336/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated336/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): καταθ. 21/2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 59/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αγρινίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 336 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 336/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 23η Ιανουαρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ζαφείρη Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. συζύγου Δ. Χ., θυγ. Χ. Π., κατοίκου ..., 2. Δ. Χ. του Β., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 54/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-6-2018 αίτησή του και τους από 15-11-2018 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθμ. ...2 Γ' και ...3 Γ'/18-11-2018, ...4 Β' και ...43 Β'/21-11-2018 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητριών της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Α. Κ. Γ. (οι δύο πρώτες) και Χ. Γ. Ρ. (οι δύο τελευταίες), που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 28-6-2018 αίτησης και των από 15-11-2018 πρόσθετων αυτής λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο, με την κάτω από αυτές πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν κατά τη συζήτησή τους για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους τελευταίους και στο Φώτη Στρανομίτη, δικηγόρο Αγρινίου, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξούσιου δικηγόρου και αντίκλητου αυτών (άρθρ. 96, 126 παρ.1 εδ.α', 127 παρ. 1, 128 παρ.1 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ και 46 παρ. 3 ν. 4305/2014).
Όμως, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.
α' και γ' ΚΠολΔ.).- Με τους λόγους αναίρεσης του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης και τους διαλαμβανόμενους στο από 15-11-2018 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 569 παρ.2 ΚΠολΔ), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 54/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η υπ' αριθμ.
καταθ. 21/2017 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 59/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αγρινίου.
Συνεπώς, τα ως άνω δικόγραφα είναι παραδεκτά και πρέπει, αφού συνεκδικαστούν (άρθρ. 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν ως προς το βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Η νομική αοριστία της αγωγής, κύριας παρέμβασης, ένστασης κλπ, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ή τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα) εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα των αξιούμενων από το νόμο.
Η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, κύριας παρέμβασης, ένστασης κλπ., που αφορά την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων (Ολ.
Α.Π. 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του και έκτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου , δικάζοντας ως Εφετείο, παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 262,322, 324 και 325 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1094 του ΑΚ σχετικά με την ένσταση του δεύτερου εναγόμενου περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς του, δεδομένου ότι με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ.
….40/16-10-2013 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σ. Μ. - Σ. το εξ αδιαιρέτου ποσοστό που είχε αυτός επί του επιδίκου έχει μεταβιβαστεί προ της έγερσης της κρινόμενης αγωγής στη συνεναγόμενή του, η οποία είναι αποκλειστική κυρία του μείζονος ακινήτου στο οποίο περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, την οποία (ένσταση) έκρινε παραδεκτή και ακολούθως την έκανε δεκτή ως νόμω και ουσία βάσιμη, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ με το να μη κηρύξει παρά το νόμο αυτεπαγγέλτως απαράδεκτο.
Όμως, οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι δεν περιέχουν πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ., αλλά πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού δεν μπορεί να προταθούν κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου, που δίκασε έφεση κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου. Περαιτέρω, με τους τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, κατά το πρώτο μέρος του, και έβδομο λόγους του κύριου δικογράφου της αναίρεσης και τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετο λόγο αυτής, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ., γιατί το Μονομελές Πρωτοδικείο παρά το νόμο δεν απέρριψε τις ενστάσεις των αναιρεσίβλητων περί :
α) εικοσαετούς παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, λόγω μη επικλήσεως της κατάληψης ή της αντιποίησης της νομής του επιδίκου από τρίτο πρόσωπο, ούτε της απαιτούμενης διάρκειας της καταλήψεως αυτού ή της εγκαταλείψεως της νομής του απ' αυτόν, β) χρησικτησίας του επιδίκου εξαιτίας ασκήσεως επ' αυτού διακατοχικών πράξεων νομής με διάνοια κυρίου επί 37 και πλέον έτη, λόγω ποσοτικής αοριστίας και, ειδικότερα, γιατί οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους δεν επικαλέστηκαν απώλεια της νομής του, ούτε κατάληψη ή αντιποίηση της νομής του επιδίκου από τρίτο πρόσωπο και γ) ιδίας κυριότητας, παραγώγως, άλλως πρωτοτύπως με τα προσόντα της τακτικής, διαφορετικά της έκτακτης χρησικτησίας.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, σύμφωνα με όσα αναπτύσσονται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν επί εφέσεως κατά της απόφασης του ειρηνοδικείου, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτοι, γιατί σ' αυτούς δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας των ως άνω ενστάσεων ισχυρισμός προτάθηκε από τον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα) με λόγο έφεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 Α.Κ. προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Νομέας δε είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτήν με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού, που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα περιορισμό του πράγματος.
Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, κ.α., χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων, μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας ( Α.Π. 92/2013, Α.Π. 311/2012 ). Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π.10/2011). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006, 4/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης, και επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.9/2016).
Επομένως, ο λόγος αυτός από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, εάν το σφάλμα της ελάσσονος πρότασης αναφέρεται σε γεγονότα που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς, καθώς και εκείνα που θεμελιώνουν αλυσιτελή ισχυρισμό, δηλαδή ισχυρισμό, που και αν δεν τον λάμβανε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας θα κατέληγε στο ίδιο διατακτικό (Ολ.Α.Π. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ.), το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων και την ένσταση της πρώτης απ' αυτούς περί ιδίας αυτής κυριότητα, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων δυνάμει των με αριθ.
…31/1982, …33/1982, …81/1982 και …75/1983 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων της Συμβολαιογράφου, Κ. Β., νόμιμα μεταγραμμένων στο Υποθηκοφυλακείο, τυγχάνει αποκλειστικός κύριος ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου …., απέναντι από το Δημοτικό Πάρκο …, εν μέρει στο με αριθ. 140 και εν μέρει στο με αριθ. 141 οικοδομικά τετράγωνα επί της οδού ....
Το εν λόγω οικόπεδο κατά τα παραπάνω κτητικά συμβόλαια και βάσει του συνημμένου σε αυτά από Ιούνιο 1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α. Ν. έχει εμβαδά 367 τ.μ., αποτυπώνεται με τους αριθ. 28, 29, 30, 44, 42, 43, 36, 35, 34, 20, 26, 27, 28 και συνορεύει βορειοανατολικά στην πλευρά 28-44 σε μήκος 12,60μ με την οδό ..., που σήμερα ονομάζεται ..., νότια στην πλευρά 20-34 και σε μήκος 5,60μ με ιδιοκτησία Κ., δυτικά και βορειοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς 28-27 μήκους 9μ και πλευράς 27- 20 μήκους 30,80μ με ιδιοκτησία κληρονόμων Γεωργίου και ανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς στις πλευρές 44-42, 43,36,35 σε μήκος 28,60μ με ιδιοκτησίες Σ.
και Π. και στην πλευρά 35-34 σε μήκος 6,90μ με ιδιοκτησία Μ., που τώρα ανήκει στην πρώτη εναγομένη. Η πρώτη εναγομένη δυνάμει των με αριθ. α) ….29/1963 συμβολαίου μερικής διανομής ακινήτου και εν αυτό συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του τότε Συμβολαιογράφου, Α.. νόμιμα μετεγραμμένου, β) ….04/1972 προικοσυμφώνου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου, Γ.
Μ., νόμιμα μεταγεγραμμένου, γ) ….05/1972 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Γ. Μ., νόμιμα μεταγραμμένου, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. ….33/ 1933 συμβόλαιο (πώληση ακινήτου και σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας) του τότε Συμβολαιογράφου, Κ. Μ., νόμιμα μεταγραμμένου και με την …68/2007 πράξη αναγνώρισης οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου, Π.
Μ. - Χ., νόμιμα μεταγραμμένου, δ) …69/2007 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου, Π. Μ. και του με αριθ. 10140/2013 δωρητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου, Σ. Μ. - Σ. (δωρεά προς αυτήν από τον δεύτερο εναγόμενο - σύζυγό της) σε συνδυασμό με το με αριθ. 10.166/2014 συμβόλαιο κατάργησης-ακύρωσης οριζοντίου ιδιοκτησίας της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένων, είναι αποκλειστικά κυρία ενός οικοπέδου (με την μέσα σε αυτό οικοδομή του) εμβαδού 213,32 τ.μ., που βρίσκεται στο 140Α Οικοδομικό Τετράγωνο της πόλεως του ….
επί της δημοτικής οδού ..., το οποίο κατά τα άνω κτητικά συμβόλαια και βάσει του από Ιούνιο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Β. Μ., εμφαίνεται υπό τα στοιχεία Τ1-140-366-348-60- 65-66-89-332-90-327-73-72-71-55-54-53-52-51-1-Τ1. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκανε δεκτή την ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης ως προς το δεύτερο εναγόμενο, ορθώς έκρινε, καθόσον σύμφωνα με το υπ' αριθμ.
…40/16-10-2013 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σ. Μ. - Σ., νομίμως μεταγεγραμμένου την 4-11-2013 στα βιβλία μεταγραφών του Α' Υποθηκοφυλακείου …. στον τόμο 182 και αριθμό 567, το εξ αδιαιρέτου ποσοστό που ανήκε στο δεύτερο εναγόμενο έχει μεταβιβαστεί, προ της εγέρσεως της εν λόγω αγωγής, στην πρώτη εναγομένη και συνεπώς η πρώτη εναγομένη τυγχάνει κυρία του όλου ακινήτου καθώς και της επίδικης έκτασης.
Το εν λόγω ακίνητο συνορεύει βορειοδυτικά επί συνεχόμενων πλευρών (327-73) μήκους 0,09μ, (73-72) μήκους 7,39μ με ιδιοκτησία Δ. Ι. (ενάγοντα), (72-71) μήκους 0,8μ, (71- 55) μήκους 1,49μ, (55-54) μήκους 1,3 8μ με δίοδο αδιευκρίνιστων ορίων, (54-53) μήκους 1,50μ, (53-52) μήκους 3,21 μ, (52-51) μήκους 4,80μ, (51-1) μήκους 2,54μ και (1 -ΤΙ) μήκους 5,67μ με δίοδο μεταβλητού πλάτους και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Δ.
Ι. (ενάγοντα). Οι όμορες κατά τα παραπάνω ιδιοκτησίες του ενάγοντα και της πρώτης εναγομένης διαχωρίζονται σε κάποιο μήκος του κοινού ορίου τους με συρματοφράχτη μήκους περίπου είκοσι (20) μέτρων, ο οποίος υπήρχε στο ίδιο σημείο, κατά το μάρτυρα ανταποδείξεως, Χ. Χ., πριν από είκοσι οκτώ (28) χρόνια, που ο ίδιος διαμένει στην περιοχή απέναντι από τις ιδιοκτησίες των διαδίκων, ο οποίος καταθέτει: "Διαμένω στην περιοχή ... 28 χρόνια ...
Υπήρχε ο φράχτης από τότε που πήγα εκεί και υπάρχει μέχρι σήμερα. Φαίνεται η παλαιότητά του. Δεν μετακινήθηκε ποτέ. Δεν έγινε καμία αντικατάστασή του ...". Την ύπαρξη του εν λόγω συρματοφράχτη στο ίδιο σημείο μέχρι σήμερα, χωρίς καμία απολύτως μετακίνησή του, βεβαιώνουν στις ένορκες βεβαιώσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο Β.
Ψ. από το έτος 1980 μέχρι σήμερα και ο Χ. Γ. από το έτος 1977 μέχρι σήμερα. Τα παραπάνω, μάλιστα, συνάδουν και με το με ημερομηνία σύνταξης 30-6-1998 υπόμνημα της πρώτης εναγομένης ενώπιον του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου …., σχετικό με την με αριθμ. 4/1997 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεων προς διάνοιξη οδών στα Ο.Τ. 140 - 141 του Σχεδίου πόλης …, όπου αυτή ισχυρίζεται ότι η εν λόγω πράξη συντάχτηκε με πλάνη περί τα πράγματα ως προς την θέση του δυτικού ορίου της ιδιοκτησίας της αφού ελήφθη ως όριο η μη υλοποιημένη στο έδαφος και οπωσδήποτε ανύπαρκτη γραμμή που φαίνεται στο διάγραμμα και όχι το συρματόπλεγμα που έχοντας τοποθετηθεί πριν πολλές δεκαετίες στην συγκεκριμένη θέση και επισκευασθεί πρόσφατα, το έτος 1994, υλοποιώντας το πραγματικό όριο των ιδιοκτησιών II και III, απεικονίζεται ευκρινέστερα στο εν λόγω διάγραμμα.
Δηλαδή και η πρώτη εναγομένη υποστηρίζει το έτος σύνταξης του άνω υπομνήματος (1998) ότι το επίδικο συρματόπλεγμα έχει τοποθετηθεί πριν πολλές δεκαετίες στην συγκεκριμένη θέση, καθώς και ότι επισκευάσθηκε το έτος 1994 και όχι ότι κατά την επισκευή του μετακινήθηκε. Εξάλλου, κατά τον μάρτυρα αποδείξεως (Χ.
Χ.) όταν κατοίκησε στην περιοχή απέναντι από τις ιδιοκτησίες των διαδίκων υπήρχαν τα δέντρα, τότε μικρά, που υπάρχουν και σήμερα μεγάλα, που βρίσκονται στο οικόπεδο της πρώτης εναγομένης δίπλα ακριβώς στον άνω συρματοφράχτη, των οποίων η ηλικία κατά την από 27-9-2014 γνωμάτευση του γεωπόνου Π. Μ. είναι 25 ετών περίπου.
Έτσι, ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η πρώτη εναγομένη κατέλαβε το πρώτον κατά το έτος 1994 με την μετακίνηση του αρχικού φράχτη, την επίδικη εδαφική λωρίδα, εμβαδού 18 τ.μ., όπως αυτή εμφαίνεται στο από 1997 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Κ. με την από 20-11-2011 σχετική σημείωση, με στοιχεία Α,7,9,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ,Α οπότε τότε (1997) κατά τον ισχυρισμό του τη σύνταξη του άνω τοπογραφικού έλαβε γνώση της κατάληψης του επιδίκου, δεν αποδείχθηκε βάσιμη από ουσιαστική άποψη, αφού κατά τα προαναφερθέντα, η επίδικη εδαφική λωρίδα βρισκόταν στη νομή του δικαιοπαρόχου της εναγομένης και εν συνεχεία της ίδιας με την άσκηση σε αυτήν εμφανών πράξεων νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου (ύπαρξη, διατήρηση και μη μετακίνηση από την αρχική θέση του, παρά την επισκευή του από την πρώτη εναγομένη το έτος 1994 του προαναφερθέντος συρματοφράχτη, που διαχωρίζει εμφανώς στο σημείο εκείνο τις δύο όμορες ιδιοκτησίες των διαδίκων, φύτευση από την πρώτη εναγομένη των δύο καλλωπιστικών δέντρων στην επίδικη εδαφική λωρίδα) πολύ πριν το έτος 1994, τουλάχιστον από το έτος 1980 περίπου, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Ούτε έχει σημασία, και αληθής υποτιθέμενος, ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι θεωρούσε ευλόγως ότι δεν υπάρχει λόγος διαμαρτυρίας του για την συνέχιση της ύπαρξης του συρματοφράχτη στην ίδια θέση και έγερσης όλα αυτά τα χρόνια της διεκδικητικής αγωγής, λόγω του ότι αυτός (ενάγων) εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτης της επίδικης εδαφικής λωρίδας και στα κτητικά του συμβόλαια και στα σχέδια της πράξης τακτοποίησης της Πολεοδομίας Αγρινίου και θα πληρωνόταν αυτός για την επίδικη εδαφική λωρίδα με βάση την με αριθμ. 73/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου ως δικαιούχος του οικοπέδου του, μέσα στο οποίο περιλαμβανόταν και η επίδικη εδαφική λωρίδα (ενώ το σχέδιο ρυμοτομίας τελικά ανακλήθηκε με την με αρ. 5/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αγρινίου), αφού ανεξάρτητα από τα όρια της ιδιοκτησίας του κατά τα κτητικά του συμβόλαια και κατά τα σχέδια της Πολεοδομίας, ο συρμάτινος φράχτης εμφανώς τοποθετημένος και αμετακίνητος από το έτος 1980 περίπου και μετά, ήταν αυτός που στην πράξη καθόριζε το όριο των όμορων ιδιοκτησιών των διαδίκων στο σημείο εκείνο, και οι εναγόμενοι ασκούσαν στην επίδικη εδαφική λωρίδα εμφανείς υλικές πράξεις με τις οποίες εκδήλωναν την θέλησή τους να την εξουσιάζουν με διάνοια κυρίου.
Έτσι, λοιπόν, οι εναγόμενοι κατέστησαν με την άσκηση πράξεων νομής με διάνοια κυρίου στην εν λόγω εδαφική λωρίδα κύριοι αυτής με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ). Τέλος, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι όσα έκανε δεκτά η εκκαλουμένη αντιβαίνουν στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, κρίνονται αβάσιμα, καθόσον το εν λόγω άρθρο του Συντάγματος αφορά την στέρηση ιδιοκτησίας για λόγους δημόσιας ωφέλειας, η οποία προϋποθέτει την προηγούμενη καταβολή αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη, δηλαδή αφορά σχέσεις Κράτους και ιδιωτών και δεν σχετίζεται με την παρούσα, που αφορά ιδιωτικής φύσεως διαφορά.
Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η επίδικη έκταση είναι ανεπίδεκτη έκτακτης χρησικτησίας κρίνεται αβάσιμος, καθώς το σχέδιο ρυμοτομίας ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ. 5/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αγρινίου, γεγονός το οποίο συνομολογεί και ο ίδιος ο εκκαλών". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια και είχε απορρίψει την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή αυτού ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας ότι η πρώτη εναγόμενη έγινε κυρία της επίδικης εδαφικής λωρίδας με έκτακτη χρησικτησία.
Έτσι που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045 και 1051 Α.Κ., αφού, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του, και ο δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσίβλητης οπωσδήποτε είχε καταστεί κύριος της επίδικης εδαφικής λωρίδας με έκτακτη χρησικτησία, και, σε κάθε περίπτωση, με τον τρόπο αυτόν κατέστη κυρία του εν λόγω ακινήτου η ίδια η πρώτη αναιρεσίβλητη, συνυπολογίζοντας το δικό της χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου της, αλλά και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν, κατά τα προεκτιθέμενα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για την κρίση του αναφορικά με τις παραπάνω παραδοχές του, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στο θέμα της, κατά τα πιο πάνω, ασκήσεως από την πρώτη αναιρεσίβλητη και το δικαιοπάροχό της συνεχούς και χωρίς καμία διακοπή νομής για χρησικτησία επί χρόνο μείζονα της εικοσαετίας με τη θέληση να εξουσιάζουν το επίδικο ως κύριοι, και στο ότι η λωρίδα αυτή δεν είναι κοινόχρηστο πράγμα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και ιδίως των άρθρων 974 επ., 1045 και 1051 του ΑΚ.
Επίσης, ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 1041, 1033 και 1094 του ΑΚ, αφού τα προαναφερόμενα περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών. Ενόψει τούτων και αυτών που εκτίθενται στη μείζονα πρόταση της παρούσας σκέψεως, τόσο οι από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ αφενός δεύτερος, πέμπτος, όγδοος και ένατος λόγοι αναίρεσης του κύριου δικογράφου και αφετέρου πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, πέμπτος, έκτος, δέκατος και ενδέκατος, κατά το σχετικό μέρος του, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, όσο και οι από τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται, αντιστοίχως, τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι πλήττουσες δε την περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα αναφορικά προς το χρόνο έναρξης της νομής επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσίβλητης, αιτιάσεις των αυτών λόγων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως (δημοτικές ή κοινοτικές κλπ).
Οι εν λόγω οδοί αποκτούν την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος α) από το νόμο, ήτοι με το χαρακτηρισμό τους ως οδών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (όπως διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή και γ) με την αμνημόνευτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπαν οι διατάξεις ν.3 παρ.2 Πανδ. 43.7 του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δίκαιου (Α.Π.1594/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται ανωτέρω, δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από τα αξιούμενα από τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις για την παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτισία ως ουσιαστικά βάσιμης, αφού υπάρχει παραδοχή σ' αυτήν (απόφαση) ότι ο δικαιοπάροχος της εναγόμενης και εν συνεχεία η ίδια από το έτος 1980 συνεχώς και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας ασκούσαν στην επίδικη εδαφική λωρίδα εμφανείς υλικές πράξεις με τις οποίες εκδήλωναν τη θέλησή τους να την εξουσιάζουν με διάνοια κυρίου και ότι αυτή δεν κατέστη εκτός συναλλαγής πράγμα, αφού δεν δέχεται ότι συντελέσθηκε απαλλοτρίωση αυτής, πράγμα το οποίο ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε.
Επομένως, ο ενδέκατος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την παραπάνω κρίση του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 967, 974 και 1045 ΑΚ είναι με το να μη δεχθεί ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ήταν ανεπίδεκτη χρησικτησίας κατά τα έτη 1965-2007, απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού δεν συντρέχουν οι προεκτεθείσες νόμιμες προϋποθέσεις.
Κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.Α.Π.9/2016, Ολ.Α.Π.15/2006).
Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992).
Όμως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, να αναφέρεται η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις και εκ ποιων αντιτιθέμενων μερών των αιτιολογιών προκύπτει η αντίφαση (Ολ.Α.Π.32/1996).
Επιπρόσθετα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτή ως απαραδέκτου (άρθρ.577 παρ. 1,2 ΚΠολΔ), δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δίκης δικογράφου, να συμπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου (Ολ.Α.Π. 20/2005, 27/1998, 32/1996), ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι εκτός των άλλων ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτόν η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους δέκατο, ενδέκατο και δέκατο πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης αφενός λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας και αντιφατικών αιτιολογιών επί ζητημάτων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και αφετέρου λόγω του ότι δεν παραθέτει τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επί λέξει, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, ότι :
το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο α) "δέχεται ότι η επίδικη λωρίδα ευρίσκετο εις την νομήν του δικαιοπαρόχου της εναγομένης Α. συζ. Δ. Ζ. μέχρι το έτος 2013 και αυτή εχρησιδέσποζεν μετ' αυτού και πριν καταστεί διάδοχος του δικαιοπαρόχου της, ότι επειδή μετεβιβάσθη εις αυτήν από τον εναγόμενον Δ. Χ. το ποσοστόν της κυριότηος αυτού επί του όμορου μη επιδίκου οικοπέδου των αυτή κατέστη κυρία και του επιδίκου εκ του λόγου τούτου και ότι η εναγομένη κατέστη κυρία και με χρησικτησίαν και με μεταβίβασιν.
Έτσι, λοιπόν, οι εναγόμενοι κατέστησαν με την άσκηση πράξεων νομής με διάνοια κυρίου στην εν λόγω εδαφική λωρίδα κύριοι αυτής με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ), με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς η ορθή εφαρμογή των διατάξεων και εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή των άρθρων 1033, 1041 και 1045 ΑΚ και ειδικότερα δεν διαλαμβάνεται πότε και πως, δια ποίας νόμιμης αιτίας η πρώτη εναγομένη κατέστη κυρία του επιδίκου", β) "δέχεται ότι τα όμορα οικόπεδα των διαδίκων και η επίδικη εδαφική λωρίδα του ακινήτου του ενάγοντος συνορεύει με το όμορο επίδικο των εναγομένων επί πλευράς εχούσης ταυτοχρόνως τρία μήκη 6,90 μ., 7,39 μ.
και 20 μ., δηλαδή κρίση αντιβαίνουσα στην επιστήμη της γεωμετρίας και της λογικής, ότι το ακίνητο του αναιρεσείοντος συνορεύει με όμορο ακίνητο των εναγομένων επί πλευράς μήκους 6,90 μ., ενώ το ακίνητο της πρώτης εναγόμενης με ακίνητο του ενάγοντος επί πλευράς μήκους 7,39 μ. και, παραλλήλως, ότι τα ακίνητα των διαδίκων διαχωρίζονται με συρματοφράχτη μήκους είκοσι μέτρων περίπου.
Ότι, ενώ δέχεται ότι τα δύο όμορα ακίνητα των διαδίκων συνορεύουν ανατολικά στην πλευρά 35-34 σε μήκος 6.90 μ. με ιδιοκτησία Μ., που τώρα ανήκει στην πρώτη εναγόμενη, αντιφατικώς δέχεται ότι τα δύο όμορα ακίνητα των διαδίκων συνορεύουν βορειοδυτικά επί συνεχόμενων πλευρών 327-73 μήκους 0,09 μ., 73-72 μήκους 7,39 μ. με ιδιοκτησία Δ.
Ι., ότι ενώ δέχεται ότι τα δύο όμορα ακίνητα των διαδίκων συνορεύουν ανατολικά στην πλευρά 35-34 σε μήκος 6.90 μ. με ιδιοκτησία Μ., που τώρα ανήκει στην πρώτη εναγόμενη, αντιφατικώς δέχεται ότι τα δύο όμορα ακίνητα των διαδίκων συνορεύουν με όμορες ιδιοκτησίες του ενάγοντα και της πρώτης εναγόμενης, διαχωρίζονται σε κάποιο μήκος του κοινού ορίου τους με συρματοφράχτη μήκους είκοσι μέτρων περίπου, ότι ενώ δέχεται ότι τα δύο όμορα ακίνητα των διαδίκων συνορεύουν βορειοδυτικά επί συνεχόμενων πλευρών 327-73 μήκους 0,09 μ., 73-72 μήκους 7,39 μ.
με ιδιοκτησία Δ. Ι., αντιφατικώς δέχεται ότι τα δύο όμορα ακίνητα των διαδίκων συνορεύουν με όμορες ιδιοκτησίες του ενάγοντα και της πρώτης εναγόμενης διαχωρίζονται σε κάποιο μήκος του κοινού ορίου τους με συρματοφράχτη μήκους είκοσι μέτρων περίπου" και γ) "δεν παραθέτει ουδαμώς τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, τουτέστιν την τυχόν εφαρμοσθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, με κατά συνέπεια αδυναμία ελέγχου της ορθής ή μη υπαγωγής στο πραγματικό της των πραγματικών περιστατικών του νομικού συλλογισμού και ότι έτσι δεν παρέχεται η δυνατότης να ελεγχθεί εάν και ποίος κανών δικαίου εφηρμόσθη και εάν ορθώς ή μη εφηρμόσθη" Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφενός μεν λόγω της αοριστίας τους, καθόσον δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά αποσπασματικά αναφέρεται μόνο το ως άνω τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης, στο δε ενδέκατο λόγο δεν αναφέρει τον κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, αφετέρου δε διότι υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης των λόγων αυτών αναίρεσης πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Μονομελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, ο δέκατος πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το σχετικό μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια για παράβαση διατάξεως ουσιαστικού νόμου (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος), χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι αόριστος και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ., όπως αντικ.
με το άρθρο 3 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτήν ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (Ολ.Α.Π.45/1987).
Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Επομένως, ο δωδέκατος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ.
….40/2013 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σ. Μ. - Σ., με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά καταδήλως διάφορα από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, δεχθείσα ότι η πρώτη εναγόμενη κατέστη κυρία του επίδικου τμήματος δυνάμει της συμβάσεως αυτής παραγώγως δια μεταβιβάσεως αυτού εκ μέρους του δεύτερου εναγόμενου, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν επί εφέσεως κατά της απόφασης του ειρηνοδικείου, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.- Κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.Α.Π.9/2016, Ολ.Α.Π.15/2006).
Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνο ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δέκατο τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, και επί λέξει, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, ότι : " με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ο ισχυρισμός του, ότι το τμήμα του επίδικου ακινήτου ήτο από το έτος 1965 προσκυρωτέον στην ιδιοκτησία της αντιδίκου δυνάμει νόμιμης υπ' αριθμ. 1/158//1965 απόφασης-πράξης τακτοποιήσεως του Δήμου ….
επικυρωθείσης δια της υπ' αριθμ. 39670/1965 εγκριτικής απόφασης του Νομάρχη …. και της υπ' αριθμ. 4/1997 πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεων προς διάνοιξη οδών στο Ο.Τ. 140 - 141 του σχεδίου πόλης …. και λόγω μη καταβολής της σχετικής αποζημιώσεως το ανεπίδεκτο καταλήψεως και ασκήσεως επ' αυτού νομής εκ μέρους των αντιδίκων υπέρ ων η προσκύρωση και έτσι ελλείπει το στοιχείο ασκήσεως νομής διανοία κυρίου προ της καταβολής της αποζημιώσεως, αβάσιμος με την αιτιολογία ότι το σχέδιο ρυμοτομίας ανακλήθηκε με την υπ' αριθμ. 5/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αγρινίου, γεγονός το οποίο συνομολογεί και ο ίδιος ο εκκαλών, παραβλέποντας έτσι ότι η άρση της ιδιότητας αυτής το έτος 2007 δεν δρα αναδρομικώς, ότι επανεπεβλήθη η αναγκαστική ρυμοτομία και προσκύρωση υπό τους ίδιους όρους το έτος 1997 και ότι η κατάληψη προσκυρωτέου χωρίς προηγούμενη καταβολή της αποζημίωσης και πριν την ολοκλήρωση της μεταθέσεως της κυριότητας δεν αποτελούν πράξεις χρησικτησίας".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτόν ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση και για ποιο συγκεκριμένο ουσιώδες ζήτημα, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες με αυτόν αιτιάσεις αφορούν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των αποδείξεων και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάχθηκε από αυτές ως προς την ιδιότητα της επίδικης έκτασης ως μη κοινόχρηστης, αφού το πόρισμά του, ως προς το ζήτημα αυτό, αναφέρεται, όπως ήδη εκτέθηκε, με σαφήνεια, συνίσταται δε στο ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του νόμου για να καταστεί η επίδικη εδαφική λωρίδα κοινόχρηστη.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (Ολ.Α.Π. 8/2005) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Όμως, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει τον από το άρθρο 560 παρ. 1 εδ. β' KΠολΔ., λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Ο λόγος, πάντως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα του αναιρετικού ελέγχου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δέκατο τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διάταξης του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι '' το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν συνήγαγε δικαστικά τεκμήρια και εν συνεχεία δεν τα χρησιμοποίησε στο δικανικό συλλογισμό κατά την κρίση του περί της αποδείξεως του αυτοτελούς και ουσιώδους ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ήτοι του πραγματικού γεγονότος ότι κατά τη διαδικασία της ρυμοτομήσεως και προσκυρώσεως του επίδικου ακινήτου αυτός ήταν και δήλωνε νομέας και κάτοχος τούτου, αναγνωριζόταν από όλους τους όμορους και τη διοίκηση, πραγματικά γεγονότα τα οποία ως αληθή άγουν στην κρίση ότι ποτέ αυτός δεν είχε απωλέσει τη νομή του, μη εφαρμόζοντας έτσι τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, που δέχθηκε, στους εφαρμοστέους κανόνες των άρθρων 1045 και 981 ΑΚ'', με αποτέλεσμα να απορρίψει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή αυτού (αναιρεσείοντος).
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση μη κατονομαζόμενων διδαγμάτων κοινής πείρας αιτιάται την απόφαση ως προς τις παραδοχές της, που κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος δεν προκύπτουν από το αποδεικτικό υλικό, από το οποίο κατά την άποψή του προκύπτει αντίθετο πόρισμα που δεν πληροί το πραγματικό της εφαρμοσθείσας διάταξης του πιο πάνω άρθρου 1045 ΑΚ.
Ήτοι με το λόγο αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ., περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ενόψει τούτων, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 του ν. 4335/2015, παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-2018 αίτηση και το από 15-11-2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης του Δ. Ι. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54/2018 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου.-
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ