Legislator Case Law & Legislation
335/2008 AI generated

335/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 335/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 241/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2006 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/11/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/12/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 241/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και την παραδοχή της κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 118/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.

Legislator headnote

AI generated

335/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' αυτής με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές εργασίες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 335 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 335/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου), Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Βρώτσο, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χρυσούλα Τσιαβού, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 241/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2006 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/11/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 28/12/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 241/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και την παραδοχή της κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 118/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η ασκηθείσα έφεση κατά ης πρωτόδικης αποφάσεως, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, είτε με αυτή απορρίφθηκε στην ουσία η έφεση και επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή στην ουσία η έφεση και το Εφετείο έκρινε ουσιαστικώς τη διαφορά, γιατί στη μεν πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε σε εκείνη του Εφετείου, στη δε δεύτερη περίπτωση έπαυσε νομικώς να υπάρχει. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αίτηση αναιρέσεως πλήττονται τόσο η πρωτόδικη 241/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας όσο και η επ' αυτής 118/2006 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας. Η τελευταία, όπως απ' αυτή προκύπτει, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και έκρινε ουσιαστικώς τη διαφορά, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έτσι έπαυσε νομικώς να υπάρχει. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, καθόσον στρέφεται και κατά της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κωδικός των Δικηγόρων" ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη. Ακολούθως, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, όπως ισχύει ήδη μετά την προσθήκη του εδ.

β' αυτής με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές εργασίες.

Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του ως άνω Κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα, σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων, κατά δε το άρθρο 99 εδ.

α' του αυτού Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και αρχών και των εξώδικων, εκτός των αναφερομένων και για τις δύο περιπτώσεις εξαιρέσεων, είναι ίσο με το γινόμενο των δραχμών, που αναγράφονται στον Κώδικα αυτό και για κάθε ειδική εργασία, επί συντελεστή, ο οποίος με την υπ' αριθμ. 12.398/9.2.1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 131/21.2.1989 ΦΕΚ (τεύχος Β'), ορίσθηκε σε 140 μονάδες.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 23 του π.δ. 282/1996 "Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2873/2000, "η αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του ν.δ. 3026 της 6/8 Οκτωβρίου 1954 "Περί του Κωδικός των Δικηγόρων", όπως εκάστοτε ισχύουν και καθορίζεται στο διπλάσιο από εκείνο που προβλέπεται από αυτές ελάχιστου ορίου για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια.

Σε δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες από διατάξεις του Κώδικα η αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης, οι δικηγόροι του Δημοσίου αμείβονται, με το διπλάσιο του ελαχίστου ορίου που ορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 100 παράγραφος 4, 107 παράγραφος 1 εδάφιο 2 και 110 παράγραφος 1 του πιο πάνω Κώδικα στην πρώτη περίπτωση και από το άρθρο 161 παράγραφος 4 στη δεύτερη περίπτωση.

Οι αμοιβές αυτές μπορούν κατά την εκκαθάρισή τους είτε να μειωθούν μέχρι του ελάχιστου ορίου που προβλέπουν οι διατάξεις του Κώδικα, όταν πρόκειται για χειρισμό μεγάλου αριθμού ομοίων υποθέσεων ή όταν ο δικηγόρος του Δημοσίου δεν χειρίστηκε την υπόθεση με την προσήκουσα επιμέλεια, είτε να αυξηθούν μέχρι το τετραπλάσιο του ελάχιστου αυτού ορίου όταν επιδείχθηκε από τον δικηγόρο ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια".

Εξάλλου, στο άρθρο 51 του ν. 2238/1994 "Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος", όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2753/1999 "Καθαρό Εισόδημα Ελεύθερων Επαγγελματιών", ορίζεται ότι "Για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για τη σύμπραξη τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους καθορίζεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αμοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της Χώρας.

Η ελάχιστη αμοιβή, που προβλέπεται από την απόφαση της προηγουμένης παραγράφου, προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο με τετραπλότυπα γραμμάτια. Οι δικηγορικοί σύλλογοι υποχρεούνται να ενεργούν παρακράτηση φόρου εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών που αναγράφονται στο τετραπλότυπο γραμμάτιο...".

Σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2031/0012/29.12.1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που προσδιόρισε τις ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων για τις παραστάσεις σε δικαστήρια ή σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, της οποίας ανεστάλη κατ' αρχήν η εφαρμογή μέχρι την 30.6.2000, δυνάμει της όμοιας υπ' αριθμ. 1007604/132/Α'0012/ΠΟΛ1017/25.1.2000 αποφάσεως των ίδιων Υπουργών.

Στη συνέχεια, με την εκδοθείσα, ομοίως σε εκτέλεση της άνω διατάξεως, υπ' αριθμ. 1314/21.12.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, προσδιορίστηκαν οι ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων και ορίστηκε ότι "οι ελάχιστες αμοιβές για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων για τη σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθορίζονται όπως στο συνημμένο πίνακα", κατά τον οποίο η αμοιβή του δικηγόρου για κάθε δικαστική ενέργεια (σύνταξη αγωγής, προτάσεων, παράσταση) διακυμαίνεται σε εφάπαξ ποσό, ανάλογα με το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ενεργείται, του αντικειμένου της δίκης και του αιτουμένου ποσού.

Με τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων καθώς και εκείνες της υπ' αριθμ. 1314/2000 ως άνω ΚΥΑ δεν καταργήθηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων, που αφορούν τον καθορισμό του κατωτάτου ορίου αμοιβής όλων των δικηγόρων, δηλαδή και εκείνων του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού, των οποίων σκοπός είναι όχι μόνο η προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου, αλλά και η κατοχύρωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, κατισχύουν εκείνων των ως άνω νόμων και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών ΚΥΑ στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων, αφού οι διατάξεις αυτών, όπως προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου τους και τις οικείες εισηγητικές εκθέσεις, έχουν φορολογικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στη μεταρρύθμιση και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος με την καθιέρωση αντικειμενικής φορολογικής μεταχειρίσεως των δικηγόρων προς τον σκοπό της δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών, της μειώσεως των οικονομικών στρεβλώσεων, που προκαλεί η φορολογική διάρθρωση στην κατανομή των πόρων, της αυξήσεως της ανταγωνιστικότητας και της προσαρμογής της φορολογίας στο ενοποιούμενο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Έτσι, όταν η καθοριζόμενη με βάση τον Κώδικα Δικηγόρων για κάθε κατά περίπτωση ενέργεια ελάχιστη αμοιβή είναι μεγαλύτερη από εκείνη, που καθορίζεται με βάση την ως άνω ΚΥΑ, τότε οφείλεται η μεγαλύτερη αυτή αμοιβή. Όταν όμως είναι μικρότερη, τότε οφείλεται η καθοριζόμενη με βάση την ΚΥΑ μεγαλύτερη ελάχιστη αμοιβή, διότι θα ήταν άνισο οι δικηγόροι να αμείβονται με τα ελάχιστα όρια του Κώδικα των Δικηγόρων και να φορολογούνται για μεγαλύτερο εισόδημα.

Συνεπώς, σε περίπτωση αναθέσεως από μέρους του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. εντολής σε δικηγόρο να ενεργήσει για λογαριασμό του ενώπιον δικαστηρίου, υποχρεούνται αυτά μετά την ισχύ της υπ' αριθμ. 1.314/21.12.2000 ΚΥΑ να καταβάλουν στον εν λόγω δικηγόρο την αντίστοιχη αμοιβή, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτής και όχι το ελάχιστο όριο αμοιβής, που προβλέπεται στον Κώδικα Δικηγόρων για τη συγκεκριμένη ενέργεια, εφόσον η αμοιβή, σύμφωνα με την ως άνω ΚΥΑ, είναι ανώτερη αυτής που ορίζεται στον Κώδικα Δικηγόρων.

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων (ενάγων) δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου (εναγομένου) Ελληνικού Δημοσίου στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας για τα έτη 2001 - 2002 χειρίστηκε κατ' εντολή του τελευταίου τις λεπτομερώς αναφερόμενες υποθέσεις του και προέβη στις καθοριζόμενες δικαστικές ενέργειες και εργασίες για τις οποίες δικαιούται την αμοιβή που καθορίζεται με τις ειδικές για το Δημόσιο διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 5 του Π.

Δ/τος 282/1996 και των άρθρων 100, 107, 108, 109, 110, 118, 125, 134 και 153 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), δηλαδή το διπλάσιο των ελαχίστων ορίων των τελευταίων αυτών, το οποίο προσδιόρισε στο ποσό των 16.774,59 ευρώ, και όχι την αξιούμενη με την αγωγή του αναιρεσείοντος ανώτερη για τις συγκεκριμένες ενέργειες αμοιβή που προβλέπεται με την υπ' αριθμ. 1314/21-12-2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και ανερχόταν κατά το αγωγικό αίτημα στο ποσό των 44.812,67 ευρώ.

Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η δικαιούμενη από τον αναιρεσείοντα αμοιβή είχε υπολογισθεί με βάση την 1314/2000 ΚΥΑ, και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα το ανωτέρω συνολικό ποσό των 16.774,59 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2753/1999 και της υπ' αριθμ. 1314/21-12-2000 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης και κατά συνέπεια ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση περί ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει ευθεία και όχι εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη 118/2006 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-11-2006 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 241/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.

Αναιρεί την 118/2006 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ