336/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 336 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated336/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 336 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 336 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 336/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" (Τράπεζα Γιούρομπανκ Εργκαζίας Ανώνυμη Εταιρεία), πρώην "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" (ΦΕΚ ΤΑΕ & ΕΠΕ 8195/3-8-2012), η οποία εδρεύει στην…, επί της οδού ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως εκπροσώπου των ομολογιούχων του ομολογιακού δανείου που εξέδωσε η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και ειδικότερα ως εκπροσώπου της μοναδικής ομολογιούχου δανείστριας του ως άνω δανείου της ως άνω Τράπεζας "Τράπεζας Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" (όρος 9 του Δανείου σε συνδυασμό με την παρ. 6 του αρ.4 του ν.3156/2003), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.
Της αναιρεσίβλητης: υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Γ. Ρ. του Λ., κάτοικο .... Η ως άνω εταιρεία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βλαχογιάννη, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-10-2015 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3187/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 410/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-11-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 1-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του (μόνου) λόγου αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το όρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋπόθεσες αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006).
Κύριο αντικείμενο της ασφαλίσεως είναι η υποχρέωση καλύψεως των οικονομικών αναγκών που προκαλούνται από συμβάντα στη ζωή του ανθρώπου, στηρίζεται δε στη δυνατότητα καλύψεως των αναγκών αυτών με αντικαταβολές των μελών της ασφαλιστικής κοινωνίας κινδύνων, η οποία απαρτίζεται από το σύνολο των ασφαλισμένων σε κάθε ασφαλιστική επιχείρηση. Ως εκ τούτου είναι πρόδηλο το δημόσιο συμφέρον για την προστασία των ασφαλισμένων, αλλά και του ασφαλιστή, με την καθιέρωση κρατικής εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, στη ρύθμιση της οποίας προβαίνει το Ν.Δ/γμα 400/1970, όπως ήδη ισχύει, με το άρθρο 1 παρ 3 του οποίου ορίζεται ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργείου Εμπορίου (άρθρο 1 παρ. 3, ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 20 ν. 2496/1997, του Υπουργείου Ανάπτυξης, και κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 ν. 3229/2004, της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφαλές (ΕΠ.Ε.Ι.Α), που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος και έχει σκοπό την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων και των δικαιούχων αποζημιώσεως από ασφαλιστική σύμβαση. Με το ίδιο πιο πάνω νομοθετικό διάταγμα (400/1970), και ειδικότερα με τα άρθρα 7 παρ. 1 εδ. α, 8 παρ. 1, 9 παρ. 1,10 παρ. 1 εδ. α, 12α παρ. 1, 5 και 10 και 12β παρ. 2 και 3 περ. α αυτού ορίζονται τα εξής: "Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα την Ελλάδα υποχρεούνται να σχηματίζουν και να διατηρούν σε συνεχή βάση επαρκή τεχνικά αποθέματα για το σύνολο των ασφαλίσεων που συνάπτουν και των αντασφαλίσεων που αναλαμβάνουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στα άλλα κράτη - μέλη μέσω υποκαταστημάτων ή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών" (άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 53 παρ. 1 ν. 3746/2009). "Ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα στην Ελλάδα υποχρεούνται σε ασφαλιστική τοποθέτηση που συνίσταται στη διάθεση στην Ελλάδα ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος - μέλος της Ε.Ε. και του Ε.Ο.Χ. περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των δικαιούχων οποιασδήποτε παροχής από ασφαλιστική σύμβαση (ασφάλισμα). Τα περιουσιακά στοιχεία που διατίθενται σε ασφαλιστική τοποθέτηση πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το είδος των εργασιών που ασκεί η ασφαλιστική επιχείρηση, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια, η απόδοση και η ρευστότητα των επενδύσεων της ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία μεριμνά για την διαφοροποίηση και την επαρκή διασπορά αυτών των επενδύσεων. Σε ασφαλιστική τοποθέτηση διατίθενται τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα, συμπεριλαμβανομένου του αποθέματος εξισορρόπησης του άρθρου 7 του παρόντος, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτουν το τέταρτο του ελαχίστου ορίου που αναφέρεται στην περίπτωση ε’ του εδαφίου α της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του παρόντος" (άρθρο 8 παρ. 1, όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 ν. 3746/2009). "Αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος περί τεχνικών αποθεμάτων, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και αφού γνωστοποιήσει προηγουμένως την πρόθεσή του στις εποπτικές αρχές των κρατών-μελών, όπου ενδεχόμενα λειτουργεί η επιχείρηση με υποκατάστημα ή με ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, να χαρακτηρίζει ως ασφαλιστική τοποθέτηση μέρος ή το σύνολο της ελεύθερης περιουσίας της, να απαγορεύει την ελεύθερη διάθεση μέρους ή και του συνόλου της περιουσίας της, να ανακαλεί προσωρινά ή οριστικά την άδεια λειτουργίας ορισμένων ή όλων των κλάδων που ασκεί και να λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων ως και κάθε άλλου δικαιούχου ασφαλίσματος" (άρθρο 9 παρ. 1). "Οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση και οι καθολικοί και ειδικοί τους διάδοχοι έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο, εκτός από το προνόμιο της παραγράφου 9 του άρθρου 12α του παρόντος" (άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 35 παρ. 9 ν. 2496/1997), ήτοι του προνομίου των αμοιβών του επόπτη εκκαθαρίσεως ή πτωχεύσεως και του εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, καθώς και του συνδίκου για τις εργασίες εκκαθαρίσεως του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου. "Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης για παράβαση νόμου, καθώς και σε κάθε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών στοιχείων, ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Η απόφαση περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης που ορίζει τον επόπτη και το εφαρμοστέο δίκαιο καταχωρείται στο Μητρώο ασφαλιστικών ανωνύμων εταιριών και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθώς και στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η απόφαση για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης με έδρα σε άλλο κράτος - μέλος καταχωρείται στο μητρώο που τηρείται για το λόγο αυτό στο Υπουργείο Ανάπτυξης, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με Υπουργική Απόφαση. Κατά το στάδιο αυτό και μέχρι την περάτωση της εκκαθάρισης η ασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί να κηρυχθεί σε πτώχευση" (άρθρο 12α παρ. 1). "Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος των ασφαλισμένων της ασφαλίσεων αστικής ευθύνης, μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται σε ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων ασφαλίσματος κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης" (άρθρο 12α παρ. 5). "Ύστερα από αίτηση των μετόχων ή εταίρων που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από πενήντα εκατοστά (50%) του κεφαλαίου ασφαλιστικής επιχείρησης, του εκκαθαριστή ή του επόπτη, η ΕΠ.Ε.Ι.Α. μπορεί, εφόσον έχει, σύμφωνα με βεβαίωση του επόπτη και του εκκαθαριστή, περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, να κηρύξει τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Ο εκκαθαριστής και ο επόπτης υποχρεούνται να χορηγούν την ως άνω βεβαίωση, εφόσον έχουν περατώσει τις εκ του νόμου προβλεπόμενες εργασίες για την εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, ανεξαρτήτως του εάν έχει λάβει χώρα ή όχι έλεγχος της φορολογικής αρχής στην ασφαλιστική επιχείρηση. Μετά τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η εκκαθάριση δοσοληψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθάριση). Ανεξάρτητα από την υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η περάτωση των εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου εκκρεμών υποθέσεων συνεχίζεται κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης" (άρθρο 12α παρ. 10, όπως τα πρώτο και δεύτερο εδάφια της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 30 ν. 3775/2009). "Η έναρξη μέτρων εξυγίανσης ή διαδικασίας εκκαθάρισης δεν θίγει τα εμπράγματα δικαιώματα πιστωτών ή τρίτων επί ενσωμάτων ή άυλων πραγμάτων, κινητών ή ακινήτων, επί συγκεκριμένων στοιχείων του ενεργητικού ή και στοιχείων του ενεργητικού ως συνόλου, που κατά καιρούς αλλάζει, τα οποία ανήκουν στην ασφαλιστική επιχείρηση και ευρίσκονται εντός της επικράτειας άλλου κράτους - μέλους κατά την έναρξη των εν λόγω μέτρων ή της διαδικασίας" (άρθρο 12β παρ. 2). "Τα δικαιώματα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο είναι ιδίως: α) Το δικαίωμα απευθείας ή μέσω τρίτου διάθεσης στοιχείου του ενεργητικού και ικανοποίησης από το τίμημα ή τις προσόδους του, ιδίως δυνάμει ενεχύρου ή υποθήκης" (άρθρο 12β παρ. 3 περ. α). Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, και ιδίως από αυτή του άρθρου 12α παρ. 5 του ν.δ. 400/1970, η οποία διατυπώθηκε γενικώς χωρίς διακρίσεις, ενόψει και του προεκτεθέντος πρωταρχικού σκοπού του όλου νομοθετήματος, συνάγεται ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν αναστολή καταλαμβάνει όλους, ανεξαιρέτως, τους δανειστές της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχειρήσεως και συνεπώς δεν επιτρέπεται η κατάσχεση των οποιουδήποτε χαρακτήρα περιουσιακών της στοιχείων, ακόμη και αν προέρχεται από εκείνους που διαθέτουν επ’ αυτών των στοιχείων εμπράγματη ασφάλεια, χωρίς βέβαια να επέρχεται από την εν λόγω αναστολή απώλεια του εμπράγματου χαρακτήρα της αντίστοιχης απαιτήσεως κατά τη διεξαγωγή της εκκαθαρίσεως. Η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση υπηρετεί τον πρωταρχικό σκοπό και τη βασική αρχή που διέπει το σύνολο των διατάξεων του ν.δ. 400/1970, την προστασία δηλαδή των ασφαλισμένων και την εξασφάλιση της προνομιακής τους ικανοποιήσεως έναντι των απαιτήσεων των λοιπών δανειστών, ακόμη και αν είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένες. Εξάλλου, εάν κατά την κρίση του νομοθέτη, η ομάδα αυτή των δανειστών έπρεπε να προστατευθεί με διατήρηση της δυνατότητάς τους προς άσκηση ή εξακολούθηση των ατομικών διώξεων, θα το είχε προβλέψει ρητά, όπως π.χ. στη διαδικασία της πτωχεύσεως. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12β παρ. 2 του ως άνω ν.δ/τος, από τη γενική αναστολή των ατομικών διώξεων του άρθρου 12α παρ. 5 εξαιρούνται οι φορείς εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί πραγμάτων που βρίσκονται εκτός της ελληνικής επικράτειας, στο έδαφος άλλου κράτους -μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ρύθμιση αυτή για την αναστολή των ατομικών διώξεων και των εμπραγμάτως ασφαλισμένων δανειστών δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, με την οποία θεσπίζεται η προστασία της ιδιοκτησίας, αφού το δικαίωμα αυτό μπορεί να περιορισθεί για σοβαρούς οικονομικούς ή άλλους λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 688/2005), ούτε στην αντίστοιχη με αυτήν διάταξη του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Από τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι ως ελεύθερη περιουσία της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, η οποία στην περίπτωση του άρθρου 9 παρ. 1 του ν.δ. 400/1970 χαρακτηρίζεται ως ασφαλιστική τοποθέτηση, δεν νοείται η μη βεβαρημένη με εμπράγματα δικαιώματα τρίτων αλλά η μέχρι τότε μη διατεθείσα ως ασφαλιστική τοποθέτηση από την ασφαλιστική επιχείρηση. Ο χαρακτηρισμός ακινήτου βεβαρημένου με εμπράγματα δικαιώματα τρίτων ως "ασφαλιστικής τοποθέτησης" με πράξη της διοικήσεως αφενός μεν προϋποθέτει κλονισμό της φερεγγυότητας της εταιρείας έναντι των ασφαλισμένων της, αφετέρου δε έχει σκοπό να επεκτείνει το προνόμιο των ασφαλισμένων σε περισσότερα περιουσιακά στοιχεία, ώστε να αυξήσει τις πιθανότητες (ολικής ή μερικής ικανοποίησης) των απαιτήσεών τους. Τέλος, ενόψει των ανωτέρω ειδικών ρυθμίσεων του ν.δ. 400/1970 που ρυθμίζουν την επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως κατά της υπό εκκαθάριση τελούσης ασφαλιστικής επιχειρήσεως από ενυπόθηκο δανειστή της δεν υπάρχει νομοθετικό κενό, ώστε, σύμφωνα με το άρθρο 179 του Πτωχευτικού Κώδικα, να συντρέχει περίπτωση προσφυγής στις διατάξεις των άρθρων 21, 25, 26 και 106ια παρ. 9 του ίδιου κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "... Η εκκαλούσα - ανακόπτουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία ... ιδρύθηκε το έτος 1975 και λειτούργησε ως ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και του ν.δ. 400/1970 "Περί Ιδιωτικής Επιχειρήσεως Ασφαλίσεως", όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε και ισχύει. Σκοπός της εταιρείας αυτής ήταν η ενέργεια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό πρωτασφαλίσεων και αντασφαλίσεων όλων των κλάδων ασφαλίσεων, και ζημιών και ζωής, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 13 του ανωτέρω ν.δ. 400/1970, έχοντας λάβει άδεια λειτουργίας των αντίστοιχων κλάδων από τον Υπουργό Ανάπτυξης, σύμφωνα με την κείμενη ασφαλιστική νομοθεσία. Με τις με αριθμούς ... και …/21-12-2009 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφαλίσεως (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που δημοσιεύθηκαν νόμιμα ..., για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σε αυτές, απαγορεύθηκε η ελεύθερη διάθεση (δέσμευση) του συνόλου των κατά την έκδοση των συγκεκριμένων αποφάσεων υφισταμένων σε ασφαλιστική τοποθέτηση και ελεύθερων περιουσιακών στοιχείων, καθώς και του συνόλου των σε ασφαλιστική τοποθέτηση και ελεύθερων τραπεζικών λογαριασμών της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας, τηρουμένων στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 και 17γ του ν.δ. 400/1970, όπως αυτό ισχύει. Στη συνέχεια, με την με αριθμό ...25-2-2010 απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφαλίσεως (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), που δημοσιεύθηκε νόμιμα ..., για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρονται σε αυτήν, ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας για όλους τους κλάδους της ασφαλιστικής αυτής εταιρείας, ... χαρακτηρίσθηκε δε ως ασφαλιστική τοποθέτηση το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής αυτής εταιρείας και δεσμεύθηκε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο δεν είχε δεσμευθεί με τις προεκδοθείσες με αριθμούς ...29-7-2008, ...14-10-2008, ...21-5-2009 και ...2/21-12-2009 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφαλίσεως (ΕΠ.Ε.Ι.Α.) και τέθηκε αυτή σε ασφαλιστική εκκαθάριση, εξαιρουμένου του χαρτοφυλακίου ζωής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3, 7 έως 9, 10, 12α, 13γ και 17α έως 17γ του ν.δ. 400/1970, όπως αυτό ισχύει. Περαιτέρω,... αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα - ανακόπτουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία, πριν ακόμη ανακληθεί η άδεια λειτουργίας της και τεθεί σε ασφαλιστική εκκαθάριση, κατά τα ανωτέρω, με την από 8-1-2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της σε συνδυασμό με την με ίδια ημεροχρονολογία ληφθείσα απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της, εξέδωσε την 8-2-2007 ομολογιακό δάνειο ποσού 5.000.000 ευρώ, διαιρούμενο σε είκοσι (20) ομολογίες, ποσού 250.000 ευρώ η καθεμία από αυτές, αντίστοιχα, κατά την έννοια του άρθρου 6 του ν. 3156/2003. Η εφεσίβλητη - καθής η ανακοπή ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" προέβη στην κάλυψη του ομολογιακού δανείου, κατά την έκδοσή του, συνταχθέντος προς τούτο του από 8-2-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού συμβάσεως καλύψεως. Η εκκαλούσα - ανακόπτουσα ασφαλιστική εταιρεία προέβη στην έκδοση του ομολογιακού αυτού δανείου με σκοπό την απόκτηση του ακινήτου, που βρίσκεται στην Αθήνα και επί της Λεωφόρου ... και όπως το ακίνητο αυτό περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια στην ένδικη ανακοπή. Προς εξασφάλιση της ομολογιούχου εφεσίβλητης - καθής η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας για το ποσό του ως άνω δανείου, η τελευταία με βάση την 14104Σ/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ενέγραψε την 26-2-2007 συννόμως προσημείωση υποθήκης στο ως άνω ακίνητο της εκκαλούσας - ανακόπτουσας εταιρείας ... Ακολούθως, την 23-3-2010 η εφεσίβλητη - καθής η ανακοπή ανώνυμη τραπεζική εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση καλύψεως του ομολογιακού δανείου, λόγω περιελεύσεως της εκκαλούσας - ανακόπτουσας ασφαλιστικής εταιρείας σε κατάσταση υπερημερίας περί την οφειλή της, καθιστάμενη πλέον αυτή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή. Στη συνέχεια, με την από 10-1-2012 αίτηση της εφεσίβλητης - καθής η ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας εκδόθηκε σε βάρος της εκκαλούσας - ανακόπτουσας ασφαλιστικής εταιρείας η 2192/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για το ποσό των 300.000 ευρώ (που αποτελούσε μέρος του άληκτου κεφαλαίου του δανείου), πλέον τόκων και εξόδων. Η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε από την εφεσίβλητη - καθής η ανακοπή στην εκκαλούσα - ανακόπτουσα (στον επόπτη εκκαθάρισης και στον εκκαθαριστή αυτής) την 27-1-2012, μαζί με την από 23-1-2012 επιταγή προς πληρωμή ... χωρίς η εκκαλούσα - ανακόπτουσα να ασκήσει ανακοπή κατ’ αυτής. Επίσης, η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε, για δεύτερη φορά, από την εφεσίβλητη - καθής η ανακοπή στην εκκαλούσα - ανακόπτουσα (στον επόπτη εκκαθάρισης και στον εκκαθαριστή αυτής) την 20-2-2012 ..., χωρίς, επίσης, η εκκαλούσα - ανακόπτουσα να ασκήσει ανακοπή κατ’ αυτής, με αποτέλεσμα αυτή (διαταγή πληρωμής) να καταστεί απρόσβλητη και να τραπεί η ως άνω προσημείωση υποθήκης την 23-5-2012 σε υποθήκη για το χρηματικό ποσό των 341.635,13 ευρώ, που αφορούσε την ένδικη οφειλή ... Στη συνέχεια, μετά την κατά τα ως άνω νόμιμη επίδοση της από 23-1-2012 επιταγής προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω 2192/2012 διαταγής πληρωμής, κατόπιν εντολής της εφεσίβλητης - καθής η ανακοπή, κατασχέθηκε το ακίνητο της εκκαλούσας - ανακόπτουσας, που αναφέρεται παραπάνω, δυνάμει της με αριθμό .../3-2-2012 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, που έχει συντάξει ο αρμόδιος Δικαστικός Επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Λ. Σ., ενώ ορίσθηκε η διενέργεια δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ανακοπή της, με την οποία είχε ισχυρισθεί ότι είναι άκυρη η επιδοθείσα σ’ αυτήν επιταγή προς εκτέλεση και η συναφής έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του ενυπόθηκου ακινήτου της για το λόγο ότι οι πράξεις αυτές έλαβαν χώρα μετά τη θέση της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, δέχθηκε την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε τις ως άνω πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν.Δ/τος 400/1970 και του Συντάγματος, ο δε περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Νοεμβρίου 2014 αίτηση της Τράπεζας Eurobank Ergasias, A.E. για αναίρεση της 410/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ