Legislator Case Law & Legislation
334/2020 AI generated

334/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 334/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

334/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα άσκησε την από 20.4.2018 υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως που απευθύνεται κατά των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων δανειολήπτριας αιτούσας και δεύτερης των καθών Τράπεζας Πειραιώς, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577 § 1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τουτου πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 334 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 334/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Χαριάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Ν., συζ. Θ. Χ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1η-7-2013 αίτηση της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2014 μη οριστική και 14/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-4-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Ν. Θ. και της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Τ., αντίστοιχα, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα Τράπεζα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τις αναιρεσίβλητες.

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου και έλαβε χώρα η συζήτησή της, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 575 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την με αριθμό 14/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου που εκδόθηκε κατά την εκουσία δικαιοδοσία έγινε δεκτή η απευθυνόμενη εναντίον των Τραπεζών Εθνικής και Πειραιώς ήδη αναιρεσείουσας και δεύτερης αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, από 1.7.2013 και με αριθμό καταθ. 131/2013 αίτηση περί ρυθμίσεως κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 των προς αυτές χρεών της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης.

Κατόπιν εφέσεως που άσκησε η δεύτερη των καθών η ως άνω αίτηση και ήδη αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα κατά της ως άνω απόφασης εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών η με αριθμό 166/2017 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου κατά την ίδια διαδικασία Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το αναφερόμενο στην ρύθμιση των χρεών και στις δύο Τράπεζες μέρος της σε 34 μηνιαίες δόσεις ύψους 130 € και την ελεύθερη εκποίηση του αναφερόμενου σ' αυτή ακινήτου κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της.

Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα άσκησε την από 20.4.2018 υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως που απευθύνεται κατά των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων δανειολήπτριας αιτούσας και δεύτερης των καθών Τράπεζας Πειραιώς, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577 § 1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τουτου πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές, το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη. Επίσης, κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού, αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4161/2013, ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω εφόσον η συζήτηση της αίτησης της πρώτης αναιρεσίβλητης περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου έγινε στις 22.9.2014, ήτοι μετά τη δημοσίευση του Ν. 4161/2013 (14-6-2013), εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής.

Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. "Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας".

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016 και καταλαμβάνει και τους προβαλλόμενους με την παρούσα αναίρεση λόγους, αφού αυτή κατατέθηκε στις 29-7-2016, ως η σχετική πράξη καταθέσεώς της (ΑΠ 636/2017), αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που δίκασε ως Εφετείο, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "...με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, η εκκαλούσα βάλλει κατά της εκκαλουμένης απόφασης διότι εξαίρεσε από την εκποίηση την οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου ορόφου, εμβαδού 68,61 τ.μ., κείμενου επί της οδού ...

στην …., το οποίο ανήκει στην πλήρη κυριότητα της πρώτης εφεσίβλητης, παρά το γεγονός ότι δεν αποτελούσε ούτε την κύρια κατοικία της ούτε την δυνητική κύρια κατοικία της ανωτέρω, ενώ, περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν προσδιόρισε την αντικειμενική αξία της παραπάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας, αν και όφειλε να την προσδιορίσει επακριβώς.

Επιπλέον, ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση εξαίρεσε από την εκποίηση την ανωτέρω ιδιοκτησία της εφεσίβλητης, έπρεπε να ορίσει μηνιαίες καταβολές προκειμένου να "εξαγοράσει" η εφεσίβλητη - αιτούσα κατά κάποιο τρόπο την εξαίρεση της εκποίησης, καταβάλλοντος σε δόσεις ποσοστό 80% που αντιστοιχεί στην αντικειμενική αξία της (κύριας) κατοικίας της.

Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται ανωτέρω, η εξαίρεση από την εκποίηση δυνατό να αφορά και άλλα ακίνητα του οφειλέτη πλην της κύριας κατοικίας.

Εν προκειμένω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν πρέπει να διαταχθεί η εκποίηση του προαναφερόμενου διαμερίσματος της οδού ... στην ……., διότι η εκποίησή του δεν θα προκαλέσει κανένα αγοραστικό ενδιαφέρον, λόγω του ότι επιβαρύνεται με τρεις προσημειώσεις υποθηκών υπέρ των πιστωτριών της αιτούσας.

Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, καθόσον, όπως συνομολογεί η εκκαλούσα, το εν λόγω ακίνητο της εφεσίβλητης επιβαρύνεται με δύο προσημειώσεις, συνολικού ποσού 99.609,34 ευρώ, πράγμα που αναφέρει και η τελευταία στην από 1-7-2013 αίτησή της, από τις οποίες η μία ανέρχεται στο ποσό των 79.200 ευρώ και η άλλη στο ποσό των 20.409,34 ευρώ και συνεπώς με βάση τα ανωτέρω δεδομένα κρίνεται ότι δεν αναμένεται να προκαλέσει αξιόλογο αγοραστικό ενδιαφέρον".

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη προεχόντως η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 με την αιτίαση ότι το ως άνω, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου ρύθμισε τις οφειλές της αιτούσας - πρώτης αναιρεσίβλητης προς τις ως άνω Τράπεζες ήδη αναιρεσείουσα και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, εξαιρώντας από την εκποίηση την ως άνω ευρισκόμενη στην ….., οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου ορόφου εμβαδού 68,61 τ.μ.

χωρίς να ορίσει για την εξαγορά της μηνιαίες, επί μία εικοσαετία καταβολές για την κατά ποσοστό 80% επί της αντικειμενικής αξίας της αποπληρωμή. Κατά το μέρος αυτό ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το ως άνω ακίνητο, όπως ρητώς διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη και γίνεται δεκτό και από την αναιρεσείουσα, δεν αποτελεί κύρια ή δυνητική κατοικία της αιτούσας ώστε να καταλαμβάνεται από τη ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 9 του ως άνω νόμου.

Οι λοιπές αναφερόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις α) περί μη επακριβούς προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας του ως άνω διαμερίσματος και β) ότι η παραδοχή του Δικαστηρίου σχετικά με την έλλειψη αγοραστικού ενδιαφέροντος για το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο, επειδή αυτό επιβαρύνεται με δύο, (και όχι τρεις όπως κατά προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλομένη), εγγεγραμμένες υπέρ της αναιρεσείουσας Τράπεζας προσημειώσεις υποθηκών, του οποίου η αντικειμενική αξία κατά το χρόνο υποβολής της ένδικης αίτησης στο Ειρηνοδικείο ανερχόταν κατ' ελάχιστον στο ποσόν των 54.034,31 ευρώ, έρχεται σε αντίθεση με τις προς τούτο προσκομισθείσες στο Δικαστήριο της ουσίας αποδείξεις, (έγγραφα), προσιδιάζουσες, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης, στην από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, αντίστοιχης της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 9 του ίδιου Νόμου, την οποία, αν και δεν παραθέτει η αναιρεσείουσα αριθμητικά, εν τούτοις προκύπτει από την επίκληση της εσφαλμένης υπαγωγής των ως άνω πραγματικών περιστατικών, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Τέλος, η από πρόδηλη παραδρομή, όπως από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης προκύπτει, αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλομένης στο άρθρο 9 παρ 2 του Ν. 3869/2010, και συγκεκριμένα ότι το ποσό των 467,74 ευρώ που η πρώτη αναιρεσίβλητη οφείλει στην αναιρεσείουσα Τράπεζα, (υπόλοιπο της διαφοράς που υπολείπεται βάσει του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν. 3869/2010), πρέπει να καταβληθεί "εντόκως μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2, αλλά και του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010", δεν δημιουργεί αντίφαση, αφού ρητώς διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της ότι στην ένδικη υπόθεση δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.

Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη της παραγράφου 1 του ιδίου ως άνω άρθρου του Ν. 3869/2010, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Περαιτέρω η προσβαλλομένη για την απόρριψη του δεύτερου λόγου της έφεσης διέλαβε τις εξής παραδοχές: "Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση έφεσης, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, από την εκποίηση του ακινήτου της αιτούσας, που βρίσκεται στη θέση "..., επιφανείας 6,5 στρεμμάτων, θα ικανοποιηθεί προνομιακά η δεύτερη εφεσίβλητη επειδή είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια προγενέστερης χρονολογική σειράς, ενώ η εκκαλούμενη θα έπρεπε να διατάξει την προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που ήδη είχαν εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτου της αιτούσας, όφειλε δηλαδή να διατάξει την προνομιακή ικανοποίηση της εκκαλούσας.

Ο ανωτέρω λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και σε κάθε περίπτωση η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη..., η πρόσφορη εκποίησή της καθώς και η προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο πράγμα, πλην, όμως, εν προκειμένω, το παραπάνω ακίνητο της αιτούσας, στη θέση "..., είναι ελεύθερο βαρών και ως εκ τούτου δεν όφειλε η εκκαλούμενη να διατάξει την προνομιακή ικανοποίηση της εκκαλούσας".

Με με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο ουσίας, το οποίο δέχθηκε ότι η προνομιακή ικανοποίηση της αναιρεσείουσας περιορίζεται στην ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία, η οποία βαρύνεται με τις δύο προσημειώσεις υποθήκης, που η τελευταία ενέγραψε προς εξασφάλιση της έναντι αυτής οφειλής της πρώτης αναιρεσίβλητης συνολικού ποσού 99.609,34 ευρώ και δεν επεκτείνεται σε οποιοδήποτε άλλο ακίνητο της δανειολήπτριας του οποίου η ελεύθερη εκποίηση διατάχτηκε με την προσβαλλομένη προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των εμπλεκομένων στην ρύθμιση του Ν. 3869/2010 πιστωτών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του νόμου αυτού.

Συνεπώς, το Δικαστήριο ουσίας, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της αναφερθείσας διάταξης και ως εκ τούτου ο σχετικός δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010 σαφώς προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αίτησης ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, ο αιτών - οφειλέτης πρέπει να εκθέτει σε αυτή ότι είναι φυσικό πρόσωπο, στερούμενο πτωχευτικής ικανότητας, ότι έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου, ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής αυτών των χρεών, ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού (ήδη προδικαστικού) συμβιβασμού με τους πιστωτές του, και ότι δεν έχει υπάρξει άλλη απαλλαγή από τα χρέη του στο παρελθόν με βάση το νόμο.

Επιπλέον, πρέπει να εκθέτει ποιοι είναι οι πιστωτές του, με πλήρη στοιχεία, ποιές είναι οι απαιτήσεις τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, να περιγράφει την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος, άγαμος, διαζευγμένος, εάν έχει προστατευόμενα μέλη, τα οποία υποχρεούται εκ του νόμου να διατρέφει), τα εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του και τα περιουσιακά του στοιχεία.

Τέλος, πρέπει να περιλάβει στην αίτησή του σαφές και ορισμένο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, που να περιέχει ρύθμιση για όλους τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους, αίτημα δικαστικής ρύθμισης των οφειλών του, επί αποτυχίας δικαστικού συμβιβασμού και διάσωσης (εξαίρεσης από την εκποίηση) της κύριας κατοικίας του.

Πλέον των ανωτέρω ουδέν έτερο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα της εν λόγω αίτησης (ΑΠ 438/2019, ΑΠ 213/2018). Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης του κρινόμενου ένδικου μέσου, στις 3.4.2015 (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την 1η-1-2016), προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος (ΑΠ 82/2011, ΑΠ 1130/2009), ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.

Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σε αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής), εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σε αυτή και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του για τη νομική βασιμότητά της ή, αντίθετα, έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και περιλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014, ΑΠ 314/ 2004).

Κατά συνέπεια, ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, ότι το δικάσαν ως Εφετείο παραπάνω Μονομελές Πρωτοδικείο με το να απορρίψει, τον τέταρτο λόγο της έφεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα προέβαλε την ένσταση απαραδέκτου της ένδικης, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, υποβληθείσας αίτησης λόγω αοριστίας, παραβίασε, κατ' άρθρα 111 παρ. 2, 118, 216 και 747 παρ. 2 ΚΠολΔ, τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, είναι απαράδεκτος, καθόσον όλες οι επικαλούμενες "ελλείψεις" του δικογράφου αυτής α) του ελλιπούς προσδιορισμού των βιοτικών αναγκών της, το εκτιμώμενο κόστος εκάστης αυτών και τις αποδοχές της, β) ο μη προσδιορισμός της ημερομηνίας και της αιτίας λήψης των δανείων αλλά και γ) η μη αναφορά του έτους πρώτης κυκλοφορίας του αυτοκινήτου της δεν ανάγονται στη νομική αοριστία της αίτησης αλλά στηρίζονται στο λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ο οποίος, όμως, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα.

Ανεξάρτητα από αυτό, τα παραπάνω (ορισμένα από τα οποία περιέχονται στην αίτηση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της) δεν συνιστούν στοιχεία του ορισμένου της αίτησης για τη ρύθμιση χρεών (άρθρ. 4 παρ. 1 ν. 3869/2010), ούτε προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του νόμου αυτού (άρθρ. 1 του ίδιου νόμου) και, άρα, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην αίτηση.

Οι λοιπές αιτιάσεις ότι τα επικαλούμενα από την ίδια ετήσια εισοδήματα του συζύγου της δεν συμφωνούν με εκείνα που δήλωσε ο ίδιος για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010, ότι διατύπωσε αίτημα για δικαστικό συμβιβασμό με αόριστο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών και προτεινόμενα ποσά μηδαμινά και τέλος ότι το σύνολο των προϊόντων που έλαβε από την αναιρεσείουσα δεν είχαν καταγγελθεί κατά την ημερομηνία επίδοσης του υπό κρίση δικογράφου (18-7-2013) είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ πλήττεται αληθώς η ανέλεγκτη αναιρετικά κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ουσιαστική επί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αναφορικά με τη βασιμότητα της ένδικης αίτησης για την υπαγωγή των οφειλών της πρώτης αναιρεσίβλητης στη ρύθμιση του ως άνω Νόμου.

Επομένως ο ως άνω, αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, συνακολούθως δε και η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.

β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.4.2018 αίτηση της Τράπεζας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα Ελλάδος ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 166/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Και

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ