Legislator Case Law & Legislation
336/2020 AI generated

336/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 336/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

336/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην ένδικη υπόθεση, το παριστάμενο κατά τη συζήτηση αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει μετ' επικλήσεως την από 24.9.2018 κλήση με πράξη προσδιορισμού συζήτησης για τη σημερινή δικάσιμο και το συνημμένο σ' αυτήν αντίγραφο της από 11.5.2016 αιτήσεως αναιρέσεως. Από δε την με ημεροχρονολογία 9.11.2018 επί της παραπάνω κλήσεως, επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 336 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 336/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παντελή Παπαδάκη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Β. Τ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 771/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3760/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 11-5-2016 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 21-9-2018, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 24-9-2018 κλήση της αναιρεσίβλητης - καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 11-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης 275/2016 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 3760/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν το Ν. 4335/2015) ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔικ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην ένδικη υπόθεση, το παριστάμενο κατά τη συζήτηση αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζει μετ' επικλήσεως την από 24.9.2018 κλήση με πράξη προσδιορισμού συζήτησης για τη σημερινή δικάσιμο και το συνημμένο σ' αυτήν αντίγραφο της από 11.5.2016 αιτήσεως αναιρέσεως. Από δε την με ημεροχρονολογία 9.11.2018 επί της παραπάνω κλήσεως, επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ.

Σ. προκύπτει, ότι επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπόθεσης διάδικος είναι η αναιρεσίβλητη, η οποία, αν και επιμελήθηκε τον προσδιορισμό της σημερινής δικασίμου και την, κατά τα ως άνω νομότυπη και εμπρόθεσμη στις 9-11-2018 επίδοση της κλήσεως με αντίγραφο του δικογράφου της αναίρεσης στο αντίδικό της αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, η ίδια δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ενόψει αυτών, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή (αναιρεσίβλητη) παρούσα. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (ΑΠ 1/2011, ΑΠ 212/2006).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει αποτελεί η παραδοχή αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη.

Η δικαστική ομολογία κατά τις αμέσως παραπάνω διατάξεις αποτελεί αποδεικτικό μέσο που, όταν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Όταν δε το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο αυτό, στο οποίο έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας, δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο σ' αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ (ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 685/2014, ΑΠ 1813/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον επικαλούμενο τον από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο αιτιάται το Εφετείο, ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με το ύψος της αποζημίωσης ποσού 5.500 € που επιδικάστηκε στην αναιρεσίβλητη για την καταστροφή του αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της από την ένδικη σύγκρουση αυτού με αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος δεν έλαβε υπόψη την περιεχομένη στην αγωγή ομολογία της τελευταίας σχετικά με το ύψος της αξίας των υπολειμμάτων του καταστραφέντος αυτοκινήτου στο ποσόν των 1.500 €, στην οποία δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης, κατά το ενδιαφέρον για την αναίρεση μέρος της, προκύπτει ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 12-5-2011 και με αρ. εκθ. καταθ. 89696/3571/2011 απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή της, ισχυρίστηκε ότι το με αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της υπέστη ολική καταστροφή κατά την σύγκρουσή του με το με αριθμ. κυκλ. ... υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και ζήτησε μεταξύ άλλων να υποχρεωθεί το εναγόμενο - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 7.500 ευρώ, ως αποζημίωση για την αξία του.

Ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά παραδοχή της έφεσής της εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 771/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ελλείψει δικαιοδοσίας εκδίκασής της από τα πολιτικά δικαστήρια και αφού κράτησε την υπόθεση δίκασε την ένδικη αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει, υποχρεώνοντας μεταξύ άλλων το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει το ποσό των 5.500 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση για την προκληθείσα εκ της επίδικης σύγκρουσης ολική καταστροφή του οχήματός της, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της σχετικά με το κεφάλαιο αυτό τις εξής ανέλεγκτες παραδοχές: "...η εμπορική (αγοραία) αξία του κατά το χρόνο του ατυχήματος, ενόψει της τετραετούς και πλέον κυκλοφορίας του και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ανερχόταν, συμπεριλαμβανομένης και της μειώσεως της αξίας του εκ της ένδικης συγκρούσεως, στο ποσό των 6.000 ευρώ...

Συνεπώς, υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή υπό την οικονομική κυρίως έννοια του όρου, αφού η τυχόν απόπειρα επισκευής του θα απαιτούσε δαπάνη σε ανταλλακτικά και εργασίες που υπερέβαινε την αγοραία αξία του, ώστε η επισκευή του κρίνεται οικονομικώς ασύμφορη... Έτσι η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το παραπάνω ποσό των 6.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αγοραία αξία του αυτοκινήτου της κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά και κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής.

Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί εκείνο των 500 ευρώ, όση είναι δηλαδή και η αξία των διασωθέντων υπολειμμάτων του, το οποίο εξάλλου και η ενάγουσα αφαιρεί στην αγωγή της και επομένως πρέπει να επιδικασθεί σε αυτήν η προκύπτουσα διαφορά, ήτοι το ποσό των 5.500 ευρώ (6.000 - 500)". Η επικαλούμενη όμως από το αναιρεσείον στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, της οποίας το περιεχόμενο παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σχετικά με την υπολειμματική αξία του αυτοκινήτου της αναιρεσίβλητης επακριβώς αναφορά: "...η αξία των υπολειμμάτων του αυτοκινήτου μου δεν υπερβαίνει το ποσό των 1.500 ευρώ" δεν συνιστά δικαστική ομολογία, υπό την προαναφερομένη έννοια, διότι δεν είναι σαφής και συγκεκριμένη.

Η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι η αξία των υπολειμμάτων του ως άνω καταστραφέντος αυτοκινήτου ανέρχεται στο ποσόν των 500 ευρώ, το οποίο δεν υπερβαίνει, το κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή, ποσοτικό όριο των 1.500 ευρώ, συνιστά κρίση περί τα πράγματα και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επομένως ο ως άνω αναιρετικός λόγος, που, όπως ορθά εκτιμάται, ιδρύει την εκ του αριθμού 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και όχι εκείνη εκ του αριθμού 12, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει το αναιρεσείον πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να μην επιβληθούν δικαστικά έξοδα υπέρ της αναιρεσιβλητης, η οποία δεν παραστάθηκε και, συνεπώς, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης 275/2016 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 3760/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ