Legislator Case Law & Legislation
336/2006 AI generated

336/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 336/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Σιταρά Αικατερίνης, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

336/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για το λόγο αυτό υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ. (άρθρα 511 και 552) ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης, και δεν ισχύει γι' αυτήν η απαγόρευση του άρθρου 699 του ΚΠολΔ, ενώ και η διάταξη του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος που απαγόρευε την άσκηση ένδικων μέσων, θεωρείται ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 336 / 2006 (Ζ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 336/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανό Πατεράκη, Αντιπρόεδρο, Στέφανο Γαβρά, Δημήτριο Λοβέρδο, Ρένα Ασημακοπούλου και Σταύρο Γαβαλά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Σιταρά Αικατερίνης, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. συζύγου Φ. Δ., το γένος Φ. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φωτόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από 1. του Υπουργού των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, 2.του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα και 3. του Προϊσταμένου της ΔΥΟ Καρλοβασίου Σάμου, που εδρεύει στο Νέο Καρλοβάσι Σάμου. Εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Λαϊνα, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κρατούς, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-7-2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 336/2003 του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-9-2004 αίτησή της και τους από 24-8-2005 πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από 12-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λογων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 2466/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 του α.ν 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.

Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.

Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου ουδεμία επιρροή ασκεί στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημίωσης, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί, αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτέλεσης κατά το νόμο περί εισπράξεως δημόσιων εσόδων, κατά του οποίου ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Όπως ήδη έχει κριθεί από το ΑΕΔ (ΑΕΔ 6/1989), η διαφορά η οποία δημιουργείται από την επιβολή της αποζημίωσης βάσει των ανωτέρω διατάξεων, με πρωτόκολλο, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 1 εδάφ. γ' του β.δ. 619/1965 εκδίδεται από τον αρμόδιο Οικονομικό 'Εφορο και ήδη, μετά την ισχύ του π.δ. 551/1988 και την έναρξη λειτουργίας των Κτηματικών Υπηρεσιών των Νομαρχιών, από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, φέρει το χαρακτήρα ιδιωτικής διαφοράς και έτσι η εκδίκαση της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημόσιου κτήματος υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Αρμοδιότητα, εξάλλου, για την εκδίκαση της κατά του πρωτοκόλλου ανακοπής έχει, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΕισΝ.ΚΠολΔ, αντί του Προέδρου Πρωτοδικών, το αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά, σε σχέση με την οφειλή της αποζημίωσης και το ύψος της, και, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου.

Για το λόγο αυτό υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ. (άρθρα 511 και 552) ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης, και δεν ισχύει γι' αυτήν η απαγόρευση του άρθρου 699 του ΚΠολΔ, ενώ και η διάταξη του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος που απαγόρευε την άσκηση ένδικων μέσων, θεωρείται ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝ.

ΚΠολΔ (ολ.ΑΠ 21-22/2002 και 38/2002). Μετά την τελεσιδικία της, η απόφαση για την ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου, αποτελεί δεδικασμένο ως προς το ζήτημα που επιλύθηκε με αυτήν, δηλαδή ως προς την οφειλή της αποζημίωσης και το ποσό της. Το δεδικασμένο, παρότι περιορίζεται μόνο στο ζήτημα αυτό, χωρίς, κατ' απόκλιση των όσων ορίζει το άρθρο 331 ΚΠολΔ, να επεκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του ζητήματος αυτού, όπως είναι το ζήτημα της κυριότητας του ακινήτου, ακόμη και αν το δικαστήριο (το Μονομελές Πρωτοδικείο) ήταν αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα, είναι οριστικό και όχι προσωρινό δεδικασμένο. 'Ετσι, λόγω της αρνητικής λειτουργίας του δεδικασμένου από την τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε για την ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημόσιου κτήματος, η ύπαρξη της απαίτησης αποζημίωσης και το ποσό της δεν μπορούν να αμφισβητηθούν σε νέα δίκη, είτε με αγωγή, είτε με ανακοπή είτε με προβολή ένστασης που καλύπτεται από αυτό, παρότι τέτοια αμφισβήτηση σε νέα δίκη μπορεί να υπάρξει ως προς τα δικαιώματα του Δημοσίου στο ακίνητο για τη χρήση ή κάρπωση του οποίου καθορίστηκε η αποζημίωση, αφού το δεδικασμένο δεν επεκτείνεται και σε αυτά, έστω και αν κρίθηκαν παρεμπιπτόντως.

Η αποζημίωση, εξάλλου, που καθορίζεται με το πρωτόκολλο, αποτελεί δημόσιο έσοδο, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 " περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων εσόδων" (ΚΕΔΕ), εισπραττόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. αυτού, και νόμιμο τίτλο διοικητικής εκτέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 στοιχ.

α του ίδιου ν.δ/τος αποτελεί το πρωτόκολλο, εφόσον δεν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή κατ' αυτού ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί από το δικαστήριο, μετά την άσκηση ανακοπής κατ' αυτού. Η διάταξη (του άρθρου 115 παρ. 2 του από 11/12-11-1929 δ/τος), ότι καμιά ανακοπή από το νόμο για την είσπραξη δημόσιων εσόδων δεν επιτρέπεται κατά του πρωτοκόλλου, δεν έρχεται σε αντίθεση, αλλά συμπορεύεται με εκείνη του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, σύμφωνα με την οποία, με την πριν από την έναρξη της εκτέλεσης ανακοπή του οφειλέτη, η οποία ασκείται :

α) κατά της ατομικής ειδοποίησης, β) κατά του εντάλματος προσωπικής κράτησης, που δεν έχει εκτελεστεί και γ) κατά του νόμιμου τίτλου, επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, καθώς και η αμφισβήτηση του κατ' ουσία βασίμου της απαίτησης του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός αυτής δεν έχει ανατεθεί στα δικαστήρια ή σε διοικητικές επιτροπές που αποφαίνονται με δύναμη δεδικασμένου, αφού και σύμφωνα με την τελευταία διάταξη, μετά την οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου απαγορεύεται η αμφισβήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας της απαίτησης του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός της έχει ανατεθεί στο δικαστήριο που αποφαίνεται για την προβλεπόμενη ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου με δύναμη δεδικασμένου.

Εφόσον δε το πρωτόκολλο έχει επικυρωθεί ή τροποποιηθεί με τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου που αποφάσισε για την ανακοπή κατ' αυτού, η, με την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ ανακοπή πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, προβολή αντίρρησης σχετικά με την απαίτηση αποζημίωσης για τη χρήση ή κάρπωση δημόσιου κτήματος, είναι απαράδεκτη, διότι προσκρούει στο δεδικασμένο που απορρέει από την τελεσίδικη αυτή απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 6-7-2001 ανακοπή της αναιρεσείουσας που προσκομίζεται, το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 561 παρ 2 του ΚΠολΔ, επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος, με αυτήν η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε τα ακόλουθα : Εις βάρος αυτής και της μητέρας της, η οποία αργότερα πέθανε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτήν, εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών το υπ' αρθμ. 64/15-11-1996 πρωτόκολλο, με το οποίο καθορίστηκε το ποσό των 3.804.000 δραχμών ως αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση τμήματος του ΒΚ 1685 δημόσιου κτήματος, που βρίσκεται στην περιοχή του λόφου Τουρκοβουνίων Αθηνών, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 έως 31-12-1995.

Μετά από άσκηση ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου αυτού, η αποζημίωση περιορίσθηκε στο ποσό των 2.404.000 δραχμών, με την 30624/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , η οποία επικυρώθηκε με την 10375/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση που ασκήθηκε κατ' αυτής. Ακολούθως για το τελευταίο αυτό ποσό συντάχθηκε σχετικός χρηματικός κατάλογος από την κτηματική υπηρεσία Αθηνών που στάλθηκε στη ΔΟΥ Καρλοβασίου Σάμου, από την οποία έγινε ταμειακή βεβαίωση του ποσού αυτού και τελικώς κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα) η από 5-6-2001 ατομική ειδοποίηση για την καταβολή του.

Μετά το ιστορικό αυτό η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε με την από 6-7-2001 ανακοπή της να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ατομικής ειδοποίησης, του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος, των δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν για την ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου αυτού και των βεβαιώσεων του ποσού της αποζημίωσης, ισχυριζόμενη ότι :

α)το πρωτόκολλο εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο και συγκεκριμένα από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, ενώ το δημόσιο κτήμα για τη χρήση του οποίου καθορίστηκε η αποζημίωση δεν τελεί υπό τη διαχείριση της υπηρεσίας αυτής, αλλά υπό τη διαχείριση του ΥΠΕΧΩΔΕ, β) το Δημόσιο δε δικαιούται να επιβάλει αποζημίωση χρήσης διότι το εν λόγω κτήμα είναι κοινόχρηστο και ανήκει στα εκτός συναλλαγής πράγματα, γ) η αποζημίωση καθορίστηκε κατά κρίση αγαθού ανδρός, ενώ έπρεπε να καθοριστεί κατά δίκαιη κρίση, δ) η αποζημίωση αφορά τη χρήση κατά το διάστημα από 1-1-1991 έως 31-12-1995, που είναι διάστημα μεταγενέστερο της αρχικής πενταετίας αυθαίρετης χρήσης του κτήματος, η οποία άρχισε το έτος 1963, ε) το Δημόσιο δεν είχε δικαίωμα καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση, διότι το ακίνητο δεν αποκτήθηκε με σύμβαση, αλλά με αναγκαστική απαλλοτρίωση και στ) η κατά του πρωτοκόλλου ανακοπή κακώς εκδικάσθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Την ανακοπή αυτή την απέρριψε ως απαράδεκτη το Εφετείο Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη 98/556/49ΤΜ/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, με την οποία αυτή είχε κριθεί παραδεκτή, αλλά είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Όπως ειδικότερα προκύπτει από την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση, την οποία επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, το Εφετείο έκρινε ότι η ανακοπή αυτή, που έχει χαρακτήρα ανακοπής πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης , είναι απαράδεκτη, διότι οι λόγοι που περιέχει , αναγόμενοι στην ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης του Δημοσίου, προσκρούουν στη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ και στο δεδικασμένο που απορρέει από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση με την οποία τροποποιήθηκε ως προς το ύψος του ποσού της αποζημίωσης το πρωτόκολλο καθορισμού της αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο συμμορφώθηκε προς τις διατάξεις του άρθρου 115 παρ. 2 του από 11/12/11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", 73 παρ. 1 του ν.

δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 321 επ. του ΚΠοΔ και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, ούτε κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο.

Συνεπώς όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και οι τρίτος και τέταρτος λόγοι που περιέχονται στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 14 και 16 του ΚΠολΔ, διότι απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτη η από το άρθρο 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ ανακοπή της αναιρεσείουσας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου (ολ. ΑΠ 3/1991) και επομένως όχι όταν το δικαστήριο δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από τελεσίδικη απόφαση, η οποία εκδόθηκε από αναρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο και παράγει αποτελέσματα και επομένως και τα αποτελέσματα του δεδικασμένου, εφόσον δεν ανατραπεί με άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής.

Συνεπώς είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 5 του ΚΠολΔ, διότι με την προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε επί ανακοπής πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, το Εφετείο Αιγαίου, που απέρριψε την ανακοπή αυτή ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου από την 30624/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί ανακοπής κατά του 64/1996 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος και έγινε τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής έφεσης με την 10375/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δέχτηκε (σιωπηρώς) ότι αρμοδίως εκδικάσθηκε η κατά του πρωτοκόλλου ανακοπή σε πρώτο βαθμό από το Μονομελές Πρωτοδικείο και σε δεύτερο βαθμό από το Εφετείο, αφού άλλωστε το ζήτημα της αρμοδιότητας των εν λόγω δικαστηρίων που έκριναν την ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος δεν μπορούσε να το ερευνήσει το Εφετείο Αιγαίου που έκρινε την κατά το άρθρο 73 παρ. 1 ανακοπή κατά της απειλούμενης διοικητικής εκτέλεσης, με βάση το πρωτόκολλο, όπως τελεσιδίκως τροποποιήθηκε με τις εν λόγω δικαστικές αποφάσεις, ως νόμιμο τίτλο.

Απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι, εξάλλου, ο λόγος αυτός και αν ήθελε θεωρηθεί ότι με αυτόν η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατά παράβαση του νόμου το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος και ενώ έπρεπε να θεωρήσει ότι η υπόθεση ανήκε στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων και ότι συνεπώς η εν λόγω απόφαση θεωρείται ανύπαρκτη (άρθρο 313 παρ. 1 β του ΚΠολΔ), ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα κατ' ορθό χαρακτηρισμό του λόγου αυτού, προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και η απόφαση που εκδίδεται γι' αυτήν μετά την τελεσιδικία της, αποτελεί δεδικασμένο για την απαίτηση και το ποσό της.- Επειδή ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 έως 465 του ΚΠολΔ, εγγράφου, όχι όμως και διαδικαστικού εγγράφου της δίκης για την υπόθεση, όπως είναι η ανακοπή κατά της απειλούμενης διοικητικής εκτέλεσης ,η οποία κρίθηκε και έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Και ναι μεν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, πλην όμως η διάταξη αυτή δεν εισάγει ειδικό λόγο αναίρεσης, πέρα από εκείνους που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, αλλά παρέχει στον Άρειο Πάγο τη δυνατότητα εκτίμησης των διαδικαστικών εγγράφων, προκειμένου να κρίνει εάν συντρέχει κάποιος από τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ανακοπής της, την οποία αυτή απέρριψε ως απαράδεκτη, προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή ή η ανακοπή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ολΑΠ 3/1997).

Συνεπώς οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου, καθώς και ο πέμπτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση στο κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της ανακοπής της ως απαράδεκτης. Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-9-2004 αίτηση της Χ. συζύγου Φ. Δ. για αναίρεση της 336/2003 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Σάμου), καθώς και τους περιεχόμενους στο από 24 Αυγούστου 2005 δικόγραφο πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου , την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ