Legislator Case Law & Legislation
336/2015 AI generated

336/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 336/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2005 και, κατόπιν άρσης της εκκρεμοδικίας, η 135/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 214/2011 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/9/2014 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

336/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.

Keywords

AI generated
hotel accommodation contract leave on personal grounds special scheme for travel agents tourism development holiday compensation resort tax
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 336 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 336/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗ - ΠΑΡΑΛΙΑ ΚΑΛΑΦΑΤΗ, Ε. Κ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσείουσα Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Γ. ΚΑΙ Κ. Κ. Α.Ε. - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" που εδρεύει στην Άνω Μερά Μυκόνου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βγόντζα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Πλάτων Νιάδη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "EROS TRAVEL - ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στη Μύκονο και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Α. Ρ. του Μ., ο οποίος παραστάθηκε ως άνω.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 156/2005 και, κατόπιν άρσης της εκκρεμοδικίας, η 135/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 214/2011 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/9/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 16/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μόνου λόγου της από 2/9/2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 214/2011 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 214/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση, απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, Eros Travel ΕΠΕ και δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν ως προς τον πρώτο από αυτούς, Α. Ρ., και στη συνέχεια, όσον αφορά τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την 135/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου ως προς το κεφάλαιο αυτής κατά το οποίο δέχθηκε την αγωγή ως προς αυτόν, κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος αυτό και δίκασε την αγωγή ως προς τον τελευταίο, την οποία στη συνέχεια την απέρριψε. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ], είναι παραδεκτή [άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ].

ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσής της, ή ακόμα και παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, ερμηνεία η οποία αποκαλύπτει, ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει αυτό σε ερμηνεία της.

Αν, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας, το δικαστήριο της ουσίας δεν προσφύγει, για να ανεύρει την αληθή βούληση των συμβληθέντων, στους ερμηνευτικούς κανόνες, που περιέχονται στις παραπάνω διατάξεις, παραβιάζει, με τη μη εφαρμογή τους, τους κανόνες αυτούς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα διατηρεί στην Ακτή Καλαφάτη Άνω Μεράς της Μυκόνου ξενοδοχειακή επιχείρηση με το διακριτικό τίτλο "ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΒΕΑCH ΗΤL", ενώ η δεύτερη εναγομένη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕROS TRAVEL - Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", μόνο μέλος, διαχειριστής και εκπρόσωπος της οποίας είναι ο πρώτος εναγόμενος δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών γενικού τουρισμού και ταξιδιών και τη διαμεσολάβηση τουριστικών πρακτορειακών εργασιών.

Με σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της ελβετικής εταιρείας με την επωνυμία "ΚUONI ΤRAVEL LTD", που εκμεταλλεύεται επιχείρηση πρακτορείου τουρισμού στην Ελβετία, η τελευταία ανέθεσε στην πρώτη (ενάγουσα) και αυτή ανέλαβε την εξυπηρέτηση όλων των τουριστών - πελατών της ελβετικής εταιρείας κατά την τουριστική περίοδο από 16-5-1997 έως 10-10-1997 και συγκεκριμένα την παροχή δωματίων στο παραπάνω ξενοδοχείο της στη Μύκονο.

Η εν λόγω ελβετική εταιρεία εκπρόσωπος της οποίας στην Ελλάδα είναι η θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΕΝΙΚ ΤΟURS ΑΕ" έχει ως τοπικό αντιπρόσωπο στη Μύκονο τη δεύτερη εναγομένη, η oποία και μεσολάβησε στην κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής η ενάγουσα παρείχε κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα όλες τις προαναφερόμενες υπηρεσίες σε πελάτες της ελβετικής εταιρείας, η συνολική αμοιβή για τις οποίες ανήλθε στο ποσό των 27.917.595 δρχ.

Η ελβετική εταιρεία προς εξόφληση της οφειλής της προς την ενάγουσα κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο, ως διαχειριστή και εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, το ποσό της αμοιβής, που όφειλε στην ενάγουσα για τις παραπάνω υπηρεσίες, πλην όμως, αυτός δεν κατέβαλε, ως όφειλε, την αμοιβή αυτή στην ενάγουσα παρακρατώντας το εν λόγω ποσό.

Στη συνέχεια στα πλαίσια της διευθέτησης της οικονομικής διαφοράς, που προέκυψε, η ενάγουσα συναίνεσε σε σχετική πρόταση του πρώτου των εναγομένων και έτσι συντάχθηκε μεταξύ των διαδίκων το από 23-7-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με το οποίο η δεύτερη εναγομένη αναγνώρισε, ότι το σύνολο της οφειλής της προς την ενάγουσα, που αφορά αμοιβές φιλοξενίας πελατών στο ξενοδοχείο της τελευταίας "ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΒΕΑCH HTL", ανέρχεται σε 28.167.595 δρχ., ότι η καταβολή του ποσού αυτού θα γινόταν από τη δεύτερη εναγομένη σε έξι ισόποσες μηνιαίες άτοκες δόσεις με ημερομηνίες λήξης μεταξύ του χρονικού διαστήματος από 30-9-1998 έως 28-2-1999.

Επίσης, με το ίδιο συμφωνητικό συμφωνήθηκε η έκδοση έξι (6) ισόποσων, με τις παραπάνω δόσεις, συναλλαγματικών, αποδοχής της δεύτερης εναγομένης, τις οποίες θα τριτεγγυάτο ο πρώτος εναγόμενος. Από το περιεχόμενο του ως άνω συμφωνητικού, σαφώς προκύπτει, ότι η δεύτερη εναγομένη εταιρεία αναγνώρισε την ύπαρξη οφειλής της προς την ενάγουσα ύψους 28.167.595 δρχ.

και ταυτόχρονα υποσχέθηκε ότι θα εξοφλήσει αυτή μέχρι την 28-2-1999. Ενόψει αυτών και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε, πλήρως προκύπτουν στην παρούσα περίπτωση τα στοιχεία, που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση ευθύνης της δεύτερης εναγομένης έναντι της ενάγουσας από τη σύμβαση αναιτιώδους αναγνώρισης χρέους, καθώς η διαλαμβανόμενη στο παραπάνω συμφωνητικό δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων διαδίκων ήταν να καταρτιστεί μεταξύ τους, νέα σύμβαση, από την οποία να πηγάζει νέα ενοχή, απαλλαγμένη από ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας.

Η κρίση αυτή, ότι δηλαδή η βούληση των συμβαλλομένων διαδίκων ήταν να καταρτιστεί μεταξύ τους αναιτιώδης αναγνώριση χρέους και όχι αιτιώδης αναγνώριση χρέους, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, δεν αναιρείται από την αναφορά στο ως άνω συμφωνητικό, ότι η οφειλή της δεύτερης εναγομένης προς την ενάγουσα σχετίζεται με αμοιβές φιλοξενίας πελατών στο ξενοδοχείο της ενάγουσας προηγούμενων τουριστικών περιόδων, αφού αυτή γίνεται εντελώς αόριστα, ενώ παραλείπεται και η αναφορά της παραπάνω ελβετικής εταιρείας, πελάτες της οποίας αφορούσαν οι υπηρεσίες, που προσέφερε η ενάγουσα.

Περαιτέρω και όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο, ότι αυτός υπέχει ευθύνη έναντι της ενάγουσας από σύμβαση εγγύησης καταρτισθείσας μεταξύ αυτού και της ενάγουσας. Ειδικότερα από το προαναφερόμενο περιεχόμενο του ως άνω συμφωνητικού, το οποίο ο πρώτος εναγόμενος υπέγραψε ατομικά και ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, δεν προκύπτει ότι αυτός εγγυήθηκε έναντι της ενάγουσας την εξόφληση της απαίτησής της από την πιο πάνω σύμβαση αναιτιώδους αναγνώρισης χρέους με τη δεύτερη εναγομένη.

Και τούτο διότι, ο πρώτος εναγόμενος, σύμφωνα με το παραπάνω συμφωνητικό, υποσχέθηκε ότι (στο μέλλον) θα τριτεγγυηθεί τις συναλλαγματικές εκδόσεως της ενάγουσας, που θα αποδεχτεί η δεύτερη εναγομένη. Η υπόσχεση αυτή περί τριτεγγύησης συναλλαγματικών, οι οποίες μάλιστα δεν αποδείχθηκε, ότι εκδόθηκαν και ότι τις αποδέχθηκε τελικά η εναγομένη εταιρεία, δεν συνιστά κατάρτιση σύμβασης εγγυήσεως μεταξύ των εν λόγω διαδίκων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα.

Ούτε μπορεί να εκτιμηθεί ως τέτοια από το γεγονός και μόνο, ότι αυτός υπέγραψε το παραπάνω συμφωνητικό όχι μόνο υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της συμβαλλόμενης εταιρίας, αλλά και ατομικά, αφού, ούτως ή άλλως για την υπόσχεση της τριτεγγύησης των συναλλαγματικών απαιτείτο να συμβληθεί και ατομικά.

Επομένως, δεν θεμελιώνεται εγγυητική ευθύνη του πρώτου εναγομένου έναντι της ενάγουσας για καταβολή του αναγνωρισθέντος ποσού των 28.163.595 ευρώ. Ούτε, εξάλλου, μπορεί να εκτιμηθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος με την υπογραφή του από 28-7-1998 συμφωνητικού και τη δήλωση του σ' αυτό, κατά τα προαναφερθέντα, ότι θα τριτεγγυηθεί τις εκδοθείσες από την ενάγουσα συναλλαγματικές, αναγνώρισε ή υποσχέθηκε, ότι οφείλει ο ίδιος στην ενάγουσα το ποσό των συναλλαγματικών αυτών, ώστε να δημιουργηθεί μεταξύ τους αυτοτελής ενοχή από σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους και ευθύνη του για καταβολή του αναγνωρισθέντος ποσού στην ενάγουσα εις ολόκληρον με την δεύτερη εναγομένη, δεδομένου ότι στο παραπάνω έγγραφο αναγνώρισης γίνεται σαφής αναφορά, ότι το ποσό των 28.163.595 δρχ.

το οφείλει η δεύτερη εναγομένη, η οποία και υπόσχεται να το καταβάλει στην ενάγουσα με τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι η δεύτερη εναγομένη, αν και παρήλθαν οι παραπάνω ημερομηνίες καταβολής του οφειλόμενου από αυτήν ποσού, δεν το κατέβαλε στην ενάγουσα και συνεχίζει μέχρι σήμερα να το οφείλει.

Σημειώνεται, ότι η δεύτερη εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προέβη σε ανάκληση όσων ομολόγησε με το προαναφερόμενο συμφωνητικό, αποδίδοντας το περιεχόμενο του σε ασκηθείσα σε βάρος της εκ μέρους της ενάγουσας πίεσης, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η αναλήθεια της ανωτέρω οφειλής της προς την ενάγουσα, αλλά ούτε και ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση για τη σύνταξη του συμφωνητικού, αντίθετα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο πρώτος εναγόμενος ήταν αυτός που παρακάλεσε την ενάγουσα για διευκόλυνση στην εξόφληση της οφειλής και με δική του πρωτοβουλία και χωρίς πίεση συντάχθηκε το ως άνω έγγραφο της αναγνώρισης του χρέους.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί, ότι ο πρώτος εναγόμενος, κατά την εκδίκαση της σε βάρος του κατηγορίας για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αναγνώρισε την ύπαρξη της εν λόγω οφειλής της δεύτερης εναγομένης προς την ενάγουσα, επικαλούμενος οικονομική αδυναμία να εξοφλήσει έστω και κάποιο μέρος της, μολονότι, όπως ο ίδιος κατέθεσε, η ελβετική εταιρία του είχε δώσει το εν λόγω ποσό ... .

Και ναι μεν μετά από έφεση, που ασκήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο κατά της παραπάνω απόφασης, με την οποία αυτός καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών, αθωώθηκε με την υπ' αριθμό 8974/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο λόγος όμως της αθώωσης, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, δεν στηρίζεται στην ανυπαρξία της οφειλής, αλλά στο γεγονός, ότι η υπεξαίρεση σε κάθε περίπτωση τελέστηκε σε βάρος της ελβετικής εταιρίας "ΚUONITRAVELLTD" και όχι της ενάγουσας (εγκαλούσας), όπως κατηγορήθηκε. .... .

Κατά το μέρος όμως που η αγωγή στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου, εφόσον δεν αποδείχθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι αυτός υπέχει ευθύνη από τη σύμβαση εγγύησης ή από την αναιτιώδη αναγνώριση χρέους έναντι της ενάγουσας, έπρεπε (η αγωγή αυτή) να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.". Με αυτές τις πραγματικές παραδοχές το εφετείο έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση είχε δεχθεί την αγωγή και ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, με την εκτίμηση, ότι αναγνώρισε και αυτός την οφειλή, και είχε υποχρεώσει αυτόν να καταβάλει εις ολόκληρον με την δεύτερη εναγομένη το προαναφερόμενο ποσό στην ενάγουσα, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και για το λόγο αυτό έπρεπε να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και κατ' ουσίαν οι σχετικοί λόγοι της έφεσης και κατ' επέκταση να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν για τον πρώτο εκκαλούντα, Α.

Ρ.. Στη συνέχεια εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιο, που έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο και αναγκαίως και κατά τη διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα και, αφού κράτησε την υπόθεση και εκδίκασε την αγωγή κατά το μέρος αυτό, απέρριψε αυτήν ως προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Από όσα δέχθηκε το Εφετείο προκύπτει, εμμέσως πλην σαφώς, ότι αυτό διαπίστωσε, ότι οι δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων στο επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν είναι εναργείς και σαφείς, και ότι για το λόγο αυτόν δημιουργείται αμφιβολία για την πραγματική τους έννοια. Η διαπίστωση αυτή του Εφετείου συνάγεται από την εκτίμηση, που έγινε από αυτό, κατά την αναζήτηση της αληθινής έννοιας της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, των όρων της σύμβασης για τον τρόπο καταβολής της εκεί περιγραφόμενης οφειλής και τον συσχετισμό των όρων αυτών με τα όσα αρχικώς αναφέρονται σε αυτή σχετικά με τον συμβληθέντα, όχι μόνον ως εκπρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρείας αλλά και ατομικώς, πρώτο αναιρεσίβλητο, καθώς και τον τείνοντα στην ικανοποίηση των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας σκοπό της σύμβασης.

Μετά τη διαπίστωσή του αυτή, το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες, που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Παρόλα αυτά το Εφετείο, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων στη σύμβαση αυτή, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, τους οποίους, ούτε αυτούς τους ίδιους, ούτε τις διατάξεις, που τους περιέχουν, αναφέρει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ούτε από το περιεχόμενο της απόφασης συνάγεται, ότι έκανε χρήση αυτών.

Κατ' αυτόν τον τρόπο υπέπεσε στην πλημμέλεια, η οποία αναφέρεται στην αρχή και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και το βάσιμο μόνο λόγο αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της μόνο κατά το μέρος της που αφορά τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων ατομικά ως προς και τις δύο αγωγικές βάσεις θεμελιώσεων της ένδικης ευθύνης του τόσο ως εγγυητή όσο και ως ενεχόμενο από σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο δικαστήριο, που την εξέδωσε, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 214/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου κατά το μέρος αυτής, που αφορά τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το παραπάνω μέρος στο Εφετείο Αιγαίου συγκροτούμενο από Δικαστές διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον καταθέσαντα.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ