Legislator Case Law & Legislation
335/2014 AI generated

335/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 335/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Από τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους οι υπό στοιχεία: 1, 4β, 8, 12, 13, 17α, 18α, 21, 22, 25, 27, δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βησσαρίωνα Τογέλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

335/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφ' όσον οι ως ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο έστω και με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει όμως κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 §3 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 335 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 335/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Θεσσαλίας, και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του ΝΣΚ Γεώργιο Καρακώστα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... 2.Δ. Ν. του Ν., κατοίκου ... 3.Ν. Ν. του Δ., κατοίκου ... 4.α.Ε. Δ. του Χ. συζ. Κ., κατοίκου ... β Ά. Κ. του Κ. συζ. Α., κατοίκου ....5. Κ. Δ. του Η., κατοίκου ... 6. Ι. Κ. του Χ., κατοίκου ... 7. Π. Λ. του Δ. κατοίκου ... 8. Κ. Λ. του Δ., κατοίκου ... 9. Β. Λ. του Α., κατοίκου ....10. Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ... 11 Σ. Μ. του Α., συζ. Κ. Α., κατοίκου ....12. Μ. Α. του Α., κατοίκου ... 13. Δ. Λ. του Ι., κατοίκου ... 14. Α. Λ. του Δ., συζ. Κ. Γ., κατοίκου ....15. Κ. Σ. του Χ., κατοίκου ... 16 Ά. Ν. του Κ., συζ. Ν. Σ., κατοίκου ... 17. α.Δ. Κ. του Η., συζ. Β. Σ., κατοίκου ...β.Η. Κ. του Η., συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., 18. α .Δ. Κ. του Η., συζ. Β. Σ., κατοίκου ...β. Χ. Κ. του Η., συζ. Ι. Χ., κατοίκου .... 19. Του Δήμου Φαρκαδώνας, δ.δ.Ζάρκου, νομίμως εκπροσωπούμενου, 20. Α. Κ. του Χ. , κατοίκου ... 21. Θ. Δ. του Α., κατοίκου ... 22 Π. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 23. Ε. Ρ. του Γ., κατοίκου ... 24.Χ. Ρ. του Β., κατοίκου ... 25. Γ. Μ. του Κ., κατοίκου ....26. Θ. Κ. του Δ. κατοίκου ....27. Γ. Κ. του Κ., συζ. Θ., κατοίκου ....

Από τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους οι υπό στοιχεία: 1, 4β, 8, 12, 13, 17α, 18α, 21, 22, 25, 27, δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βησσαρίωνα Τογέλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο δήλωσε ότι: 1. ο υπό στοιχείο 10 αναιρεσίβλητος Δ. Κ., απεβίωσε, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και την δίκη συνεχίζει ο νόμιμος κληρονόμος του Ι. Κ., 2. η υπό στοιχείο 14 αναιρεσίβλητη Α. Λ., συζ. Ν. Γ., απεβίωσε την 10-1-2013,σύμφωνα με την …/2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξ. Φαρκαδόνας, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι της Κ. Γ. και Σ. Γ., σύμφωνα με την με αριθ..../3-10-2013 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, της συμβολαιογράφου Φαρκαδόνας Χρυσούλας Χαμουρουσίου-Παλαντζά και την με αριθ…./17-10-2008 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Τρικάλων Δημήτριο Κολοβό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε μετά την έκδοση της 158/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατατέθηκαν οι με αριθ.κατάθ.192/16-2-2009, 193/16-2-2009, 194/16-2-2009 αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και την με αριθ. 191/13-2-2009 του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Λάρισας για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης σε απαλλοτριωθείσες εκτάσεις.

Εκδόθηκε η απόφαση 408/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί τo αναιρεσείον με την από 14-5-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 6-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά ένα μέρος και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 1 και 4, 576 παρ. 2 και 3, 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι εάν τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επισπεύδει ο αναιρεσείων απαιτείται για το παραδεκτό αυτής, όταν ένας ή περισσότεροι των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανισθούν, να επιδοθεί νομότυπα σ' αυτόν αντίγραφο του αναιρετηρίου με την κάτω από αυτό πράξη του Προέδρου περί ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς εμφάνιση.

Η κλήτευση του διαδίκου μπορεί να γίνει και με επίδοση της κλήσεως προς τον αντίκλητο αυτού, ο διορισμός του οποίου λαμβάνει χώρα κατ' άρθρο 142 Κ.Πολ.Δ. με δήλωση αυτοπροσώπως ή με ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της γραμματείας του Πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος και αν τη δήλωση την κάνει κάτοικος του εξωτερικού, ενώπιον της γραμματείας του Πρωτοδικείου της πρωτεύουσας.

Ο επιμελούμενος της επιδόσεως προς τον αντίκλητο του αντιδίκου του βαρύνεται, σε περίπτωση μη εμφανίσεως αυτού κατά τη συζήτηση της υποθέσεως με την απόδειξη του διορισμού του φερόμενου ως αντίκλητου και με την έκταση της εξουσίας αυτού, θεωρούμενης διαφορετικά, ως ανίσχυρης της γενόμενης προς αυτόν επίδοσης.

Δεν είναι δε νομότυπη η κλήτευση προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου με την ιδιότητα του αντίκλητου ο οποίος παρέστη κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού, εάν ο επισπεύδων δεν αποδεικνύει το νομότυπο (άρθρ. 142 παρ. 1 και 4 Κ.Πολ.Δ.) διορισμό αυτού ως αντίκλητου δικηγόρου, δυνάμενον δηλ.

με την ιδιότητά του αυτή να παραλαμβάνει τα προς επίδοση απευθυνόμενα προς το διάδικο δικόγραφα, διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αρ. .../10.7.2013, .../11.7.2013, .../10.7.2013 και .../10.7.2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων …, που προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο που επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης με αρ. κατ. 39/2012 αιτήσεως αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο αυτής με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης καθώς και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, επιδόθηκε στους Αθανάσιο Πέτρου, Χρήστο Κατσαούνη, Δημήτριο Κοντογιάννη και Άρη Τόγελο, δικηγόρους, οι οποίοι εκπροσώπησαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχα εκ των αναιρεσιβλήτων τους Α.

Κ. (1Ο), Μ. Α. (12η), Π. Χ. (22Ο), καθώς και τους Ά. Κ. (4β), Κ. Λ. (8Ο), Δ. Λ. (13ο), Δ. Κ. (17α και 18α), Θ. Δ. (21), Γ. Μ. (25η) και Γ. Κ. (27η), χωρίς όμως το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον, να αποδεικνύει, βαρυνόμενο προς τούτο, λόγω μη εμφάνισης των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, νομότυπο διορισμό κατ' άρθρο 142 §1 Κ.Πολ.Δ. των δικηγόρων αυτών ως αντικλήτων, δυνάμενων με την ιδιότητά τους αυτή να παραλαμβάνουν τα απευθυνόμενα στους αναιρεσίβλητους προς επίδοση έγγραφα και το επιδοθέν ως άνω δικόγραφο.

Επομένως, μη αρκούντος εν προκειμένω του γεγονότος ότι αυτοί παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενώπιον του Εφετείου Λάρισας εκπροσωπήσαντες τους ως άνω αναιρεσίβλητους και η χωρήσασα κατά συνέπεια ως άνω κλήτευσή τους για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο δεν είναι νομότυπη.

Επομένως, εφ' όσον οι ως ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο έστω και με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει όμως κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 §3 εδ.

β' Κ.Πολ.Δ., όπως το εδ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους και να διαταχθεί ως προς αυτούς ο χωρισμός συζήτησης της υποθέσης. Περαιτέρω στην δικονομική θέση των αρχικώς αναιρεσιβλήτων α) Δ. Κ. α/α αιτ. 10) και β) Α.

Λ. (α/α 14) υπεισήλθαν και συνεχίζουν την δίκη, αντίστοιχα (α1) ο Ι. Κ. του Δ., ως εξ αδιαθέτου αυτού κληρονόμος, κληρονομία την οποία αποδέχθηκε με την …/17-10-2008 πράξη του συμβ/φου Φαρκαδόνας Δημητρίου Κολοβού. Βεβαιώνεται ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αγνοούσε τον θάνατο του Δ. Κ. (2-8-1982) κατά τον χρόνο ασκήσεως της ένδικης 39/23-5-2012 αιτήσεως αναιρέσεως, δοθέντος ότι στην 192/16-2-2009 αίτηση, κατά παραδοχή της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 408/2011 απόφαση, φέρεται ως αιτών ο αποβιώσας ήδη κατ' εκείνον τον χρόνο Δ.

Κ. και (β1) οι Κ. και Σ. Γ. ως κληρονόμοι αυτής με την δημοσιευθείσα με τα 154/2013 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Τρικάλων από 20-12-2012 ιδιόγραφη διαθήκη της Α. Λ., που απεβίωσε στις 10-1-2013 κληρονομία την οποία αποδέχθηκαν με την .../3-10-2013 πράξη της συμ/φου Φαρκαδώνας Χρυσούλας Χαμουρούσιου.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 13 §4 του Ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, προσδιορίζεται και ιδιαιτέρα αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, ίου μέρους του ακινήτου (Ολ.

ΑΠ 31/2005).

Εξ άλλου, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του Π.Δ/τος της 24/31-5-1985 όπως αντικ. με την παρ. 1 του άρθρου 10 Ν.3212/2003 οι όροι και οι περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κείμενων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών η εκτός των ορίων των νομίμως υφιστάμενων προς του έτους 1923 οικισμών των στερούμενων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6.10.1978 π.δ/γμα (ΦΕΚ 53ΒΔ) ως ισχύει, τροποποιούνται ως εξής:

1 α) ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα και κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα ....ενώ με την παρ. 3 του άρθρου 23 του Ν.3212/2003 ορίζεται ότι "Η περίπτωση α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του από 24/31.5.1985 Π.Δ/γματος όπως αντικαθίσταται με την παρ. 1 του άρθρου 10 του νόμου αυτού, δεν ισχύει για γήπεδα που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού".

β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς ως και σε εγκαταλειμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται:

Ελάχιστο πρόσωπο 45 μ. Ελάχιστο βάθος 50 μ. Ελάχιστο εμβαδόν 4.000 μ2, κατά δε την παρ. 2 ίδιου ως άνω άρθρου και Π.Δ/τος (1 ΠΔ/τος της 24/31.5.1985).

Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρπα και οικοδομήσιμα τα γήπεδα:

α) Τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων, κωμών, και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24.4.1977 ημέρα δημοσίευσής του από 5.4.77 π.δ/τος {ΦΕΚ 133 Δ') ελάχιστο εμβαδόν 2000 μ2.

β) Τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε Διεθνείς, Εθνικές, Επαρχιακές, Δημοτικές και Κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν:

αα) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 12.11.1962 ημέρα δημοσίευσης του από 24.10.62 β.δ/τος (ΦΕΚ 142 Δ').

Ελάχιστο πρόσωπο: 10 μέτρα Ελάχιστο βάθος 15 μέτρα. Ελάχιστο εμβαδόν 750μ2.

ββ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά τη 12.9.1964 ημέρα δημοσίευσης του από 21.7.1964 β.δ/τος (ΦΕΚ 141/Δ').

Ελάχιστο πρόσωπο:20 μέτρα. Ελάχιστο βάθος 35 μέτρα. Ελάχιστο εμβαδόν 1.200 μ2 γγ) Τα γήπεδα που υφίστανται κατά τη 17.10.1978 ημέρα δημοσίευσης του από 6.10.75 π.δ/τος (ΦΕΚ 538/Δ').

Ελάχιστο πρόσωπο: 25 μέτρα. Ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα. Ελάχιστο εμβαδόν: 2000 μ2 δδ) Τα γήπεδα που δημιουργήθηκαν από τη 17.10.1978 ημέρα δημοσίευσής του από 6.10.1978 π.δ/τος (ΦΕΚ 538/Δ) μέχρι την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος ελάχιστο εμβαδόν 4000 μ2.

γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως διεθνών, εθνικών ή επαρχιακών οδών, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν το όριο αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγουμένων περιπτώσεων α και β.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 του ΠΔ 209/1998 ορίζονται τ' ακόλουθα: "1. Η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών, ορίζεται ως εξής: α) Στο βασικό Εθνικό οδικό δίκτυο, 60 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 40 μέτρων από το όριο αυτής, β) Στο δευτερεύον Εθνικό οδικό δίκτυο, 45 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο από 30 μέτρα από το όριο αυτής, γ) Στα τμήματα του Εθνικού Οδικού Δικτύου που έχουν χαρακτηρισθεί και κατασκευασθεί ως αυτοκινητόδρομοι ή οδοί ταχείας κυκλοφορίας, όπως ορίζονται στο Ν. 2094/92, με παράπλευρες οδούς (8Κ.) σε επαφή με την κύρια οδό ή και σε απόσταση από αυτή, τα κτίρια τοποθετούνται στην οριζόμενη ως άνω απόσταση από τον άξονα της κυρίας οδού και 20 μέτρα από τον άξονα της παραπλεύρου.

Στην περίπτωση που δεν έχουν κατασκευασθεί παράπλευρες οδοί ισχύουν οι αποστάσεις των παρ. (1α) και (1β) του παρόντος άρθρου, δ) Στο Τριτεύον Εθνικό και στο Εθνικό Οδικό Δίκτυο των νήσων πλην Κρήτης, Εύβοιας, Ρόδου, Κέρκυρας, 30 μέτρα από τον άξονα της οδού. ε) Στις χαρακτηρισμένες ως παράπλευρες οδούς (5. Κ.) του Εθνικού Οδικού Δικτύου, εκτός των αυτοκινητοδρόμων και των οδών ταχείας κυκλοφορίας, 20 μέτρα από τον άξονα της παράπλευρης οδού, εφόσον έχει κατασκευασθεί, στ) Στο Πρωτεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο, 20 μέτρα από τον άξονα της οδού.

ζ) Στο Δευτερεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο και στο Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο των νήσων πλην Κρήτης, Εύβοιας, Ρόδου, Κέρκυρας και σε ολόκληρο το Δημοτικό ή Κοινοτικό Οδικό Δίκτυο, 15 μέτρα από τον άξονα της οδού η)...θ) Σε περίπτωση που από την εφαρμογή των διατάξεων περί εκτός σχεδίου δόμησης προκύπτουν μεγαλύτερες αποστάσεις κτιρίων και εγκαταστάσεων από τον άξονα ή το όριο της οδού, εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, από τις οποίες προκύπτουν οι μεγαλύτερες αποστάσεις.." Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα, στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τ' ακόλουθα αναφορικά με το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα παρακάτω τμήματα απαλλοτριούμενων ακινήτων για την κατασκευή του έργου "Α/Κ Ζάρκου επί της Ε.Ο. Λάρισας - Τρικάλων". Από το ακίνητο με ΑΚΠ4 απαλλοτριώνεται έκταση 1580,02 τμ και απομένει τμήμα εμβαδού 1017 τμ, του οποίο η αξία μειώνεται κατά ποσοστό 60% καθ' όσοναυτό έχει σχήμα τριγώνου με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η καλλιέργειά του και γενικά η εκμετάλλευσή του, 2) Από το ακίνητο-με ΑΚΠ 8 απαλλοτριώνεται έκταση 1.746,76 τ.μ.

και απομένει τμήμα οχήματος τριγώνου εμβαδού 854,24 τ.μ. του οποίου η αξία μειώνεται κατά ποσοστό 60% καθ' όσον δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό, 3) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 9 απαλλοτριώνεται έκταση 350,07 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 2.049,94 τ.μ. του οποίου η αξία μειώνεται κατά ποσοστό 20% καθ' όσον δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό, 4)Από το ακίνητο με ΑΚΠ 10 απαλλοτριώνεται έκταση 474,82 τ.μ.

και απομένει τμήμα εμβαδού 3.825,18 τ.μ. του οποίου η αξία μειώνεται κατά ποσοστό 40% καθ' όσον καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό, 5) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 11 απαλλοτριώνεται έκταση 209,49 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 2.090,52 τ.μ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20% καθ' όσον δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό, 6) Ζ/ Από το ακίνητο με ΑΚΠ 12 απαλλοτριώνεται έκταση 325,95 τ.μ.

και απομένει τμήμα εμβαδού 4.274,06 τ.μ., η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20% λόγω του ότι η δόμηση του δυσχεραίνεται καθ' όσον εμπίπτει στη ζώνη απαγόρευσης δόμησης των 30 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης και δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό, 7) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 15 απαλλοτριώνεται έκταση 3.084,63 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 474,36 τ.μ.

σχήματος τριγωνικού, η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 70% λόγω του ότι δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό, 8) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 18 απαλλοτριώνεται έκταση 621,60 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 3.984,40 τ.μ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 40% καθ' όσον καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό, 9)Από το ακίνητο με ΑΚΠ 19 απαλλοτριώνεται έκταση 375,27 τ.μ.

και απομένει τμήμα εμβαδού 3.149,74 τ.μ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20% λόγω του ότι δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό, 10) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 20 απαλλοτριώνεται έκταση 382,98 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 4.223,02 τ.μ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20% λόγω του ότι μειώνεται η πρόσβαση σ' αυτό και με βάση τους υφιστάμενους όρους δόμησης (απόσταση από τον άξονα της οδού) περιορίζεται η δυνατότητα δόμησης του, 11) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 21-023 έκτασης 4.267 απαλλοτριώνεται έκταση 3.212,83 τ.μ.

Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 1,054,17 τ.μ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 60% λόγω του ότι μειώνεται η πρόσβαση σ' αυτό, 12) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 27 απαλλοτριώνεται έκταση 874,45 τ.μ, Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 4.710 τ.μ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20% λόγω του ότι δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό και με βάση τους υφιστάμενους όρους δόμησης (απόσταση από τον άξονα της οδού) περιορίζεται η δυνατότητα δόμησης του, 13) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 29 απαλλοτριώνεται έκταση 164,47 τ.μ.

Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 5.562,44 τ.μ. Η επικοινωνία του τμήματος αυτού με την Ε.Ο. Λάρισας-Τρικάλων, στο οποίο λειτουργεί πρατήριο υγρών καυσίμων μετά την εκτέλεση του έργου καθίσταται δυσχερής, εφόσον θα υφίστανται οι μπαριέριες της οδού. Μειώνεται η αξία του κατά ποσοστό 20%, 14) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 30 απαλλοτριώνεται έκταση 1.371,26 τ.μ.

Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 9.427,36 τ.μ. Η επικοινωνία του τμήματος αυτού με την Ε.Ο. Λάρισας-Τρικάλων, στο οποίο λειτουργεί εστιατόριο μετά την εκτέλεση της ένδικης απαλλοτρίωσης καθίσταται δυσχερής, εφόσον θα υφίστανται οι μπαριέρες της οδού. Μειώνεται η αξία του κατά ποσοστό 20%. 15) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 34 απαλλοτριώνεται έκταση 6.174,24 τ.μ.

Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 10.658,80 τ.μ., η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 85% λόγω του ότι η πρόσβαση σ' αυτό είναι δυσχερής και καθίσταται μη οικοδομήσιμο διότι εμπίπτει στη ζώνη απαγόρευσης δόμησης των 30 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης, 16) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 35 απαλλοτριώνεται έκταση 5.169,98 τ.μ.

Μετά την απαλλοτρίωση απομένει έκταση δύο τεμαχίων ήτοι: α) Το με ΑΚΠ 35α τμήμα εμβαδού 3.626 τ.μ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 85%, διότι καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο αφού εμπίπτει στη ζώνη απαγόρευσης δόμησης των 30 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης, και β) Το με ΑΚΠ 35β τμήμα εμβαδού 2.556,66 τ.μ., η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 85%, διότι καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο, αφού εμπίπτει στη ζώνη απαγόρευσης δόμησης των 30 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης, 17) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 36 απαλλοτριώνεται έκταση 1.284,87 τ.μ.

Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 3.508,68 τ.μ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 50% καθ' όσον καθίσταται μη άρτιο και οικοδομήσιμο και δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό, 18) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 38 απαλλοτριώνεται έκταση 2.276,28 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 13.053,98 τ.μ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20%, καθ' όσον δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό, 19) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 40 απαλλοτριώνεται έκταση 638,59 τ.μ.

Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 7.161,40 τ.μ., η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20%, καθ' όσον δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό, 20) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 41 το οποίο είχε πρόσοψη στην Ε.Ο. Τρικάλων-Λάρισας απαλλοτριώνεται έκταση 1.311,34 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 11.476,76 τ.μ.

η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20% καθ' όσον η επικοινωνία του με την Ε.Ο. καθίσταται δυσχερής αφού υπάρχουν οι μπαριέρες της οδού. 21) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 50 απαλλοτριώνεται έκταση 256,04 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 6.160,88 τ.μ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20%, καθ' όσον δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό. 22) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 51 απαλλοτριώνεται έκταση 191,84 τ.μ.

Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 10.592,36 τ.μ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20%, καθ' όσον δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό. 23) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 53 απαλλοτριώνεται έκταση 608,79 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 7.940,84 τ.μ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20%, καθ' όσον δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό. 24) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 54 απαλλοτριώνεται έκταση 334,29 τ.μ.

Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 16.298,30 τμ. η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20% καθ' όσον δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό. 25) Από το ακίνητο με ΑΚΠ 55 απαλλοτριώνεται έκταση 323,23 τμ. Μετά την απαλλοτρίωση απομένει τμήμα εμβαδού 7.426,84 τμ η αξία του οποίου μειώνεται κατά ποσοστό 20% καθ' όσον δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτό".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί της αποζημίωσης της αξίας των τμημάτων των ως κατωτέρω ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απέμειναν από την απότμηση και την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και ειδικότερα:

α) σε σχέση με τα ΑΚΠ 8, 9, 11, 15, 19, 38, 50, 51 και 54 ακίνητα διότι δεν διευκρινίζει ποία πρόσβαση είχαν τα ακίνητα αυτά πριν την απαλλοτρίωση και την αιτία για την οποία μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματός τους και την κατασκευή του έργου δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτά β) σε σχέση με τα ΑΚΠ 10 (με φερόμενη ιδιοκτήτρια την εκ των αναιρεσιβλήτων 4α Ε.

Δ.), 18 και 36 ακίνητα διότι δεν προσδιορίζει αν πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμα ή μόνο άρτια με βάση τις ισχύουσες κατά την κτήση τους πολεοδομικές ως ανωτέρω διατάξεις και αν πριν την απαλλοτρίωση είχαν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς ή και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές καθώς και αν πριν την απαλλοτρίωση είχαν πρόσβαση και ποία και την αιτία για την οποία μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματός τους και την κατασκευή του έργου δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτά γ) σε σχέση με τα ΑΚΠ 20 και 27 ακίνητα διότι δεν προσδιορίζει αν πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμα ή μόνο άρτια με βάση τις ισχύουσες κατά την κτήση τους πολεοδομικές ως ανωτέρω διατάξεις και αν πριν την απαλλοτρίωση είχαν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς ή και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές, ποίο το βάθος των ακινήτων αυτών και πόση έκτασή τους εμπίπτει στη ζώνη απαγόρευσης δόμησης από τον άξονα της οδού, σε πόση επιφάνεια μπορούσαν να δομηθούν πριν και σε πόση μετά την απαλλοτρίωση, καθώς και αν πριν την απαλλοτρίωση είχαν πρόσβαση και ποία και την αιτία για την οποία μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματός τους και την κατασκευή του έργου δυσχεραίνεται η πρόσβαση σ' αυτά.

Πρέπει επομένως, αναφορικά με τα ως ανωτέρω με ΑΚΠ ακίνητα, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί της απομείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων αυτών από την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση.

Εξ άλλου, σε σχέση με τα ΑΚΠ 29 και 30 απαλλοτριούμενα ακίνητα, το Εφετείο, με συνοπτικές πλην σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί της απομείωσης της αξίας τους μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματός τους, καθ' όσον όπως δέχθηκε η επικοινωνία τους με την εθνική οδό Λάρισας-Τρικάλων, στο πρώτο των οποίων λειτουργεί πρατήριο υγρών καυσίμων και στο δεύτερο εστιατόριο, μετά την εκτέλεση του έργου καθίσταται δυσχερής, ενόσω θα υφίστανται οι μπάρες της οδούς.

Περαιτέρω και σε σχέση με τα ΑΚΠ 34 και 35α και 35β απαλλοτριούμενα ακίνητα, το Εφετείο, με συνοπτικές πλην σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί της απομείωσης της αξίας τους μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματός τους, καθ' όσον όπως δέχθηκε, με την κατασκευή του έργου καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, διότι εμπίπτουν στη ζώνη απαγόρευσης δόμησης των τριάντα (30) μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης, ενώ εξ άλλου, με ομοίου περιεχομένου αιτιολογία το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα περί της απομείωσης της αξίας του και του με ΑΚΠ 12 ακινήτου μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματός του.

Πρέπει επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της απομείωσης της αξίας των εναπομεινάντων τμημάτων των ως ανωτέρω με ΑΚΠ ακινήτων, να απορριφθεί ως αβάσιμος καθ' όσον δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο, βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή προκειμένου περί εγγράφων, όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη διαβεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνον είναι κατ' ουσίαν βάσιμος ο πιο πάνω λόγος.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι στα τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση των με ΑΚΠ 8, 9, 11, 38, 50, 51 και 54 ακινήτων, δυσχεραίνεται η πρόσβαση λόγω της εκτέλεσης του έργου, ενώ για τον ίδιο λόγο δυσχεραίνεται η επικοινωνία των τμημάτων των με ΑΚΠ 29 και 30 ακινήτων με την Ε.Ο Λάρισας-Τρικάλων, με συνέπεια, την κατά ποσοστό 20% μείωση της αξίας τους, δεν έλαβε υπόψη τα ως κατωτέρω έγγραφα: 1.

Τα με αρ. πρωτ. 964/34225/6.4.2011 και 934/32118/6.4.2011 έγγραφα της Δ/νσης Δημοσίων Έργων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδος. 2. Το με αρ. πρωτ. 4490/34723/17.3.2011 έγγραφο της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφέρειας Θεσσαλίας και 3. Το με αρ. πρωτ. 1511/27577/21.3.2011 έγγραφο της Δ.Ε.Σ.Ε. βάσει των οποίων τα εναπομείναντα τμήματα μετά την απαλλοτρίωση των ως ανωτέρω ακινήτων θα έχουν πρόσβαση είτε στο υπό κατασκευή παράπλευρο οδικό δίκτυο, είτε στην κυκλοφοριακή σύνδεση που είχαν προς της απαλλοτριώσεως.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το μέρος που αναφέρεται στα με ΑΚΠ 8, 9, 11, 38, 50, 51 και 54 απαλλοτριούμενα ακίνητα, μετά την παραδοχή ως προς αυτά του πρώτου λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής και κατά το μέρος που αναφέρεται στα με ΑΚΠ 29 και 30 απαλλοτριούμενα ακίνητα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική διαβεβαίωση ότι για τη διαμόρφωση της ουσιαστικής κρίσεώς του έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι με επίκληση προσκομίζουν, σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, συνεκτίμησε με τα άλλα έγγραφα και αποδεικτικά μέσα και τα επίμαχα ως άνω.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.653/1977 "περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτησιών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λ.π." όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν.947/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Κατά την παράγραφο 3 δε του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγ. 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου αυτού (§§1, 3, 4) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (που μετά την επικύρωση της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ* άρθρον 28 παρ. 1 του Συντάγματος) και επομένως το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφελείας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, και ανατρέποντας το, ως άνω, μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α') είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (παρ. 1).

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριουμένου, εφ' όσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από τον φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης (παρ. 2). Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απ' ευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή (παρ. 3).

Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται, από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο (παρ. 6). Οι συνέπειες της παραγ. 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας.

Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούνται να ζητήσει με αίτηση του τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 37 του αυτού Νόμου, "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει: α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί. Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ιδίου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο μήνες από την έναρξη ισχύος του".

Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, το οποίο ισχύει από 19-1-2002, το προαναφερόμενο τεκμήριο της ωφελείας των παρόδιων ιδιοκτητών, το οποίο αρχικώς είχε χαρακτηρισθεί αμάχητο, ορίζεται ότι είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά τη διαδικασία του άρθρου αυτού.

Κατά την έννοια δε των διατάξεων του άρθρου 33 του Ν.2971/2001 ερμηνευμένων στο πλαίσιο των οριζόμενων από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, θεσμοθετείται ειδική διαδικασία, διοικητική και δικαστική, που εφαρμόζεται μόνον στις αυτοτελείς αιτήσεις των ενδιαφερομένων που υποβάλλονται στο φορέα του έργου και με τις οποίες αποκλειστικά και μόνο διώκουν τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης με σκοπό την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και την αποζημίωσή τους για τις εκτάσεις που χαρακτηρίσθηκαν στον εν λόγω πίνακα ως αυτοαποζημιούμενες και οι σχετικές αιτήσεις μπορούν να υποβληθούν αυτοτελώς και εκτός του πλαισίου της δίκης καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως, ενώπιον του αρμόδιου για τη δίκη αυτή Εφετείου κατά τη διαγραφόμενη στην ανωτέρω πρώτη διάταξη διαδικασία.

Συνακόλουθα τούτων, ο αίτημα για την αναγνώριση του ιδιοκτήτη του ακινήτου, το οποίο αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη οδό, ότι δεν είναι ωφελούμενος από την απαλλοτρίωση και έτσι δεν πρέπει να υποχρεωθεί σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών ή σε αυτοαποζημίωση, όπως αντιθέτως αναγράφεται στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτριώσεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, μπορεί να υποβληθεί, είτε, στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, σωρευόμενο στο ίδιο δικόγραφο με τα αιτήματα περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως για τα απαλλοτριωθέντα, προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως, αναγνώρισης δικαιούχων, είτε εκτός του πλαισίου της δίκης καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως, με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του αρμόδιου για τη δίκη αυτή Εφετείου κατά τη διαγραφόμενη στην ανωτέρω διάταξη (33 του ν. 2971/2001) διαδικασία.

Έτσι στην πρώτη περίπτωση, που η δίκη διεξάγεται στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, έχει αυτή (δίκη) ως αντικείμενο την αποζημίωση στο σύνολο της και την συνολική εκτίμηση των δυσμενών για τον καθ' ου η απαλλοτρίωση συνεπειών της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, οπότε το Εφετείο, με βάση τις επιταγές του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ είναι αρμόδιο (και μετά το ν. 2971/2001 βλ.

ΑΠ 1274/2005, δημ. Νόμος) να εξετάσει και το αίτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, κατά την ίδια διαδικασία, και μάλιστα χωρίς να έχει προηγηθεί η ως άνω διαγραφόμενη από το άρθρο 33 του ν. 2971/2001 διαδικασία περί υποβολής της αιτήσεως στο φορέα του έργου και χωρίς για το παραδεκτό ης συζητήσεως του εν λόγω αιτήματος να απαιτείται η προσκόμιση της έκθεσης της ως άνω Επιτροπής.

Αντίθετα στη δεύτερη περίπτωση, ήτοι της διεξαγόμενης δίκης, εκτός του πλαισίου της δίκης καθορισμού της οριστικής αποζημιώσεως, που έχει ανοιχθεί ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου κατά τη διαγραφόμενη στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 33 του ν.2971/2001 διαδικασία με την αυτοτελή αίτηση του εικαζόμενου ιδιοκτήτη που θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας απαιτείται για το παραδεκτό κα εμπρόθεσμο της εν λόγω αιτήσεως να έχει τηρηθεί η προαναφερόμενη ανατρεπτική δίμηνη προθεσμία για την υποβολή της σχετικής αιτήσεως στο φορέα του έργου, ενώ, η μη προσκόμιση της έκθεσης της επιτροπής, καθιστά απαράδεκτο το εν λόγω αίτημα, λόγω μη τηρήσεως της προβλεπόμενης από τις άνω διατάξεις διαδικασίας.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται αποκλειστικώς σε δικονομική ακυρότητα, ήτοι εκείνη που αποτελεί νόμιμη κύρωση απαγγελόμενη για την παράβαση διατάξεως η οποία ρυθμίζει τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων και όχι σε ακυρότητα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο, παρά το Νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα δεν απέρριψε ως απαράδεκτες τις με αρ. κατ. 192/2009, 193/2009 και 194/2009 αιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, που φέρονται ιδιοκτήτες των με ΑΚΠ 9, 10, 11, 12, 15, 18, 19, 20, 27, 29, 30, 38, 50, 51, 54, 36, 34 και 35 ακινήτων ως προς το αίτημά τους με το οποίο ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι δεν είναι ωφελούμενοι αλλά βλαπτόμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες λόγω της μη υποβολής προς τον φορέα του έργου, πριν την άσκησή τους, αίτησης για τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα και μάλιστα εντός της τασσόμενης κατ' άρθρο 33 §3 του Ν.2971/2001 δίμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της υπ' αρι. 158/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον η δίκη ενώπιον του Εφετείου διεξήχθη στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και δεν πρόκειται περί αιτήσεων όπως από την επισκόπησή τους προκύπτει (άρθρ. 561 §2 Κ.Πολ.Δ.), με μοναδικό αίτημα την αναγνώριση των αναιρεσιβλήτων που φέρονται ιδιοκτήτες των προαναφερόμενων με ΑΚΠ ακινήτων, ότι δεν είναι ωφελούμενοι αλλά βλαπτόμενοι ιδιοκτήτες, ώστε για το παραδεκτό υποβολής του εν λόγω αιτήματος να απαιτείται η τήρηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 33 του ν.2971/2001 διαδικασίας.

Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η με αρ. κατ. 39/2012 αίτηση αναιρέσεως της 408/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας ως προς τις αναιρεσίβλητες 1. Κ. Σ. 2 Ά. Ν. 3 Η. Κ. 4 Χ. Κ. και 5 Ι. Κ. (15η, 16η, 17Β, 18Β και 6ο αντίστοιχα). Ακολούθως, πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου της ως ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ως προς τους αναιρεσίβλητους 1. Δ. Ν. 2 Ν. Ν. 3 Ε. Δ. 4 Κ. Δ. 5 Π. Λ. 6 Β. Λ. 7 Ι. Κ. 8 Σ. Μ. 9. Κ. Γ. και Σ. Γ. 10 Δ. Φ. 11 Α. Κ. 12 Ε. Ρ. 13 Χ. Ρ. και 14 Θ. Κ. (2ο, 3ο, 4ο, 5ο, 7ο, 9ο, 10ο, 11η, 14, 19ο, 20ο, 23η, 24ο και 26ο αντίστοιχα) να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 §1 του ν.4139/2013 στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Επειδή με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να συμψηφισθεί η μεταξύ των παριστάμενων ως ανωτέρω διαδίκων δικαστική δαπάνη λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους, όπως στο διατακτικό (άρθρ. 178, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους ως κατωτέρω αναιρεσίβλητους ως προς τους οποίους κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους αναιρεσίβλητους 1. Α. Κ., 2. Μ. Α., 3. Π. Χ., 4. Ά. Κ., 5. Κ. Λ., 6. Δ. Λ., 7. Δ. Κ., 8. Θ. Δ., 9. Γ. Μ. και 10. Γ. Κ. (1ο, 12η, 22ο, 4β, 8ο, 13ο, 17α-18α, 21ο, 25η και 27η αντίστοιχα).

Απορρίπτει τη με αρ. κατ. 39/2012 αίτηση αναιρέσεως της 408/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας ως προς τους αναιρεσίβλητους 1. Κ. Σ., 2 Ά. Ν., 3 Η. Κ., 4 Χ. Κ. και 5 Ι. Κ. (15η, 16η, 17β, 18β και 6ο αντίστοιχα).

Αναιρεί την 408/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό ως προς τους αναιρεσίβλητους 1. Δ. Ν., 2 Ν. Ν., 3 Ε. Δ., 4 Κ. Δ., 5 Π. Λ., 6 Β. Λ., 7 Ι. Κ., 8 Σ. Μ., 9. Κ. Γ. και Σ. Γ., 10 Δ. Φ., 11 Α. Κ., 12 Ε. Ρ., 13 Χ. Ρ. και 14 Θ. Κ. (2ο, 3ο, 4α, 5ο, 7ο, 9ο, 10ο, 11η, 14, 19ο, 20ο, 23η, 24ο και 26ο αντίστοιχα).

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει τη μεταξύ των παριστάμενων ως ανωτέρω διαδίκων δικαστική δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ