Legislator Case Law & Legislation
335/2012 AI generated

335/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 335/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 335 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 335/2012

Legislator headnote

AI generated

335/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 335 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 335/2012

Keywords

AI generated
refusal to permit withdrawal waiver of claims by creditors discontinuation of insurance coverage refusal of insurance benefits consequences of withdrawal refusal under eea agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 335 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 335/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias "που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, "πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" , πρωτύτερα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε" και προγενέσετερα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε", με αριθμό ΜΑΕ 6068/06/Β/86/07, ως καθολικής διαδόχου της (πρώην) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε", με αριθμό ΜΑΕ 6077/06/Β/86/16, λόγω συχγωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη και τροποποίησης των άρθρων 1 και 5 του καταστατικού της, που εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμόν Κ2-11540/2000 Απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και καταχωρήθηκαν την 7-9-2000 στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιρειών (ΦΕΚ 8391/13-9-2000 τ. ΑΕ και ΕΠΕ) , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαρινάκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Β. του Β., 2. Ν. Χ. του Φ., 3. Ν. Κ. του Ι. και 4. Κ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στεπάν Βακριτζιάν, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 5. Α. συζ. Κ. Σ., το γένος Κ. Σ., 6. Μ. συζ. Ν. Μ., το γένος Κ. Σ., 7. Ι. Ε. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, 8. Χ. Π. του Μ. και 9. Ε. Π. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ρέκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.12.1990 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 478/2004 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 550/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1.10.2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 20 Ιανουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς 3342, 3343 και 3362/2-12-2011 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ..., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αυτή έκθεση καταθέσεως δικογράφου και πράξη ορισμού της αναφερομένης στην αρχή δικασίμου, με κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτησή της, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πέμπτη, στην έκτη και στον έβδομο από τους αναιρεσιβλήτους. Αφού αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σε αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατ' αυτή, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως ως εάν ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 12 ΚΠολΔ). Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 141 ΑΚ, η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την προσωπική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η πλάνη κατά τη δήλωση της βουλήσεως, δηλαδή η διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως, συνεπεία εσφαλμένης γνώσεως από τον δηλούντα της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως πραγματικής καταστάσεως, η οποία (πλάνη) μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης (άρθρο 147 ΑΚ), παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως (ΑΠ 1211/2008, ΑΠ 463/2008, ΑΠ 301/2007, ΑΠ 1096/2006, ΑΠ 151/2002, ΑΠ 80/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 632 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., εάν μετά την επίδοση της διαταγής πληρωμής, δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, (Κ.Πολ.Δ. 632 παρ.1), εκείνος, υπέρ του οποίου εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, μπορεί να επιδώσει και πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, που δικαιούται να ασκήσει ανακοπή, μέσα σε προθεσμία δέκα ημερών. Αν περάσει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία ή αν απορριφθεί τελεσίδικα η ανακοπή του άρθρου 632 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., η διαταγή αποκτά δύναμη δεδικασμένου και μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση.

Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, η διαταγή πληρωμής, παρότι δεν αποτελεί δικαστική απόφαση, παράγει δεδικασμένο πλήρες, κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά του όρια (Ολομ.ΑΠ 30/1987), με συνέπεια, σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 933 παρ. 3 ΚΠολΔ, να είναι απαράδεκτη η προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, αφορώσα το κύρος της εκτελέσεως, λόγων ανακοπής, οι οποίοι, αν και ήταν γεννημένοι και μπορούσαν να προβληθούν, δεν προβλήθηκαν σε μία από τις πιο πάνω δύο ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής (Ολομ.ΑΠ 30/1987, Ολομ. 16/1996). Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται, κατά νόμον, να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια αυτών, την οποία προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 83/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμοί 10, 11, 12 και 16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αν παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, αν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και αν κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/200, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με τις υπ' αριθμούς 2049/22-4-1987 αρχική και 2049/1/4-11-1987 & 2049/2/27-1-1988 αυξητικές συμβάσεις, η αρχικώς εναγομένη "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΕ" την οποία διαδέχθηκε καθολικώς η εκκαλούσα EUROBANK ΑΕ", παράσχε στον εδρεύοντα στη Χερσόνησο Ηρακλείου Συνεταιρισμό με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΕΩΣ ΚΗΠΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΕΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΣΥΝ. Ε.Π.Ε.", πίστωση με ανοιχτό λογαριασμό μέχρι του ποσού των 22.000.000δρχ. Τις συμβάσεις αυτές υπέγραψαν για τον πρωτοφειλέτη Συνεταιρισμό οι νόμιμοι εκπρόσωποί του Α. Π., πρόεδρος του Δ.Σ. και Α. Λ., μέλος του Δ.Σ., ενώ ως εγγυητές των εν λόγω συμβάσεων υπέγραψαν οι εφεσίβλητοι Σ. Β., Ν. Χ., Ν. Κ., Κ. Κ., που ήταν μέλη του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού, Κ. Σ., Ι. Π. και ο αρχικός συνενάγων Μ. Π., που ήταν μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου. Από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, όμως, προκύπτει ότι κατά την κατάρτιση των παραπάνω δικαιοπραξιών, η δήλωση των τελευταίων, που υλοποιήθηκε με τη θέση της υπογραφής τους στις εν λόγω συμβάσεις ως εγγυητών, δεν συμφωνούσε, από ουσιώδη πλάνη, που αφορούσε το περιεχόμενο τούτων, με τη βούλησή τους, καθότι πίστευαν ότι, ως μέλη των διοικητικών οργάνων του Συνεταιρισμού, υπέγραφαν στην πραγματικότητα για λογαριασμό του πρωτοφειλέτη τελευταίου και όχι ως εγγυητές αυτού και ως εκ τούτου, αν γνώριζαν την πραγματική κατάσταση και εν προκειμένω τη νομική συνέπεια της υπογραφής τους, δεν θα έθεταν αυτή στις εν λόγω συμβάσεις. Και τούτο διότι ο Συνεταιρισμός, κατά τον χρόνο κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων βρισκόταν σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, αφού παρουσίαζε ζημιές συνολικού ύψους 87.477.744 δρχ. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα, ότι ο Συνεταιρισμός όφειλε διάφορα ποσά σε πολλά από τα μέλη του, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων Κ. Κ., το ποσό των 5.000.000 δρχ. Έτσι κατά τον προαναφερθέντα κρίσιμο χρόνο η απαίτηση της εκκαλούσας κατά του Συνεταιρισμού, που γεννήθηκε από τις εν λόγω συμβάσεις, ήταν ήδη, από την αρχή, επισφαλής. Το γεγονός αυτό ήταν γνωστό και στους εκπροσώπους της εκκαλούσας κατά τη σύναψη των συμβάσεων Μ. Α. και Α. Τ. (μάρτυρες αποδείξεως), γι' αυτό και ζήτησαν από τους αντίστοιχους εκπροσώπους του Συνεταιρισμού Α. Π. (πρόεδρο του Δ.Σ.) και Α. Λ. (μέλος του Δ.Σ.), την παροχή προσωπικών εγγυήσεων από τα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου αυτού, παρά το ότι από τα κεντρικά γραφεία της εκκαλούσας στην Αθήνα είχε ζητηθεί η παροχή μόνον εμπράγματης ασφάλειας. Παρά τούτο, οι εν λόγω εκπρόσωποι του Συνεταιρισμού, ποτέ δεν ενημέρωσαν τους εφεσίβλητους για τις προσωπικές ευθύνες που αναλάμβαναν έναντι της εκκαλούσας με την υπογραφή των ένδικων συμβάσεων. Εξάλλου, οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη των παραπάνω συμβάσεων έγιναν αποκλειστικά μεταξύ των εκπροσώπων της εκκαλούσας στο Ηράκλειο και του προέδρου του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού Α. Π., όσον αφορά την αρχική σύμβαση και του διαδόχου του τελευταίου Α. Λ. όσον αφορά τις αυξητικές συμβάσεις. Στις δε σχετικές συνεδριάσεις των αρμοδίων οργάνων, που εξουσιοδότησαν αργότερα τα παραπάνω πρόσωπα να υπογράψουν τις επίμαχες συμβάσεις και να συναινέσουν για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί των ακινήτων του Συνεταιρισμού, υπέρ της εκκαλούσας, μέχρι του ποσού των 15.000.000δρχ, δεν έγινε κανένας λόγος σχετικά με την εγγύηση και των εφεσίβλητων ως μελών του Δ.Σ. και του Ε.Σ. αυτού, για την χορήγηση των παραπάνω πιστώσεων (βλ. τα με αριθ. 504/4-3-1987 και 55/1987 πρακτικά συνέλευσης του Διοικητικού Συμβουλίου και της Γενικής Συνέλευσης του Συνεταιρισμού αντίστοιχα). Αντίθετα, οι τελευταίοι ειδοποιήθηκαν, από τους προαναφερθέντες προέδρους το πρωί της ημέρας υπογραφής των συμβάσεων, να προσέλθουν στα γραφεία της εκκαλούσας στο Ηράκλειο, προκειμένου να υπογράψουν τις συμβάσεις, χωρίς καμιά άλλη διευκρίνιση. Ενόψει δε του ότι κατά την υπογραφή των συμβάσεων ενώπιον του εκπροσώπου της εκκαλούσας Α. Τ., δεν ενημερώθηκαν από τον τελευταίο για το περιεχόμενό τους, το οποίο άλλωστε και δεν αναγνώστηκε σε αυτούς, ειδικότερα για την παραίτησή τους από την ένσταση της διζήσεως και του ότι έθεσαν τις υπογραφές τους στη θέση "ΕΓΓΥΗΤΗΣ", κάτω από την ένδειξη "Διοικητικό Συμβούλιο" και Εποπτικό Συμβούλιο", αντίστοιχα, καθίσταται σαφές ότι, κατά το χρόνο της υπογραφής, οι εφεσίβλητοι πίστευαν πεπλανημένα ότι υπέγραφαν ως μέλη των εν λόγω οργάνων του Συνεταιρισμού και για λογαριασμό του τελευταίου και όχι ευθυνόμενοι προσωπικά ως εγγυητές. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν με σαφήνεια από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως, οι οποίοι, ως πρώην μέλη του Δ.Σ. του Συνεταιρισμού, έχουν άμεση και προσωπική αντίληψη της ένδικης διαφοράς και η αξιοπιστία τους δεν αμφισβητείται ευθέως από την εκκαλούσα. Οι εν λόγω μάρτυρες βεβαιώνουν ότι όλοι οι ενάγοντες ήταν αγράμματοι και ασκούσαν αμισθί τη διοίκηση του Συνεταιρισμού, ελλείψει πιο μορφωμένων μελών και στερούνταν αξιόλογης περιουσίας, καθώς ούτε πριν ούτε κατά την υπογραφή των συμβάσεων συμβάλλονταν ως εγγυητές. Αντίθετα, τα περιστατικά αυτά δεν καταρρίπτονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως- υπαλλήλων της εκκαλούσας, από τις οποίες μάλιστα, καθίσταται φανερό ότι η εκκαλούσα δεν γνώριζε την περιουσιακή κατάσταση των εφεσίβλητων. Οι καταθέσεις αυτές, ενόψει των κενών που περιέχουν, δεν στηρίζουν με πειστικό τρόπο τον κρίσιμο ισχυρισμό της εκκαλούσας ότι οι εφεσίβλητοι είχαν πλήρη ενημέρωση για το ακριβές περιεχόμενο των συμβάσεων, κατά τον χρόνο που έθεταν την υπογραφή τους σε αυτές, αλλά και πριν από αυτόν. Τέλος, από το περιεχόμενο της από 11-1-1990 ανακοπής, που άσκησαν οι εφεσίβλητοι, από κοινού με το Συνεταιρισμό, κατά της 283/1989 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, καθίσταται σαφές ότι οι εφεσίβλητοι δεν συνομολογούν ότι υπέγραψαν ως εγγυητές τις συμβάσεις παροχής πίστωσης προς το Συνεταιρισμό, όπως αλυσιτελώς διατείνεται η εκκαλούσα, ανεξαρτήτως του ότι η εξώδικη ομολογία εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο (άρθρο 352 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Υπό τα περιστατικά αυτά οι εφεσίβλητοι αν γνώριζαν ότι εγγυώνται και μάλιστα ως αυτοφειλέτες την πληρωμή των πιστώσεων, που χορήγησε η εκκαλούσα προς το Συνεταιρισμό, όχι μόνο με το εταιρικό τους μερίδιο, αλλά και με την ατομική τους περιουσία, χωρίς να έχουν τέτοια υποχρέωση, αφού είναι συνεταιρισμός περιορισμένης ευθύνης, δεν θα υπέγραφαν τις ένδικες συμβάσεις. Περαιτέρω δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τα εξής: Μετά από αίτηση της εκκαλούσας εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθμό 283/1985 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με βάση τις με αριθ. 2049/22-4-1987 (αρχική), 2049/1/4-11-1987 και 2049/2/27-1-1988 (αυξητικές) συμβάσεις πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό, που υποχρέωσε τους εφεσίβλητους, οι οποίοι είχαν εγγυηθεί τις συμβάσεις αυτές, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας τους, στην εκκαλούσα, το ποσόν των 18.596.399δρχ., με το νόμιμο τόκο. Κατά της διαταγής πληρωμής, οι τελευταίοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου την από 11-1-1990 ανακοπή, με την οποία ισχυρίζονταν ότι έχει εξοφληθεί η απαίτηση αυτή της εκκαλούσας. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε, ερήμην των ανακοπτόντων, η 66/1991 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή. Η απόφαση αυτή έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, αφού, όπως συνομολογείται και από τους διαδίκους, δεν ασκήθηκε έφεση μέσα στη νόμιμη προθεσμία των τριών ετών από τη δημοσίευσή της. Από το δεδικασμένο, που παράγει η εν λόγω απόφαση, καλύπτεται η προταθείσα με την ανακοπή ένσταση εξόφλησης, καθώς και όλες οι καταχρηστικές (διακωλυτικές ή καταργητικές της απαίτησης) ενστάσεις, που αν και μπορούσαν, δεν είχαν προτείνει οι εφεσίβλητοι στη δίκη της ανακοπής. Δεν καλύπτονται όμως οι γνήσιες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες, που στηρίζονται σε γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση κυρίας (καταψηφιστικής ή διαπλαστικής) αγωγής (ΑΠ 1570/2003), όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα των εφεσιβλήτων για ακύρωση των ενδίκων συμβάσεων, λόγω πλάνης, το οποίο οι τελευταίοι δεν είχαν προτείνει υπό τη νομική φύση αυτού ως ενστάσεως κατά του κατ' ουσίαν υποστατού της ενσωματωμένης στην υπ' αριθμό 283/1989 διαταγή πληρωμής απαιτήσεως της εκκαλούσας με την ως άνω ανακοπή της, ώστε η ένσταση αυτή δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμό 66/1991 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου., δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, δεν παρέβη τους ορισμούς περί της δυνάμεως των αποδεικτικών μέσων, ορθώς έκρινε ότι δεν παρήχθη δεδικασμένο από την υπ' αριθμό 66/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου ως προς το ασκηθέν με την αγωγή δικαίωμα των εφεσιβλήτων για ακύρωση των συμβάσεων λόγω πλάνης, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ περιέχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 10, 11, 12, 16 και 19 ΚΠολΔ, αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, χωριστά για κάθε ομάδα από αυτούς που εκπροσωπήθηκε από ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο (άρθρα 183, 176, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-10-2008 αίτηση της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 550/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε ομάδα από αυτούς που εκπροσωπήθηκε από ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ