Supreme Court dismisses appeal on labor dispute appeal inadmissibility due to procedural error in summons timing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a First Instance Court decision in a labor dispute. The appellant argued that the appellate court erred by failing to consider a sworn affidavit because the defendant was summoned less than two full working days before the evidence was taken, violating specific Civil Procedure Code articles. The court held that the summons issued after January 1, 2016, must comply with the new two-day notice requirement regardless of when the lawsuit was originally filed, rendering the affidavit inadmissible and the appeal unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 422, 424 of the Civil Procedure Code; The summons for taking sworn evidence issued after January 1, 2016, must strictly comply with the two full working days notice requirement, and failure to do so renders the evidence inadmissible regardless of the original filing date.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 335 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 335/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ι. Κ. του Ν., κατοίκου Β. Α.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Α.Ε. - Ο. Π. Σ. Κ. Υ. Τ. Π." και τον διακριτικό τίτλο "«I., η οποία εδρεύει στο Α. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Σκαλτσά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1985/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 374/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 29-11-2021 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 534/2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 9-5-2023 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 9-5-2023 με αριθμ.καταθ. .../19-6-2023 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στην προκείμενη δικάσιμο η ασκηθείσα από τον ίδιο, από 29-11-2021 και με αριθ. καταθ..../29-11-2021 αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της με αριθμ. 534/2023 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου που είχε κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτησή της, στις 25-10-2022, λόγω μη προσήκουσας παράστασης και έλλειψης νόμιμης κλητεύσεως του αναιρεσείοντος για τη συζήτησή της κατά τη δικάσιμο εκείνη.
Με την ανωτέρω, υπό κρίση, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 374/20-1-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη αυτή απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την από 15-11-2019 με αριθ.καταθ..../15-11-2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την από 14-11-2019 με αριθμ.καταθ. .../15-11-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσία την πρώτη έφεση, δέχθηκε κατ' ουσία τη δεύτερη έφεση (της αναιρεσίβλητης) και εξαφάνισε την, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια διαδικασία, εκκαλουμένη, με αριθ.1985/27-9-2019, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 4-12-2015 και με αριθ.
καταθ.... αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Ειδικότερα, με την ανωτέρω εκκαλουμένη απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη οφείλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, δυνάμει της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το συνολικό ποσό των 80.685,42 ευρώ, ως δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από Δεκέμβριο του 2014 έως και 31-8-2015, επίδομα εορτών Πάσχα 2015, αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του 2015 και επίδομα αδείας του 2015, νομιμοτόκως.
Μετά την εξαφάνιση της ανωτέρω εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος τούτο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και δίκασε κατ' αυτό επί της αγωγής, μετά από ουσιαστική παραδοχή της εκ του άρθρου 361 ΑΚ ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, περί προφορικής τροποποίησης της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ως προς το ύψος των αποδοχών του αναιρεσείοντος με μείωσή τους, και της εξόφλησης τούτων, με τις καθ' υποφοράν αναφερόμενες στην αγωγή καταβολές της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (20-1-2021) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (29-11-2021), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων".
Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΟλΑΠ 1/2007, ΑΠ 1562/2021, ΑΠ 692/2014). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 287, 185, 189, 192 και 193 του ΑΚ συνάγεται ότι επί καταρτισθείσας σύμβασης, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον ορισμένη παροχή (ενταύθα χρηματική) - όπως οι συμφωνημένες με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αποδοχές του μισθωτού - η μείωση του ύψους της οφειλομένης κατά τη σύμβαση από τον εργοδότη προς τον μισθωτό οικονομικής παροχής προϋποθέτει κατάρτιση τροποποιητικής προς τούτο συμφωνίας μεταξύ των μερών, η οποία, όπως κάθε σύμβαση, συντελείται με την πεςριέλευση στον προτείνοντα αποδοχή της περί τούτου πρότασης.
Η αποδοχή της πρότασης μπορεί να γίνει είτε ρητά, δηλαδή με την περί τούτου σαφή και μη καταλείπουσα αμφιβολία περί της σημασίας της δήλωση βούλησης του λήπτη της πρότασης, είτε σιωπηρά, εφόσον από τη συμπεριφορά του λήπτη της πρότασης σε συνδυασμό προς τα αντικειμενικά δεδομένα και τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώνεται η συμπεριφορά αυτή, προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως η περί τούτου δικαιοπρακτική βούλησή του (ΑΠ 1081/2018, ΑΠ 1080/2018).
Στη δεύτερη περίπτωση, δηλαδή, της σιωπηρής (έμμεσης) δήλωσης βούλησης, η δικαιοπρακτική βούληση συνάγεται εκ των υστέρων στην συγκεκριμένη περίπτωση, σε συνδυασμό με το σύνολο των ειδικών περιστατικών και με κριτήριο την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 951/2023, ΑΠ 2063/2022, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 845/2019). Μόνη η σιωπή του λήπτη της πρότασης δεν αρκεί για την κατάφαση της κατά τα άνω αποδοχής (ΑΠ 1080/2018, ΑΠ 1081/2018 ΑΠ 600/2017).
Επίσης, δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί και στη σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική (ΑΠ 951/2023, ΑΠ 2063/2022, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 600/2017). Η σύμβαση δε καταρτίζεται, κατά το χρόνο περιέλευσης της αποδοχής στον προτείναντα. Αν είναι απευθυντέα, αυτή πρέπει να γίνει, εγκαίρως, δηλαδή στην προθεσμία που είχε τάξει αυτός, κατά τη διάταξη του άρθρου 189 εδ.
α ΑΚ, ή αν δεν είχε τάξει προθεσμία, στο χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο ο προτείνας είναι υποχρεωμένος κατά τις περιστάσεις να αναμείνει την αποδοχή, κατά τη διάταξη του άρθρου 189 εδ. β ΑΚ, ή αν είναι μη απευθυντέα, πρέπει να γίνει μέσα σε εύλογη, κατά τις περιστάσεις προθεσμία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 193 εδ.
β και 194 εδ. β ΑΚ. Περαιτέρω, η πρόταση αποσβήνεται και δεν οδηγεί σε κατάρτιση σύμβασης, κατά τη διάταξη του άρθρου 187 ΑΚ, όταν αυτή αποκρούστηκε από το λήπτη ή αν δεν έγινε έγκαιρα αποδεκτή από αυτόν, κατά τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 189-194 ΑΚ, ενώ καθυστερημένη αποδοχή ή αποδοχή με τροποποιήσεις οπότε θεωρείται, κατ' άρθρο 191 ΑΚ ως νέα πρόταση (ΑΠ 1483/2018).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης θεμελιώνεται, μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή ένσταση, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27/1998).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 319/2017). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, Ολ 8/2018, ΑΠ 1285/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους - αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Το κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 24/1992).
Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης (από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) ιδρύονται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή του, αφορά και τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά, που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 253/2022, ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 497/2019).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 2219/2014).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής ή ασαφής και ότι, αντίστοιχα, δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εκτός εάν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1431/2022).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή όταν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018).
Λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1310/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 485/2019, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1081/2018).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος [ήδη αναιρεσείων] προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις 1.6.1998 από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα [ήδη αναιρεσίβλητη], η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή λογισμικού και ηλεκτρονικών συστημάτων πολλαπλών χρήσεων και αποτελεί τη μητρική εταιρεία του πολυεθνικού ομίλου Ι., που δραστηριοποιείται τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, παρέχοντας υπηρεσίες και προϊόντα σε οργανισμούς διεξαγωγής τυχερών παιχνιδιών, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής στην ίδια αλλά και σε εταιρείες συγγενείς ή εξαρτημένες από αυτήν τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, απασχολούμενος με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ήτοι από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή, επί οκτάωρο καθημερινώς με μηνιαίες αποδοχές 2.000,000 δραχμές (εν συνεχεία 5.869,41 ευρώ).
Λόγω της εξαιρετικής συμβολής του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος-εφεσιβλήτου στην εξέλιξη της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσας σε πολευθνική εταιρεία, προήχθη σε Γενικό Διευθυντή, ενώ με το από 1.11.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε ο όρος της αρχικής σύμβασης μόνο ως προς την μηνιαία αμοιβή του, καθορισθείσα πλέον στο ποσό των 13.029 ευρώ (μικτά).
Στις 29.10.2003 ιδρύθηκε η εταιρεία "M. L. LTD" με έδρα τη Μ., ανήκουσα επίσης στον όμιλο Ι.. Στο Διοικητικό της Συμβούλιο μετείχε ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος με καταβολή μηνιαίας αποζημίωσης ίσης με τουλάχιστον 6.000 λίρες Μ. (μικτά), ενώ την 1.1.2005 καταρτίσθηκε σύμβαση εργασίας προσφέροντας τις γνώσεις του στον τομέα της λαχειοφόρου αγοράς με ετήσιες αποδοχές 28.560 λίρες Μ.
για την παροχή της εργασίας του κυρίως στο εξωτερικό. Τον Ιούνιο του 2014, προτάθηκε στον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα-εφεσίβλητο από τον Α. Κ., τότε διευθυντικό στέλεχος και μετέπειτα διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας (ενν.εναγομένης), αλλά και του ομίλου Ι. και τον Α. Τ., διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού της εταιρείας, να μειωθεί το συνολικό ετήσιο κόστος των αποδοχών του από τις εταιρείες του ομίλου με τις οποίες είχε συνάψει σύμβαση εργασίας (Ι.
και M.) στο ποσό των 260.000 ευρώ (μικτά). Ειδικότερα, η πρόταση αυτή συνίστατο στο να λυθεί η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος-εφεσιβλήτου με την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα από τα τέλη Ιουλίου 2014, ώστε ο πρώτος να λαμβάνει αποδοχές πλέον μόνο από τη M. στη Μ., ενώ ο ίδιος θα αναλάμβανε τις συνεννοήσεις με τους μετόχους της M.
στη Μ. ώστε να αναπροσαρμοσθούν αναλόγως οι εκεί αποδοχές του. Η ύπαρξη αυτής της πρότασης αποδεικνύεται από την ανταλλαγή σχετικών μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μεταξύ του ενάγοντος και του διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού Α. Τ. ήδη από τις αρχές Ιουλίου. Τελικά η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα διέκοψε τη μισθοδοσία του από το Σεπτέμβριο του 2014 (χωρίς να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του), όμως στα τέλη Οκτωβρίου 2014 (βλ.
σχετική ανταλλαγή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 31.10.2014 με τον Α. Τ.) ο ενάγων ζήτησε να εξακολουθήσει να μισθοδοτείται από την εναγομένη επειδή δεν είχε οριστικοποιηθεί η αναπροσαρμογή των αποδοχών του από τη M., η απάντηση όμως που έλαβε ήταν ότι τις όποιες διαφορές αποδοχών που θα προέκυπταν λόγω της διακοπής της μισθοδοσίας του θα τις λάμβανε από τη M..
Επειδή όμως ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος δεν κατόρθωσε να επιτύχει την σχετική αναπροσαρμογή από τους μετόχους στη Μ., και προκειμένου να προκύπτει συνολικό ετήσιο ποσό αποδοχών 260.000 ευρώ, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα αποφάσισε στα τέλη Δεκεμβρίου να επαναμισθοδοτήσει τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα-εφεσίβλητο με το ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως (μικτά), συμπεριλαμβάνοντας και τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2014, ποσό το οποίο συμπλήρωνε τις αποδοχές του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος-εφεσιβλήτου, ώστε να προκύπτει το ποσό των 260.000 ευρώ.
Μάλιστα σε σχετική απορία του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος-εφεσιβλήτου πώς προέκυψε το ποσό των 5.000 ευρώ, ο Α. Τ. με αποστολή σχετικών πινάκων επεξήγησε με ηλεκτρονική αλληλογραφία τον σχετικό υπολογισμό (βλ. σχετική ανταλλαγή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας στις 12.1.2015 και 27.1.2015). Έκτοτε ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος ουδέποτε ενόχλησε ξανά την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα για το ζήτημα των μηνιαίων αποδοχών του, παραπονούμενος μόνο (βλ.
τα σχετικά ως άνω ηλεκτρονικά μηνύματα) για τον υπολογισμό στις μικτές αποδοχές των 260.000 ευρώ και της δαπάνης στέγασης στη Μ.. Επομένως, ευθέως προκύπτει ότι εξ αρχής ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος είχε συμφωνήσει στο να λαμβάνει 260.000 συνολικά ετησίως (μικτά) από τις εταιρείες του ομίλου Ι., και όταν δεν κατέστη εφικτό να λαμβάνει το σύνολο αυτό από την M., αποδέχθηκε να συμπληρώνεται το εισόδημά του με την καταβολή του ποσού των 5.000 ευρώ μηνιαίως (μικτά) από την εναγομένη.
Είναι αληθές ότι η συμφωνία αυτή ουδέποτε περιβλήθηκε τον έγγραφο τύπο, όμως πέραν πάσης αμφιβολίας αποδεικνύεται ότι οι αντίδικες πλευρές είχαν έρθει σε προφορική συμφωνία αρχικά για μισθοδοσία του ενάγοντος μόνο από την M. έως του ποσού των 260.000 ευρώ ετησίως (μικτά) και όταν αυτό δεν κατέστη δυνατό, η εναγόμενη συμπλήρωσε με την καταβολή ποσού 5.000 ευρώ μηνιαίως (μικτά) την διαφορά αυτή, γεγονός που αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος χωρίς να φέρει καμία αντίρρηση και χωρίς να διαμαρτυρηθεί ή να οχλήσει τους εκπροσώπους της εναγόμενης έκτοτε, όπως έκανε τακτικά εξάλλου μέχρι να κατορθώσει να λάβει εκ νέου την έστω μειωμένη μισθοδοσία από την τελευταία.
Για πρώτη φορά δε ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος έθεσε θέμα οφειλομένων αποδοχών στις 22.9.2015 με σχετικό εξώδικο, δηλαδή σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του στις 17.9.2015, ενώ μάλιστα είχε μεσολαβήσει και η διαδικασία καταβολής της αποζημίωσής του κατόπιν συνεννόησης με τους εκπροσώπους της εναγομένης σε συνάντηση με αυτούς, όπου συνοδευόταν και από δικηγόρο, χωρίς τότε να θέσει θέμα οφειλομένων (βλ.
σχετικά την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου της Α. Π., διευθύντριας ανθρωπίνου δυναμικού της εναγόμενης κατά το χρονικό σημείο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η οποία έχει ιδία αντίληψη όσων συνέβησαν μετά την καταγγελία της σύμβασης). Υλοποιώντας την συμφωνία αυτή, η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα προέβη σε καταβολές προς τον ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα-εφεσίβλητο συνολικού ποσού 15.643,02 ευρώ για το διάστημα Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 2014 (2.691,85 ευρώ καθαρό μηνιαίο μισθό X 4 μήνες = 10.767,40 ευρώ + εισφορές ΤΣΜΕΔΕ 1.078,46 ευρώ + δώρο Χριστουγέννων 2014 3.797,16 ευρώ) με τρεις καταβολές των 3.497,50 ευρώ στις 17.12.2014, 2.338,01 ευρώ στις 31.12.2014 και 9.807,51 ευρώ στις 16.1.2015 και έκτοτε του κατέβαλε για κάθε μήνα στο διάστημα από Ιανουάριο έως και Αύγουστο 2015 το ποσό των 2.691,85 ευρώ καθαρά (5.000 μικτά).
Με βάση το μηνιαίο αυτό μισθό, του κατέβαλε επιπλέον στις 7.4.2015 ως δώρο Πάσχα το ποσό των 1.420,74 ευρώ καθαρά (2.604,14 μικτά), στις 20.7.2015 ως επίδομα αδείας το ποσό των 1.126,64 ευρώ καθαρά (2.500 μικτά) και στις 5.10.2015 την αναλογία δώρου Χριστουγέννων ποσού 1.396,03 καθαρά (2.894,77 μικτά). Εξ όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι είχαν εγκύρως προβεί έστω και προφορικά σε συμφωνία τροποποίησης της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος-εφεσιβλήτου με μείωση των μικτών μηνιαίων αποδοχών του τελευταίου στο ποσό των 5.000 ευρώ (από 13.029 ευρώ) και ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα έχει εξοφλήσει πλήρως τον ενάγοντα με βάση το μισθό αυτό για όλο το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2014 έως και Αύγουστο 2015 και ουδεμία αξίωση διατηρεί εκ της αιτίας αυτής ο ενάγων και ήδη εκκαλών-εφεσίβλητος, γενομένης δεκτής ως κατ' ουσίαν βάσιμης της ένστασης εξόφλησης που προέβαλε η εναγομένη.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν υπήρξε τροποποίηση της σύμβασης και ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 13.029 ευρώ καθ' όλο το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2014 έως και Αύγουστο 2015 και επιδικάζοντας τις διαφορές αποδοχών υπέρ του ενάγοντα, απορρίπτοντας την ένσταση εξοφλήσεως, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός λόγος της Β' έφεσης της εκκαλούσας πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, περαιτέρω να γίνει δεκτή η Β' έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η αγωγή προς εκδίκαση και να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Συνακόλουθα απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο μόνος λόγος της Α' έφεσης του εκκαλούντος και περαιτέρω απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη στο σύνολό της η Α έφεση". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε, αντίθετα με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ουσιαστικά βάσιμη την, επαναφερθείσα με λόγο έφεσης, ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας περί κατάρτισης προφορικής συμφωνίας των μερών για μείωση, κατά τροποποίηση της ένδικης έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, των μηνιαίων μικτών αποδοχών του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στο ποσό των 5.000 ευρώ καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, διά της οποίας αντικαταστάθηκε προγενέστερη προφορική συμφωνία τους για καταβολή της μισθοδοσίας μόνο από την έτερη εργοδότρια εταιρία M.
και όχι από την αναιρεσίβλητη. Ακολούθως, δεχόμενο το Εφετείο, ότι δεν απομένει υπόλοιπο των αποδοχών αυτών του αναιρεσείοντος, μετά την εξόφλησή τους με τις καθ' υποφοράν αναφερόμενες στην αγωγή του καταβολές της αναιρεσίβλητης, έκανε δεκτή κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, και κατά παραδοχή της ανωτέρω, εκ του άρθρου 361 ΑΚ ενστάσής της, απέρριψε την αγωγή του αντιδίκου της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 361, 185, 191 και 193 ΑΚ και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων αυτών, και χωρίς να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, παρότι διαπίστωσε κενό στη δικαιοπρακτική του βούληση, δέχθηκε σιωπηρή κατάρτιση, της επικληθείσας κατ' ένσταση και επαναφερθείσας με λόγο έφεσης από την αναιρεσίβλητη, συμφωνίας τους για μείωση, κατά τροποποίηση της έγγραφης σύμβασης εργασίας του, των μηνιαίων αποδοχών του κατά ποσοστό άνω των 60%, περαιτέρω δε συνήγαγε (το Εφετείο) την προφορική κατάρτιση της σύμβασης αυτής ερμηνεύοντας, κατά παράβαση των άνω διατάξεων, μόνο τη σιωπή του ως αποδοχή της σχετικής προφορικής πρότασης της αντιδίκου του, χωρίς παράθεση των συγκεκριμένων συνθηκών υπό τις οποίες εκδηλώθηκε η συμπεριφορά του αυτή και αντίθετα με την ακολουθούμενη, μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, πρακτική, η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ήταν η κατάρτιση έγγραφων και όχι προφορικών συμφωνιών.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Και τούτο διότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν διαλαμβάνονται οι επικαλούμενες παραδοχές, της σιωπηρής κατάρτισης της, κατά τροποποίηση της έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, συμφωνίας των διαδίκων για μείωση των μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσείοντος σε ποσοστό άνω του 60%, ούτε της κατάρτισής της με κατάφαση της αποδοχής του αναιρεσείοντος με μόνη τη σιωπή του μετά τη λήψη της σχετικής προφορικής πρότασης της αναιρεσίβλητης, αλλά ούτε της ακολουθούμενης από τα μέρη πρακτικής, της κατάρτισης μεταξύ τους μόνο εγγράφων συμβάσεων.
Αντίθετα το Εφετείο, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, χωρίς να διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, ύπαρξη κενού στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων διαδίκων, δέχεται, την κατάρτιση προφορικής συμφωνίας τους, για μείωση των συμφωνημένων, με την μεταξύ τους έγγραφη σύμβασης εργασίας, μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσείοντος στο ποσό των 5.000 ευρώ το επίδικο χρονικό διάστημα, από τον Σεπτέμβριο του 2014 έως και τον Αύγουστο του 2015, η οποία και υλοποιήθηκε.
Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση ανελέγκτως έγινε δεκτό: α) Ότι με την από Ιουνίου 2014, προγενέστερη της επίδικης, προφορική συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης, του ομίλου Ι., και του αναιρεσείοντος, συμφωνήθηκε η μείωση των αποδοχών του που λάμβανε μέχρι τότε από τις εταιρίες του ομίλου (την αναιρεσίβλητη και την εδρεύουσα στη Μ.
εταιρία M.), δυνάμει των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε καταρτίσει με κάθε μία από αυτές, στο συνολικό ποσό των 260.000 ευρώ (μικτά) ετησίως, ότι με τις ετήσιες αυτές αποδοχές του αναιρεσείοντος βαρύνεται, όχι η αναιρεσίβλητη, αλλά αποκλειστικά η έτερη εργοδότριά του, εταιρία Μ., όπου παρείχε τις υπηρεσίες του, από την οποία ο ίδιος θα διεκδικούσε την αναπροσαρμογή των αποδοχών του στο ανωτέρω ετήσιο ποσό β) Ότι η αναιρεσίβλητη, στα πλαίσια της ανωτέρω προφορικής συμφωνίας, ως μη υπόχρεη για την καταβολή αποδοχών στον αναιρεσείοντα, διέκοψε τη μισθοδοσία του από τον Σεπτέμβριο του 2014, χωρίς να καταγγείλει τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Επειδή όμως ο αναιρεσείων για το επίδικο έτος δεν είχε πετύχει την αναπροσαρμογή των μηνιαίων αποδοχών του, από την υπόχρεη σε αυτές, εταιρία M., στο ετήσιο ποσό των 260.000 ευρώ (μικτά), και η μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ήταν ακόμη σε ισχύ, μετά από δικό του αίτημα-πρόταση, στις 31-10-2014, προς την αναιρεσίβλητη, που αρχικά εκείνη αντέκρουσε, αλλ' ακολούθως, συνεχιζομένων των οχλήσεών του, αποφάσισε να δεχθεί, τον Δεκέμβριο του 2014, συμφωνήθηκε μεταξύ τους προφορικά η επαναμισθοδότησή του από την αναιρεσίβλητη, από τον Σεπτέμβριο του 2014 και εντεύθεν, με την διαφορά των μηνιαίων αποδοχών του βάρυναν την έτερη εργοδότριά του εταιρία Μ., μέχρι τη συμπλήρωση του ανωτέρω ποσού, των 260.000 ευρώ, των ετήσιων (μικτών) αποδοχών του, αντικαθισταμένης έτσι της προγενέστερης, από Ιουνίου 2014, προφορικής συμφωνίας τους να μη βαρύνεται η αναιρεσίβλητη με την καταβολή αποδοχών του γ) Ότι η διαφορά, για τη συμπλήρωση του ποσού των ανωτέρω ετήσιων (μικτών) αποδοχών, την οποία συμφώνησαν να καταβάλει η αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα ως μηνιαίες (μικτές) αποδοχές, κατά μείωση των συμφωνημένων με τη μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, τροποποιουμένης αυτής, ανερχόταν, κατά τους τηρούμενους, από τον διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού της εταιρίας, πίνακες υπολογισμού, στο ακριβές ποσό των 5.000 ευρώ (μικτά) και δ) Ότι αμέσως μετά την κατάρτισή της, η συμφωνία αυτή υλοποιήθηκε από την αναιρεσίβλητη, με καταβολή των άνω αποδοχών του αναιρεσείοντος, από τις 17-12-2014 μέχρι τη λύση της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την από 17-9-2015 καταγγελία της.
Ο αναιρεσείων δε μία φορά, τον Ιανουάριο του 2015, εξέφρασε προς την αντισυμβαλλομένη του μόνο απορία για τον τρόπο υπολογισμού της συμφωνημένης διαφοράς, ως μηναίων μικτών αποδοχών του, στο ανωτέρω ακριβές ποσό των 5.000 ευρώ, και κατόπιν των επεξηγήσεων που του δόθηκαν, με ταυτόχρονη αποστολή των σχετικών πινάκων υπολογισμού της στο ανωτέρω ακριβές ποσό, αποδέχθηκε τούτο ανεπιφύλακτα και έκτοτε ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή όχληση στην αναιρεσίβλητη ως προς το ύψος της διαφοράς μέχρι την ανωτέρω καταγγελία της, της σύμβασής του.
Μετά ταύτα το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς να διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, ύπαρξη κενού στις αμοιβαίες δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων διαδίκων, κατάρτιση της τροποποιητικής της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, συμφωνίας τους, για μείωση των αποδοχών του αναιρεσείοντος, στο ποσό των 5.000 ευρώ (μικτά) μηνιαίως, προφορικά.
Δεν δέχθηκε κατάρτισή της σιωπηρά, αλλ'ούτε προφορικά με μόνη τη σιωπή του αναιρεσείοντος, ώστε να απαιτείται προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ούτε ερμήνευσε τη σιωπή του, ούτε και εμμέσως, ως αποδοχή πρότασης της αντιδίκου του, και δη χωρίς αναφορά των συγκεκριμένων συνθηκών και αντίθετα με την ακολουθούμενη μεταξύ τους πρακτική, της κατάρτισης μόνο εγγράφων συμβάσεων, όπως εσφαλμένως υποστηρίζει ο αναιρεσείων στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης.
Όλες οι λοιπές αναφορές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν ερμηνεία της δήλωσης βούλησης του αναιρεσείοντος στην νομίμως καταρτισθείσα μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης ανωτέρω προφορική συμφωνία τους. Αλλά αφορούν στην ανάλυση των λόγων και στην αξιολόγηση των συνθηκών που οδήγησαν τα μέρη στην κατάρτισή της, των ιδιαιτέρων περιστάσεων και της ανταλλαγής των απόψεών τους και της θέσης τους κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, των προγενέστερων αυτής συμφωνιών τους και της στάσης και συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος πριν, αλλά και μετά την κατάρτιση και την εκτέλεσή της, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, προκειμένου το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, και προς ενίσχυση της κρίσης του, της κατάρτισης της ένδικης προφορικής συμφωνίας των διαδίκων για μείωση των συμφωνημένων με την ένδικη έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσείοντος το επίδικο χρονικό διάστημα, στο ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως.
Η κρίση δε αυτή, η οποία κατά τα προαναφερόμενα, δεν είναι αποτέλεσμα ερμηνευτικής αποσαφήνισης της επικαλούμενης, αβασίμως, μόνης σιωπής του αναιρεσείοντος, ως αποδοχής της σχετικής πρότασης της αντιδίκου του, αποτελεί πραγματική διαπίστωση, συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και επομένως μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.
Επιπρόσθετα, δεν διαλαμβάνονται παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφαση περί καθυστερημένης αποδοχής της σχετικής πρότασης για την κατάρτιση της εν λόγω προφορικής σύμβασης, ή περί αποδοχής της με τροποποιήσεις, ώστε αυτή να θεωρείται ως νέα πρόταση, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 191 ΑΚ, αλλά ούτε (παραδοχές) περί παρόδου της, κατά τις περιστάσεις, εύλογης προθεσμίας για την αποδοχή της σχετικής πρότασης για την κατάρτισή της, ώστε να αποσβήνεται αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 193 εδ.β'ΑΚ.
Συνακόλουθα, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση των ανωτέρω διατάξεων, των οποίων επικαλείται ευθεία παραβίαση ο αναιρεσείων με τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης. Κατόπιν τούτων, υπό τις εκτιθέμενες ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361 και 185 ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 191 και 193 ΑΚ, καθόσον αυτές δεν τύγχαναν εφαρμογής, και τέλος ορθά δεν προσέφυγε στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφού δεν διαπίστωσε κενό στη δήλωση βουλήσεως του αναιρεσείοντος, δεν ερμήνευσε τη σιωπή του ως αποδοχή πρότασης της αντιδίκου του για την κατάρτιση της ένδικης προφορικής τροποποιητικής σύμβασης, και κατόπιν τούτων δεν παραβίασε ευθέως τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και αυτές των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης της, κατ' ένσταση επικαλούμενης, τροποποιητικής σύμβασης των μερών, διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, και στηρίζουν το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, της, κατά παραδοχή της σχετικής, εκ του άρθρου 361 ΑΚ, ένστασης της αναιρεσίβλητης και της έφεσής της, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, απόρριψη της αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμης.
Αναφορικά με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, σε σχέση με τις κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης: α) περί αντίφασης μεταξύ της παραδοχής της από Ιουνίου 2014 συμφωνίας του με την αναιρεσίβλητη για ετήσιες αποδοχές του από την ίδια και από την εταιρία M. ποσού 260.000 ευρώ και εκείνης: περί αποδοχής εκ μέρους του των γενόμενων από τους αξιωματούχους της αναιρεσίβλητης υπολογισμών, σύμφωνα με τους οποίους ο μηνιαίος μισθός που δικαιούτο από την αναιρεσίβλητη ανερχόταν στο ποσό των 5.000 ευρώ κατά τροποποίηση των εγγράφως συνομολογηθεισών μηνιαίων αποδοχών του, δεν συνιστούν αντιφατική αιτιολογία.
Και τούτο πρωτίστως διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται η επικαλούμενη πρώτη παραδοχή, δεδομένου ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι με την εν λόγω προγενέστερη, της επίδικης, σύμβαση, είχε συμφωνηθεί από τους συμβαλλόμενους ότι με τις ετήσιες αποδοχές του αναιρεσείοντος ποσού 260.000 ευρώ βαρύνεται μόνο η εταιρία M.
και όχι και η αναιρεσίβλητη. Επιπρόσθετα η σύμβαση εκείνη δεν συνιστά ουσιώδες ζήτημα, διότι είναι προγενέστερη και διάφορη κατά περιεχόμενο της επίδικης προφορικής συμφωνίας για μείωση των αποδοχών του αναιρεσείοντος, με την οποία μάλιστα αντικαταστάθηκε κατά το μέρος της, με το οποίο είχε συμφωνηθεί ότι η αναιρεσίβλητη δεν βαρύνεται με τη μισθοδοσία του β) περί αντίφασης μεταξύ της παραδοχής ότι η γενόμενη προς τον ίδιο από τον Ιούνιο του 2014 πρόταση της αναιρεσίβλητης για καταγγελία της σύμβασης δεν έγινε αποδεκτή και μονομερώς η αντίδικός του διέκοψε την μισθοδοσία του, την οποία εκ των υστέρων η ίδια ανακάλεσε καταβάλλοντας του το αναφερόμενο ποσό και εκείνης:
περί αποδοχής εκ μέρους του της γενομένης τον Ιούνιο του 2014 πρότασης της αναιρεσίβλητης της επίδικης προφορικής συμφωνίας μείωσης των αποδοχών του, δεν συνιστούν αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης. Και τούτο πρωτίστως διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω επικαλούμενες παραδοχές.
Ειδικότερα, αναφορικά με την πρώτη, κατά τα προαναφερόμενα, το Εφετείο δεν δέχεται πρόταση της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα για καταγγελία της σύμβασης εργασίας του που δεν έγινε αποδεκτή, περαιτέρω δέχεται ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί ότι η αναιρεσίβλητη δεν βαρύνεται με την καταβολή των αποδοχών του, επιπρόσθετα δε η διακοπή της μισθοδοσίας του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη τον Σεπτέμβριο του 2014 είναι προγενέστερη της κατάρτισης της ένδικης προφορικής συμφωνίας τους για καταβολή σε αυτόν μειωμένων αποδοχών του, και δεν συνιστά ουσιώδες ζήτημα.
Αναφορικά δε με την ένδικη προφορική συμφωνία, όπως προεκτέθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι αυτή δεν καταρτίστηκε τον Ιούνιο του 2014, αλλά μεταγενέστερα, και μάλιστα μετά από προηγηθείσα, στις 31-10-2014, πρόταση του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη για επαναμισθοδότησή του από την ίδια, ούτως ώστε να καλύπτεται (μαζί με τις αποδοχές από την εταιρεία M.) το ποσό των 260.000 ευρώ ετησίως, σε αντικατάσταση της, από Ιουνίου 2014, προγενέστερης συμφωνίας τους για απαλλαγή της από τη μισθοδοσία του γ) περί αντίφασης μεταξύ της παραδοχής έκφρασης παραπόνων του για τον υπολογισμό στις μικτές ετήσιες αποδοχές του των 260.000 ευρώ και της δαπάνης στέγασής του στη Μ., όπου παρείχε τις υπηρεσίες του, και εκείνης:
περί αποδοχής εκ μέρους του των γενόμενων από τους αξιωματούχους των αναιρεσίβλητης υπολογισμών των οφειλομένων από την τελευταία αποδοχών του, δεν συνιστούν αντιφατικές αιτιολογίες. Και τούτο διότι η, αναφερόμενη έκφραση παραπόνων του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη για τον συνυπολογισμό στις συνολικές ετήσιες αποδοχές του των 260.000 ευρώ και των εξόδων στέγασης του αναιρεσείοντος στη Μ., όπου παρείχε τις υπηρεσίες του στην εδρεύουσα εκεί εργοδότριά του, την εταιρία M., ουδόλως σχετίζεται και δεν αφορά στην δεύτερη παραδοχή της συμφωνίας για το ύψος των οφειλόμενων από την αναιρεσίβλητη μειωμένων αποδοχών του, ποσού 5.000 ευρώ μηνιαίως.
Και τούτο πρωτίστως διότι, κατά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, ο υπολογισμός και το ύψος των ετησίων μικτών αποδοχών του αναιρεσείοντος των 260.000 ευρώ, με τις οποίες βαρυνόταν αποκλειστικά η εταιρία M., ήταν αντικείμενο της προγενέστερης, από Ιουνίου 2014, και μη επίδικης, προφορικής συμφωνίας, στην οποία συμβλήθηκε με τον αναιρεσείοντα και ο Όμιλος Ι..
Σε κάθε δε περίπτωση η μεταγενέστερη της σύμβασης αυτής έκφραση παραπόνου του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη, για τον συνυπολογισμό στο ανωτέρω ποσό των ετήσιων μικτών αποδοχών του, τις οποίες δεν όρισε η ίδια, και των εξόδων στέγασής του στη Μ., δεν συνιστά εκ μέρους του αντιφατική, με την δεύτερη παραδοχή, απόκρουση του ύψους των οφειλόμενων από την αναιρεσίβλητη μειωμένων μηνιαίων αποδοχών του, ποσού 5.000 ευρώ.
Για το ακριβές ύψος του ποσού αυτού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων εξέφρασε στην αναιρεσίβλητη μόνο απορία για τον τρόπο που αυτό προέκυψε και μετά τις δοθείσες εξηγήσεις για τον υπολογισμό του με ταυτόχρονη αποστολή των σχετικών πινάκων από τον διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού της εταιρίας, το αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα, και έκτοτε δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε όχλησε ποτέ την αναιρεσίβλητη μέχρι και την καταγγελία εκ μέρους της της σύμβασης εργασίας του.
Περαιτέρω, με τις αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης λόγω παράλειψης αναφοράς α) των υπολογισμών που διαμόρφωσαν το ποσό του μηνιαίου μισθού του στο ποσό των 5.000 ευρώ το επίδικο χρονικό διάστημα και β) των μηνιαίων αποδοχών που ελάμβανε το ίδιο διάστημα από την έτερη εργοδότριά του, την εδρεύουσα στη Μ.
εταιρία M., ο αναιρεσείων, αφορούν σε ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του, διατυπωθέντος με σαφήνεια και πληρότητα, κατά τα προαναφερόμενα, αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να μην ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.
Τέλος οι λοιπές αιτιάσεις για το αναπόδεικτο και την αμφισβήτηση της κατάρτισης της ένδικης προφορικής τροποποιητικής σύμβασης, πλήττουν την ανέλεγκτη από το Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων. Κατόπιν όλων των ανωτέρω ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκ πλαγίου, παραβίαση των, αναφερομένων ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, με αντιφατικές, ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος.
Κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), αξιώνεται περαιτέρω ανάλυση, αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος και πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, οι οποίες προστέθηκαν, με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους, προαποδεικτικώς, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αρμοδίως ληφθεισών, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επίδοσης, με επιμέλεια του ενδιαφερομένου διαδίκου, προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών, πριν από την ημερομηνία λήψης της βεβαίωσης, κλήσης προς τον αντίδικο, στην οποία να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψης της βεβαίωσης και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος.
Εάν παραλειφθεί τέτοια επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσης δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπ' όψη από το δικαστήριο, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο στη δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου του Ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης, από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 εδ. α' ΕισΝΚΠολΔ, γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο, που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή (ΑΠ 706/2020, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1175/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο, ενώ κατ' αυτή του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ1573/1981, ΑΠ 652/2023).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 11 γ' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι εσφαλμένως δεν ελήφθη υπ' όψη από το Εφετείο, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, η υπ' αριθμ. .../1-6-2018 ένορκη βεβαίωση του Χ..Λ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ.Αναστασάκη, την οποία, με νόμιμη επίκληση, αυτός προσκόμισε, με την αιτιολογία ότι, ενώ η ένδικη αγωγή κατατέθηκε πριν την 1-1-2016 κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (αρθ.591, 663-676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το ν. 4335/2015), η ανωτέρω κλήτευση της αντιδίκου του που έγινε μετά την 1-1-2016, δεν έλαβε χώρα δύο (2) πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν τη λήψη της άνω ένορκης βεβαίωσης.
Από την επισκόπηση, κατ' αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ, της προσβαλλομένης απόφασης, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτουν τα εξής: "Από την επανεκτίμηση [...] μη λαμβανομένης υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων της υπ' αριθμ. .../1-6-2018 ένορκης βεβαίωσης, συνταχθείσας ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ.Αναστασάκη, διότι η κλήτευση της αντιδίκου δεν έλαβε χώρα δύο (2) πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν τη λήψη της (αρθ.422, 424 ΚΠολΔ, βλ.
την υπ' αριθμ. 2085Β/31-5-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Μ.. Μ.), καθώς η κλήση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης που επιδίδεται μετά την 1-1-2016 θα πρέπει να περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 422 ΚΠολΔ, έστω και αν λαμβάνεται στο πλαίσιο αγωγής που είχε ασκηθεί πριν την 1-1-2016". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά δεν έλαβε υπόψη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 422 και 424 ΚΠολΔ, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, διότι ο αναιρεσείων που επεδίωξε τη λήψη της, επέδωσε τη σχετική κλήση στην αντίδικό του 24 ώρες μόνο πριν τη λήψη της και όχι δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτή, όπως απαιτείται κατά τη διάταξη του άρθρου 422 ΚΠολΔ.
Η ρύθμιση της διάταξης αυτής καταλαμβάνει την ανωτέρω κλήση της αναιρεσίβλητης για τη λήψη της εν λόγω ένορκης βεβαίωσης, καθόσον αυτή επιδόθηκε μετά την 1-1-2016, και δη στις 31-5-2018, κατά την αναφερόμενη έκθεση επίδοσης, έστω και εάν η ένδικη αγωγή είχε ασκηθεί πριν την ημερομηνία την 1-1-2016, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Επομένως, το Εφετείο μη λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμ. 11 γ' και 14 του αρθ.559 ΚΠολΔ και ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του νόμιμου αιτήματός της (αρθ.176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.
του 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Νοεμβρίου 2022 και με αριθ. κατάθ. .../29-11-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 374/20-1-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ