334/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated334/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α και γ του ΚΠολΔ. Στη συνέχεια δε και εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η φερομένη ως πληρεξουσία δικηγόρος της αναιρεσείουσας εταιρείας Α. Γ. ήταν εφοδιασμένη με ρητή πληρεξουσιότητα από την αναιρεσείουσα εταιρεία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Full text
Απόφαση 334 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 334/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "... Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" ή "... L.T.D." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Φ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Νικολαΐδη που κατέθεσε προτάσεις. Ο ως άνω πληρεξούσιος διορίσθηκε σύμφωνα με το νόμο 3226/2004 και την 229/2015 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4695/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 901/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 17/3/2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 27/1/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Κουτσόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα και σε καταφατική περίπτωση το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί ( ΑΠ 181/2013, ΑΠ 1664/2012, ΑΠ 1667/2012).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1664/2012, ΑΠ 1667/2012). Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Τέλος το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005) προκύπτει ότι:
α) εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992), β) εάν ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ή δεν παρίσταται κανονικά ο αναιρεσείων, χωρίς να αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο φερόμενος ως εκπροσωπών αυτόν δικηγόρος ήταν εφοδιασμένος με πληρεξούσιο για την άσκησή της αίτησης αναίρεσης, τότε (και υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε κλητευθεί νομίμως από τον αναιρεσίβλητο, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης κατ' άρθρο 576 παρ.2 του ΚΠολΔ), η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον ασκήθηκε χωρίς τη συνδρομή της κατά νόμο απαιτουμένης πληρεξουσιότητας (ΑΠ 227/2016, ΑΠ 195/2014, ΑΠ 1402/2003).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης και φωτοαντίγραφα των οικείων σελίδων του πινακίου προκύπτει ότι η συζήτηση της υπό κρίση από 17.3.2010 και με αριθ. κατάθ. 34/2010 αίτησης αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθ. 901/2009 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Πειραιώς για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επισπεύδεται από τον αναιρεσίβλητο με την από 22.7.2016 κλήση αυτού, μετά από ματαίωση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 13.11.2012, για την οποία είχε αναβληθεί η συζήτησή της από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14.2.2012 με αίτηση της τότε εμφανισθείσας και υπογράφουσας την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου Α.
Γ., φερομένης ως πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσείουσας εταιρείας, ενώ ο αναιρεσίβλητος δεν είχε τότε εμφανισθεί, ούτε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμό 3339/10 Οκτωβρίου 2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Α. Π., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, ακριβές αντίγραφο της ως άνω από 22.7.2016 κλήσης προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον Α.
Π., ως νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και στη κατοικία του εν λόγω εκπροσώπου (άρθ. 126 παρ. 1 περ. γ και 128 παρ.4 του ΚΠολΔ). Εφόσον η αναιρεσείουσα εταιρεία δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 576 παρ.2 εδ.
α και γ του ΚΠολΔ. Στη συνέχεια δε και εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι η φερομένη ως πληρεξουσία δικηγόρος της αναιρεσείουσας εταιρείας Α. Γ. ήταν εφοδιασμένη με ρητή πληρεξουσιότητα από την αναιρεσείουσα εταιρεία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 2 και 9 του Ν. 3226/2004 "Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 24) προκύπτει ότι η παροχή νομικής βοήθειας στους δικαιούχους αυτής, χαμηλού εισοδήματος πολίτες κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι σε εκείνους που το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των κατώτατων ετησίων ατομικών εισοδημάτων που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ύστερα από αίτησή τους, για την εξέταση της οποίας σε υποθέσεις αστικού και εμπορικού χαρακτήρα αρμόδιος είναι ο ειρηνοδίκης, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή ο πρόεδρος του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη κλπ, συνίσταται στην απαλλαγή αυτών από την υποχρέωση καταβολής μέρους ή του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας και, εφόσον ειδικώς ζητηθεί, στον διορισμό δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, με την εντολή να υπερασπισθούν τον δικαιούχο, να τον εκπροσωπήσουν στο δικαστήριο και να του δώσουν την βοήθεια που χρειάζεται για να γίνουν οι αναγκαίες πράξεις.
Η ανωτέρω απαλλαγή περιλαμβάνει ιδίως τα τέλη χαρτοσήμου, το τέλος δικαστικού ενσήμου, το τέλος απογράφου και τις προσαυξήσεις τους, τα δικαιώματα των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, τα δικαιώματα ή την αμοιβή του διοριζομένου δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή, καθώς και την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα αυτά.
Ο διορισμός δικηγόρου ισχύει ως παροχή δικαστικής πληρεξουσιότητας από τον δικαιούχο στην έκταση που ορίζει το άρθρο 97 ΚΠολΔ, εκτός εάν η απόφαση με αίτηση του δικαιούχου την επεκτείνει ή την περιορίζει. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: α) η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο και β) εάν η απόφαση επιβάλει τα έξοδα σε βάρος του αντιδίκου του δικαιούχου ή άλλου προσώπου, τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος και η αποζημίωση δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει το Δημόσιο επιδικάζονται υπέρ του Δημοσίου και εισπράττονται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 1 - 3 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", που ισχύει κατά το άρθρο 166 παρ. 3 αυτού από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α` 208/27.9.2013) και εφαρμόζεται στην κρινομένη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης (13.12.2016), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του, της μεν παραγράφου 1 με το άρθρο 7 παρ. 8 α` του Ν. 4205/2013, της δε παραγράφου 3 με το άρθρο 7 παρ.8 β` του Ν. 4205/2013, ο δικηγόρος που εκπροσωπεί δικαιούχους νομικής βοήθειας σύμφωνα με το Ν. 3226/2004 απαλλάσσεται από την υποχρέωση προκαταβολής στον οικείο ΔΣΑ των οριζομένων στο Παράρτημα ΙΙΙ του ως άνω νόμου ποσών που προορίζονται για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών των υπηρεσιών του Συλλόγου, την απόδοση ως πόρου στον Τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων κ.λ.π, ποσά τα οποία σε κάθε περίπτωση αποτελούν μέρος της καταβλητέας στον δικηγόρο νόμιμης αμοιβής.
Τέλος, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α` του αυτού νόμου 3226/2004 με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται η αποζημίωση των δικηγόρων υπηρεσίας, συμβολαιογράφων, δικαστικών επιμελητών και άλλων προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο της παροχής νομικής βοήθειας, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες αμοιβές, η δε αμοιβή μπορεί να υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε περίπτωση αναίρεσης.
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η με αριθ. πρωτοκ. 98535/18.12.2014 ( ΦΕΚ Β 3578/31.12. 2014) Κοινή Απόφαση των άνω Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το άρθρο μόνο περ. Α της οποίας η ως άνω αποζημίωση ορίσθηκε σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά νόμιμες αμοιβές, στο ποσό αυτής προστίθεται ο ΦΠΑ με τον εκάστοτε ισχύοντα συντελεστή, ενώ σε περίπτωση αναίρεσης, η αποζημίωση θα υπολείπεται των προβλεπόμενων νόμιμων αμοιβών σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
Με το άρθρο 58 παρ. 4 περ. β` του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), ορίζεται ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα αυτού προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας σύμφωνα με τον ως άνω ν. 3226/2004 ή κάθε άλλο σχετικό νόμο κ.λ.π., σύμφωνα δε με το Παράρτημα αυτό η αμοιβή του δικηγόρου σε εργατικές υποθέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπως η υπό κρίση υπόθεση, ανέρχεται για παράσταση σε 342 ευρώ και για κατάθεση προτάσεων σε 310 ευρώ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 75/2016, ΑΠ 2236/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 229/2015 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και κατά παραδοχή σχετικής αίτησης του αναιρεσίβλητου περί παροχής σε αυτόν νομικής βοήθειας, ορίσθηκε, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 παρ. 1 και 2 και 9 του Ν.3226/2004, ο δικηγόρος Αθηνών Φ. Ν. προκειμένου να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και Τμήματος τούτου κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση της 13-12-2016 για την συζήτηση της ένδικης αίτησής αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" κατά της υπ' αριθ. 901/2009 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Πειραιώς. Με την ίδια ως άνω Πράξη ο αναιρεσίβλητος απηλλάγη από την υποχρέωση καταβολής του συνόλου των εξόδων της διαδικασίας, όπως αυτά περιγράφονται στο άρθρο 9 παρ. 1 και 2 ν. 3226/2004. Πραγματικά, και όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την δικάσιμο αυτή ο αναιρεσίβλητος παρέστη δια του προαναφερομένου δικηγόρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Επομένως τα δικαστικά έξοδα, από τα οποία απαλλάχθηκε ο αναιρεσίβλητος και τα οποία επιβάλλονται σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρεία που ηττάται (άρθρο 176,183 ΚΠολΔ), ταυτίζονται με την αποζημίωση του δικηγόρου του αναιρεσίβλητου για την παράστασή του και την κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ανέρχονται στο ποσό των 646,78 ευρώ [νόμιμη αμοιβή 342 ευρώ για παράσταση + 310 ευρώ για σύνταξη προτάσεων επί 24% ΦΠΑ επ' αυτών = 424,08 + 384,40 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά 808,48 ευρώ, μείον συντελεστή απομείωσης 20% ίσον 646,78 ευρώ].
Τα ως άνω δικαστικά έξοδα πρέπει κατ' εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 12 του Ν. 3226/2004 να επιδικασθούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.3.2010 και με αριθ. κατάθ. 34/18.3.2010 αίτηση αναίρεσης της υπ` αριθμ. 901/2009 απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Πειραιώς. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων σαράντα έξι ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (646,78), που επιδικάζει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ