Legislator Case Law & Legislation
335/2010 AI generated

335/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 335/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαΐου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20101/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1278/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της ως και τους από 7 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη της αντιδίκου των στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

335/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της ..., σύμβαση διαχείρισης του κεφαλαίου τους το οποίο κατατέθηκε στη συνεργαζόμενη με την εταιρία αυτή ελβετική τράπεζα "...". Η υπογραφή των σχετικών με τις συμβάσεις αυτές εγγράφων και οι σχετικές εξουσιοδοτήσεις προς την εναγόμενη και την εταιρία "..." έγιναν με την προσκόμιση τους από την εναγόμενη προς τις ενάγουσες.

Keywords

AI generated
savings deposit fund management company financial crisis protection of the euro European Central Bank opinion treasury bill
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 335 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 335/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρίου, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., ως αρχικής ενάγουσας αλλά και ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμου κατά 1/2 της αρχικής ενάγουσας ..., 2. ... και 3...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ελευθεριάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαΐου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20101/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1278/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Οκτωβρίου 2008 αίτησή της ως και τους από 7 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτους λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων της. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη της αντιδίκου των στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική δε ή ποιοτική αοριστία που απαιτείται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμα και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, διαφορετικά ο λόγος είναι αόριστος.

Εν προκειμένω με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔικ, κατά το οικείο μέρος του λόγο αναιρέσεως αποδίδεται την προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων εσφαλμένως δεν απορρίφθηκε ως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτή το εύρος της εξουσίας διαχειρίσεως που είχε ανατεθεί στην αναιρεσείουσα με τη σύμβαση εντολής. Επομένως, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι είχε προταθεί στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα ο ισχυρισμός περί (νομικής) αοριστίας της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος.

Από τη διάταξη του άρθρου 714 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 713, 719, 297, 298, 330 και 335 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της συμβάσεως εντολής ο εντολοδόχος ευθύνεται όχι με το μειωμένο βαθμό επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (για δόλο ή βαριά αμέλεια), αλλά και για ελαφρά αμέλεια, υποχρεούμενος, εάν δεν διεξαγάγει την υπόθεση που του έχει ανατεθεί σύμφωνα με τις οδηγίες του εντολέα ή επί μη υπάρξεως τέτοιων οδηγιών, εάν δεν πράξει ο,τιδήποτε επιβάλλει η φύση της υπόθεσης για το συμφέρον του εντολέα, σε ανόρθωση κάθε ζημίας αυτού.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), συνταξιούχος διευθύντρια της τράπεζας CITYBANK ΑΕ και με γνώσεις στο πεδίο των χρηματοικονομικών υπηρεσιών, συνεργαζόμενη με την ελβετική εταιρία διαχείρισης κεφαλαίων ... (επίσης συνεργαζόμενη με την ελβετική τράπεζα V.B.S ΑG) από το έτος 1996 μέχρι το έτος 2000 για την ίδρυση οικογενειακής εταιρίας λήψης και διαβίβασης εντολών (στην οποία προέβη το έτος 2000), περί τα μέσα Μαΐου του 1998, με πρότασή της συνήψε με την πρώτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη και την επίσης αρχικώς ενάγουσα μητέρα της ..., στη θέση της οποίας μετά το θάνατό της υπεισήλθαν όλες οι αναιρεσίβλητες, σύμβαση προφορικής εντολής, δυνάμει της οποίας της ανέθεσαν να επενδύσει σε χρηματιστηριακά προϊόντα συντηρητικού χαρακτήρα, χωρίς διακινδύνευση του κατατιθέμενου σε κοινό λογαριασμό κεφαλαίου τους, ύψους 70.000.000 δραχμών, στις ως άνω ελβετικές εταιρίες, υπό την επίβλεψη και υποστήριξη με κατάλληλες συμβουλές αυτής (εντολοδόχου), διότι εκείνες (εντολείς) δεν είχαν ειδικές γνώσεις, αλλά είχαν εμπιστοσύνη προς αυτή, λόγω και της μακράς γνωριμίας τους και των φιλικών σχέσεων με την πρώτη από αυτές. "Ακολούθως μετά από σύμπραξη και διαμεσολάβηση της εναγομένης οι ενάγουσες συνήψαν με την εταιρία "...", που εδρεύει στο ...

της ..., σύμβαση διαχείρισης του κεφαλαίου τους το οποίο κατατέθηκε στη συνεργαζόμενη με την εταιρία αυτή ελβετική τράπεζα "...". Η υπογραφή των σχετικών με τις συμβάσεις αυτές εγγράφων και οι σχετικές εξουσιοδοτήσεις προς την εναγόμενη και την εταιρία "..." έγιναν με την προσκόμιση τους από την εναγόμενη προς τις ενάγουσες.

Τα έγγραφα ήταν γραμμένα στην αγγλική γλώσσα την οποία οι ενάγουσες γνώριζαν μέτρια. Ειδικότερα υπεγράφησαν τα ακόλουθα έγγραφα, των οποίων υπάρχει μετάφραση στ ην αγγλική γλώσσα: α) η από 22-5-1993 σύμβαση ανοίγματος κοινού διαζευκτικοΰ λογαριασμού χρηματικής κατάθεσης όψεως με την ελβετική τράπεζα "...", με αριθμ.

λογαριασμού ..., για τις αποτιμώμενες σε ελβετικά φράγκα καταθέσεις και με αριθμ. ..., για τις αποτιμώμενες σε ευρώ. Στο λογαριασμό αυτό ορίστηκαν συνδικαιούχοι οι ενάγουσες, η εναγόμενη και οι δύο νόμιμοι εκπρόσωποι της ως άνω εταιρίας ... και ..., δυνάμει ειδικής έγγραφης πληρεξουσιότητας που περιλαμβάνεται στην με αριθμό 1 συμπληρωματική καρτέλα, με την οποία παρέχεται σε όλους τους συνδικαιούχους η δυνατότητα χειρισμού κίνησης του λογαριασμού με μόνη την υπογραφή τους, β) το από 22-5-1998 ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο υπογράφηκε από τους ως άνω εκπροσώπους της ...

και την εναγόμενη για λογαριασμό της ..., με το οποίο οι ενάγουσες παρείχαν στην εταιρία αυτή την πληρεξουσιότητα να διαχειρίζεται κατά την επαγγελματική της κρίση το λογαριασμό τους, γ) το από 22-5-1998 έγγραφο με το οποίο οι ενάγουσες παρείχαν στην τράπεζα ... την εντολή να διαβιβάζει τη σχετική με την κίνηση του λογαριασμού τους αλληλογραφία στη ...

και δ)το από 22-5-1998 έγγραφο με τίτλο "traded Options - Financial Futures" που μεταφράζεται ως "διαπραγματεύσιμα δικαιώματα προαίρεσης - χρηματοοικονομικες συμβάσεις μελλοντικής εκπλήρωσης". Στο έγγραφο αυτό διαλαμβάνεται μεταξύ των άλλων ότι ο πελάτης υπογράφοντάς το βεβαιώνει ότι γνωρίζει το είδος των συναλλαγών και ιδίως τους κινδύνους που συνεπάγονται αυτές και ότι έχει λάβει αντίτυπο του εντύπου "Τι πρέπει να γνωρίζετε σχετικά με τις συναλλαγές αξιογράφων που ενέχουν ειδικούς κινδύνους".

Μετά την υπογραφή των εγγράφων αυτών οι ενάγουσες στις 3-6-1998 και 27-10-1999, πίστωσαν, το λογαριασμό τους με ποσά 337.152,79 και 14.275 ελβετικών φράγκων αντίστοιχα και σε δραχμές 69.999-999 και 2.990.769,50. Μέχρι τον Απρίλιο του 2002 η διαχειρίστρια εταιρία "..." έστειλε στην εναγόμενη επιστολές, απευθυνόμενες στις ενάγουσες, όπου αναφερόταν η αποτίμηση του χαρτοφυλακίου τους με πίνακες διαχείρισης γραμμένους από την ίδια.

Τις επιστολές αυτές η εναγόμενη τις παρέδιδε στις ενάγουσες με ευμενή σχόλια για την καλή πορεία της επένδυσης τους, επισυνάπτοντας και επιστολές, που υπέγραφε η ίδια ατομικά κάτω από την επωνυμία των εταιριών "..." ή "...", γραμμένες στα ελληνικά, εκφράζοντας τις ευχαριστίες της για την εμπιστοσύνη που τους επέδειξαν και την προοπτική για μελλοντική συνεργασία τους αλλά και αποτιμώντας το υψηλό κέρδος τους.

Από τον Απρίλιο του 2002 σταμάτησε κάθε ενημέρωση στις ενάγουσες ενώ σταμάτησαν και οι επισκέψεις της εναγόμενης στο σπίτι τους. Σε ερωτήσεις τους η εναγόμενη τους απαντούσε ότι υπάρχει καθυστέρηση. Οι ενάγουσες άρχισαν να ανησυχούν και ανέθεσαν σχετική έρευνα σε δικηγόρο, όπως έκανε και ο σύζυγος της δεύτερης, ο οποίος επίσης, είχε αναθέσει την επένδυση δικού του κεφαλαίου στην ενάγουσα.

Απευθύνθηκαν στην τράπεζα ... όπου πληροφορήθηκαν ότι είχε απομείνει από το αρχικό κεφάλαιο των 351.427,79 ελβετικών φράγκων υπόλοιπο 6.129 ελβετικών φράγκων, πλην του ποσού των 116.033,53 ελβετικών φράγκων που είχαν κατατεθεί από την διαχειρίστρια τράπεζα στην τράπεζα "ΑΛΦΑ ΠΙΣΤΕΩΣ" στην Ελλάδα με τη μορφή "απόδοσης" της επένδυσης τους.

Αφού έλαβαν αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της τράπεζας ... και τα αντιπαρέβαλαν με τα παραστατικά που τους είχε παραδώσει η εναγόμενη, διαπίστωσαν ότι τα (αναφερόμενα) στοιχεία ήταν ψευδή και το επί μέρους κατάλοιπο του λογαριασμού ήταν πολύ μικρότερο από το σε αυτά αναφερόμενο. Διαπίστωσαν ακόμη ότι η διαχειρίστρια εταιρία κατά το διάστημα από 3-6-1998 έως 19-10-2000 είχε δώσει 109 εντολές διενέργειας πράξεων αγοράς και πώλησης διαπραγματεύσιμων τίτλων, οι οποίες διενεργήθηκαν από τη θεματοφύλακα τράπεζα ....

Από τις εντολές, αυτές, για τις οποίες η διαχειρίστρια ελάμβανε την προμήθειά της, μόνο τρεις αφορούσαν αγορά και πώληση μετοχών, ενώ οι 106 αφορούσαν αγορά παραγώγων, ήτοι συμφωνίες επί κινητών ή άλλων αξιών (συνάλλαγμα, επιτόκια κλπ), η αξία των οποίων εξαρτάται από την εξέλιξη της τιμής ενός υποκειμένου περιουσιακού στοιχείου ή ενός δείκτη (βλ. 304/2497/1999 γνωμοδότηση του Υπουργείου Οικονομικών για τα παράγωγα).

Οι επενδύσεις αυτές είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνες και απευθύνονται σε έμπειρους επενδυτές και η ενημέρωση των επενδυτών από ιούς διαμεσολαβούντες στην πώλησή τους κρίνεται αναγκαία, όπως προκύπτει και από το κείμενο του σχετικού εγγράφου που υπέγραφαν οι ενάγουσες, όπου αναφέρεται ότι έλαβαν και σχετικό έντυπο ενημέρωσής τους, το οποίο, όμως, όπως καταθέτει η μαρτυράς τους, ουδέποτε έλαβαν.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εναγόμενη διεξήγαγε την ανατεθείσα σ' αυτή διαχείριση σε προσοδοφόρες επενδύσεις του κεφαλαίου, που διέθεταν, χωρίς να τηρήσει τις οδηγίες τους να είναι συντηρητικού χαρακτήρα, επιδεικνύοντας αμέλεια τόσο ως προς την επιλογή των ενδεδειγμένων επενδυτικών προγραμμάτων όσο και ως προς την άσκηση της δέουσας εποπτείας στις δραστηριότητες της διαχειρίστριας εταιρίας, την οποία η ίδια υπέδειξε στις ενάγουσες και με την οποία είχε την προαναφερόμενη συνεργασία.

Ειδικότερα η εναγόμενη παρέλειψε να της μεταφέρει τη ρητή εντολή των εναγουσών για επενδύσεις συντηρητικές. Παρέλειψε επίσης να ενημερώσει με σαφήνεια τις ενάγουσες για τον υψηλό κίνδυνο επένδυσης σε παράγωγα γιατί ναι μεν οι ενάγουσες, υπέγραψαν το προαναφερόμενο έγγραφο με τον τίτλο "Trade Optionς - Financial Futures" που ήταν γραμμένο στην αγγλική γλώσσα χωρίς όμως να τους το μεταφράσει, αλλά κυρίως χωρίς να τους επεξηγήσει τη σημασία των ειδικών αυτών οικονομικών όρων, που ακόμη και στην ελληνική γλώσσα δεν είναι κατανοητοί από έναν μέσο επενδυτή.

Οι ενάγουσες γνώριζαν μετρίως την αγγλική γλώσσα, αλλά δεν ήταν δυνατόν να κατανοήσουν το περιεχόμενο του εγγράφου που υπέγραψαν, το οποίο εξάλλου δεν θεώρησαν αναγκαίο να αναγνώσουν επισταμένως, αφού η ενάγουσα ήταν στενή φίλη τους και της είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη. Για τον ίδιο λόγο δεν ασχολήθηκε με το έγγραφο αυτό, αλλά και όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που υπέγραφαν, η εγγονή της πρώτης και θυγατέρα της δεύτερης από τις ενάγουσες, η οποία γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα αλλά επαφέθηκε στη σχέση της εμπιστοσύνης που είχε όλη η οικογένεια των εναγουσών με την εναγόμενη.

Περαιτέρω η εναγόμενη επέδειξε αμέλεια ως προς την επιλογή της διαχειρίστριας εταιρίας, την οποία ουδέποτε ήλεγξε, όπως είχε υποχρέωση, για να διαπιστώσει την πορεία των επενδύσεων των εναγουσών με βάση τη σύμβαση εντολής που τις συνέδεε, αλλά όπως είχε και δυνατότητα, αφού είχε εγγραφεί ως συνδικαιούχος του λογαριασμού των εναγουσών στην τράπεζα ... (βλ.

από 9-10-2003 έγγραφο της τράπεζας αυτής). Αντ' αυτού βεβαίωνε διαρκώς τις ενάγουσες, ότι η πορεία των επενδύσεων τους είναι καλή, δημιουργώντας τους την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. Αν όμως γνώριζαν την πραγματική κίνηση του λογαριασμού, θα είχαν εγκαίρως ανακαλέσει την εντολή διαχείρισης του κεφαλαίου τους, περιορίζοντας τη ζημία τους.

Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν συνδέεται με τις ενάγουσες και με τη διαχειρίστρια εταιρία με κάποια συμβατική σχέση αλλά απλώς τους υπέδειξε την εταιρία "..." για επένδυση του κεφαλαίου τους και μετάφραζε τα σχετικά με την επένδυσή τους αυτή έγγραφα. Ο ισχυρισμός της αυτός όμως είναι αβάσιμος, γιατί η ως άνω εταιρία την εμπιστεύθηκε και απέστειλε στην ίδια όλα τα έγγραφα που υπέγραψαν οι ενάγουσες, πράγμα που δεν θα συνέβαινε εάν δεν υπήρχε μεταξύ τους συνεργασία ενώ υπέγραψε ως συνδικαιούχος, όπως προαναφέρθηκε, στον κοινό λογαριασμό των εναγουσών στην τράπεζα ...

μαζί με την εταιρία .... Επιπλέον η ενάγουσα διαμεσολάβησε με τον ίδιο τρόπο και σε άλλους σαράντα περίπου επενδυτές, γεγονός που καταδεικνύει τη συνεργασία της, ενώ οι νόμιμοι εκπρόσωποι της, ... ... και ... είναι μέλη της εταιρίας με την επωνυμία "..." που ίδρυσε η εναγόμενη με το σύζυγο της και το γιο της. Ακόμη, όπως προαναφέρθηκε, όλες οι ενημερωτικές επιστολές της αλλοδαπής εταιρίας σχετικά με την επένδυση των εναγουσών αποστέλλονταν στην εναγόμενη, η οποία τους τις παρέδιδε με προφορικές διαβεβαιώσεις για την καλή πορεία της αλλά και συνημμένα δικά της.

έγγραφα γραμμένα σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, όπως επίσης προαναφέρθηκε. Όλα τα ανωτέρω είχαν δημιουργήσει την πεποίθηση στις ενάγουσες ότι εντολοδόχος τους ήταν αποκλειστικά η εναγόμενη, η οποία είχε αναλάβει τη διαχείριση του κεφαλαίου τους καθ' όλο το διάστημα που το κεφάλαιό τους ήταν κατατεθειμένο στην ....

Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν ήταν δυνατόν να ενεργούσε ως συνεργάτης της ... χωρίς αμοιβή, ακόμη και εάν είναι αληθινός δεν συνεπάγεται ανυπαρξία συνεργασίας, γιατί η εναγόμενη, όπως και η ίδια δέχεται, προσδοκούσε την προσέλκυση πελατών στην εταιρία που η ίδια συνέστησε, όπως προεκτέθηκε. Η ζημία που η ίδια υπέστη, όπως ισχυρίζεται, από επένδυση στην ίδια αλλοδαπή εταιρία κεφαλαίου, ύψους περί τα 300.000.000 δραχμών δεν αναιρεί την ευθύνη της, αφού καταδεικνύει την αμέλειά της τόσο για τις προσωπικές της υποθέσεις όσο και εκείνες που της ανατέθηκαν σε σχέση με την επένδυση κεφαλαίου, για τις οποίες η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ήταν άκρως καταρτισμένη και έτσι εμφανίζονταν στους τρίτους.

Επομένως, εφόσον η εναγόμενη δεν έπραξε ό,τι υποσχέθηκε για λογαριασμό των εναγουσών. εντολέων της, και ό,τι επέβαλε η φύση της σε αυτή ανατεθείσας υπόθεσης και το συμφέρον των εντολέων της, καταβάλλοντος την επιμέλεια που καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, είναι υπεύθυνη να ανορθώσει κάθε ζημία που υπέστησαν οι ενάγουσες και έχει ως γενεσιουργό αιτία το πταίσμα αυτής".

Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε, κατά το αίτημα αποδόσεως του αιτηθέντος κεφαλαίου, βάσιμη την αγωγή, επικυρώνοντας κατ' αυτό το μέρος της την πρωτόδικη απόφαση (και απορρίπτοντας ως αόριστο το αίτημα καταβολής οφειλομένων τόκων του κεφαλαίου). Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 713, 714, 719, 297, 298, 330 του ΑΚ που εφάρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ύπαρξη ενδοσυμβατικής ευθύνης της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα αναφέρεται: α) Η κατάρτιση μεταξύ των (αρχικών) διαδίκων συμβάσεως εντολής, δυνάμει της οποίας οι δύο ενάγουσες (μητέρα κα θυγατέρα), επηρεασμένες από τη στενή (και φιλική για τη μία από αυτές) σχέση τους με την εναγομένη (αναιρεσείουσα), λόγω των επαγγελματικών γνώσεων και της ιδιαίτερης - μετά τη συνταξιοδότησή της - ενασχολήσεως, με υπόδειξη ευκαιριών χρηματιστηριακών επενδύσεων σε τρίτους, προέβησαν στην, ενδεικτική ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, δια προφορικής εντολής ανάθεση προς αυτή της επενδύσεως σε χρηματιστηριακά προϊόντα συντηρητικού χαρακτήρα των κατατεθειμένων σε κοινό λογαριασμό τους πολυετών αποταμιεύσεών τους, με τον όρο να μην διακινδυνεύσει το κεφάλαιό τους, ύψους 70.000.000 δραχμών και με υπόδειξή της κατέστη η ίδια και οι συνεργαζόμενες με αυτή αλλοδαπές χρηματιστηριακές εταιρίες συμμέτοχοι του κοινού λογαριασμού τους και διαχειριστές του.

β) Η εναντίον των οδηγιών των εντολέων (εναγουσών) διαχείριση του κεφαλαίου τους, από μέρους της εντολοδόχου αυτής με επένδυσή του σε χρηματιστηριακά προϊόντα υψηλής διακινδυνεύσεως από τις συνεργαζόμενες με την αναιρεσείουσα - εντολοδόχο αλλοδαπές εταιρίες, εν γνώσει αυτής. γ) Η παράλειψη της αναιρεσείουσας εντολοδόχου να ενημερώσει τις εντολείς της ότι η χρηματιστηριακή επένδυση του κεφαλαίου τους είχε υψηλό ποσοστό διακινδυνεύσεως, όπως είχε υποχρέωση να πράξει από τη σύμβαση εντολής, με ρητό όρο αυτής, τον οποίο είχε παραβιάσει, αλλά και με βάση τη διέπουσα τις συναλλακτικές σχέσεις αρχή της καλής πίστης, δεδομένου ότι εκείνες δεν γνώριζαν επαρκώς την αγγλική γλώσσα, στην οποία ήταν συντεταγμένα τα κοινοποιούμενα προς αυτές, δια μέσου της αναιρεσίβλητης, ενημερωτικά σημειώματα από τις αλλοδαπές χρηματιστηριακές εταιρίες, ούτε πολύ λιγότερο γνώριζαν τους τεχνικοοικονομικούς όρους που περιείχαν αυτά τα σημειώματα για να αντιληφθούν το υψηλό ποσοστό διακινδύνευσης του επενδυθέντος κεφαλαίου τους.

δ) Το πταίσμα της αναιρεσείουσας τόσον ως προς την επιλογή των επενδυτικών προγραμμάτων όσον και ως προς την άσκηση της εποπτείας της διαχειρίστριας εταιρείας, την οποία αμελώς επέλεξε και ουδέποτε ήλεγξε αυτή σχετικώς. ε) Η συνεπεία της ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, αιτιωδώς συνδεομένη με αυτή ζημία των αναιρεσειουσών, λόγω απώλειας ποσοστού περίπου 98% της αξίας του επενδυθέντος κεφαλαίου τους.

Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, λόγοι αναιρέσεως από το αναιρετήριο και το δικόγραφο προσθέτων λόγων, κατά το οικείο μέρος τους, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Τέλος κατά το μέρος που αναφέρονται σε κανόνες δικαίου, που δεν εφαρμόσθηκαν (άρθρο 8 παρ. 4 δ ν. 2251/1994 και 914 ΑΚ), ούτε συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, με βάση τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου είναι αβάσιμοι, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα.

Στην υπόψη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σχημάτισε την κρίση της και κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι η αναιρεσείουσα επέδειξε αμέλεια ως προς την επιλογή και εποπτεία της διαχειρίστριας ελβετικής εταιρίας και παρέλειψε να ενημερώσει τις ενάγουσες για τον κίνδυνο της επένδυσης τους και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, από το αναιρετήριο, κατά το οικείο μέρος του, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει ότι σχημάτισε την κρίση του από τα αναφερόμενα στην απόφασή του κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαία η απαρίθμηση και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά εφόσον καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από τις αιτιολογίες του, ότι πράγματι έλαβε υπόψη του τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.

Στην υπόψη περίπτωση, στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα. Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις με επίκληση προσκομισθείσες από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφες ενημερώσεις της διαχειρίστριας των χρημάτων τους ελβετικής τράπεζας ως προς τις οποίες δέχθηκε ότι λήπτης τούτων ήταν η αναιρεσείουσα.

Επομένως δεν παρέλειψε παρά το νόμο το Εφετείο να λάβει υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους αναιρεσιβλήτους ως άνω έγγραφα και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ του Κ.Πολ.Δικ από το κύριο και το πρόσθετο δικόγραφο αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος τους, λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-10-2008 αίτηση της ... για αναίρεση της 1278/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ