Legislator Case Law & Legislation
335/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim, ruling lower court correctly rejected abuse of rights and lack of ownership title.

Case Number 335/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding an inheritance dispute over a property in Chalkidiki. The appellant argued that the lower court erred in rejecting her claim based on abuse of rights and failed to investigate a specific allegation of implied transfer of ownership. The court held that the Second Instance Court correctly applied substantive law by rejecting the claim due to the inexistence of ownership title and the absence of a valid co-ownership structure, rendering the appeal inadmissible and the appellant liable for costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246, 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Articles 974, 983, 984, 1710, 1712, 1846 of the Civil Code; Article 70 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be admissible and based on substantive errors; if the lower court correctly applied the law to reject a claim for abuse of rights and found no legal basis for ownership transfer, the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
inheritance dispute abuse of rights ownership title appellate review co-ownership structure legal costs admissibility of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 246, 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 974, 983, 984, 1710, 1712, 1846 of the Civil Code
Article 70 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 2 of Law 1024/1971
Law 3741/1929

Cited Case Law

AI generated
OLAP 32/1996
OLAP 44/1990
OLAP 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 335 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 335/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Γ. Κ., το γένος Σ. Π., κατοίκου ... Χαλκιδικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Νταφούλη, που ανακάλεσε την από 04.11.2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Π. του Σ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Κουροπαλάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.11.2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 2149/2017 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την 01.03.2018 αίτησή της και τους από 20.09.2019 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Η κρινόμενη από 01.03.2018 αίτηση και οι από 20.09.2019 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 2149/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση (α) απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 55/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία είχε απορριφθεί , κατά το μέρος που ενδιαφέρει, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η από 27.11.2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναγνωριστική κληρονομικού δικαιώματος του κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου, επί του αναφερόμενου ακινήτου, λόγω παραδοχής ως κατ’ ουσίαν βάσιμης ένστασης της αναιρεσείουσας, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου και (β) έγινε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η συνεκδικασθείσα έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της ίδιας απόφασης, με την οποία ως άνω είχε απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η παραπάνω αγωγή του ως ασκηθείσα κατά κατάχρηση δικαιώματος και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη και απορρίφτηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η εν λόγω ένσταση, έγινε δεκτή η αγωγή κατά το εν λόγω αίτημά της.

[2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 983, 984, 1710, 1712 επ., 1846 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι – σε αντίθεση με την περί κλήρου αγωγή (ΑΚ 1871), στην οποία εναγόμενος μπορεί να είναι μόνο εκείνος που κατακρατεί ως κληρονόμος (pro herede) αντικείμενο της κληρονομιάς (νομέας της κληρονομιάς) – σε περίπτωση αδικαιολόγητης κατοχής κληρονομιαίου ακινήτου, χωρίς αντιποίηση κληρονομικού δικαιώματος ή με βάση ειδικό τίτλο αμφισβητουμένου κύρους ή ακόμη και σε περίπτωση απλής αμφισβήτησης από κάποιον του κληρονομικού δικαιώματος του κληρονόμου σε κληρονομιαίο ακίνητο, μπορεί να ασκηθεί από τον κληρονόμο κατ’ αυτού αναγνωριστική για το κληρονομικό δικαίωμα στο συγκεκριμένο ακίνητο αγωγή.

Για τη θεμελίωση της αγωγής αυτής ο ενάγων κληρονόμος αρκεί να επικαλεσθεί και αποδείξει το θάνατο του κληρονομουμένου, τη συγγενική του σχέση προς αυτόν, εφόσον το κληρονομικό του δικαίωμα το στηρίζει στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή ή την εγκατάστασή του ως κληρονόμου με διαθήκη, το δικαίωμα του κληρονομουμένου στο επίδικο πράγμα, το οποίο μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε κυριότητα, αλλά και σε νομή (ή απλή κατοχή) αυτού, κατά το χρόνο του θανάτου του, που περιέρχεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του, καθώς και την εκ μέρους του εναγομένου αδικαιολόγητη κατοχή του ακινήτου ή και απλή αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ 538/2016). Δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αγωγής αυτής, όπως και της περί κλήρου αγωγής, η αποδοχή και μεταγραφή της κληρονομιάς και η κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο (ΑΠ 75/2018), ούτε ο τρόπος με τον οποίο ο κληρονομούμενος απέκτησε την κυριότητα, νομή ή κατοχή αυτού (ΑΠ 75/2018), εκτός εάν ο εναγόμενος αμφισβητήσει ειδικό τα εν λόγω δικαιώματα, οπότε ο ενάγων θα πρέπει να εκθέσει τον τρόπο με τον οποίο ο κληρονομούμενος απέκτησε την κυριότητα νομή ή κατοχή, καθ'υποφορά με την αγωγή ή με τις προτάσεις (ΑΠ 75/2018).

Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και, ειδικώς, δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 812/2018, ΑΠ 428/2008).

[3] Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την προαναφερόμενη από 27.11.2013 αγωγή του κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας-αδελφής του, εξέθετε, κατά τα όσα ενδιαφέρουν, τα ακόλουθα:

«| Ο παππούς μας Μ. Π. του Γ., κάτοικος εν ζωή ... Χαλκιδικής, είχε στην αποκλειστική κυριότητά του, νομή και κατοχή, ένα οικόπεδο εμβαδού 802 τ.μ., με αριθμό τεμαχίου …, στο με αριθμό … οικοδομικό τετράγωνο στη ... Χαλκιδικής και ήδη στο Δήμο ..., Δ.Ε. ... Χαλκιδικής.

Την 07.08.1938 ο παππούς μας πέθανε χωρίς να αφήσει διαθήκη, αφήνοντας μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του τα παιδιά του, Σ. Π. (πατέρα μας), Ε. Π. - Χ. (θεία μας) και τη σύζυγο του Ευ. Π. (γιαγιά μας). Στη συνέχεια πέθανε και η σύζυγος του παππού μας και γιαγιά μας Ευ. Π. αδιάθετη, αφήνοντας πλησιέστερους συγγενείς της τα παιδιά της Σ. Π. (πατέρα μας) και Ε. Π. - Χ. (θεία μας).

Κατόπιν αυτών το προαναφερόμενο οικόπεδο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του Σ. Π. και της Ε. Π. (- Χ.). Στη συνέχεια οι ως άνω κληρονόμοι προέβησαν σε άτυπη διανομή μεταξύ τους του επίδικου οικοπέδου, σε τεμαχισμό αυτού και στην άτυπη πώληση προς τρίτους τμημάτων αυτού. Συγκεκριμένα:

(α) με το .../5- 5-1939 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημ. Ευαγγελόπουλου προσυμφωνήθηκε η πώληση δύο διαιρετών τμημάτων έκτασης 232 τ.μ. το ένα και 90 τ.μ. το άλλο, προς τον Ι. Σ., ο οποίος στη συνέχεια δώρησε το ένα απ' αυτά εμβαδού 232 τ.μ. στην εγγονή του Χ. Σ. και

(β) τμήμα 64 τ.μ. στον Ι. Κ., δυνάμει του από 30.01.1947 ιδιωτικού συμφωνητικού και κατόπιν κατάληψης επιπλέον 26 τ.μ. με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι απέκτησε συνολικά 90 τ.μ. Το τμήμα αυτό που απέκτησε κατά τον παραπάνω τρόπο ο Ι. Κ., αποδέχτηκε ο κληρονόμος αυτού Α. Κ. και το μετέγραφε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ν. Μουδανιών Χαλκιδικής στον τόμο … και αριθμό … . Με αυτά, το τμήμα που απέμεινε των 390 τ.μ. παρέμεινε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του Σ. Π. του Μ., το οποίο νεμόταν και κατείχε από τον θάνατο του πατέρα μας Μ. Π., το 1938 μέχρι τον θάνατο του την 13.01.1967.

Ο πατέρας μας Σ. (Π.) κατασκεύασε στο παραπάνω τμήμα που του ανήκε, αρχικά και πάντως προ του 1960, δύο καταστήματα, εμβαδού 80 τ.μ. και 25 τ.μ. περίπου, τα οποία έκτοτε εκμίσθωνε σε διάφορους τοίχους. Επίσης, δυνάμει της …/16-8-1960 οικοδομικής άδειας προσθήκης ορόφου του Πολεοδομικού Γραφείου Χαλκιδικής, ανήγειρε πάνω από τα δύο καταστήματα ένα διαμέρισμα - κατοικία εμβαδού 120 τ.μ.

Την 13.01.1967 πέθανε ο πατέρας μας, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του - μητέρα μας, Ελ. Π. το γένος Κ. και τα παιδιά του, δηλαδή εμένα και την εναγομένη. Να σημειωθεί, ότι μετά τον θάνατο του πατέρα μας, οι παραπάνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, προβήκαμε στην …/1972 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του τότε συμβολαιογράφου Μουδανιών κ.

Τσατσαρή, με την οποία αποδεχθήκαμε το κληρονομικό μερίδιο (επί κληροτεμαχίων - αγρών) που είχε περιέλθει στον πατέρα του από την κληρονομιά του πατέρα αυτού Μ. (Π.) και της μητέρας του Ευ. Π. και ειδικότερα κατά ποσοστό 10/64 εξ αδιαιρέτου η μητέρα μας και κατά ποσοστό 15/64 αυτός και κατά ποσοστό 15/64 η αναιρεσείουσα.

Στην ως άνω αποδοχή κληρονομιάς δεν συμπεριλήφθηκε το παραπάνω οικόπεδο εμβαδού 390 τ.μ., με τα ανεγερθέντα επ' αυτού καταστήματα, αποθήκες και διαμέρισμα, γιατί προέκυπτε υψηλός φόρος κληρονομιάς, καθώς στο μεταξύ είχαν ανεγερθεί τα προαναφερόμενα κτίσματα επί του επιδίκου. Επιπλέον δεν είχε εκδοθεί ακόμα ο νόμιμος τίτλος, ο οποίος εκδόθηκε μεταγενέστερα, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.δ. 1189/1972 και τα στοιχεία της οριστικής διανομής 1950 και 1960, η οποία κυρώθηκε με την 145/1962 Π.Υ.Σ.

και δημοσιεύθηκε στο 203/29.11.1962 ΦΕΚ. Ο τίτλος με αριθμό .../9.9.1975 της Δ/νσης Γεωργίας Νομού Χαλκιδικής μεταγράφηκε στον τόμο … και αριθμό ... και αποδεικνύει ότι το επίδικο οικόπεδο (αρ.τεμ. … στο Ο.Τ. …, συνολικής έκτασης 802 τ.μ.) ανήκε στην κατά πλήρη κυριότητα του πατέρα του πατέρα του και παππού μας Μ. Π. του Γ. .

Το επίδικο σήμερα είναι εμβαδού 346 τ.μ. (πρόσφατη καταμέτρηση 04.10.2013) και αποτελεί τμήμα του μείζονος οικοπέδου 802 τ.μ. που βρίσκεται στο Δήμο ..., Δ.Ε. ... Χαλκιδικής, περιγράφεται με λεπτομέρεια καθ’ όρια και πλευρικές διαστάσεις και αποτυπώνεται στο επισυναπτόμενο στην αγωγή, τοπογραφικό διάγραμμα, με προσδιορισμό του τμήματος των 346 τ.μ.

λεπτομερώς. Μέσα στο επίδικο των 346 τ.μ. υπάρχει κτίσμα από δύο ισόγεια καταστήματα εμβαδού 80 τ.μ. και 25 τ.μ. περίπου το καθένα και ένα διαμέρισμα πάνω από τα καταστήματα εμβαδού 120 τ.μ περίπου, που περιγράφονται καθώς και 2 αποθήκες και άλλο μικρό κτίσμα (τουαλέτα) που επίσης περιγράφονται και αποτυπώνονται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα.

Την 16.07.2013 πέθανε η μητέρα μας Ελ. χήρα Σ. Π. και εναγομένη αδελφή μου με ενημέρωσε ότι η μητέρα μας είχε αφήσει την …/23.06.1994 δημόσια διαθήκη της συμβολαιογράφου Μουδανιών Αικ. Μπεχτσή, που δημοσιεύθηκε με το 136/24.09.2003 πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Με τη διαθήκη αυτή η μητέρα μας εγκατέστησε την εναγομένη κόρη της, κληρονόμο στο ειδικότερα αναφερόμενο ακίνητο (οικόπεδο με την ευρισκόμενη σ’ αυτή οικία), ισχυριζόμενη ότι είχε αποκτήσει την αποκλειστική κυριότητα του οικοπέδου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίας ήδη από το έτος 1965, μετά από άτυπη δωρεά του συζύγου της.

Η διαθήκη κατά τη διάταξη αυτή είναι άκυρη, γιατί η διαθέτης δεν ήταν αποκλειστική κυρία του οικοπέδου, που έχει πραγματική έκταση 346 τ.μ., αλλά τύγχανε συγκύρια αυτού. Συγκύριοι του οικοπέδου ήμασταν η μητέρα μου Ελ. Π. κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, εγώ ο ενάγων, κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου και η εναγομένη κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου επίσης.

Το δικαίωμά μας αυτό αποκτήσαμε από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του πατέρα μας στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθαμε μετά το θάνατο του στις 13.01.1967. Μετά τη διαθήκη, η εναγομένη μου διαμήνησε ότι είναι αποκλειστική κυρία ολόκληρου του οικοπέδου και των κτισμάτων σ' αυτό και μόνη δικαιούχος είσπραξης μισθωμάτων (από εκμίσθωση και των δύο καταστημάτων , τα οποία εισπράτει χωρίς να αποδίδει σε εμένα ως κληρονόμο της πατρικής περιουσίας την αναλογία τους.

Με το τρόπο αυτόν κατέχει αδικαιολόγητα το ποσοστό μου στο επίδικο ακίνητο και αμφισβητεί το κληρονομικό μου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα μας.

Με την 80/1980 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ν.Μουδανιών επικυρώθηκε η ως άνω πράξη δωρεάς και επομένως τμήμα 232 τμ από το επίδικο οικόπεδο ανήκει στην Χ. Σ. . Εγώ μετά το θάνατο του πατέρα μας διενεργούσα επί του επίδικου τις αναφερόμενες πράξεις νομής ως συγκύριος και συγκληρονόμος, ενώ η μητέρα μας και η εναγομένη ουδέποτε αμφισβήτησαν το κληρονομικό μου δικαίωμα κατά ποσοστό 37,50% αλλά αντίθετα με τις αναφερόμενες πράξεις τους με αναγνώριζαν ως συγκληρονόμο κατά το άνω ποσοστό|».

[4] Με το ιστορικό αυτό ζήτησε, εκτός άλλων που δεν ενδιαφέρουν, να αναγνωρισθεί το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα στην κληρονομιά του πατέρα του Σ. Π. που πέθανε στις 13.01.1967, κατά ποσοστό 3/8, άλλως 37,50%, εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου, ήτοι στο τμήμα του οικοπέδου των 346 τμ. με τα σ’ αυτό κτίσματα, όπως αυτά προσδιορίζονται στην αγωγή και αποτυπώνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα, που ανήκε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον κληρονομούμενο κατά το χρόνο του θανάτου του.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή, που χαρακτηρίστηκε με την προσβαλλόμενη ως απλή αναγνωριστική κληρονομικού δίκαιώματος, είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα αναγκαία για το κύρος αυτής στοιχεία που αναφέρθηκαν αναλυτικά στη μείζονα νομική σκέψη, ήτοι το θάνατο του κληρονομούμενου Σ.

Π. του Μ. (Π.), τη συγγενική σχέση του ενάγοντος με αυτόν (πατέρα του) και το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα κατά το παραπάνω ποσοστό, το δικαίωμα του κληρονομουμένου στο επίδικο, ήτοι την κυριότητα, νομή και κατοχή επί αυτού, κατά το χρόνο του θανάτου του, καθώς και την αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος κατά το άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου και την αδικαιολόγητη κατοχή του κληρονομιαίου από την εναγομένη.

Για την πληρότητα της αγωγής αυτής δεν απαιτείτο η αποδοχή και μεταγραφή της κληρονομιάς και η κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο, ούτε ο τρόπος με τον οποίο ο κληρονομούμενος απέκτησε την κυριότητα, νομή και κατοχή αυτού, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα νομική σκέψη. Η κυριότητα δε του κληρονομουμένου στο επίδικο κατά το χρόνο του θανάτου του, καθώς και η νομή επί αυτού πριν από το θάνατο του, δεν αμφισβητήθηκαν ειδικά από την εναγομένη, η οποία με τις πρωτοβάθμιες προτάσεις της, με την επίκληση ιδίας κυριότητας στο επίδικο, που αποκτήθηκε κατά τις ακόλουθες διακρίσεις: (α) με έκτακτη χρησικτησία από την ίδια, της επίδικης οικίας του πρώτου ορόφου, ως νεμόμενη η ίδια συνεχώς από το έτος 1964 και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, με διάνοια αποκλειστικής κυρίας, μετά από άτυπη σύσταση προίκας προς αυτήν από τον πατέρα τους Σ.

Π. το έτος 1964 και (β) με έκτακτη χρησικτησία από τη μητέρα τους Ελ. Π. , των επίδικων δύο καταστημάτων του ισογείου ορόφου ως νεμόμενη αυτή (μητέρα τους) συνεχώς από το έτος 1965 και για διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, μέχρι και το θάνατο της, με διάνοια αποκλειστικής κυρίας, μετά από άτυπη δωρεά προς αυτή του συζύγου της και πατέρα των διαδίκων Σ.

Π., το έτος 1965, μετά δε το θάνατο της μητέρας τους η ενάγουσα κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο των καταστημάτων ως κληρονόμος της μητέρας τους, συνομολόγησε την κυριότητα του κληρονομουμένου στο επίδικο αλλά και την νομή και κατοχή επί αυτού τουλάχιστον μέχρι τα έτη 1964 και 1965 που έλαβαν χώρα οι επικαλούμενες άτυπες συστάσεις προίκας και δωρεάς.

Συνακόλουθα, εκτός από τα παραπάνω στοιχεία, δεν απαιτείτο να διαλαμβάνεται στην αγωγή πώς οι κληρονόμοι του παππού των διαδίκων Μ. Π. υπεισήλθαν στην κληρονομιά, αν ήταν υπεξούσιοι (οικείοι) ή ενήλικοι (εκούσιοι), οι πράξεις νομής, τα ποσοστά κάθε κληρονόμου, τι έλαβε καθένας μετά την άτυπη διανομή καθ’ όρια και διαστάσεις, και με ποιους συγκληρονόμους έγινε η άτυπη διανομή.

Το Εφετείο, επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, απορρίπτοντας εκ των πραγμάτων, αφού ερεύνησε κατ’ ουσίαν την αγωγή, ως αβάσιμο το σχετικό ισχυρισμό (ένσταση) της αναιρεσείουσας που προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε στο Εφετείο, περί αοριστίας της αγωγής λόγω μη αναφοράς στο δικόγραφο των στοιχείων αυτών, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου. Συνεπώς, ο αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

[5] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή αν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, ΟλΑΠ 14/2004).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου ότι ο παππούς των διαδίκων Μ. Π. κατά το χρόνο του θανάτου του (07.08.1938) είχε, εκτός από τα αναφερόμενα στην αγωγή δύο (2) τέκνα, και άλλα δύο (2) τέκνα που υπεισήλθαν ρητά στην κληρονομιά. Ο λόγος αυτός – εκτός του ότι είναι απαράδεκτος, καθόσον τα όσα φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο δεν αποτελούν «πράγματα» κατά την έννοια που προεκτέθηκε, διότι δεν πρόκειται για ένσταση προβαλλόμενη προς αντίκρουση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατέρα του και όχι του παππού του – είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο δεχόμενο ότι μετά το θάνατο του Μ. Π. , οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, σύζυγος του Ευ. Π. και τα τέκνα του Σ. Π. (πατέρας των διαδίκων) και Ε. Π. (- Χ.), αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά, έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό και εκ των πραγμάτων τον απέρριψε, αφού δέχθηκε ότι ο αποβιώσας είχε μόνο τα αναφερόμενα δύο τέκνα.

[6] Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα μέσα αυτά, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη του υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 293/2016).

Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης , καθώς και με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος, πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη:

(α) το από 26.01.2015 με αριθ. πρωτ. …/2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Ληξιάρχου της Δημοτικής Κοινότητας Νέας Τριγλίας του Δήμου Προποντίδας, που αφορά τον παππού τους, και

(β) ένα βιβλίο του διδάκτορα της διπλωματικής ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (Παντείου) Α. Κ. με τίτλο "Η Τριγλιανή Ανταλλάξιμη Περιουσία" εκδ. 2007 - ένα αντίγραφο πρωτοκόλου της εκτιμητικής επιτροπής και το πρακτικό για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι ο παππούς των διαδίκων Μ. Π. κατά το χρόνο του θανάτου του είχε και άλλα δύο (2) τέκνα (τρίτος και τέταρτος λόγος αναίρεσης),

(γ) μισθωτήρια συμβόλαια του καταστήματος από το 1990 ως το 2005 και

(δ) την …/23-6-1994 δημόσια διαθήκη της μητέρας τους Ελ. (Π.) , για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι ο ενάγων αναιρεσίβλητος ουδεμία ανάμειξη και συμμετοχή είχε στο επίδικο (τρίτος , κατά το δεύτερο σκέλος, πρόσθετος λόγος).

Όπως, όμως, προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα και αναλυτικά αναφερόμενα με επίκληση από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, μέχρι του πέρατος της συζήτησης, στην οποία, μάλιστα ,γίνεται αναφορά και αξιολόγηση πολλών από αυτά, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα, χωρίς μάλιστα να είναι υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται για τη συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης και ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, πρόσθετος λόγος αναίρεσης , είναι αβάσιμοι.

[7] Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμους λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 374/2019).

Με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο ανεπίτρεπτα έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες από τον αναιρεσίβλητο δηλώσεις Ε9 του έτους 1997 και Ε2 των ετών 1995,1997, 1999 ως και 2009 και δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος Ε1 των ετών 1995 ως και 2012, καθόσον αυτές δεν έφεραν τη σφραγίδα της αρμόδιας ΔΟΥ και την υπογραφή των αρμοδίων υπαλλήλων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος προεχόντως ως αόριστος καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, που δεν επιτρέπει ο νόμος, ούτε ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από την αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας.

Ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και ως προς την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον, εκτός από την απλή αναφορά του αριθμού του λόγου αυτού αναίρεσης, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ιδίως, ποιο είναι το σφάλμα της προσβαλλόμενης, σε ποιο αποδεικτικό μέσο προσέδωσε ή όχι μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη ή μικρότερη από αυτήν που είχε (ΑΠ 700/2009), ούτε ότι έγινε η σχετική επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 225/2009).

[8] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και (ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα:

«| Στις 14.01.1967, απεβίωσε χωρίς να συντάξει διαθήκη, ο Σ. Π. του Μ. κάτοικος εν ζωή ... Χαλκιδικής, ο οποίος άφησε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Ελ. (Π.) και τα δύο (2) τέκνα του, ήτοι την Μ. (Π.) (εναγόμενη) και τον Μ. (Π.) (ενάγοντα), που υπεισήλθαν στο σύνολο της κληρονομιάς περιουσίας (επομένως και του επίδικου οικοπέδου) κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας (από τους διαδίκους) και κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η μητέρα τους Ελ. (Π).

Ο ως άνω κληρονομούμενος, κατά τον χρόνο του θανάτου του κατείχε μεταξύ άλλων με αριθμό ... οικόπεδο, εμβαδού 802 τ. μ., που βρίσκεται στο … Οικοδομικό Τετράγωνο του οικισμού αυτού. Το ως άνω ακίνητο, που όπως αποδείχθηκε είχε καταλάβει ο πατέρας του Μ. Π. του Γ., μετά τον επαναπατρισμό του στην Ελλάδα και κατείχε μέχρι τον θάνατο του στις 07.08.1938, του παραχωρήθηκε, κατά την οριστική διανομή του έτους 1950 και 1960, των οικοπεδικών κλήρων στην εποικισθείσα περιοχή της ...

Χαλκιδικής, που κυρώθηκε νομίμως το έτος 1962. Για την παραχώρηση αυτή εκδόθηκε μάλιστα και ο με αριθμό .../09-09-1975 τίτλος κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας Ν. Χαλκιδικής. Αμέσως μετά τον θάνατο του παραπάνω αναφερόμενου κληρούχου Μ. Π. του Γ., οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η σύζυγος του δηλαδή Ευ. Π. και τα τέκνα του Σ.

Π. (πατέρας των διαδίκων) και Ε. Π. (- Χ.), οι οποίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά με την ενεργό ανάμειξη τους στη διοίκηση και διαχείριση αυτής, χωρίς να προβούν στη σύνταξη και μεταγραφή σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου, δεδομένου ότι ο θάνατος του δικαιοπαρόχου τους επισυνέβη πριν από την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το έτος 1939 μεταβίβασαν την κυριότητα δύο διαιρετών τμήματα του επιδίκου οικοπέδου, εμβαδού 232 και 90 τ.

μ., αντίστοιχα προς τον Ι. Σ., σύμβαση για την οποία δεν καταρτίστηκε οριστικό συμβόλαιο παρά μόνο προσύμφωνο, ενώ κατά το έτος 1947 πώλησαν άτυπα (δια ιδιωτικού συμφωνητικού) διαιρετό τμήμα του επιδίκου ακινήτου (οικοπέδου), εμβαδού 64 τ. μ., στον Ι. Κ.. Μετά την μεταβίβαση των ανωτέρω εδαφικών τμημάτων και μετά από ακριβή εμβαδομέτρηση του, το επίδικο οικόπεδο καταλαμβάνει πλέον έκταση 346 τ.μ., απεικονίζεται δε με τα γράμματα … στο από 04.10.2013 τοπογραφικά διάγραμμα των Λ.

Τ., αρχιτέκτονα μηχανικού, και Γ. Ε., πολιτικού μηχανικού, που επισυνάπτεται στην αγωγή. Μετά δε την κύρωση της οριστικής διανομής ο Σ. Π. (δικαιοπάροχος των διαδίκων), ο οποίος μετά από άτυπη διανομή των παραπάνω αναφερόμενων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Μ. Π. κατείχε το επίδικο ακίνητο, εγκαταστάθηκε σ’ αυτό, με την ιδιότητα του κληρονόμου του ως άνω κληρούχου, το οποίο και κατείχε αποκλειστικά για λογαριασμό του.

Ήδη, το έτος 1960 ο ως άνω κληρονομούμενος, αφού εξέδωσε την υπ αριθμ. .../1960 νόμιμη πολεοδομική άδεια άρχισε να ανεγείρει επί του επιδίκου οικοπέδου διώροφη οικία,

της οποίας, αποπεράτωσε αρχικά το ισόγειο, όπου και εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του, αποτελούμενη από τη σύζυγο του Ελ. (Π.) και τα δύο τέκνα του Μ. (Π.) και τον ανήλικο (ηλικίας τότε 17 ετών) ακόμα Μ. (Π.) (διαδίκους). Αργότερα, κατά την άνοιξη του έτους 1964 ο ως άνω κληρονομούμενος, ανήγειρε δυνάμει της ιδίας αδείας επί του ως άνω ισογείου και πρώτο όροφο (διαμέρισμα) προκειμένου να αποτελέσει την οικογενειακή του στέγη, στο οποίο και διέμενε οικογενειακώς μέχρι τον θάνατο του, στις 14.01.1967.

Στο παραπάνω διαμέρισμα του πρώτου ορόφου εγκαταστάθηκε μαζί με την πατρική της οικογένεια, μετά την τέλεση του γάμου της στις 20.09.1964 η εναγομένη και ο σύζυγος της Γ. Κ. . Κατά τον χρόνο δε του θανάτου του πατέρα των διαδίκων (14.01.1967) όπως, αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, το ισόγειο της ως άνω διώροφης οικοδομής, είχε ήδη διαμορφωθεί σε δύο καταστήματα (βλ.

προσκομιζόμενη από εναγομένη φωτογραφία υπ' αριθμό 1), τα οποία ακολούθως μετά τον θάνατο του, οι διάδικοι και η μητέρα τους εκμίσθωναν σε τρίτους. Ακόμα αποδείχθηκε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο ενάγων, απεχώρησε από το επίδικο, προκειμένου να φοιτήσει στη τεχνική σχολή «Δημόκριτος» και ακολούθως να εκπληρώσει την στρατιωτική του θητεία κατά την διάρκεια των ετών 1968 έως 1969 (βλ.10 αποδείξεις τεχνικής σχολής Δημόκριτος που προσκομίζει η εναγομένη και το από 06.06.2008 προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα πιστοποιητικό τύπου Α του στρατολογικού γραφείου Πολυγύρου).

Η αποχώρηση αυτή, ήταν προσωρινή και όχι μόνιμη δεδομένου ότι ο ενάγων ( τόσο κατά την διάρκεια των ως άνω σπουδών του (ακόμα ανήλικος) όσο και κατά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, επέστρεφε στο επίδικο ακίνητο το οποίο αποτελούσε την πατρική του οικία. Μετά δε την απόλυση του από το στρατό ο ενάγων, προσελήφθη ως μόνιμος υπάλληλος στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (στις 06.08.1970) και διορίσθηκε στο ...

Φλώρινας όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα, ενώ αργότερα δημιούργησε και την δική του οικογένεια. Έκτοτε δε ο ενάγων, επέστρεφε στο επίδικο ακίνητο περιστασιακά προκειμένου να επισκεφθεί την μητέρα του η οποία διέμενε στον 1° όροφο της διώροφης οικίας, συνεχώς με την εναγόμενη και την οικογένεια της, μέχρι τον θάνατο της, στις 16.07.2003.

Όπως προαναφέρθηκε, ο Σ. Π., απεβίωσε αιφνιδίως στις 14.01.1967, χωρίς να συντάξει διαθήκη, και άφησε πλησιέστερους συγγενείς και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγο του Ελ. Π. και τα δύο (2) τέκνα του, ήτοι τη Μ. (Π.) και τον Μ. (Π.) (διαδίκους), οι οποίοι υπεισήλθαν στο σύνολο της κληρονομιάς περιουσίας (επομένως και του επίδικου οικοπέδου) κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους διαδίκους και κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η μητέρα τους Ελ. (Π.) . Μάλιστα, με τη με αριθμό .../22-09-1972 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Χρήστου Τσάτσαρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, όλοι οι ανωτέρω αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, στην πράξη όμως αυτή, δεν συμπεριέλαβαν το επίδικο οικόπεδο.

Ισχυρίζεται βέβαια η εναγομένη, ότι νέμεται και κατέχει με καλή πίστη και διάνοια κυρίας, αποκλειστικά για λογαριασμό της, τον πρώτο όροφο της επίδικης οικίας, μετά από άτυπη σύσταση προίκας, από τον πατέρα της Σ. Π., για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και απέκτησε έτσι την κυριότητα του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Ότι ακόμα, η μητέρα της Ελ. Π. νέμονταν και κατείχε αποκλειστικά για λογαριασμό της, τα δύο καταστήματα του ισογείου ορόφου μετά από δωρεά στην οποία προέβη κατά το έτος 1964 ο αποβιώσας σύζυγος της και ότι κατά τον χρόνο του θανάτου της είχε καταστεί κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία. Ο ως άνω ισχυρισμός δεν κρίνεται βάσιμος και αληθής.

Και τούτο διότι πλέον του ότι μέχρι και στις 23.05.1968, δεν ήταν δυνατή η χρησικτησία σε τμήμα οικοπεδικού κλήρου, και άρα ούτε η μεταβίβαση οικοπεδικού τμήματος λόγω προίκας, για το επόμενο χρονικό διάστημα, εφόσον δεν είχε συσταθεί επί του οικοπέδου και της διώροφης κατοικίας οροφοκτησία με νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με άλλο νόμιμο τρόπο, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για κτήση κυριότητας με χρησικτησία επί των ανωτέρω διαιρετών ιδιοκτησιών.

Επομένως, μόνο για δικαίωμα συγκυριότητας, τόσο της εναγόμενης, όσο και της δικαιοπαρόχου μητέρας των διαδίκων δύναται να γίνει λόγος, επί της διωρόφου οικοδομής, των ισογείων καταστημάτων και των αναλογούντων σ' αυτά ποσοστών συγκυριότητάς τους στο έδαφος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, στις 16.07.2003 απεβίωσε σε ηλικία 89 ετών η μητέρα των διαδίκων Ελ. Π.. Η τελευταία με διάταξη τελευταίας βούλησης και δη με τη με αριθμό …/23-06-1994 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Αικατερίνης Μπεχτσή και δημοσιεύτηκε με το με αριθμό 136/24-09-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, εγκατέστησε κληρονόμους της τους διαδίκους, στους οποίους κατέλειπε τα ειδικότερα αναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα, ενώ στο επίδικο ακίνητο εγκατέστησε την εναγομένη, αναφέροντας «στην κόρη μου Μ. (Π.) σύζυγο Γ. Κ., με την οικογένεια της οποίας συγκατοικώ από πολλών ετών και η οποία με φροντίζει και με περιποιείται με στοργή και αγάπη αφήνω όλη την υπόλοιπη περιουσία μου κινητή και ακίνητη. Ειδικότερα:

(α) ολόκληρο το εκτάσεως διακοσίων τετραγωνικών μέτρων (200 τ. μ.) οικόπεδο μου στη … Χαλκιδικής με την οικία εντός αυτού, το οποίο έχω στην πλήρη κυριότητα του, νομή και κατοχή, μετά από δωρεά άτυπη του συζύγου μου εν ζωή, που έγινε το έτος 1965, και το οποίο από τότε μέχρι σήμερα κατέχω και νέμομαι συνεχώς και αδιαλείπτως διανοία κυρίου και με καλή πίστη».

Στην πραγματικότητα όμως η ανωτέρω διαθέτης, κατά τον χρόνο του θανάτου της, δεν είχε αποκτήσει την πλήρη κυριότητα του επιδίκου ακινήτου (οικοπέδου) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενη αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίας από την 23η.05.1968 και εφεξής, δεδομένου ότι ούτε ο σύζυγος της, ο οποίος απεβίωσε αιφνιδίως σε ηλικία 56 ετών, ούτε και τα τέκνα της (διάδικοι), μετά το θάνατο του πατέρα τους, της είχαν παραχωρήσει την αποκλειστική νομή και κατοχή του. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής επί του οικοπέδου για δικό τους λογαριασμό. Συγκεκριμένα κατά το έτος 1972, όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Σ. Π., συνεβλήθησαν από κοινού, με την με την Αγροτική Τράπεζα, για την σύναψη σχετικής σύμβασης δανείου, για την εξασφάλιση του οποίου ενεγράφη υποθήκη επ' αυτού, με την συναίνεση όλων των συγκληρονόμων. Το έτος 1979 η Χ. θυγατέρα Ε. Σ. κατέθεσε εναντίον των παραπάνω διαδίκων και της μητέρας τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Σ. Π. την από 10.10.1979 αίτηση επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας, για τα διαιρετά τμήματα ακινήτου που όπως παραπάνω αναφέρθηκε, είχαν μεταβιβασθεί στον πατέρα της. Από κοινού επίσης προέβαιναν σε εκμίσθωση των δύο (2) ισόγειων καταστημάτων σε τρίτους, λαμβάνοντας το αναλογούν μίσθωμα (βλ. το από 20.09.1984 ιδιωτικό μισθωτήριο συμφωνητικό με συμβαλλόμενους τους Α. Χ. και Γ. Θ.) .

Ακόμα ο ενάγων δήλωνε στην αρμόδια φορολογική αρχή ως ανήκον στην ιδιοκτησία του, το εξ αδιαιρέτου ποσοστό (37,50%) που του αναλογούσε επί του οικοπέδου, αλλά και τα εισοδήματα που του επέφερε ή εκμίσθωση των ισογείων καταστημάτων κατά το ίδιο ποσοστό (βλ. προσκομιζόμενες δηλώσεις Ε9 1997 και Ε2 έτους 1995, 1997, 1999, έως και 2009, και δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος Ε1 των ετών 1995, 1996 ,1997 και επέκεινα μέχρι και το έτος 2012 καθώς και εκκαθαριστικά αντίστοιχων ετών που προσκομίζει ο ενάγων και ήδη εκκαλών).

Το ίδιο άλλωστε έπραττε και η κληρονομούμενη, η οποία δήλωνε ως ανήκον στην ιδιοκτησία της εξ αδιαιρέτου ποσοστό ( 25%) επί του επιδίκου ακινήτου. Κατά συνέπεια, εφόσον η κληρονομούμενη-μητέρα της εναγομένης δεν είχε καταστεί αποκλειστική κυρία του επίδικου οικοπέδου κατά το χρόνο της επαγωγής της κληρονομιάς σ’ αυτή, η τελευταία, αποδεχόμενη δε, δυνάμει εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής την κληρονομιά της μητέρας της, δεν απέκτησε την πλήρη κυριότητά του.

Αντίθετη κρίση δεν δύναται να συναχθεί από το γεγονός ότι μόλις κατά το έτος 1994 η μητέρα των διαδίκων και η εναγομένη, συνεβλήθησαν από κοινού με την Μ. Γ. ως συγκύριες των ισογείων καταστημάτων σε σύμβαση μίσθωσης των ισογείων καταστημάτων. Και τούτο διότι ο ενάγων συνέχισε να λαμβάνει και από την μίσθωση αυτή, το αναλογούν στο εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητας του, μίσθωμα, το οποίο μόνο μετά τον θάνατο της μητέρας του, το έτος 2003, η εναγόμενη αρνήθηκε να του καταβάλλει.

Ούτε τέλος το γεγονός ότι κατά το έτος 1980 η εναγόμενη άσκησε επιχειρηματική δραστηριότητα σε ένα εκ των δύο ισογείων καταστημάτων, συνάγεται η ασφαλής κρίση ότι νέμονταν και κατείχε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο για δικό της λογαριασμό, και ότι η πρόθεση της αυτή είχε γνωστοποιηθεί και στους λοιπούς συγκληρονόμους ενόψει της από κοινού μετέπειτα μίσθωσης ήτοι δυνάμει του από 20.09.1984 ιδιωτικού μισθωτήριου συμφωνητικό στους Α.

Χ. και Γ. Θ.).

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με παρόμοια αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό της εναγομένης περί κτήσεως κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία δεν έσφαλε αλλά ορθώς τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα (της δεύτερης έφεσης) με το περιεχόμενο του εκτιμώμενου ως πρώτου και τέταρτου λόγου της ένδικης εφέσεως της, παραπονούμενη ότι κακώς απερρίφθη η προβαλλόμενη εκ μέρους της κατά της αγωγής ένσταση ιδίας κυριότητας κρίνονται αβάσιμα απορριπτέα. Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για διερεύνηση η από 20.01.2016 (υπ' αριθμ κατ.3/27-1- 2016) έφεση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ ουσία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση της, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά «τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου». Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ’ αυτού δεν αρκεί κατ' αρχάς να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της διαμορφωμένης και παγιωμένης κατάστασης, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος προς αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου επί του κληρονομιαίου ακινήτου (οικοπέδου), υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφονται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη της πρώτης των ενδίκων εφέσεων, με την προβληθείσα εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της.

Ειδικότερα η εναγόμενη ισχυρίσθηκε ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι με δικές της δαπάνες αποπεράτωσε το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, στο οποίο διαμένει μαζί με την οικογένεια της από το έτος 1964, και επίσης με δικές της δαπάνες ανακαίνισε τα καταστήματα, ενώ η μητέρα της Ελ. (Π.) εισέπραττε για λογαριασμό της τα μισθώματα από την εκμίσθωση των καταστημάτων, ο δε ενάγων ουδέποτε εναντιώθηκε στις ενέργειες αυτές έτσι ώστε με τη συμπεριφορά του της δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο ν’ ασκήσει την ένδικη αγωγή, έτσι ώστε η άσκηση της ένδικης αγωγής, με την οποία ο ενάγων επιδιώκει την ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί θα έχει επαχθείς συνέπειες για αυτήν.

Ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποδεικνύεται βάσιμος κατ' ουσία. Και τούτο δε διότι, όπως παραπάνω αποδείχθηκε τα ισόγεια καταστήματα αποπερατώθηκαν από τον κληρονομούμενο πατέρα των διαδίκων, ήδη από το έτος 1964, κατά δε τον χρόνο του θανάτου του, το έτος 1967 είχε αποπερατωθεί με δαπάνες του τελευταίου και ο πρώτος πάνω από το ισόγειο όροφος στον οποίο κατοικούσε με την οικογένεια του ήτοι την σύζυγο του Ελ. (Π.) και τον ανήλικο ακόμα κατά τον χρόνο του θανάτου του ενάγοντα αλλά και την εναγόμενη θυγατέρα του και τον σύζυγο της Γ.

Κ..

Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε ο παραπάνω κληρονομούμενος κατά τον χρόνο του αιφνίδου θανάτου του διέθετε ικανή οικονομική επιφάνεια. Ήταν ιδιοκτήτης ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου λεωφορείου ενταγμένου στο ΚΤΕΛ Χαλκιδικής το οποίο δυνάμει του υπ αριθμ..../22- 4-1966 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βασίλειου Παπαδήμα είχε πωλήσει στον Κ.

Μ., αντί ποσού 225.000 δραχμών, μέρος του οποίου 72.500 δραχμών ανέλαβε ο ως άνω αγοραστής να καταβάλλει στην Τράπεζα ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣΣ, προκειμένου να εξοφληθεί οφειλή του κληρονομούμενου προς αυτήν, συμψηφιζόμενης της καταβολής ισόποσα προς το τίμημα το δε υπόλοιπο του τιμήματος των 175.000 δραχμών συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλονταν σε 15 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 15.000 δραχμών , από 01.05-1966 έως 01.07.1967 με ισάριθμες και ισόποσες των ως άνω δόσεων συναλλαγματικές αποδοχής αγοραστού και έκδοσης του πωλητού.

Μόνο δε εννέα (9) εκ των παραπάνω δόσεων εισπράχθηκαν από τον κληρονομούμενο ενόσω ζούσε. Από τις λοιπές δε δόσεις που εισπράχθηκαν μετά τον θάνατο του, θα μπορούσαν να εξοφληθούν οι οφειλές του κληρονομούμενου προς τρίτους. Από το γεγονός δε, ότι η εναγομένη, όντας έγγαμη κατά τον χρόνο του θανάτου του πατέρα των διαδίκων, συνέβαλε στην τακτοποίηση των οικονομικών εκκρεμοτήτων που δημιούργησε ο αιφνίδιος θάνατος του, δεν συνάγεται η ασφαλής κρίση ότι αυτές (οφειλές) εξοφλήθηκαν ολοσχερώς από την δική της περιουσία, ούτε τέλος καθιστά καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος.

Άλλωστε όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων μετά την ενηλικίωση του, συνέπραττε από κοινού με τις ως άνω συγκληρονόμους του σε οποιαδήποτε πράξη αφορούσε την επιμέλεια και διαχείριση του κληρονομιαίου ακινήτου, όπως το έτος 1972 όταν συναίνεσε σε περίληψη εγγραφής υποθήκης επί αυτού, προκειμένου να εξασφαλισθεί δάνειο ποσού 30.000 δραχμών από την Αγροτική Τράπεζα, αλλά και αργότερα συμπράττοντας σε συμβάσεις εκμισθώσεως των ισογείων καταστημάτων, εναντίον του δε, όπως και κατά των λοιπών συγκληρονόμων του Σ.

Π., ασκήθηκε η παραπάνω αναφερόμενη αίτηση επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας που αφορούσε μεταβίβαση διαιρετού τμήματος του αρχικού οικοπέδου σε τρίτους. Δεν αποδείχθηκε τέλος, αδράνεια εκ μέρους του ενάγοντος ως προς την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεδομένου ότι μετά την πληροφόρηση της σχετικής αμφισβήτησης εκ μέρους της εναγομένης του ως άνω δικαιώματος του, κατέθεσα αμέσως εναντίον της την υπ αριθμό κατ. 99/30-4-2004 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της παραπάνω αναφερόμενης διαθήκης και το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα στην περιουσία του αποβιώσαντος πατρός του η οποία( αγωγή) απορρίφθηκε τελικά ως αόριστη δυνάμει της υπ' αριθμ. 168/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής και ακολούθως, κατέθεσε την ένδικη αγωγή.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την παραπάνω εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση του εναγομένου, και ακολούθως απέρριψε την ένδικη αγωγή του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος (της πρώτης έφεσης) ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε, περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις απορρίπτοντας την αγωγή. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος ο ως άνω λόγος της από 01.12.2015 (υπ' αριθμ κατ. 150/2- 12-2015) εφέσεως του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και ως προς την διάταξή της για τα δικαστικά έξοδα, να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο, να δικαστεί η αγωγή, να απορριφθεί η ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης που πρόβαλλε κατ αυτής (αγωγής) η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ως αβάσιμη κατ ουσία, και αφού να γίνει δεκτή αυτή (αγωγή) ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, να αναγνωρισθεί ο ενάγων-εκκαλών συγκύριος του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) κατά ποσοστό 3/8 |».

[9] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, αναγνωρίζοντας το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου στην κληρονομιά του πατέρα του κατά το προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου ακινήτου, αφού απέρριψε τις ενστάσεις της εναγομένης-αναιρεσείουσας περί ιδίας κυριότητας και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αναφορικά με το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος στο επίδικο ακίνητο , που αφορά ο αναιρετικός λόγος, Και τούτο, καθόσον το Εφετείο διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής όλων των αναγκαίων περιστατικών για τη θεμελίωση του κληρονομικού του δικαιώματος του ενάγοντος, σύμφωνα με το οποίο , αυτός είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος πατέρα του κατά το προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο, στο οποίο ο τελευταίος είχε κυριότητα, νομή και κατοχή κατά το χρόνο του θανάτου του, και η εναγομένη αδικαιολόγητα κατέχει ολόκληρο το επίδικο και αμφισβητεί το κληρονομικό του δικαίωμα, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων στην αρχή της παρούσας διατάξεων ουσιαστικού δικαίου ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα.

Σημειώνεται, μάλιστα, ότι ως προς το δικαίωμα του κληρονομουμένου στο επίδικο κατά το χρόνο του θανάτου του, αρκούσε η νομή ή η κατοχή αυτού η καθεμία των οποίων προσδίδει χωριστά την ιδιότητα του επίδικου ως κληρονομιαίου (ΑΠ 1500/1999). Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής λόγω ασαφών, αόριστων, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς παραπάνω ουσιώδες ζήτημα είναι αβάσιμα.

Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, με την επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, ως τον τρόπο που ο κληρονομούμενος είχε αποκτήσει το δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής στο επίδικο, είναι προεχόντως αβάσιμες, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της αναγκαιότητας της αναφοράς του στοιχείου αυτού για το ορισμένο της αγωγής, ενώ τόσο αυτές όσο και οι λοιπές αιτιάσεις είναι και απαράδεκτες, καθόσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επί πλέον, αφορούν σε πλεοναστικές αιτιολογίες, σε ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος, στην εκτίμηση των αποδείξεων και σε απλά επιχειρήματα που δεν υπόκεινται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο ίδιος λόγος, ως προς την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ως αόριστος, καθόσον εκτός από την απλή αναφορά του αριθμού του λόγου αυτού αναίρεσης, δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ιδίως, σε τι συνίσταται το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δίκαιου που εφαρμόστηκαν, και ποια επίδραση είχε στο διατακτικό (ΟλΑΠ 32/1996,ΑΠ 259/2019).

Επίσης, απαράδεκτος ως αόριστος είναι και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχεται «την μη ύπαρξη δυνατότητας κτήσης κυριότητας επί του επίδικου με χρησικτησία από τον δικαιοπάροχο πατέρα της και τον απώτερο παππού της πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΝ 431/1968 και τη μη σύννομη σύσταση άτυπης προίκας από τον πατέρα της προς αυτήν της οικίας του πρώτου ορόφου του επίδικου», καθόσον δεν διαλαμβάνεται για το ορισμένο αυτού, ο αριθμός του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με βάση τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν υπάγει τα όσα αποδίδει με το λόγο αυτό σε κάποιον από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης , ενώ μάλιστα δεν αναφέρεται ούτε και το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 100/2019).

Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται, κατ’ εκτίμηση των διαλαμβανομένων, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό της περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο, που αποκτήθηκε κατά τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης ήτοι: (α) με έκτακτη χρησικτησία από την ίδια της επίδικης οικίας του πρώτου ορόφου, λόγω σύστασης άτυπης προίκας από τον πατέρα τους προς αυτήν το 1964, (β) με έκτακτη χρησικτησία από τη μητέρα τους των επίδικων δύο καταστημάτων του ισογείου ορόφου, λόγω άτυπης δωρεάς του συζύγου της και πατέρα τους προς αυτήν το 1965, με το να δεχθεί (μη σύννομα) ότι μέχρι και τις 23.05.1968 δεν ήταν δυνατή η χρησικτησία σε τμήμα του οικοπεδικού κλήρου, άρα ούτε η μεταβίβαση τμήματος λόγω προίκας και δωρεάς, και χωρίς να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό της περί ρητής άλλως σιωπηράς μεταβίβασης της νομής του κληρονομικού μεριδίου του αναιρεσιβλήτου επί του επίδικου μετά το θάνατο του πατέρα τους το 1967 στην αναιρεσείουσα και τη μητέρα τους και συνεχή νομή έκτοτε από αυτές για δικό τους η κάθε μία λογαριασμό (της οικίας και των καταστημάτων αντίστοιχα) και κτήση της κυριότητας, αντίστοιχα, με έκτακτη χρησικτησία.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως προς μεν την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν και ποιο το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 32/1996), ως προς δε την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ,διότι το Εφετείο δεν προέβη στην κατ' ουσίαν έρευνα της ένστασης, αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο λόγος αυτό, αναίρεσης (ΟλΑΠ 44/1990, ΟλΑΠ 3/1997).

Σε κάθε περίπτωση, πιο πάνω λόγος, αναφορικά με τον ισχυρισμό της ρητής ή σιωπηρής μεταβίβασης της νομής του κληρονομικού μεριδίου του αναιρεσιβλήτου μετά το θάνατο του πατέρα τους προς την αναιρεσείουσα και τη μητέρα τους είναι απαράδεκτος ως αόριστος κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ , διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομότυπα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Επίσης, ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, καθόσον, όπως προεκτέθηκε και προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας ως μη νόμιμο, δεχθέν, ότι ούτε μετά τις 23.05.1968 (έναρξη ισχύος ΑΝ 431/1968) είναι δυνατή η μεταβίβαση οικοπεδικού τμήματος κλήρου και η κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε διαιρετά τμήματα του επίδικου, ήτοι της οικίας του πρώτου ορόφου και των ισογείων καταστημάτων, αντίστοιχα, εφόσον δεν είχε συσταθεί επί του οικοπέδου και της διώροφης κατοικίας οροφοκτησία με νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο ή άλλο νόμιμο τρόπο κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και του άρθρου 2 του ΝΔ 1024/1971 περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για κτήση κυριότητας με χρησικτησία επί των παραπάνω μερών και, επιπρόσθετα, δέχθηκε ότι η μητέρα των διαδίκων ουδέποτε νεμήθηκε αποκλειστικά για δικό της λογαριασμό τα επίδικα καταστήματα, ούτε ολόκληρο το επίδικο ακίνητο.

Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης, οι οποίες δεν πλήττονται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης, στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της για τη μη απόκτηση ιδίας κυριότητας στο επίδικο από την αναιρεσείουσα με χρησικτησία κατά τις διακρίσεις που προεκτέθηκαν, ώστε η αιτιολογία, με την οποία συνέχεται ο ερευνώμενος δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης να μην επιδρά στο διατακτικό.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 01-03-2018 αίτηση της Μ. (Π.-)Κ. και τους από 20-9-2019 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 2149/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ