Legislator Case Law & Legislation
336/2011 AI generated

336/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 336/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 336 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 336/2011

Legislator headnote

AI generated

336/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 336 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 336/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 336 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 336/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Ι. Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Του αναιρεσίβλητου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΛΑΪΚΟ", (Ν.Π.Δ.Δ.), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη , με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 2347/1998 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 4144/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει ο αναιρεσείων με την από 3-9-2002 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας, ανέγνωσε την από 16-11-2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνα Κολυβά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό μεν από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγουμένη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (αρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη. Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεώτερες ΣΣΕ ή ΔΑ. Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης ΔΔΔΔ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λπ ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις ΥΑ 16170/1981 και 18749/1981 αντίστοιχα, μεταβλήθηκε με την από 22.12.1988 ΕΣΣΕ η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική (ΥΑ 17853/89) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1.7.1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής. Με τη ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ΝΔ 2593/1953, που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολο τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988. Με το άρθρο 9 της παραπάνω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ. ΑΠ 10/2002, 3/2003). Εξάλλου από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων του ΚΠολΔ και εκείνων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 και 559 αριθ. 9 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο μιας απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο (από τη θετική και αρνητική λειτουργία του) γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί, και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού. Στη περίπτωση αυτή ο δικαιούχος μπορεί με μεταγενέστερη αγωγή να ζητήσει το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αν όμως με την προγενέστερη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση που εκδόθηκε έκρινε για το όλον της απαιτήσεως, τότε αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο μέρος της ίδιας απαίτησης, αφού κρίθηκε ότι η απαίτηση ήταν αυτή που επιδικάστηκε (Ολ. ΑΠ 1/2003).

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων ο αναιρεσείων, απασχολούμενος ως πλύντης στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με σχέση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, με την ένδικη αγωγή του ζήτησε διαφορές αποδοχών για το από 1.1.1991 έως 31.5.1996 χρονικό διάστημα λόγω μη υπολογισμού του ημερομισθίου του και συνακόλουθα όλων των επιδομάτων με βάση το κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη που προβλέπουν οι ΕΓΣΣΕ. Προηγουμένως ο αναιρεσείων είχε ασκήσει κατά του αναιρεσιβλήτου δύο αγωγές επί των οποίων εκδόθηκαν οι 8262/1993 και 529/1997 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων εδικαιούτο διαφορές αποδοχών για τα τότε επίδικα χρονικά διαστήματα από 1.1.1988 έως 30.11.1991 και από 1.7.1991 έως 30.9.1994 με βάση υπολογισμού βασικό ημερομίσθιο κατά το αρθρ. 29 της ΔΑ 42/1981 πλέον των διαφόρων επιδομάτων, που ζητήθηκαν και επιδικάσθηκαν ως το όλον της απαιτήσεως του αναιρεσείοντος. Το Εφετείο, που επιλήφθηκε κατόπιν εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων, καθόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή για το διάστημα 1.1.91 έως 31.12.93 λόγω παραγραφής, δέχθηκε ότι από τις παραπάνω εφετειακές αποφάσεις προκύπτει δεδικασμένο που παρακωλύει την έρευνα περί του αν ο αναιρεσείων δικαιούται τις αιτούμενες με την ένδικη αγωγή μισθολογικές διαφορές. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 8 περ. α' του αρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί το παραπάνω δεδικασμένο έλαβε υπόψη του πράγματα, δηλαδή λόγο εφέσεως, μη προταθέντα από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο. Ο λόγος αυτός όσον αφορά το διάστημα από 1.1.91 έως 31.12.93 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου για το διάστημα αυτό επιληφθέν της εφέσεως του αναιρεσείοντος που παραπονείτο για την απόρριψη της αγωγής του για το διάστημα αυτό λόγω παραγραφής των αξιώσεων του. Άλλωστε το Εφετείο δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει το διατακτικό ότι η απαίτηση του αναιρεσείοντος είχε υποκύψει σε παραγραφή. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και ως αλυσιτελής. Ο ίδιος λόγος όσον αφορά το υπόλοιπο ένδικο διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο στο οποίο τέθηκαν υπόψη με επίκληση στις προτάσεις των διαδίκων οι παραπάνω εφετειακές αποφάσεις, παραδεκτά έλαβε υπόψη με αυτεπάγγελτη έρευνα (αρθρ. 332 Κ.Πολ.Δ.) το προκύπτον από τις αποφάσεις αυτές δεδικασμένο, αφού η αμέσως παραπάνω διάταξη δεν αντίκειται στο αρθρ. 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους από τον αριθ. 16 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ότι από τις παραπάνω εφετειακές αποφάσεις προκύπτει δεδικασμένο. Όσον αφορά το διάστημα από 1.1.1991 έως 30.9.1994 για το οποίο ζητήθηκαν και επιδικάστηκαν διαφορές αποδοχών ως αποτελούσες το όλον της απαιτήσεως, ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού υπάρχει δεδικασμένο καθόσον κρίθηκε ότι η απαίτηση του αναιρεσείοντος ήταν αυτή που επιδικάστηκε και αποκλείεται να ζητηθεί και άλλο ποσό της ίδιας απαίτησης. Όσον αφορά το υπόλοιπο ένδικο διάστημα 1.10.94 έως 31.5.96, ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί (αρθρ. 578 ΚΠολΔ) καθόσον το Εφετείο, που απέρριψε την αγωγή για το διάστημα αυτό, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε έστω και με μη ορθή αιτιολογία, αφού δεν παράγεται δεδικασμένο από τις παραπάνω εφετειακές αποφάσεις λόγω μεταβολής του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση. Συγκεκριμένα με τις αγωγές επί των οποίων εκδόθηκαν οι εφετειακες αποφάσεις ζητήθηκε διαφορά αποδοχών βάσει των αναφερομένων εκεί Δ.Α. 42/81 και 74/82 και της από 9.8.1984 ΕΣΣΕ, ενώ με την ένδικη αγωγή ζητούνται διαφορές βάσει του κατωτάτου βασικού ημερομισθίου των από 3.4.1991, 9.6.1993 και 21.3.1994 ΕΓΣΣΕ, από της ισχύος εκάστης των οποίων μεταβάλλεται το νομικό καθεστώς, με συνέπεια ότι οι εκδοθείσες εφετειακές αποφάσεις που έκριναν με βάση άλλο νομικό καθεστώς να μη αποτελούν δεδικασμένο για την ένδικη διαφορά. Μη υπάρχοντος όμως δεδικασμένου ως προς το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να αμείβεται με βάσει το προϊσχύον νομικό καθεστώς, η ένδικη αγωγή είναι αβάσιμη και απορριπτέα διότι ο αναιρεσείον δεν δικαιούται τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές, αφού κατά το αρθρ. 3 παρ. 1 της από 22.12.1988 ΕΣΣΕ που ισχύει από 1.7.1988 καταργήθηκαν όλα τα αιτούμενα επιδόματα του προηγούμενου καθεστώτος και οι αποδοχές του αναιρεσείοντος ρυθμίζονται εφεξής από τις διατάξεις του Ν. 1505/84 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988 για το ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημοσίας διοικήσεως, καθόσον η διάταξη του αρθρ. 9 της από 22.12.88 ΕΣΣΕ έχει την έννοια ότι οι απασχολούμενοι στα νοσοκομεία διατηρούν για τυχόν υπέρτερες αποδοχές του παλαιού νομικού καθεστώτος για όσο χρόνο οι αποδοχές αυτές θα εξακολουθούν να είναι υπέρτερες και δεν έχει την έννοια ότι εξακολουθεί το παλαιό νομικό καθεστώς αμοιβής των εργαζομένων στα νοσοκομεία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν'απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-9-2002 αίτηση του Η. Ι. Σ. για αναίρεση της 4144/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ