Legislator Case Law & Legislation
336/2012 AI generated

336/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 336/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 336 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 336/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και ΓεώργÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 336 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 336/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. Τ. συζ. Π. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωστόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Β. Π. Τ. ή Τ. του Γ. και 2. Π. Τ. ή Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Παπανικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-2-2000, 29-11-2000, 20-9-2001 και 16-9-2002 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 772/2005 οριστική, 316/2002 προδικαστική, 771/2006 οριστική, 272/2002 προδικαστική, 807/2006 οριστική, 1052/2006 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 439/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23.9.2009 αίτησή της και το από 1.6.2010 δικόγραφο προσθέτου λόγου.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε τις από 20 Δεκεμβρίου 2011 και 18 Ιανουαρίου 2012 έκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε α) να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως και β)να απορριφθεί ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ.2, 961 και 962 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσεως του κοινού αντικειμένου από τον ένα από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν προέβαλαν αξίωση συγχρήσεως, να απαιτήσουν από αυτόν που κάνει αποκλειστική χρήση ανάλογη μερίδα από το όφελος που αυτός αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσεως του κοινού (ΑΠ 1761/2008, ΑΠ 1302/2006, ΑΠ 1793/2006). Αν δε η αποκλειστική χρήση του κοινού από ένα των κοινωνών έγινε γιατί αυτός επιλήφθηκε τούτου με παράνομη πράξη οι άλλοι κοινωνοί μπορούν να αξιώσουν και περαιτέρω αποζημίωση από αδικοπραξία (ΑΠ 1761/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε το αίτημα της ενάγουσας περί επιδικάσεως σε αυτή αποζημιώσεως εις βάρος των εναγομένων, πέραν της ανάλογης μερίδας από το όφελος που αποκόμισαν αυτοί από την αποκλειστική χρήση του κοινού αντικειμένου, εκ μέρους τους, διότι δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η τέλεση αδικοπραξίας από αυτούς. Με την κρίση του αυτή ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις και ειδικότερα αυτές των άρθρων 786 και 787 ΑΚ. Επομένως ο μόνος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων, εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μή των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα. τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του. Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολομ.ΑΠ 2/2008, Ολομ.ΑΠ 14/2005). Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους (ΑΠ 1851/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε νομίμως και προσκόμισε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι οι αναιρεσίβλητοι έκαναν χρήση και του επικλινούς τμήματος του ακινήτου συγκυριότητας των διαδίκων, ενώ έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία δεν επικαλέσθηκαν νομίμως οι αναιρεσίβλητοι προς απόδειξη της μισθωτικής αξίας του ακινήτου. Το Εφετείο όμως, με την προσβαλλομένη απόφασή του, βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του έλαβε υπόψη και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν". Από τη βεβαίωση αυτή, καθώς και από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες αυτής, δεν καταλείπονται αμφιβολίες ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι και μόνον αυτά. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος με το οποίο, υπό την επίκληση της ως άνω παραβιάσεως, πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθούν η αίτηση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 188 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-1-2008 αίτηση και το από 1-6-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων της Ε. Π. Τ., συζ. Π. Π., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 439/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ