Supreme Court dismisses appeals in a traffic accident case, upholding the appellate court's award of damages for mental suffering.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' requests to overturn the appellate court's decision awarding specific monetary compensation for mental suffering. The appellants argued that the awarded amounts were excessive and failed to consider the deceased's age, family ties, and the intensity of grief, while the appellate court found the amounts reasonable based on common practice. The court concluded that the appellate court did not violate the principle of proportionality or exceed its discretionary power, thus rejecting the appeals as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate courts have broad discretion in determining compensation for mental suffering in tort cases, and awards are not excessive if they align with common judicial practice and do not violate the principle of proportionality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 334 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 334/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. (Ζ.) K. (Κ.) χας Α. Κ., το γένος Μ. (B.) Ζ., κατοίκου Ε. Θ., 2) Σ. Κ. του Α., συζ. Π. Κ. και 3) Π. Κ. του Η., κατοίκων Ν. Θ., για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους (4) Σ. Κ. του Π. και (5) Η. Κ. του Π., 6) Ν. Κ. του Α., συζ. Ι. Μ. και 7) Ι. Μ. του Ν., κατοίκων Λ. Κ., για τον εαυτό τους ατομικά και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους (8) Ν. Μ. του Ι., 9) Φ. συζ. Ν. Κ., το γένος Π. Κ., κατοίκου Γ. Κ., 10) Α. Κ. του Π., κατοίκου Γ. Κ. και 11) Μ. Τ. συζ. Π. Τ., το γένος Π. Κ., κατοίκου Γ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φωτίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ν. του Ν., κατοίκου Ν. Θ. και 2) ανώνυμης ... εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Ε. ΑΕ" και δ.τ. "Α. Μ." και ήδη "Μ. Α. Α. ΕΤΑΙΡΙΑ" και δ.τ. "Μ. Α.", που εδρεύει στη Ν. Σ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 4-5-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρίας. Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ... εταιρίας με την επωνυμία "Ε. Ε. ΑΕ" και δ.τ. "Α. Μ." και ήδη "Μ. Α. Α. ΕΤΑΙΡΙΑ" και δ.τ. "Μ. Α.", που εδρεύει στη Ν. Σ. Α. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Π. Ν. του Ν., κατοίκου Ν. Θ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 4-5-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσείουσας εταιρίας.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. (Ζ.) Κ. (K.) χας Α. Κ., το γένος Μ. Ζ., κατοίκου Ε. Θ.., 2) Σ. Κ. του Α., συζ. Π. Κ., κατοίκου Ν. Θ., για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Σ. Κ. και Η. Κ., 3) Π. Κ. του Η., κατοίκου Ν.. Θ.., για τον εαυτό του ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του Σ. Κ. και Η. Κ., 4) Σ. Κ.
του Π., κατοίκου Ν.. Θ.., πως εκπροσωπείται από τους ως άνω γονείς της Σ. Κ. του Α. και Π. Κ., 5) Η. Κ. του Π., κατοίκου Ν. Θ., όπως εκπροσωπείται από τους ως άνω γονείς του Σ. Κ. του Α. και Π. Κ., 6) Ν. Κ. του Α., συζ. Ι. Μ., κατοίκου Λ. Κ.., για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Ν. Μ., του οποίου ασκεί από κοινού με τον σύζυγό της Ι.
Μ. τη γονική του μέριμνα, 7) Ι. Μ. του Ν., κατοίκου Λ. Κ.., για τον εαυτό του ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου του Ν. Μ., του οποίου ασκεί από κοινού με την σύζυγό του Ν. Κ. του Α. τη γονική του μέριμνα, 8) Ν. Μ. του Ι., κατοίκου Λ. Κ.., όπως εκπροσωπείται από τους ως άνω γονείς του Ν. Κ. του Α. και Ι. Μ., 9) Φ. Κ.
συζ. Ν., το γένος Π. Κ., κατοίκου Γ. Κ., για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό της αδελφής της Α. Κ. του Π., ως οριστικής δικαστικής συμπαραστάτριας αυτής, 10) Α. Κ. του Π., κατοίκου Γ. Κ., όπως εκπροσωπείται από την οριστική δικαστική συμπαραστάτριά της Φ. συζ. Ν. Κ., το γένος Π. Κ., σύμφωνα με την 4/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς και 11) Μ.
Τ. συζ. Π. Τ., το γένος Π. Κ., κατοίκου Γ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Φωτίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2016 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9157/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 285/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θ.. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 10-6-2021 αίτησή τους και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 27-5-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 55/2023, Α.Π. 1582/2022, Α.Π. 1083/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι υπό κρίση: Α) από 10-6-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../18-8-2021) και Β) από 27-5-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../28-5-2021) αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 285/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 έως 620 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 11-2-2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), συνεκδικαζόμενες, ως στρεφόμενες κατά της ιδίας αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ., διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 285/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 9-7-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3142/28-2-2017) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου Π.
Ν., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στη δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "Ε. Ε. Μ. Α.Ε.Γ.Α.", προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός του οικείου τους Α. Κ., κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα κατά την 12-7-2014, υπό τις αναφερόμενες σ' αυτήν (αγωγή) συνθήκες.
Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών, ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το αίτημα από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις τους, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, καθένας εις ολόκληρον, να τους καταβάλουν, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης και επιπλέον η πρώτη ενάγουσα να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, καθένας εις ολόκληρον, να της καταβάλουν, ως εφάπαξ κεφάλαιο για τους εκτιθέμενους σπουδαίους λόγους το αναφερόμενο χρηματικό ποσό ως αποζημίωση λόγω στέρησης της διατροφής της για τα επόμενα 15 έτη, κατά τα οποία ο αποβιώσας σύζυγος της θα δαπανούσε το αναφερόμενο ποσό για την αιτία αυτή, άλλως για το ίδιο χρονικό διάστημα, των αναφερομένων μηνιαίων δόσεων, προκαταβαλλομένων στην αρχή εκάστου μηνός, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση εκάστης δόσεως μέχρις εξοφλήσεως, άλλως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 9157/2019 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 7-10-2019 έφεση, με την οποία παραπονούντο για κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησαν την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους.
Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε η, προσβαλλομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, υπ' αριθμ. 285/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την εκδίκαση της υποθέσεως κατ' ουσίαν, κρίθηκε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων- αναιρεσίβλητος και ο θανών οικείος των εναγόντων, κατά ποσοστό 40% και 60%, αντιστοίχως, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόντων και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων, να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, σε έκαστο των εναγόντων, τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως (η αγωγική αξίωση περί αποζημιώσεως λόγω στέρησης διατροφής απερρίφθη).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή, δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο, από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η έννοια της αμέλειας είναι έννοια νομική.
Επίσης, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει, αυτή καθαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1267/2020).
Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υπόχρεου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 12/2020, Α.Π. 1025/2015, Α.Π. 210/2013).
Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, δηλαδή για το ότι το ζημιογόνο γεγονός, σε σχέση με τη ζημία, βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 652/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 184/2021, Α.Π. 548/2020, Α.Π. 403/2015, Α.Π. 1305/2014).
Επίσης, στα άρθρα 12 και 19 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 1 ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους", ενώ στο άρθρο 19 παρ. 1 ορίζεται ότι "ο οδηγός οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς", στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε....την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού,.....τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν", κατά δε την παρ. 3 "...ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας....αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (Α.Π. 1098/2020, Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017,Α.Π. 1207/2004).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 38 του Κ.Ο.Κ., με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 2 περίπτωση γ' και δ' αυτού ορίζεται ότι "Οι πεζοί δεν επιτρέπεται να υπερπηδούν εμπόδια π.χ. δοκούς, αλυσίδες, νησίδες, στηθαία, κιγκλιδώματα, που έχουν τοποθετηθεί από τις αρμόδιες αρχές για ειδικούς λόγους.
Η ύπαρξη τέτοιων εμποδίων σημαίνει απαγόρευση εισόδου του πεζού στην αποκλεισμένη επιφάνεια της οδού", ενώ στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (Α.Π. 1663/2017, Α.Π. 1048/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 263/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 12-07-2014 και περί ώρα 21.20, ο πρώτος εφεσίβλητος ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Π.
Ν., οδηγούσε το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ. αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, μάρκας S. τύπου L., μαύρου χρώματος, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εφεσίβλητη ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, επί της οδού Λ. στη Θεσσαλονίκη, με κατεύθυνση από το "ΤΙΤΑΝ" προς το κέντρο της πόλης.
Η ανωτέρω κεντρική οδός, στο σημείο όπου έλαβε χώρα το κάτωθι περιγραφόμενο ένδικο ατύχημα, ήτοι στο ύψος της δεύτερης πεζογέφυρας, είναι διπλής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 10,50 μέτρων ανά ρεύμα κυκλοφορίας και πλάτους λωρίδος κυκλοφορίας 3,50 μέτρων.
Μεταξύ των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας υφίσταται διαχωριστικό τσιμεντένιο στηθαίο (τύπου "New Jersey"), ύψους ενός μέτρου, οι δε λωρίδες κυκλοφορίας εκάστου ρεύματος πορείας διαχωρίζονται με διαγράμμιση αποτελούμενη από μία διακεκομμένη γραμμή. Στο ρεύμα κυκλοφορίας στο οποίο οδηγούσε ο άνω εφεσίβλητος και στο δεξί άκρο του σε σχέση με την πορεία του (ανατολικά της οδού), είναι κατασκευασμένο τσιμεντένιο τοιχίο ύψους ενός μέτρου και έμπροσθεν αυτού πεζοδρόμιο πλάτους δύο μέτρων.
Η ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα για τα οχήματα που κινούνται επί της οδού είναι 60 χλμ/ωρα, η οποία καθορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 και δεν υπάρχουν σηματοδότες, ούτε διαβάσεις πεζών. Λόγω της επικινδυνότητας της ανωτέρω πολυσύχναστης οδού και της ύπαρξης του διαχωριστικού, των ρευμάτων κυκλοφορίας, στηθαίου, που καθιστά αφενός μεν απαγορευτική και αφετέρου πρακτικά δυσχερέστατη την ασφαλή κάθετη διέλευση του οδοστρώματος, από πεζούς, το συνολικό μήκος του οποίου σε αμφότερα τα ρεύματα πορείας με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας σε έκαστο, είναι 21 μέτρα, έχει κατασκευαστεί στο σημείο εκείνο πεζογέφυρα ύψους 7,50 μέτρων, η οποία εκτείνεται κάθετα, άνωθεν της οδού και καλύπτει αμφότερα τα ρεύματα κυκλοφορίας.
Η πεζογέφυρα αυτή διαθέτει κλίμακες και ανελκυστήρες στα δύο άκρα της, οι οποίοι ωστόσο κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν εκτός λειτουργίας. Στο συγκεκριμένο σημείο η οδός είναι ασφαλτοστρωμένη, ευθεία και οριζόντια, κατά δε τον επίδικο χρόνο, που επικρατούσε καλοκαιρία, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μέτρια και των πεζών αραιή (βλ.
σχετικά με τον τόπο του ατυχήματος και τις προαναφερόμενες συνθήκες, το πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος του Αστ/κα Κ. Γ. και την από 12-07- 2014 έκθεση αυτοψίας του Αστ/κα Π. Σ.). Ενόψει του ότι κατά το χρόνο της διέλευσης του άνω οχήματος του πρώτου εφεσιβλήτου από το σημείο αυτό της οδού, είχε ήδη παρέλθει μισή ώρα από τη δύση του ηλίου -γεγονός που αμφότερες οι διάδικες πλευρές ομολογούν- επικρατούσε πλέον σκότος, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και ο φωτισμός ήταν ανεπαρκής, καθόσον ήταν μεν πανσέληνος (βλ.
σχετικώς προσκομιζόμενη εκτύπωση από το διαδίκτυο που προσκομίζουν με επίκληση οι εκκαλούντες), πλην όμως η ορατότητα ήταν περιορισμένη διότι ο τεχνητός φωτισμός ήταν εκτός λειτουργίας (βλ. προαναφερόμενη έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Ο άνω οδηγός, ο οποίος εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, ήτοι από Καβάλα προς κέντρο της Θεσσαλονίκης, με ταχύτητα, η οποία υπολογίζεται περί τα 60 χλμ/ωρα, είχε θέσει σε λειτουργία τα φώτα διασταύρωσης, τα οποία φωτίζουν το έμπροσθεν τμήμα της οδού σε απόσταση περί τα 40 μέτρα (αρθ. 64 παρ.1 ΚΟΚ) και δεν προκαλούν ιδιαίτερη δυσχέρεια στην οδήγηση των, έμπροσθεν αυτού, κινούμενων οχημάτων της ιδίας οδού.
Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι προφανές ότι η περιφερειακή του όραση ήταν ελλιπής και δεν είχε ευρύ οπτικό πεδίο, το οποίο εξάλλου ήταν μειωμένο και λόγω των αντανακλάσεων του φωτός των προβολέων των όπισθεν κινούμενων οχημάτων, στους καθρέφτες του οχήματος του. Η δυνατότητά του δε να διακρίνει ευχερώς την κίνηση πεζών που τυχόν έκαναν χρήση του οδοστρώματος από δεξιά σε σχέση με την πορεία του, ήταν έτι μειωμένη και εξαιτίας του γεγονότος, ότι κατά τη διάρκεια της οδήγησης έκανε χρήση του κινητού του, όπως προκύπτει ανενδοίαστα από το σχετικό έγγραφο της τηλεφωνικής εταιρίας στην οποία ήταν συνδρομητής, το οποίο ο ίδιος προσκομίζει (βλ.
σχετικό έγγραφο της cosmote). Κατά τον ίδιο χρόνο, ο συγγενής των εκκαλούντων, Α. Κ. 60 ετών, φέροντας σκούρα ρούχα και όντας υγιής, χωρίς κινητικά προβλήματα και η σύζυγός του, πρώτη των εκκαλούντων, επέστρεφαν πεζοί από την οικία της θυγατέρας τους-δεύτερης των εναγόντων, στη δική τους οικία. Όταν αμφότεροι έφτασαν στο πεζοδρόμιο του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Λ., όπου εκινείτο ο άνω οδηγός, στο ύψος της δεύτερης πεζογέφυρας, ο Α.
Κ., σε αντίθεση με τη σύζυγό του -που ενεργώντας νομότυπα έκανε χρήση της πεζογέφυρας, προκειμένου να μεταβεί με ασφάλεια στο πεζοδρόμιο που εκτείνεται στο απέναντι ρεύμα της οδού- επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της οδού Λ., από τα δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία του άνω οχήματος, προκειμένου να διεκπεραιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, αφού προηγουμένως υπερπηδήσει το διαχωριστικό των ρευμάτων στηθαίο.
Τούτο το έπραξε υπολαμβάνοντας εσφαλμένως, ότι θα μπορούσε να διέλθει αζημίως, αμφότερα τα ρεύματα της οδού, τα οποία παρουσίαζαν όπως προαναφέρθηκε μέτρια κίνηση οχημάτων και σε χρόνο κατά τον οποίο επικρατούσε ήδη νύχτα, ο δε υπολογισμός της απόστασης των διερχομένων με αναμμένα φώτα οχημάτων, ήταν λίαν δυσχερής, ιδιαίτερα για άτομα της ηλικίας του ανωτέρω πεζού, που σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, έχουν μειωμένη όραση.
Τον ίδιο χρόνο που επιχειρούσε την κάθετη διέλευση του ρεύματος πορείας προς Θεσσαλονίκη και ενώ είχε με ασφάλεια διανύσει περί τα 7,00 μέτρα πλάτους που αντιστοιχούν στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας της οδού (δεξιά και μεσαία), αφού προηγουμένως κινήθηκε όπισθεν οχήματος που βρισκόταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, ο άνω οδηγός-πρώτος εφεσίβλητος διερχόταν στην αριστερή λωρίδα του ιδίου ρεύματος πορείας.
Η ορατότητα του οδηγού περιοριζόταν μερικώς, από την παραπλεύρως αυτού διέλευση οχήματος, που προπορευόταν λίγα μέτρα του δικού του (όπισθεν του οποίου κινήθηκε ο Α. Κ.), αλλά και από το γεγονός ότι ο πεζός είχε σκουρόχρωμα ρούχα και δεν μπορούσε ευχερώς να γίνει αντιληπτός από τους διερχόμενους οδηγούς, ιδίως ενόψει του σκότους που ήδη επικρατούσε και του φαινομένου της λαμπρότητας που δημιουργείται από την εκπομπή του φωτός από τους προβολείς των διερχομένων οχημάτων, το οποίο καθιστά δυσχερή την αντίληψη των μη φωτιζομένων αντικειμένων (βλ.
σχετικά την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, πραγματογνώμονα Γ. Σ.). Μόλις ο πεζός προσέγγισε την αριστερή λωρίδα, ήρθε σε μερική επαφή το σώμα του με τον δεξιό εξωτερικό καθρέπτη του αυτοκινήτου του πρώτου εφεσιβλήτου, το οποίο προφανώς δεν αντιλήφθηκε λόγω του σκούρου (μαύρου) χρώματός του και παρασύρθηκε απ' αυτό, κατά τη φορά κίνησής του.
Στη συνέχεια επέπεσε επί του οδοστρώματος και το σώμα του κατέληξε εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και πλησίον της διαχωριστικής γραμμής. Αποτέλεσμα του άνω ατυχήματος ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του πεζού, ο οποίος απεβίωσε τρεις ημέρες μετά (15-07-2014), λόγω καρδιακής ανακοπής, συνεπεία της βαρύτατης κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης με ενδοεγκεφαλική αιμορραγία, που του προκλήθηκε από την βίαιη πρόσκρουσή του στο οδόστρωμα.
Υπό τις άνω συνθήκες τελέσεως του ατυχήματος που αποδεικνύονται πλήρως, προκύπτει ότι συνυπαίτιοι του ένδικου τροχαίου και του θανάσιμου τραυματισμού του πεζού, τυγχάνουν τόσο ο εμπλεκόμενος οδηγός του οχήματος, όσο και ο θανών πεζός. Ειδικότερα, η αμέλεια του πρώτου εφεσιβλήτου συνίσταται στο ότι αυτός, από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής του μέσου συνετού και ευσυνείδητου οδηγού, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1-3 του Κ.Ο.Κ., επέδειξε συμπεριφορά που ήταν ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο την κυκλοφορία και δεν εκινείτο με σύνεση και με εντεταμένη την προσοχή του, ασκώντας διαρκώς τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί να εκτελεί σε κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς, καθόσον ήταν απασχολημένος με συζήτηση στο κινητό του τηλέφωνο, έστω κι αν έκανε χρήση του Bluetooth (ο ίδιος αρνείται μεν ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν απασχολημένος στο κινητό του τηλέφωνο, ισχυρίζεται όμως ότι σε αμέσως προγενέστερο χρόνο μιλούσε με τη χρήση του Bluetooth).
Εξάλλου δεν ρύθμισε την ταχύτητά του, λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες κυκλοφορίας, ιδίως το ότι ήταν νύκτα και ο τεχνητός φωτισμός ανεπαρκής, δοθέντος ότι σύμφωνα με τα σχετικώς διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, κατά το άρθρ. 19 παρ. 2, ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, ιδιαίτερα δε επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητά του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, κυρίως κατά τις νυκτερινές ώρες.
Στην προκειμένη δε περίπτωση, η μειωμένη ταχύτητα και η έγκαιρη διαπίστωση του διερχόμενου πεζού, εάν είχε πλήρως τεταμένη την προσοχή του, θα του παρείχαν τη δυνατότητα να διενεργήσει άμεση πέδηση, που είναι η μόνη ενδεδειγμένη ενέργεια στην οποία θα μπορούσε να προβεί ο οδηγός, αφού η ύπαρξη του στηθαίου στην αριστερή πλευρά δεν του επέτρεπε να πραγματοποιήσει αριστερό ελιγμό.
Σημειωτέον δε, ότι μόνη η τήρηση των ελάχιστων υποχρεώσεων του Κ.Ο.Κ. δεν αίρει την υποχρέωση των οδηγών να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι δεν υπερέβαινε το όριο ταχύτητας, όπως βασίμως επικαλείται ο ίδιος -αφού ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των εκκαλούντων δεν αποδεικνύεται με μόνη την ύπαρξη χαραγών επί της δεξιάς πλευράς του ζημιογόνου αυτοκινήτου, δοθέντος ότι αυτές είναι δυνατόν να δημιουργηθούν από την περιστροφή του σώματος του πεζού κατά την πρόσκρουσή του σ' αυτήν, ιδίως και μόνον από το ρολόι χειρός που φορούσε, ενώ σε περίπτωση αυξημένης ταχύτητας το σώμα του πεζού θα είχε εκτιναχτεί σε απόσταση από το σημείο του ατυχήματος και το όχημα θα είχε εκτραπεί της πορείας του- δεν επαρκεί για να κριθεί ότι ο οδηγός εκινείτο σύννομα, δεδομένων των περιστάσεων.
Εξάλλου, το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο πρώτος εφεσίβλητος έκανε χρήση του κινητού του τηλεφώνου, προκύπτει με βάση τις εξής λογικές συναγωγές. Η πρώτη κλήση του στο ΕΚΑΒ πραγματοποιήθηκε στις 21.26.06, ενώ η αμέσως προηγούμενη συνομιλία του πραγματοποιήθηκε στις 21.20.32 και είχε διάρκεια 03.01 λεπτά, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο ενδιάμεσος χρόνος που ο οδηγός δεν έκανε χρήση του τηλεφώνου περιορίζεται σε 2.27 λεπτά.
Δεδομένου δε του ότι, με την προαναφερόμενη ταχύτητα του αυτοκινήτου, η απόσταση που είχε αυτό διανύσει μέχρι την πλήρη πέδησή του, εκτείνεται στα 36,5 μέτρα τουλάχιστον (βλ. καταθέσεις αμφοτέρων των μαρτύρων στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου σε συνδυασμό με την με αριθμό .../04-11-2004 τεχνική έκθεση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ.
Α. Ο.Ε."), ο αναγκαίος χρόνος, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που απαιτείται προκειμένου ο οδηγός να πραγματοποιήσει την πλήρη πέδηση με ασφάλεια, να εξέλθει του οχήματος, να διανύσει τα ως άνω μέτρα, να προσεγγίσει τον τραυματία για να διαπιστώσει την κατάστασή του και να προβεί στην κλήση στο ΕΚΑΒ, καλύπτει τον ανωτέρω χρόνο των 2,27 λεπτών, ενώ κατά τον ενδιάμεσο αυτό χρόνο, είχε επιπλέον μία σύντομη συνομιλία με τη σύζυγο του πεζού που προσέγγισε το σημείο του ατυχήματος κατεβαίνοντας από την πεζογέφυρα, μόλις αντιλήφθηκε το συμβάν.
Κατά συνέπεια, προκύπτει με βεβαιότητα, ότι ο οδηγός έκανε χρήση του κινητού του, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, γεγονός που συντέλεσε στη διάσπαση της προσοχής, την οποία όφειλε να επιδεικνύει, υπό τις άνω συνθήκες οδήγησης. Πρέπει βεβαίως για τη συνεκτίμηση του βαθμού υπαιτιότητας του οδηγού να ληφθούν υπόψη και οι λοιπές προαναφερόμενες συνθήκες του ατυχήματος, ήτοι το γεγονός ότι η περιφερειακή του όραση ήταν εν μέρει περιορισμένη λόγω του παραπλεύρως κινούμενου οχήματος που προπορευόταν, το οποίο δεν την παρεμπόδιζε πλήρως, αλλά την δυσχέραινε, αλλά και λόγω της αδυναμίας του να διακρίνει ευκρινώς την κίνηση ενός πεζού με σκουρόχρωμα ρούχα την νύχτα, κάθετα στο οδόστρωμα και δη σε σημείο που απαγορευόταν, αφού η ύπαρξη της πεζογέφυρας αφενός και του στηθαίου που διαχώριζε τα ρεύματα κυκλοφορίας αφετέρου, καθιστούσαν μη αναμενόμενη μια τέτοια εντελώς παράλογη ενέργεια.
Επιπλέον η άνω δυσχέρεια αντίληψης του οδηγού επιτάθηκε από τα φώτα των λοιπών οχημάτων, που έκαναν χρήση της οδού και τις αντανακλάσεις τους στους καθρέφτες του οχήματος του ζημιογόνου αυτοκινήτου (αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας μέτρια κίνηση οχημάτων επί της οδού που συνάδει με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεδομένου ότι πρόκειται για την κεντρική οδό της δυτικής Θεσσαλονίκης που αποτελεί την είσοδο προς την πόλη).
Συνακόλουθα, ο βαθμός υπαιτιότητας του οδηγού, λαμβανομένων υπόψη όλων των προαναφερομένων αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, προσδιορίζεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σε ποσοστό 40%. Υπό τις ίδιες ως άνω συνθήκες, συνυπαίτιος στο ατύχημα και τον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του, κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 60% είναι ο θανών, ο οποίος με τη συμπεριφορά του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 α' και 38 παρ. 2 εδ.
γ' του ΚΟΚ. Ειδικότερα, η αμέλεια του τελευταίου συνίσταται στο ότι επιχείρησε με παντελή απρονοησία και φορώντας σκούρα ρούχα, να διέλθει κάθετα την πολυσύχναστη οδό Λ., δρόμο συνολικού πλάτους 21 μέτρων με έξι συνολικά λωρίδες κυκλοφορίας, με διαρκή κίνηση οχημάτων, σε χρόνο που ήδη είχε επέλθει νύχτα, χωρίς να υφίσταται επαρκής τεχνητός φωτισμός, ούτε φωτεινός σηματοδότης ή διάβαση πεζών, με υπάρχοντα εμπόδια επί της οδού (διαχωριστικό στηθαίο), που έπρεπε να υπερπηδήσει προκειμένου να διεκπεραιωθεί στο πεζοδρόμιο που βρίσκεται στο απέναντι άκρο της οδού και κινούμενος πλάγια του οχήματος του άνω οδηγού, ήτοι εκτός του βασικού πεδίου ορατότητάς του, ενώ γνώριζε ότι απαγορεύεται να εισέλθει στην αποκλεισμένη επιφάνεια της οδού, παράλληλα δε, είχε ευχερή πρόσβαση και μπορούσε να κάνει χρήση της πεζογέφυρας, από την οποία μπορούσε να διέλθει με ασφάλεια.
Με την ανωτέρω κίνησή του, την οποία επιχείρησε χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να την πραγματοποιήσει με ασφάλεια και ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των χρηστών της οδού, χωρίς επιπλέον να λάβει υπόψη του την ταχύτητα των οχημάτων και την απόστασή τους, καθώς και το γεγονός της δυσχέρειας υπολογισμού της ακριβούς θέσης τους, λόγω των αναμμένων φώτων τους και του σκότους που επικρατούσε, έθεσε σε κίνδυνο τον εαυτό του αλλά και τους οδηγούς των διερχομένων οχημάτων και επέπεσε επί του ανωτέρω οχήματος, το οποίο δεν μπόρεσε να διακρίνει, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του.
Στην κρίση του αυτή περί συνυπαιτιότητας αμφοτέρων των εμπλεκομένων στο ένδικο ατύχημα προσώπων, καταλήγει με βάση τα προαναφερόμενα το παρόν Δικαστήριο, ανεξαρτήτως του ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος αθωώθηκε για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με την υπ' αριθμ. 9308/2017 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία στην παρούσα δίκη συνεκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο.
Εξάλλου, κατά της εν λόγω απόφασης, ήδη έχει ασκηθεί έφεση από την αρμόδια Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης (βλ. υπ' αριθμ. .../2017 έκθεση σύνταξης εφέσεως), μέχρι σήμερα δε, δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Κατόπιν όλων των παραπάνω, ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος, που επαναφέρουν οι εφεσίβλητοι με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις τους, τυγχάνει ουσία αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο επικουρικώς προβαλλόμενος όμως ισχυρισμός των εφεσιβλήτων, περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στο ένδικο ατύχημα και τον θανάσιμο τραυματισμό του σε ποσοστό 95% (ένσταση), ελέγχεται ως ουσία βάσιμος κατά ένα μέρος και δη κατά το ως άνω ποσοστό (60%), ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό (40%) υπαίτιος του ατυχήματος κρίνεται ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος-πρώτος εφεσίβλητος, όπως βασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους λόγους έφεσής τους".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, συγγενών του θανόντος πεζού, κατά της πρωτοβαθμίου αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή τους, έκρινε συνυπαίτιους για το ατύχημα τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο, οδηγό του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, κατά ποσοστό 40% και τον θανόντα πεζό, κατά ποσοστό 60% και επιδίκασε σε καθένα των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ. και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφήρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.
Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση και καθ' όσον αφορά στα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη συνυπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και του θανόντος πεζού, της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος του ατυχήματος διαλαμβάνονται με λεπτομέρεια όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αμελής συμπεριφορά των ανωτέρω (οδηγού και πεζού), η οποία συνίσταται για μεν τον οδηγό του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου στο ότι κινούμενος επί της διπλής κατευθύνσεως οδού ταχείας κυκλοφορίας Λ. της πόλεως Θεσσαλονίκης, στο ύψος της δεύτερης πεζογέφυρας, με κατεύθυνση προς το κέντρο της πόλεως, στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας του, υπό συνθήκες σχεδόν σκότους, λόγω ελλείψεως επαρκούς τεχνητού φωτισμού, χωρίς να έχει πλήρη ορατότητα στις δύο προς τα δεξιά του λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, λόγω της κυκλοφορίας των κινουμένων ομορρόπως με αυτόν άλλων οχημάτων, χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματος του, διότι έκανε χρήση του κινητού του τηλεφώνου και χωρίς να μειώσει την προβλεπόμενη ταχύτητα των 60 χλμ/ωρα, με την οποία έβαινε, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες της οδού (νύχτα, μη επαρκής τεχνητός φωτισμός, περιορισμένη ορατότητα), για δε τον θανόντα πεζό στο ότι φορώντας ενδυμασία σκούρου χρώματος επιχείρησε να διασχίσει την ταχείας κυκλοφορίας οδό Λ.
της πόλεως Θεσσαλονίκης, συνολικού πλάτους οδοστρώματος 21 μέτρων, με έξι λωρίδες κυκλοφορίας συνολικά και υφιστάμενο στο μέσον της τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της, εισελθών στο οδόστρωμα της οδού στο ρεύμα πορείας προς το κέντρο της πόλεως, ενώ επικρατούσε σκότος, λόγω ελλείψεως επαρκούς τεχνητού φωτισμού, σε σημείο όπου δεν υπήρχε φωτεινός σηματοδότης ή διάβαση πεζών, κινούμενος από δεξιά προς τα αριστερά ως προς την πορεία του ανωτέρω οχήματος, προκειμένου να διεκπεραιωθεί στο πεζοδρόμιο του αντιθέτου ρεύματος πορείας, αφού υπερπηδήσει το τσιμεντένιο διαχωριστικό στηθαίο των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της, αν και δεν ήταν επιτρεπτή η είσοδος στην αποκλεισμένη επιφάνεια της οδού, είχε δε ευχερή πρόσβαση και δυνατότητα χρήσης της υπάρχουσας στο σημείο εκείνο δεύτερης πεζογέφυρας από την οποία μπορούσε να διέλθει με ασφάλεια, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι μπορούσε να διασχίσει με ασφάλεια την οδό, χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των χρηστών αυτής και χωρίς να λάβει υπόψη του την ταχύτητα των κινουμένων, επί του ρεύματος πορείας που επιχειρούσε να διασχίσει, οχημάτων, καθώς και την απόστασή τους, λόγω του επικρατούντος σκότους, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του ανωτέρω Ι.Χ.Ε.
οχήματος και να τραυματισθεί θανάσιμα. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό έλαβε υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, με βάση τα οποία ορθώς υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους λόγους των αιτήσεων αναιρέσεως (πρώτο της από 10-6-2021 αιτήσεως) και (πρώτο και δεύτερο της από 27-5-2021 αιτήσεως), οι οποίοι, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Οι ειδικότερες δε αιτιάσεις των αναιρεσειόντων της από 10-6-2021 αιτήσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί τη συνυπαιτιότητα του θανόντος πεζού, ήτοι: 1) ότι αυτός επέπεσε επί του διερχομένου Ι.Χ.Ε., που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος, 2) με ποιο μέρος του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου παρασύρθηκε ο πεζός, 3) γιατί δέχθηκε ότι επικρατούσε σκοτάδι, ενώ λόγω εποχής, υπήρχε φως ημέρας, 4) την παράλειψη του αναιρεσιβλήτου οδηγού να ενεργήσει προς τα δεξιά αποφευκτικό ελιγμό, 5) για ποιο λόγο ο αναιρεσίβλητος οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου εκινείτο στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας του και 6) πόσο καθοριστική ήταν η χρήση του κινητού τηλεφώνου από τον αναιρεσίβλητο κατά το χρόνο του ατυχήματος, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, διότι η προσβαλλόμενη αιτιολογεί τα απαιτούμενα στοιχεία, για τη στοιχειόθετηση της συνυπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου και του πεζού.
Επίσης, οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων της από 27-5-2021 αιτήσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί τη συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος οδηγού, ήτοι: 1) αν μπορούσε να προβλέψει την κίνηση πεζών στο οδόστρωμα, 2) τον τρόπο που ο πεζός προσέγγισε το όχημα του, 3) αν αυτός είχε δυνατότητα επιτυχούς αποφευκτικού ελιγμού, 4) την αιτιώδη συνάφεια χρήσεως Bluetooth κατά την οδήγηση του αναιρεσείοντος με το επελθόν αποτέλεσμα και σε ποιο βαθμό η χρήση του συνετέλεσε στην παράσυρση του πεζού και 5) τη σχέση της ταχύτητας του αυτοκινήτου με την πρόκληση του ατυχήματος, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, διότι η προσβαλλόμενη αιτιολογεί τα αναγκαία στοιχεία, για τη στοιχειοθετήση της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος και του πεζού.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως, όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 302/2022, Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 589/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 638/2017). Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1067/2013, Α.Π. 849/2007). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο:
α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένως.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 164/2021, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 109/2020, Α.Π. 70/2020, Α.Π. 515/2018, Α.Π. 704/2017). Επομένως, ο πρώτος λόγος της από 10-6-2021 αιτήσεως, κατά το σχετικό σκέλος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι τα οπίσθια φώτα αυτοκινήτων εμποδίζουν την ορατότητα των ακολουθούντων αυτοκινήτων, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας και ο τρίτος αναιρετικός λόγος της από 27-5-2021 αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού: 1) ο μέσος συνετός οδηγός δεν αναμένει διέλευση πεζού καθέτως της οδού και 2) υπάρχει αδυναμία διενέργειας από τον εκάστοτε οδηγό οποιουδήποτε αποφευκτικού ελιγμού ή προσαρμογής της συμπεριφοράς του, όταν ο πεζός κινείται εκτός του ορατού τμήματος της οδού, ενώ η περιφερειακή όραση του οδηγού περιορίζεται από τα έτερα κινούμενα στην οδό οχήματα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως αφού τα αναφερόμενα ως άνω δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας, κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι δε επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο όρος "πράγματα", στον αριθμό 10 του άρθρου 559, είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1284/2020, Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 919/2019, Α.Π. 447/2019).
Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, που έλαβε υπ' όψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της αποφάσεως, είναι δε αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 1161/2020, Α.Π. 677/2015). Επίσης, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ.
ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπ' όψιν από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπ' όψιν, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 993/2022).
Με τον πρώτο λόγο της από 10-6-2021 αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι, παραλλήλως με το αυτοκίνητο του αναιρεσιβλήτου οδηγού, εκινείτο και άλλο όχημα, καθώς, ότι τα ομορρόπως κινούμενα οχήματα χρησιμοποιούσαν φώτα πορείας και ότι ο πεζός φορούσε σκουρόχρωμα ρούχα, ενώ, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν έλαβε υπόψη, προκειμένου να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση, την αναφερόμενη, προσαχθείσα μετ' επικλήσεως από αυτούς (αναιρεσείοντες), ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα Μ.
Μ.. Η επικαλούμενη πλημμέλεια περί παραδοχής χωρίς απόδειξη των ανωτέρω στοιχείων είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον το στοιχείο αυτό δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, αφού δεν αποτελεί πράγμα, με την έννοια που απαιτεί η προαναφερθείσα διάταξη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη.
Αναφορικώς με την αιτίαση του ίδιου αναιρετικού λόγου, περί μη συνεκτιμήσεως από το Εφετείο της, προσκομισθείσας από τους αναιρεσείοντες, εκθέσεως του πραγματογνώμονα Μ. Μ., προκύπτει ότι το Εφετείο, για να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, έλαβε και συνεκτίμησε όλα τα προσκομισθέντα ενώπιόν του, από τα διάδικα μέρη, αποδεικτικά μέσα.
Γι' αυτό και το σκέλος του αναιρετικού λόγου, περί μη λήψεως υπ' όψιν από το Εφετείο του ανωτέρω εγγράφου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Τακτ. Ολ. Α.Π. 19/2011, Α.Π. 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ... εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 838/2017, Α.Π. 1361/2013). Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ' όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 10/2017, Ολ. Α.Π. 9/2015, Α.Π. 55/2023, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 1547/2021, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 931/2021, Α.Π. 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 929/2020, Α.Π. 265/2020, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 747/2017).
Εξάλλου, με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.
Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, Δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.
Τέτοιες είναι, κατά το Ελληνικό Δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 297, 298, 299, 57, 59, 932 του Α.Κ. (Ολ. Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1043/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θ., με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επιδικασθείσας στους ενάγοντες - αναιρεσείοντες - αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 του Α.Κ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αποδεικνύεται δε περαιτέρω, ότι εξαιτίας του αδόκητου θανάτου του ως άνω αποβιώσαντος, συζύγου της πρώτης των εναγόντων, πατέρα των δεύτερης και έκτης, πενθερού των τρίτου και έβδομου, παππού των τέταρτης, πέμπτου και όγδοου και αδελφού των ένατης, δέκατης και ενδέκατης αυτών αντίστοιχα, οι τελευταίοι, συνδεόμενοι μαζί του με στενό βαθμό συγγένειας και σχέσεις αγάπης, στοργής και αρμονίας, όπως πειστικά καταθέτει σχετικά η δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αισθάνθηκαν βαθύτατη θλίψη και στενοχώρια, υπέστησαν δε έντονη ψυχική οδύνη για την απάμβλυνση της οποίας και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση, δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως (άρθρ. 932 ΑΚ).
Κατά την κρίση δε του δικαστηρίου τούτου, το χρηματικό ποσό που δικαιούται έκαστος εκ των συγγενών του -που εντάσσονται όλοι στην έννοια της "οικογένειας του θύματος" ... ως οφειλόμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που αυτός υπέστη, ορίζεται, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, λαμβανομένης υπόψη και της αρχής της αναλογικότητας ...
ως εξής: Η χήρα αυτού (πρώτη ενάγουσα) δικαιούται το ποσό των τριάντα πέντε χιλιάδων (35.000,00) ευρώ, εκάστη εκ των θυγατέρων του (δεύτερη και έκτη των εναγόντων) το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000,00) ευρώ, έκαστος εκ των γαμβρών του (σύζυγοι των θυγατέρων-τρίτος και έβδομος των εναγόντων) το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ, έκαστος εκ των εγγονών του (τέταρτη, πέμπτος και όγδοος των εναγόντων) το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000,00) ευρώ και έκαστος εκ των αδελφών του (ένατη, δέκατη και ενδέκατη των εναγόντων) το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ.
Τα ανωτέρω ποσά κρίνονται ως εύλογα και δίκαια, εν όψει όλων των περιστάσεων και ιδίως, ενόψει α) των συνθηκών τελέσεως της ανωτέρω αδικοπραξίας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, β) του βαθμού υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου-οδηγού και του βαθμού συνυπαιτιότητας του παθόντος, γ) της ηλικίας του θανόντος, (60 ετών) και της υγιούς κατάστασής του, δ) του στενού συγγενικού του δεσμού με τους άνω συγγενείς του και ε) της έντασης και της διάρκειας του ψυχικού πόνου και της θλίψεως που βίωσαν οι ενάγοντες από την απώλεια του προσφιλούς συζύγου, πατέρα, πενθερού, παππού και αδελφού, και στ) της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, χωρίς να συνεκτιμάται η οικονομική κατάσταση της ...
εταιρείας, δεδομένου του ότι η ευθύνη της είναι εγγυητική". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφαση, επιδίκασε υπέρ καθενός των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης καθενός των αναιρεσειόντων στα παραπάνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, ούτε υπερβαίνουν αυτά.
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος της από 10-6-2021 αιτήσεως αναιρέσεως και ο τέταρτος αναιρετικός λόγος της από 27-5-2021 αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα από τις εκατέρωθεν αιτήσεις, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες των αιτήσεων παραβόλων, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι εκατέρωθεν αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αντιστοίχων αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις: 1) από 10-6-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../18-8-2021) και 2) από 27-5-2021 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../28-5-2021) αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 285/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Α)
Απορρίπτει την από 10-6-2021 αίτηση αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
Β)
Απορρίπτει την από 27-5-2021 αίτηση αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ