Legislator Case Law & Legislation
335/2013 AI generated

335/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 335/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1116/2005 μη οριστική και 18/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 6462/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/5/2012 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

335/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς το ουσιαστικό δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι βάσιμη, ανεξαρτήτως αν η ενάγουσα με την εργασία της, κάλυπτε ή όχι, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 και 3 του ν.2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ.281,671 ΑΚ,25§§1 και 3 του Συντάγματος) καθώς και των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 335 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ).

Αριθμός 335/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Δ. του Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Δερμιτζάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από α) τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και β) τον Υπουργό Γεωργίας (και ήδη Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων), κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1116/2005 μη οριστική και 18/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 6462/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/5/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 11/1/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των δύο λόγων της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,649,669,672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου μετά την περάτωση του οποίου ή τη επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ.669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ.26§ 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής),η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004,που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004,αντίστοιχα.

Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου αντιμετωπιζόταν με το άρθ.8§3 ν.2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ.281,671 ΑΚ,25§§1 και 3 του Συντάγματος),το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης.

Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν.2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ.ΑΠ 18/2006).

Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ.103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 ισχύουν δε από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α'85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ.5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων(αορίστου χρόνου),τον ο ποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (πρβλ.ΑΠΟλ.7/2011).Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ούσα απόφοιτος του Τμήματος Γεωργικών Βιομηχανικών και Τεχνολογίας Τροφίμων των ΤΕΙ, προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ή δη αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο και ειδικότερα από το υπαγόμενο στο Υπουργείο Γεωργίας Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου Πατρών, την 23-12-1997 με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και δη οκταμήνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο Τμήμα Ποιοτικού ελέγχου του πιο πάνω Κέντρου, ως αναλύτρια-ποιοτικός ελεγκτής.

Έκτοτε απασχολήθηκε στο Κέντρο αυτό, με αντικείμενο εργασίας τη πραγματοποίηση δειγματοληψιών και αναλύσεων σε όλα τα είδη των ελεγχομένων από το Κέντρο γεωργικών προϊόντων. Μετά τη λήξη της διάρκειας της ως άνω συμβάσεως, αυτή ανανεώθηκε με αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ως ακολούθως:Από 31-12-1998 μέχρι 31-8-1999,από 31-12-1999 μέχρι 31-8-2000,από 15-12-2000 μέχρι 15-8-2001, από 1-11-2001 μέχρι 30-6-2002,από 15-11-2002 μέχρι 15-7-2003 και από 3-11-2003 μέχρι 3-7-2004.

Κατά τα πιο πάνω διαστήματα η ενάγουσα συνέχισε να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες και με τους ίδιους όρους στο παραπάνω Κέντρο του εναγομένου, μέχρι την 3-7-2004 που έληξε η τελευταία των προαναφερόμενων συμβάσεων. Οι συμβάσεις αυτές, καίτοι έληξαν εντός του τελευταίου τριμήνου από της θέσεως σε ισχύ του π.δ 164/19-7-2004 και λογίζονταν, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 11 του παραπάνω διατάγματος, ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού (δηλ.

έως 19-7-2004), δεν συνιστούν, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ/φου 1 του άρθρου 11 αυτού, εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον δεν συνέτρεχαν γι' αυτές, αθροιστικά όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούσε η διάταξη αυτή και κυρίως δεν ήταν διαδοχικές συμβάσεις κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ/φος 1 του ίδιου ως άνω διατάγματος, αφού μεταξύ τους, μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών.

Εξάλλου, επειδή οι ως άνω συμβάσεις καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου κατ' επιταγή των προαναφερόμενων δια τάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν 2190/1994, βάσει των οποίων απαγορεύεται ρητώς η μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν.2112/1920 και δεν επιτρέπεται να χαρακτηρισθούν αυτές ως αορίστου χρόνου, ακόμη και αν η ενάγουσα με την εργασία της κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πιο πάνω υπηρεσίας του εναγομένου.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, εκ τιμώντας τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία έκρινε ότι με βάση τις ανωτέρω νομικές διατάξεις, οι ένδικες συμβάσεις συνιστούν μια ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, αντί να δεχθεί ότι δεν υφίσταται τοιαύτη σύμβαση και ν' απορρίψει κατ' ουσίαν αυτή, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω νομικές διατάξεις και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικές περί τούτου αιτιάσεις του εναγομένου, με τους λόγους της εφέσεως του, είναι ουσιαστικά βάσιμες.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ'αριθμ.18/2007 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την ένδικη αγωγή κατ' ουσίαν. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 648,649 ΑΚ,8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/20, όπως ισχύει,14 και 21 του Ν.2190/1994,103 παρ.2,3,7 και 8 του Συντάγματος και 1 και 11 του π.δ 164/2004,κατέληξε στην αμέσως πιο πάνω κρίση, δηλαδή ότι "οι ένδικες συμβάσεις εργασίας, αφού καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου (και ανανεώθηκαν ως τέτοιες), δεν επιτρέπεται να χαρακτηριστούν ή να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως αν η ενάγουσα με την εργασία της, κάλυπτε ή όχι, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν έχουν εφαρμογή στις συμβάσεις αυτές οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2112/1920", παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 103§7,8 του Συντάγματος,8παρ.1 και 3 του ν.2112/ 1920 και 21 ν.2190/1994 καθώς και των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ.

Ειδικότερα, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, και δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, η πρώτη των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας της αναιρεσειούσας καταρτίστηκε στις 31-12-1998,δηλαδή πριν από την έναρξη της ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθ.103 του Συν τάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001,και ισχύουν από 18-4-2001,αλλά και πριν από την έναρξη της ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των άρθ.5 και 11 του ΠΔ164/2004, αυτές θα είχαν ήδη προσλάβει τον χαρακτήρα της (ενιαίας) σύμβασης αορίστου χρόνου, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο χρονικός περιορισμός των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας ήταν καταχρηστικός και δεν δικαιολογείτο από τη φύση των υπηρεσιών της ενάγουσας και ήδη αναιρεσειούσας και των καλυπτόμενων παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, αφού, όπως αναφέρεται στην αγωγή, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, και κατά τα μη ερευνηθέντα από το Εφετείο, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά τους περιστατικά, η ενάγουσα είχε εξ αρχής προσληφθεί για να εξυπηρετήσει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου αναιρεσιβλήτου με μόνιμη εργασιακή απασχόλησή τους, με αποτέλεσμα οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να θεωρούνται ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας των παραγρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και των παραγρ.1 και 5 του π.δ.164/2004,οι οποίες δεν έχουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, παρότι η σχέση εργασίας της αναιρεσειούσας συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά τη προαναφερθεί σα έναρξη ισχύος τους.

Συνεπώς το ουσιαστικό δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν είναι βάσιμη, ανεξαρτήτως αν η ενάγουσα με την εργασία της, κάλυπτε ή όχι, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου, παραβίασε με την εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.1 και 3 του ν.2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ.281,671 ΑΚ,25§§1 και 3 του Συντάγματος) καθώς και των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ.

που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ενώ εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 21 ν.2190/1994,του άρθρου 11 παρ.1 και 5 του π.δ.164/2004 και του άρθρου 103§7 και 8 του Συντάγματος, δεχόμενο ότι η ένδικη σύμβαση καταρτίστηκε υπό την ισχύ των διατάξεων αυτών του Συντάγματος και του ως άνω π.δ. Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και οι δύο ταυτόσημοι λόγοι αναίρεσης (πρώτος και δεύτερος) από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παρελκούσης της έρευνας και του τρίτου λόγου αναίρεσης ο οποίος προτάθηκε από τον Εισηγητή.

Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών),του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους δικαστές εφόσον αυτό είναι εφικτό, ενόψει του ότι η ανωτέρω δικονομική δυνατότητα διατηρήθηκε και μετά τη τροποποίηση του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ με το άρθρο 121 παρ.4εδ.2ο του ν.4055/2012,στο οποίο από παραδρομή δεν αναφέρεται η φράση "....ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" όπως από τη τελολογική ερμηνεία του άρθρου αυτού, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, προκύπτει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6462/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους από αυτούς που δίκασαν, δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ