκαν από τρίτο πρόσωπο με την συναίνεση του Θ. Α. και οι δηλώσεις ειδικότερα επί των οποίων έλαβε χώρα στις 4-2-2010 θεώρηση του γνησίου της υπογραφής αυτού από την τρίτη εναγόμενη, τότε υπάλληλο του ΚΕΠ Καλλικράτειας, προσκομίστηκαν σε αυτήν ήδη υπογεγραμμένες είναι ορθή και είναι αβάσιμοι οι λόγοι τόσο της από 9-9-2019 αντέφεσης των δύο πρώτων εναγομένων στην Β' αγωγή όσο και της από 3-9-2019 έφεσης της τρίτης εναγόμενης στην Β' αγωγή.

Κατόπιν τούτων και μη υπαρχόντων άλλων λόγων έφεσης στις υπό κρίση εφέσεις και στην αντέφεση, πρέπει να απορριφθούν αυτές ως κατ' ουσίαν αβάσιμες..".

Ι. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές (αναφορικά με την από 27-7-2012 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης), το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 138, 180 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόσθηκαν ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στις υπό στοιχεία Β και Γ μείζονες σκέψεις και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, η σύσταση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Θ. - Η. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε." μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης Μ. Η. και του αναιρεσείοντος Θ. Α., με αντικείμενο την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και συγκεκριμένα, την εγκατάσταση και εκμετάλλευση φωτοβολταϊκού πάρκου σε ακίνητο που περιήλθε στην κυριότητα της πρώτης αναιρεσίβλητης από τον πατέρα της, ήταν εικονική, υποκρύπτουσα ατομική επιχείρηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, διότι η συμμετοχή του αναιρεσείοντος σε αυτή, σε ποσοστό 50%, ήταν καθαρά τυπική, δίχως να συνοδεύεται από πραγματική βούληση ενασχόλησής του με τη δραστηριότητα της εικονικής εταιρείας, καθώς ο ίδιος, λόγω της τότε πολύ καλής φιλικής σχέσης τους, πρότεινε να βοηθήσει την Μ.

Η. χαριστικά και χωρίς καμία δική του οικονομική επιβάρυνση στη σύσταση της εταιρείας για την πιο ευχερή και ευέλικτη διαχείριση του έργου υπό εταιρικό σχήμα και για να υπάρχουν μεγαλύτερες πιθανότητες αδειοδότησης και ένταξης του εν λόγω έργου στον τότε ισχύοντα αναπτυξιακό νόμο με βάση τη μεγάλη οικονομική επιφάνεια και των δύο παραπάνω διαδίκων και αφού προηγουμένως, η ίδια η Μ.

Η., ούσα οικονομολόγος, είχε προβεί μόνη της σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την υλοποίηση αυτού του έργου μέσω της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ", λόγω δε της εν γνώσει και των δύο συμβαλλομένων διαδίκων εικονικότητας της εταιρικής σύμβασης, μετά τη σύσταση με αυτή της άνω εταιρείας :

δεν καταβλήθηκε η προβλεπόμενη στο καταστατικό εισφορά των εταίρων ούτε και ανοίχθηκε τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα της εταιρείας όπως είχε προβλεφθεί στο καταστατικό, καθορίστηκε μίσθωμα εικονικό για τη χρήση του ακινήτου της Μ. Η. ανερχόμενο μόλις στο ποσό των 100 ευρώ ετησίως, που ουδέποτε καταβλήθηκε από την εταιρεία, όπως και το μίσθωμα της εταιρικής έδρας, που καθορίστηκε εικονικά στο ποσό των 20 ευρώ μηνιαίως, που επίσης δεν καταβλήθηκε ποτέ στην πρώτη αναιρεσίβλητη, στην οποία ανήκε ο χώρος που μισθώθηκε, όλες οι ενέργειες για την ολοκλήρωση του φακέλου του έργου από την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ", αλλά και οι δημοσιεύσεις της συσταθείσας εταιρείας έγιναν αποκλειστικά με την επιμέλεια της Μ.

Η. και με δαπάνες της, ο δε αναιρεσείων ουδέποτε ενήργησε πράξεις διαχείρισης, χρηματοδότησης ή έστω εποπτείας και ελέγχου της ομόρρυθμης εταιρείας, ούτε και απευθύνθηκε από κοινού με την πρώτη αναιρεσίβλητη για το εν λόγω έργο στην "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ", ενώ ο όρος του καταστατικού της ως άνω εικονικής εταιρείας ότι απαιτούνταν η από κοινού σύμπραξη των δύο μελών διαχειριστών της για τη λήψη επ' ονόματι αυτής τραπεζικών δανείων τέθηκε από τους συμβαλλόμενους διαδίκους φαινομενικά για την ενίσχυση της αληθοφάνειας της εταιρείας προς τους τρίτους και ουδέποτε ενεργοποιήθηκε με τη λήψη κάποιου δανείου επ' ονόματι της εν λόγω εταιρείας.

Επίσης ορθά έκρινε το Εφετείο ότι για την αναγνώριση της ακυρότητας της εταιρείας αυτής, λόγω της εικονικότητας, έχει έννομο συμφέρον η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, καθώς ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων αμφισβητεί την εικονικότητα της εταιρικής σύμβασης και εγείρει σε βάρος της αξιώσεις ως προς την αξία και τα κέρδη του από την ως άνω εταιρική του συμμετοχή.

ΙΙ. Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές (αναφορικά με την από 26-8-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος), το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 212, 216, 217, 218, 222, 223, 229, 231 παρ. 1, 238 και 361ΑΚ, 42 παρ.3 Εμπ.Ν και 3 Ν.3468/2006, οι οποίες ορθά δεν εφαρμόστηκαν, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέες ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ανωτέρω υπό στοιχείο Δ μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, οι υπογραφές του αναιρεσείοντος, Θ. Α. επί του από 22-6-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης του καταστατικού της εταιρείας "Α. Θ. - Η. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε." και επί των υπ' αρ. 64 και 65/2010 δηλώσεων φόρου μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων, δυνάμει των οποίων φέρεται να μεταβιβάστηκε η τυπική (εμφανιζόμενη έναντι των τρίτων) εταιρική του συμμετοχή (50%), κατά ποσοστό 48% στην πρώτη αναιρεσίβλητη, Μ.

Η. και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 2% στην δεύτερη αναιρεσίβλητη, Ι. Ν. με ταυτόχρονη αλλαγή της επωνυμίας της εταιρείας σε "Μ. Η. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", δεν πλαστογραφήθηκαν από τις τελευταίες, ούτε από τρίτο πρόσωπο που ενήργησε κατ' εντολή τους προς τούτο, αλλά τέθηκαν από τρίτο πρόσωπο, που ενήργησε κατ' εντολήν του αναιρεσείοντος, κατά την πρακτική που αυτός συχνά εφάρμοζε στην επαγγελματική του ζωή.

Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα αυτό έγινε δεκτό ανελέγκτως από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι: α) κατά τη συνάντηση που είχαν οι διάδικοι στα μέσα Ιανουαρίου του έτους 2010 στη Θεσσαλονίκη, αφού συζήτησαν για την τυπική αποχώρηση του αναιρεσείοντος από την εικονικά συσταθείσα ως άνω εταιρεία, καθώς δεν είχε πλέον νόημα η εμφάνισή του ως εταίρου με οικονομική επιφάνεια, λόγω του ότι είχε απωλεσθεί οριστικά η δυνατότητα επιδότησης του έργου με ένταξή του σε αναπτυξιακό νόμο, η πρώτη αναιρεσίβλητη του παρέδωσε προς υπογραφή το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του καταστατικού της εταιρείας "Α.

Θ. - Η. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε", στο οποίο τότε δεν είχε τεθεί ημερομηνία εν αναμονή ψήφισης του νέου νομοθετικού πλαισίου, καθώς και τις προαναφερόμενες ανυπόγραφες δηλώσεις φόρου μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων, από τα οποία έγγραφα ο αναιρεσείων της επέστρεψε υπογεγραμμένο από τρίτο πρόσωπο, κατ' εντολήν του, το πρώτο, ενώ τις προαναφερόμενες δηλώσεις φόρου μεταβίβασης της εταιρικής του συμμετοχής τις εγχείρισε ο ίδιος στην τρίτη αναιρεσίβλητη, Ε.

Β., υπάλληλο, τότε, του ΚΕΠ Νέας Καλλικράτειας, όπου μετέβη μαζί με τις δύο πρώτες αναιρεσίβλητες, στις 4-2-2010, προς θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του, γνωρίζοντας ότι ήταν ήδη υπογεγραμμένες για λογαριασμό του από τρίτο πρόσωπο, που ενήργησε κατ' εντολήν του, β) η γενόμενη τελικά από την τρίτη αναιρεσίβλητη θεώρηση της υπογραφής του αναιρεσείοντος στα εν λόγω έγγραφα έλαβε χώρα, κατά παράβαση της νόμιμης διαδικασίας, αφού η θέση σε αυτά της επίμαχης υπογραφής δεν έγινε ενώπιόν της, καθώς τα έγγραφα της προσκομίστηκαν από τον αναιρεσείοντα υπογεγραμμένα, ενώ η τεθείσα σφραγίδα ήταν παλαιού τύπου, που ακόμη χρησιμοποιούνταν στο εν λόγω ΚΕΠ, στη συνέχεια δε, αμέσως μετά την αλλαγή του νομικού πλαισίου για την αδειοδότηση του επίμαχου έργου με τη δημοσίευση του Ν. 3851/4-6-2010 η πρώτη αναιρεσίβλητη συμπλήρωσε την ημερομηνία 22-6-2010 στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό αποχώρησης εταίρου και αλλαγής επωνυμίας της προαναφερθείσας εταιρείας, γεγονός για το οποίο και ενημερώθηκε ο αναιρεσείων από την "ΕΓΝΑΤΙΑ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ".

Επομένως, οι δεύτερος και έκτος αναιρετικοί λόγοι, καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΣΤ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντέστανσης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 279/2019).

Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε, χωρίς επίκληση από τις αναιρεσίβλητες, ότι οι υπογραφές του στο συμφωνητικό τροποποίησης της εταιρικής σύμβασης και εξόδου του από την εταιρεία "Α. Θ. - Η. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε.", καθώς και στις υπ' αρ. 64 και 65/2010 δηλώσεις φόρου μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων τέθηκαν από τρίτο πρόσωπο κατ' εντολήν του. Ωστόσο, τα παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό, καθώς συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία λόγω της πλαστογράφησης της υπογραφής του στα εν λόγω έγγραφα και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ως προκύψαντα από τις αποδείξεις στο πλαίσιο των αρνητικών ισχυρισμών, που προέβαλαν οι αναιρεσίβλητες προς αντίκρουση αυτής της αγωγής. Επομένως, τα επικαλούμενα ως άνω από τον αναιρεσείοντα δεν συνιστούν "πράγμα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη και δεν θεμελιώνουν την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Κατόπιν αυτών, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος είναι απαράδεκτοι.

Ζ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.

Ο όρος "πράγματα" και στην παρούσα περίπτωση του αριθμού 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 146/2022). Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη ότι, το συμφωνητικό τροποποίησης της εταιρικής σύμβασης και εξόδου του από την εταιρεία "Α.

Θ. - Η. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε." υπογράφηκε για λογαριασμό του από τρίτο πρόσωπο κατ' εντολήν του, καθώς και ότι υπ' αρ. 64 και 65/2010 δηλώσεις φόρου μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων προσκομίστηκαν από τον ίδιο στο ΚΕΠ Νέας Καλλικράτειας προς θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του, ήδη υπογεγραμμένες, κατ' εντολήν του, από τρίτο πρόσωπο.

Ωστόσο, τα επικαλούμενα ως άνω από τον αναιρεσείοντα δεν συνιστούν, όπως ήδη εκτέθηκε, αυτοτελή ισχυρισμό και συνεπώς, αφού δεν συνιστούν "πράγμα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω υπό στοιχεία ΣΤ μείζονα σκέψη, δεν θεμελιώνουν την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Η. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατά κανόνα, ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 155/2021). Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του (ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1294/2018).

Σύμφωνα δε, με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ, έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ίδιου Κώδικα, τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που συνέταξε το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιόν του (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 445/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προσέδωσε στο υπ' αρ. 37043/15-10-2012 υπηρεσιακό έγγραφο του Δήμου Νέας Προποντίδας, στο οποίο αναφέρεται ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη, Ε. Β., υπάλληλος, τότε, του ΚΕΠ Νέας Καλλικράτειας, στις 4 και 5/2/2010 τελούσε σε αναρρωτική άδεια, μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος, δεχόμενο ότι αυτό δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς την απουσία της τρίτης αναιρεσίβλητης στις 4/2/2010 από την υπηρεσία της στο ΚΕΠ Νέας Καλλικράτειας, ημερομηνία κατά την οποία φέρεται ότι θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής του στις επίμαχες δηλώσεις φόρου μεταβίβασης της εταιρικής του συμμετοχής. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη, δεν απέδωσε μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος στο υπ' αρ. 37043/15-10-2012 υπηρεσιακό έγγραφο του Δήμου Νέας Προποντίδας το οποίο δεν προσβλήθηκε ως πλαστό. Τούτο δε, διότι, στο ως άνω έγγραφο ο συντάκτης του δημόσιος υπάλληλος δεν βεβαιώνει γεγονότα που έγιναν τον ίδιο ή ενώπιόν του.

Συνεπώς, επιτρεπτά το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, ανταποδεικτικά των αναφερομένων στο ως άνω δημόσιο έγγραφο, ήτοι του γεγονότος ότι στις 4 και 5/2/2010, η τρίτη αναιρεσίβλητη τελούσε σε αναρρωτική άδεια, ότι αυτή στις 4/2/2010 βρισκόταν στην υπηρεσία της στο ΚΕΠ Νέας Καλλικράτειας καθ' ον χρόνο θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής του αναιρεσείοντος στις επίμαχες δηλώσεις πλην όμως αποχώρησε αργότερα, πριν τη λήξη του ωραρίου της, διότι υπέφερε από κρίσεις άσθματος και υπήρχε καπνός στο χώρο εργασίας της που επιδείνωνε την κατάσταση της υγείας της. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη ότι η τρίτη αναιρεσίβλητη στις 4/2/2010 βρισκόταν στην υπηρεσία της στο ΚΕΠ Νέας Καλλικράτειας καθ' ον χρόνο θεώρησε το γνήσιο της υπογραφής του στις επίμαχες δηλώσεις. Ωστόσο, τα επικαλούμενα ως άνω από τον αναιρεσείοντα δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό και συνεπώς, αφού δεν συνιστούν "πράγμα", όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω υπό στοιχείο ΣΤ μείζονα σκέψη, δεν θεμελιώνουν την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Θ. Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 1591/2014).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1285/2021). Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδαφ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι, κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την εφαρμογή του άρθρου 180 ΑΚ, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές έκρινε ότι η σύσταση μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσίβλητης της εταιρείας "Α.

Θ. - Η. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε", είναι άκυρη ως εικονική. Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω λεχθέντα, απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε, καθώς και η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Με τις λοιπές δε, αναφερόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι από τα προσκομισθέντα από αυτόν με επίκληση αποδεικτικά μέσα αποδεικνυόταν η αναλήθεια του ισχυρισμού της πρώτης αναιρεσίβλητης περί εικονικότητας της εταιρείας "Α. Θ. - Η. Μ. & ΣΙΑ Ο.Ε", υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 παρ. 1εδ.β ΚΠολΔ, πλήττεται στην πραγματικότητα, απαραδέκτως, η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, όπως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 20-10-2022 αίτηση αναίρεσης και τους από 2-9-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-10-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 1463/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και τους από 2-9-2024 πρόσθετους λόγους.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ