Supreme Court dismisses appeal on public policy grounds but refers adoption issue to plenary session.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's first three grounds for appeal, upholding the lower court's rejection of a foreign adoption decision based on public policy violations. The appellant argued that the appellate court erred in applying Article 33 of the Civil Code regarding adoption by a monk bishop, claiming it violated fundamental Greek principles. Consequently, the court referred this specific legal question to the Plenary Session for a general ruling while rejecting the remaining appeal arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68 and 70 of the Code of Civil Procedure; Article 562(2)(b) of the Code of Civil Procedure; Article 23(2) of Law 1756/1988; Article 16(1) of Law 2331/1995; Article 3(6) of Law 2479/1997: When an appeal raises a question of general interest regarding the application of foreign law or a foreign judgment against fundamental public policy principles, the specific appeal grounds are rejected, and the general issue is referred to the Plenary Session for a binding ruling.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 335 / 2006 (Ζ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 335/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανό Πατεράκη, Αντιπρόεδρο, Στέφανο Γαβρά, Δημήτριο Λοβέρδο, Ρένα Ασημακοπούλου και Σταύρο Γαβαλά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Σιταρά Αικατερίνης, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ν.-Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αντωνόπουλο,
Της αναιρεσείουσας: Ε. χήρας Χ. Μ., το γένος Α. και Μ. Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λεωνίδα Μαραβέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3045/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 9016/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 2/5/2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Γαβαλάς ανέγνωσε την από έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 του ΚΠολΔ, προϋπόθεση του παραδεκτού αγωγής, όπως και οποιουδήποτε ένδικου μέσου, είναι η ύπαρξη έννομου συμφέροντος, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί ειδική προϋπόθεση για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής, που πρέπει για το ορισμένο της να το επικαλείται σ' αυτήν ο ενάγων, εκθέτοντας και τα περιστατικά που το εξειδικεύουν. Θεωρείται ότι υφίσταται έννομο συμφέρον προς έγερση αναγνωριστικής αγωγής, και όταν η αιτούμενη αναγνώριση θα διαλευκάνει την υφιστάμενη αμφισβήτηση και θα άρει την προκύπτουσα από αυτήν αβεβαιότητα σχετικά με την ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης, από την οποία, ως πρόκριμα, εξαρτάται η γέννηση δικαιωμάτων του ενάγοντος, ο οποίος έτσι θα διευκολυνθεί στην άσκηση των δικαιωμάτων του αυτών, ακόμη και από την αποτροπή μελλοντικών διενέξεων, που θα έχει ενδεχομένως ως αποτέλεσμα η δημιουργία δεδικασμένου, με την τελεσίδικη απόφαση που θα εκδοθεί για την αναγνωριστική αγωγή, σχετικά με την έννομη αυτή σχέση.
Συνεπώς ο αδελφός κληρονομουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με τα άρθρα 1814 και 1819, σε συνδυασμό με 1813 του ΑΚ, καλείται στη δεύτερη τάξη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, εφόσον δεν υπάρχει άλλος συγγενής της πρώτης τάξης, έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει με αναγνωριστική αγωγή να αναγνωρισθεί ότι δεν υπάρχει μεταξύ του κληρονομουμένου και του εναγομένου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, σχέση συγγένειας που συνεπάγεται την ιδιότητά του ως κληρονόμου της πρώτης τάξης, όπως είναι και η σχέση θετού πατέρα προς θετό τέκνο (άρθρο 1561 ΑΚ) και συναφώς να ζητήσει να αναγνωρισθεί, σύμφωνα με το άρθρο 313 του ΚΠολΔ, το ανυπόστατο (η ανυπαρξία) μιας απόφασης υιοθεσίας του εναγομένου από τον κληρονομούμενο, ή, προκειμένου για απόφαση υιοθεσίας που έχει εκδοθεί από αλλοδαπό δικαστήριο, ή μη ισχύς της απόφασης αυτής στην Ελλάδα, λόγω μη συνδρομής των απαιτούμενων από το νόμο προϋποθέσεων ισχύος της.
Η αναγνωριστική αυτή αγωγή δεν αποτελεί αγωγή ακύρωσης της υιοθεσίας ή τριτανακοπή κατά της απόφασης για την υιοθεσία και συνεπώς δεν υπόκειται στην προθεσμία του άρθρου 800 παράγρ. 4 του ΚΠολΔ, ούτε στην προθεσμία του άρθρου 17 του Ν.Δ. 610/1970, προκειμένου για υιοοθεσίες ανηλίκων που τελέσθηκαν υπό το κράτος της ισχύος του τελευταου Ν.
Δ/τος. Εξάλλου, η κληρονομική διαδοχή των επισκόπων της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού εκκλησίας, μετά την, με το άρθρο 7 παράγρ. 2 του 4684/1930, κατάργηση του άρθρου 4 εδάφ. γ του ν. ΓΥΙΔ/1909, σύμφωνα με το οποίο μόνο το ήμισυ της κληρονομικής τους περιουσίας περιερχόταν στους κατά το αστικό δίκαιο κληρονόμους τους, διέπεται ήδη από τις διατάξεις του ΑΚ, με την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 33 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 590/1977), ως προς τα άμφια και τη βιβλιοθήκη των υπαγόμενων στις διατάξεις αυτού αρχιερέων.
Συνεπώς, με την εξαίρεση των εν λόγω πραγμάτων, όλη η κληρονομική περιουσία του επισκόπου περιέρχεται στους κληρονόμους του από διαθήκη ή στους εξ αδιαθέτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1813 επ. ΑΚ, κληρονόμους του. Το ίδιο ισχύει και για τους προερχόμενους από μοναχούς αρχιερείς, δεδομένου ότι, όπως λέγεται, "ο αρχιερατικός μανδύας καλύπτει τον μοναχικόν τρίβωνα και η μοναχική ιδιότης υποχωρεί προ της αρχιερωσύνης".
Μάλιστα τούτο συμβαίνει και για τους προερχόμενους από μοναχούς αρχιερείς που καθαιρέθηκαν και περιήλθαν στην τάξη μοναχού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 2067/1952 "Περί αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 19 του ν. ΓΥΙΔ' κ.λ.π.". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 31-5-2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης, το περιεχόμενο της οποίας επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εκτιμά ο Άρειος Πάγος, με αυτήν η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα:
Στις 11-12-1998 απεβίωσε στην Αθήνα ο επίσκοπος της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας Τ., κατά κόσμον Μ. Ν., προερχόμενος από μοναχός. Αυτός άφησε μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και κατά νόμο εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατά ποσοστό 1/3 στην κληρονομιαία περιουσία του το καθένα, τα τρία αδέλφια του και συγκεκριμένα την αναιρεσίβλητη, (ενάγουσα), τον Α.
Ν., που μάλιστα αποδέχθηκαν την κληρονομία του με συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, και τη Σ. σύζυγο Λ. Γ. (μητέρα του αναιρεσείοντος - εναγομένου). Στις 29-5-2000 ο αναιρεσείων (εναγόμενος) επέδωσε στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) την από 22 Μαΐου 2000 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία γνωστοποίησε σ' αυτήν ότι με την 60318/1984 απόφαση του δικαστηρίου της πολιτείας του Μίτσιγκαν των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής έχει υιοθετηθεί από τον εν λόγω κληρονομούμενο επίσκοπο, ισχυριζόμενος ότι ως θετό τέκνο του αποβιώσαντος επισκόπουείναι ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του.
Ακολούθως η αναιρεσίβλητη ζήτησε με την αγωγή αυτή, για τους ειδικότερους λόγους που αναφέρει σ' αυτήν, να αναγνωρισθεί ότι δεν έχει ισχύ στην Ελλάδα η 60318/1984 απόφαση του δικαστηρίου της πολιτείας Μίτσιγκαν των ΗΠΑ, με την οποία ο αναιρεσείων (ενάγων) κηρύχθηκε θετό τέκνο του αδελφού της επισκόπου, με μοναχική κουρά, Τ., κατά κόσμον Μ.
Ν.. Με αυτό το περιεχόμενο, είναι πρόδηλο ότι στην αγωγή αυτή, η οποία είναι αναγνωριστική της μη ισχύος στην Ελλάδα απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου για υιοθεσία του αναιρεσείοντος (εναγομένου) από επίσκοπο της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού εκκλησίας, εκτίθενται με πληρότητα τα περιστατικά που ιδρύουν το έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) για την άσκησή της και ειδικότερα εκτίθεταιη θεμελιώνουσα το εξ αδιαθέτου κληρονομικό της δικαίωμα συγγενική σχέση της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας προς τον κληρονομούμενο επίσκοπο της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, η κληρονομία του οποίου διέπεται από τις διατάξεις του ΑΚ, από δε την επίκληση ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) προβάλλει δικό του εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα, επικαλούμενος συγγένεια από υιοθεσία, που αποκλείει το κληρονομικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι η αιτούμενη αναγνώριση της μη ισχύος στην Ελλάδα της αλλοδαπής απόφασης για την υιοθεσία, θα διαλύσει αμφισβήτηση για έννομη σχέση, η ανυπαρξία της οποίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης).
Συνεπώς, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι ο κληρονομούμενος επίσκοπος κληρονομείται κατά τις διατάξεις του ΑΚ, μη υπαγόμενος στους ορισμούς του ν. ΓΥΙΔ/1909, σε σχέση με την κληρονομία μοναχών, δέχθηκε ότι υφίσταται έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης προς άσκηση της ένδικης αγωγής και δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος αυτής, όπως είχε ζητήσει ο αναιρεσείων, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, σε σχέση με την κληρονομία επισκόπου προερχόμενου από μοναχό και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα.
Επίσης ορθώς το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται στις προθεσμίες των άρθρων 800 παρ. 4 του ΚΠολΔ και 17 του Ν.Δ. 610/1970 και συνεπώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 του ΚΠολΔ, διότι δεν απέρριψε την αγωγή ως παραγεγραμμένη και απαράδεκτη, λόγω της άσκησής της μετά την πάροδο των εν λόγω προθεσμιών.
Τέλος, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που, με την επίκληση εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, αποδίδεται με αυτούς και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, είναι επίσης απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι αφού για να ιδρυθεί ο από την τελευταία αυτή διάταξη λόγος αναίρεσης πρέπει να υφίσταται σφάλμα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δηλαδή στις αιτιολογίες που συνιστούν τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και όχι σφάλμα σε σχέση με την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ή με την κρίση για το παραδεκτό και τη νομιμότητα της αγωγής ή της ένστασης που προβλήθηκε προς απόκρουσή της.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει, μετά τη διαγραφή του εδαφ. β' αυτής, με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001), που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίου τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αν στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο κατέληξε από την εκτίμηση αναφερόμενων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων είναι και η ομολογία του εναγομένου, την οποία αυτό συνήγαγε κατά το άρθρο 261 του ΚΠολΔ, από τη μη ρητή αμφισβήτηση της αλήθειας κάποιου ισχυρισμού, η οποία περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από το άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικό μέσα, διάφορο δε είναι το ζήτημα εάν την ομολογία αυτή το δικαστήριο τη συνήγαγε παρά τη ρητή άρνηση του εναγομένου, οπότε η σχετική πλημμέλεια ελέγχεται αναιρετικώς με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ.
β' του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 έως 462 ΚΠολΔ εγγράφου, όχι όμως και διαδικαστικού εγγράφου της δίκης για την υπόθεση, όπως είναι οι έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν οι διάδικοι είτε στην πρωτόδικη είτε στην ενώπιον του Εφετείου δίκη για την κρινόμενη υπόθεση.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτο, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 10 και 20 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι παρά το νόμο το Εφετείο δέχτηκε πράγμα ως αληθινό και συγκεκριμένα ότι ο επίσκοπος που τον είχε υιοθετήσει προερχόταν από τις τάξεις των μοναχών, χωρίς απόδειξη, στηριζόμενο σε σιωπηρή ομολογία του, τις προϋποθέσεις για τη συναγωγή της οποίας αυτός αμφισβητεί και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των έγγραφων ενώπιον του Εφετείου προτάσεών του.
Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 323 αριθ. 5, 780 αριθ. 2 και 905 παρ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, για την αυτόματη, χωρίς άλλη διαδικασία, επέκταση του δεδικασμένου ή της ισχύος αλλοδαπής απόφασης στην Ελλάδα ή για τη με δικαστική απόφαση αναγνώριση του δεδικασμένου αυτής στην Ελλάδα, απαιτείται, ως αρνητική προϋπόθεση, να μην αντίκειται αυτή προς τα χρηστά ήθη ή προς τη δημόσια τάξη, όπως αυτή εκλαμβάνεται υπό την αναφερόμενη στο άρθρο 33 του ΑΚ έννοια της διεθνούς, κατά την ορολογία που επικράτησε, δημόσιας τάξης, η οποία αποτελείται από θεμελιώδεις κανόνες και αρχές που κρατούν σε ορισμένο χρόνο στη χώρα και απηχούν τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτειακές, πολιτικές θρησκευτικές, ηθικές και άλλες αντιλήψεις που διέπουν το βιοτικό ρυθμό αυτής και αποτελούν το φράγμα εφαρμογής στην ημεδαπή κανόνων αλλοδαπού δικαίου, η οποία μπορεί να προξενήσει διαταραχή στο βιοτικό ρυθμό που κυριαρχεί στη χώρα που διέπεται από τις αρχές αυτές.
Υπό την έννοια αυτή, για την αναγνώριση δεδικασμένου ή της ισχύος στην Ελλάδα αλλοδαπής απόφασης θα πρέπει αυτή να μη επιφέρει αυτού του είδους τη διαταραχή (ολ ΑΠ 6/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την είχε απορρίψει ως αβάσιμη και αναγνώρισε ότι δεν έχει ισχύ στην Ελλάδα η 60318/1984 απόφαση του δικαστηρίου της πολιείας Μίτσιγκαν των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, με την οποία ο αναιρεσείων υιοθετήθηκε από τον επίσκοπο με μοναχική κουρά της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας Τ., κατά κόσμον Μ.
Ν., αδελφό της μητέρας του αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι η αλλοδαπή αυτή απόφαση αντίκειται στη δημόσια τάξη, διότι η υιοθεσία εκ μέρους επισκόπου που έχει δεχτεί τη μοναχική κουρά, την οποία η αλλοδαπή αυτή απόφαση επέτρεψε, είναι αντίθετη σε πρωταρχικής και θεμελιώδους σημασίας αρχές και αντιλήψεις που διέπουν το βιοτικό ρυθμό της χώρας.
Με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 33 του ΑΚ, καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου, κατά το μέρος που αναφέρονται σ' αυτήν, διατάξεις των άρθρων 323 αριθ. 5 και 780 αριθ. 2 του ΚΠολΔ.
Το ζήτημα που τίθεται με το λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, σχετιζόμενο με το αν ο ρυθμιζόμενος από το αστικό δίκαιο θεσμός της υιοθεσίας, μπορεί, χωρίς να προσκρούει σε θεμελιώδεις αρχές και αντιλήψεις που επικρατούν στη χώρα και διέπουν το βιοτικό ρυθμό σ' αυτήν, να εφαρμοστεί και για την υιοθέτηση από επισκόπους της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και μάλιστα από εκείνους που προέρχονται από την τάξη των μοναχών.
Συνεπώς, λόγω του τιθέμενου με αυτόν γενικότερου ενδιαφέροντος θέματος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 στοιχ. β' του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 23 παρ. 2 του ν. 1756/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2331/1995 και στη συνέχεια με το άρθρο 3 παρ. 6 του ν. 2479/1997, να παραπεμφθεί ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ενώ παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων, μη, κατά τα ανωτέρω, κρινόμενων απορριπτέων, λόγων αναίρεσης, αφού αυτή συνέχεται με την κρίση για τον παραπεμπόμενο λόγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης.
Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ