334/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5042/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1908/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24/10/2012 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated334/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τα λοιπά το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας, όπως και το Πρωτοδικείο, απορριπτέες τις υπόλοιπες αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσειουσών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ ).
Full text
Απόφαση 334 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 334 /2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Τεχνικής Εταιρείας με την αρχική επωνυμία "Σ.Χ. Σ. ΑΤΕΕ" και ήδη "Σ.Χ.Σ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ & ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την αρχική επωνυμία "STARKSTROM - ANLAGEN - GESSELLSCHAFT MBH" και ήδη "RWE SOLUTIONS AKTIENGESELLSCHAFT AG" που εδρεύει στην Neu Isenburg και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μελών της Κοινοπραξίας με την αρχική επωνυμία "Κ/Ξ SAG - Σ. ΑΤΕΕ" και μεταγενεστέρως: "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ RWE AKTIENGESELLSCHAFT SOLUTIONS - Σ.Χ.Σ. ΑΤΕΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Φίλιππο Κωσταρά, Ευάγγελο Χατζή και Παναγιώτη Χασάπη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." (ΑΔΜΗΕ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου δια συγχωνεύσεως και απορροφήσεως με απόσχιση του κλάδου της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." (Δ.Ε.Η.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη-Ελένη Κουτσούκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5042/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1908/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24/10/2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 26/1/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1908/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 30.11.2010 έφεση των αναιρεσειουσών, ενώ δέχθηκε την από 26.11.2010 έφεση της "ΔΕΗ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας κατά το άρθρ. 98 παρ. 1,2 και 3 του ν. 4001/2011 στο πλαίσιο της παρούσας δίκης είναι η ήδη αναιρεσίβλητη και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 5042/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο των δαπανών, στις οποίες η απόφαση εκείνη, δεχόμενη εν μέρει την από 23.12.2005 αγωγή των αναιρεσειουσών, αναγνώρισε ότι υποβλήθηκαν αυτές, προκειμένου να επιστρέψουν στη εναγομένη "ΔΕΗ Α.Ε." όσα υλικά ήταν στην κατοχή τους και δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες του έργου που εκτέλεσε η κοινοπραξία τους για λογαριασμό της αντιδίκου τους "ΔΕΗ Α.Ε.", δέχθηκε ακολούθως και η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό την ένδικη αγωγή για μικρότερα ποσά σε σχέση με τα αντίστοιχα ποσά της πρωτόδικης απόφασης και αναγνώρισε ότι η ήδη αναιρεσίβλητη οφείλει να καταβάλει νομιμοτόκως στην μεν πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 13.454,86 ευρώ, στη δε δεύτερη αυτών το ποσό των 1.392,21 ευρώ.
Κατά τα λοιπά το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας, όπως και το Πρωτοδικείο, απορριπτέες τις υπόλοιπες αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσειουσών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ ).
Η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή.
Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρ. 200 ΑΚ που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρ. 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού (ΑΠ 911/1980).
Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (ΟλΑΠ 9/1997, 927/1982, ΑΠ 398/2008, ΑΠ 756/2003, ΑΠ 63/2000, ΑΠ 1346/1993, ΑΠ 1570/1983).
Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται χωρίς άλλο στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του (ΑΠ 16/1983).
Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ' αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας στην περίπτωση αυτή η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές (ΑΠ 187/1990).
Συνεπώς η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί. Δηλαδή το άρθρ.288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρ. 388 ΑΚ, που απαιτεί η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, στις οποίες από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψή της (ΑΠ 1038/1998), να είναι απρόβλεπτη χωρίς υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου αυτή να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί (ΟλΑΠ 927/1982, ΑΠ 1289/2011, ΑΠ 398/2008, ΑΠ 1570/1983).
Συνεπώς στην παραπάνω έκταση η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και στις συμβάσεις έργων και μπορεί με βάση αυτή το δικαστήριο να παρεμβαίνει διορθωτικά στη σύμβαση, καθορίζοντας, κατά παρέκκλιση από τα συμφωνημένα, την παροχή και την αντιπαροχή, όταν αυτό επιβάλλεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, στις περιπτώσεις δηλαδή εκείνες που συντρέχουν ειδικές συνθήκες, οι οποίες δεν επισύρουν μεν την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ, όμως καθιστούν την παροχή που οφείλεται σε ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δυσβάστακτη για το άλλο μέρος και μάλιστα σε βαθμό που υπερβαίνει τον κίνδυνο που αυτό ανέλαβε, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 989/2012, ΑΠ 1290/2011, βλ.
και ΣτΕ 1749/2009, ΣτΕ 2939/2006, ΣτΕ 1969/2004, ΣτΕ 4326/2000, ΣτΕ 2383/1996). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με την από 23-12-2005 αγωγή τους εξέθεταν, ότι, ως μέλη της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ SAG- Σ. ΑΤΕΕ" και ήδη " ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ RWE AKTIENGESELLSCAFT SOLUTIONS- Σ.Χ.Σ. ΑΤΕΕ", ανέλαβαν, δυνάμει της από 10-9-1997 εργολαβικής σύμβασης, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία "ΔΕΗ ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η αναιρεσίβλητη, μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό που έλαβε χώρα στις 31-7-1997, την κατασκευή της γραμμής μεταφοράς Ε.Ρ.
απλού κυκλώματος 400 ΚV Τρίκαλα-Άραχθος με τρίδυμο αγωγό, αντί εργολαβικού τιμήματος 2.536.005.062 δραχμών, ότι αυτή εγκαταστάθηκε στο έργο στις 3-10-1997 και άρχισε την εκτέλεσή του, ότι κατά την πορεία διαπιστώθηκε μεταβολή στις συνθήκες εκτέλεσής του από υπαιτιότητα της εργοδότριας και συγκεκριμένα: 1) στην ελαττωματικότητα της μελέτης θεμελίωσης ορισμένων πύργων, 2) στη διέλευση της γραμμής από μη απαλλοτριωθείσες εκτάσεις στις περιοχές "Πηγών", "Βλαχέρνας" και " Διάσελου", 3) στη χάραξη της γραμμής επί χώρου ανέγερσης του κτιρίου υψηλής τάσης, 4) στη χορήγηση υλικών ακατάλληλων και μη συμβατών και 5) στην ύπαρξη σε εδάφη της γραμμής ευρημάτων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, ότι όλα τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα τις αλλεπάλληλες διακοπές των εργασιών, που δεν επέτρεπαν την ολοκλήρωση του έργου μέσα στην αρχικώς συμφωνηθείσα προθεσμία, ότι, προκειμένου αυτές να ανταποκριθούν, μετά ταύτα, στις υποχρεώσεις τους, υποβλήθηκαν σε πρόσθετες δαπάνες που ανάγονται, πέραν άλλων, στην πρόσληψη πρόσθετου μηχανικού εξοπλισμού, εκτός του αρχικώς προγραμματισθέντος, καθώς και στην υπερωριακή και κατά τις αργίες απασχόληση του μηχανικού εξοπλισμού και του προσωπικού τους, με αποτέλεσμα να υποστούν αντίστοιχες θετικές ζημίες, που επέφεραν την αύξηση του κατασκευαστικού κόστους, η δε μεταβολή που επήλθε σε βάρος των αναιρεσειουσών είναι τόσο μεγάλη με τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν, ώστε τελικά ζήτησαν, προκειμένου οι παροχές μεταξύ των μερών να βρίσκονται σε σωστή ανταλλακτική σχέση, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, να μετακυλισθεί αυτό στη "ΔΕΗ ΑΕ" και να αναγνωρισθεί ότι αυτή οφείλει να τους καταβάλλει τα αιτούμενα με την αγωγή για την αιτία αυτή ποσά .
Η αγωγή, κατά τη βάση της αυτή είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη, νόμιμη, ανεξαρτήτως εάν στην περίπτωση εκπλήρωσης της σύμβασης επιφυλάχθηκαν γι' αυτό τα μέρη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή κατά την άνω βάση ήταν μη νόμιμη, καθόσον από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της προκύπτει ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εκπληρώθηκε πλήρως με την καταβολή της παροχής και αντιπαροχής, χωρίς οι αναιρεσείουσες να επιφυλαχθούν σχετικώς.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε αυτή την αγωγική βάση από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 ΑΚ, χωρίς να την ερευνήσει κατ' ουσίαν, παραβίασε τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις και οι σχετικοί πρώτος, τρίτος, έκτος, ενδέκατος, δέκατος τρίτος και δέκατος έβδομος λόγοι της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους, κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο, προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι κατ' ουσίαν και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 199 ΑΚ, σε περίπτωση πλειστηριασμού, η σύμβαση, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, ολοκληρώνεται με την κατακύρωση, ο δε υπερθεματιστής, επίσης αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, δεσμεύεται ωσότου δοθεί μεγαλύτερη προσφορά ή ωσότου ματαιωθεί η κατακύρωση. Από την ενδοτικού χαρακτήρα ως άνω διάταξη συνάγεται ότι η προκήρυξη δημοπρασίας, που εξομοιώνεται με τον πλειστηριασμό, ενέχει πρόσκληση προς το κοινό για την υποβολή προτάσεων, αυτός δε που υπερθεματίζει, δηλαδή που προσφέρει, δεσμεύεται μέχρι την υποβολή μεγαλύτερης προσφοράς ή ματαίωσης της κατακύρωσης, ενώ αυτός που προκήρυξε τη δημοπρασία ή τον πλειστηριασμό δεσμεύεται μόνο μετά την κατακύρωση, εκτός αν συνάγεται κάτι άλλο από την προκήρυξη της δημοπρασίας.
Επομένως εκείνος που προκήρυξε τη δημοπρασία είναι ελεύθερος να αρνηθεί την προσφορά, έστω και αν αυτή πληροί τους απαιτούμενους όρους, ενδέχεται όμως να υπέχει τότε ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις κατά τις διατάξεις των άρθρ. 197 και 198 ΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες ορίζει ότι κατά τις διαπραγματεύσεις για την σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η δε δεύτερη ότι όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξένησε υπαίτια στον άλλο ζημία, είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε, συνδυαζόμενες και με εκείνη του άρθρ. 298 ΑΚ, συνάγεται ότι όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης στο πλαίσιο δημοπρασίας ματαιώσει τη σύναψη αυτής με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και προξενήσει έτσι υπαίτια ζημία σε εκείνον που πίστεψε ως επικείμενη την κατάρτισή της, συνδεόμενη αιτιωδώς η ζημία με την συμπεριφορά του, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Η αποζημίωση στην περίπτωση αυτή συνίσταται στο καλούμενο αρνητικό της σύμβασης διαφέρον και περιλαμβάνει κάθε ζημία του υπερθεματιστή, θετική και αποθετική (διαφυγόν κέρδος), η οποία συναρτάται με τη δημιουργία πεποίθησης για τη βέβαιη κατάρτιση της σύμβασης, όπως είναι υποβολή σε δαπάνες και η απώλεια ευκαιριών, όχι όμως και η ζημία από την μη εκπλήρωση της σύμβασης, αφού η ζημία αυτή προϋποθέτει καταρτισμένη σύμβαση.
Ειδικότερα η προσυμβατική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει: α) συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δηλαδή αντίθετη προς την επιβαλλόμενη στα μέρη συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα κατά την αντίληψη έμφρονος συναλλασσομένου και επομένως παράνομη, η οποία υπάρχει όχι μόνον όταν παραβιάζονται οι βασικές υποχρεώσεις διαφώτισης του άλλου μέρους για τους πραγματικούς και νομικούς όρους της σχεδιαζόμενης σύμβασης και προστασίας του με τη δημιουργία συνθηκών ασφάλειάς του, αλλά και η συναφής με αυτές υποχρέωση για σοβαρή και γρήγορη κατά το δυνατόν προώθηση των διαπραγματεύσεων μέχρι την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης, αλλιώς για άμεση αναγγελία της τυχόν απόφασης του άλλου μέρους για τη διακοπή τους, που αποτελεί επίσης περιεχόμενο της σύμφωνης με το άρθρ. 197 ΑΚ συμπεριφοράς, β) ζημία, γ) υπαιτιότητα, για την οποία αρκεί και η κατ' άρθρ. 330 εδ β ΑΚ αμέλεια, δ) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας και ε) στάδιο διαπραγματεύσεων, το οποίο σε περίπτωση προκήρυξης δημοπρασίας καλύπτει την συναλλακτική επαφή από την έκδοση της σχετικής προκήρυξης μέχρι την κατάρτιση ή τη ματαίωση της σύμβασης, αρκεί δε για την κατάρτιση της σύμβασης μόνη η κατακύρωση, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικός τρόπος στο νόμο ή στην προκήρυξη (ΟλΑΠ 37/2005, ΑΠ 1955/2009, ΑΠ 1232/2000).
Αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη είναι και η συμπεριφορά η οποία δεν οδήγησε σε ματαίωση της σχεδιαζόμενης σύμβασης, αλλά στην κατάρτισή της υπό δυσμενείς όμως για το άλλο μέρος όρους κατά παράβαση της σχετικής υποχρέωσης διαφώτισής του, οπότε το μέρος αυτό που οδηγήθηκε σε κατάρτιση σύμβασης, την οποία αν είχε σαφή εικόνα των όρων της δεν θα κατάρτιζε ή θα κατάρτιζε με διαφορετικούς όρους, δικαιούται, εφόσον ζημιώθηκε, κατά το στάδιο εκπλήρωσης της καταρτισθείσας ήδη σύμβασης, αντίστοιχης αποζημίωσης από τον υπαίτιο της αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που ορθά εκτιμάται ως λόγος από τον αριθμό 1 και όχι και 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 197 και 198 ΑΚ έκρινε, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, ότι η ιστορούμενη στην ένδικη αγωγή ως αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά της εναγόμενης ΔΕΗ Α.Ε.
κατά το χρονικό διάστημα που προηγήθηκε της κατακύρωσης στην κοινοπραξία των αναιρεσειουσών του μειοδοτικού διαγωνισμού που αυτή προκήρυξε για την ανάδειξη αναδόχου για το έργο της κατασκευής γραμμής μεταφοράς απλού κυκλώματος 400 KV EP στη διαδρομή Τρίκαλα - Άραχθος και ειδικότερα η υπαίτια παράλειψή της να ενημερώσει έγκαιρα τους μετέχοντες στο διαγωνισμό για την εκτέλεση του έργου σε εδάφη αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, δεν θεμελιώνουν μετά τη σύναψη της ίδιας της σύμβασης ανάθεσης του έργου ευθύνη της προς αποζημίωση των αναιρεσειουσών για τις ζημίες που υπέστησαν κατά την εκτέλεση του έργου εξ αιτίας και της ως άνω συμπεριφοράς της αντιδίκου τους.
Η κρίση αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ότι αποκλείεται η ύπαρξη τέτοιας ευθύνης της "ΔΕΗ Α.Ε.", αφότου καταρτίσθηκε η επίδικη σύμβαση έργου, είναι νομικά εσφαλμένη, αφού η σύναψη της σύμβασης δεν αποκλείει αφ' εαυτής την ύπαρξη ευθύνης για ζημίες κατά το στάδιο μετά τη σύναψη της σύμβασης, δηλαδή, εκείνες που θα είχαν αποφευχθεί, αν δεν είχε μεσολαβήσει το προσυμβατικό πταίσμα.
Τέτοιες δε ζημίες, που να τελούν σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τη συμπεριφορά της "ΔΕΗ Α.Ε.", επικαλούνται με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσείουσες, αφού ισχυρίζονται ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει η αποδιδόμενη σ' αυτή αντισυναλλακτική συμπεριφορά κατά το προσυμβατικό στάδιο, σε σχέση με την ύπαρξη στον τόπο του έργου εδαφών αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, θα είχαν αποφύγει τη συμμετοχή τους στο μειοδοτικό διαγωνισμό της αντιδίκου τους ή θα είχαν διαμορφώσει διαφορετικά, την προσφορά τους.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αντίστοιχη αγωγική βάση από τις διατάξεις των άρθρων 197, 198, 199, 288 και 298 ΑΚ, χωρίς να την ερευνήσει κατ' ουσίαν, παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο σχετικός τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά την έννοια του άρθρ. 914 ΑΚ, που χαρακτηρίζει ως αδίκημα την παράνομη και υπαίτια επαγωγή ζημίας σε άλλον, μπορεί και η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει αδικοπρακτική ευθύνη, αν είναι και καθεαυτή παράνομη, δηλαδή και χωρίς τη συμβατική σχέση, όπως συμβαίνει και όταν παραβιάζεται το γενικό καθήκον επιμέλειας, που επιβάλλει να μην προκαλείται ζημία σε άλλον υπαιτίως (ΟλΑΠ 767/1973, ΑΠ 1527/2013, ΑΠ 1145/2003, ΑΠ 335/2003, ΑΠ 1801/2001, ΑΠ 212/2000).
Στην περίπτωση αυτή συρρέουν οι αξιώσεις από τη σύμβαση με αυτές από το αδίκημα και αν μεν κατατείνουν σε διαφορετικές παροχές πρόκειται για γνήσια συρροή αξιώσεων, ενώ αν αφορούν την αυτή παροχή, που απλώς θεμελιώνεται τόσο ενδοσυμβατικά όσο και εξωσυμβατικά, δηλαδή σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις, πρόκειται για συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της αυτής ενιαίας αξίωσης.
Αντίστοιχα ο δανειστής δικαιούται να ασκήσει όποια από τις περισσότερες αξιώσεις του ο ίδιος προκρίνει ή να στηρίξει την ενιαία αξίωσή του σε οποιαδήποτε από τις περισσότερες βάσεις της ή και σε όλες κατά τρόπο ισοδύναμο ή επικουρικό. Τις περισσότερες όμως συρρέουσες αξιώσεις του ο δανειστής μπορεί να ασκήσει από κοινού μόνον επικουρικά τη μια της άλλης, αφού δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση σωρευτικά όλων των αξιώσεων αυτών, αλλά η ικανοποίηση της μιας επιφέρει την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν κάποια απ' αυτές έχει ευρύτερο αντικείμενο, οπότε σώζεται κατά το επιπλέον.
Σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή η επικαλούμενη από τις αναιρεσείουσες ως επιζήμια γι' αυτές μεταβολή στις συνθήκες εκτέλεσης του επίδικου έργου δεν συνδέεται αιτιωδώς με προσυμβατική ευθύνη της εναγόμενης" ΔΕΗ Α.Ε." και κατ' επέκταση με αντίστοιχη αδικοπρακτική ευθύνη της, ενώ και κατά το συμβατικό ακολούθως στάδιο εκτέλεσης του έργου δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της, αφού η όλη συμπεριφορά της κατά το στάδιο αυτό, που είχε ως συνέπεια κατά τις αναιρεσείουσες τη δυσμενή και επιζήμια γι' αυτές εξέλιξη του έργου, δεν αποτελεί καθεαυτή παράνομη συμπεριφορά, αν τεθεί εκτός του συμβατικού πλαισίου.
Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε, όπως και το Πρωτοδικείο, με τον ίδιο τρόπο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 914 ΑΚ, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος δέκατος τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, που εκτιμάται ορθά ως λόγος από τον αριθμό 1 και όχι και από τους αριθμούς 9 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης ειδικά για την αγωγική βάση από τις διατάξεις των άρθρων 351, 358 και 298 ΑΚ, κατά το μέρος που συνδεόταν με υπερημερία δανειστή στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης- εναγομένης, σχετικά με τη σύμπραξή της, όπου αυτή ήταν αναγκαία κατά την εκτέλεση του ένδικου έργου, και τα ακόλουθα: "Τον Αύγουστο του 1996 η εναγομένη ΔΕΗ Α.Ε...
προκήρυξε διεθνή μειοδοτικό διαγωνισμό με ανοικτές προσφορές για την ανάδειξη αναδόχου του έργου "Κατασκευή γραμμής μεταφοράς απλού κυκλώματος 400 KV EP της διαδρομής Τρίκαλα - Άραχθος", μήκους 103,1 χιλιομέτρων, συνολικού προϋπολογισμού κατά τη μελέτη 2.800.000.000 δραχμών. Μετά από αίτημα μερικών μειοδοτών, μεταξύ των οποίων και της δεύτερης ενάγουσας (δεύτερης αναιρεσείουσας)..., μετατέθηκε ο χρόνος ανοίγματος των προσφορών, οι οποίες ανοίχθηκαν τελικά στις 16.1.1997 και επιλέχθηκε ως μειοδότρια η μικρότερη προσφορά της κοινοπραξίας ΒΙΟΤΕΡ - DALEKOVOD, η οποία όμως, μετά πάροδο δυο μηνών, κρίθηκε μη αποδεκτή τεχνικά λόγω έλλειψης της απαιτούμενης εμπειρίας και η εναγομένη προχώρησε τότε στην αξιολόγηση της επόμενης μειοδότριας που ήταν η κοινοπραξία των εναγουσών (αναιρεσειουσών).
Η εναγομένη ζήτησε δυο παρατάσεις ισχύος της προσφοράς των εναγουσών, την πρώτη μέχρι τις 30.6.1997 και τη δεύτερη μέχρι τις 31.7.1997, στις οποίες συμφώνησαν οι ενάγουσες και αποδέχθηκαν τις παρατάσεις αυτές ισχύος της προσφοράς τους... Έτσι τον Ιούλιο του 1997 η εναγομένη ανακοίνωσε στις ενάγουσες την ανάθεση του έργου και τις κάλεσε να προσέλθουν να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση...
Η υπογραφή της εν λόγω σύμβασης έλαβε χώρα στις 10.9.1997, ήτοι μετά πάροδο 40 ημερών και τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι το σχετικό συμφωνητικό ίδρυσης της κοινοπραξίας των εναγουσών υπογράφτηκε μεταξύ τους μόλις στις 25.8.1997 και επομένως πριν από την ημερομηνία αυτή δεν ήταν δυνατή η υπογραφή της σύμβασης από λόγους που αφορούσαν τις κοινοπρακτούσες εταιρείες.
Με τη σύμβαση... η κοινοπραξία των εναγουσών ανέλαβε τόσο τη θεμελίωση και την ανέγερση 289 συνολικά πύργων όσο και την ενσυρμάτωση αυτών... Το συμβατικό τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.536.005.062 δραχμών... και επίσης συμφωνήθηκε ότι η αποπεράτωση του έργου θα γίνει σε χρονικό διάστημα 660 ημερών από τη θέση σε ισχύ της σύμβασης, η οποία τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία υπογραφής του πρωτοκόλλου εγκατάστασης της αναδόχου στο έργο.
Μεταξύ άλλων, η κοινοπραξία δήλωσε προς την εναγομένη ότι έλαβε υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες και όλες τις συνθήκες και τις μεταβολές που μπορούν να επηρεάσουν την εκτέλεση της σύμβασης, την αξία του εξοπλισμού της, τις εργασίες που θα εκτελέσει και τις υπηρεσίες που θα παρέχει σύμφωνα με το άρθρ. 33 παρ.2 των γενικών όρων του συμφωνητικού τους και ότι αποδέχεται ότι το παραπάνω τίμημα θα αποτελεί την πλήρη αποζημίωση της και ότι αυτό καλύπτει όλες τις απαιτούμενες δαπάνες για την εκτέλεση του έργου...
Επίσης ότι το τίμημα αυτό δεν υπόκειται σε αναθεώρηση παρά μόνο στην προβλεπόμενη στο άρθρ. 8 των ειδικών όρων του συμφωνητικού τους. Επιπλέον, με το άρθρ. 10παρ.1 των γενικών όρων του συμφωνητικού των διαδίκων δηλώθηκε ότι "η κοινοπραξία έχει επισκεφθεί την περιοχή του έργου και έχει προβεί σε επιτόπια εξέταση της τοποθεσίας του, των γειτονικών χώρων, της ύπαρξης τυχόν δουλείας διέλευσης και ότι ενημερώθηκε για τις απαιτούμενες βοηθητικές εγκαταστάσεις, τον τύπο του εξοπλισμού, τη θέση και την καταλληλότητα των υλικών κατασκευής, τα μέσα προσπέλασης στην τοποθεσία του έργου, τις τοπικές εργασιακές συνθήκες και όλες τις τοπικές συνθήκες που μπορούν να επιδράσουν με οποιονδήποτε τρόπο στην εκτέλεση των εργασιών ή στο κόστος τους".
Επίσης η κοινοπραξία βεβαίωσε ότι οι συμβατικές τιμές είναι αποτέλεσμα δικών της υπολογισμών και βασίζονται στη δική της γνώμη και εκτίμηση των συνθηκών και κινδύνων που υπάρχουν και όχι σε οποιαδήποτε περιγραφή ή δήλωση της επιχείρησης (άρθρ. 10 παρ.2 των γενικών όρων). Ομοίως βεβαίωσε ότι σχημάτισε δική της γνώμη με επιτόπια επιθεώρηση της περιοχής και με άλλες έρευνες που θεώρησε αναγκαίες και ότι έδωσε δική της ερμηνεία στα στοιχεία που της τέθηκαν υπόψη και αναλαμβάνει ρητά και ανεπιφύλακτα τη σχετική ευθύνη και τον κίνδυνο (άρθρ. 10 παρ.3 των γενικών όρων).
Περαιτέρω συμφώνησε ότι σε καμία περίπτωση δεν δικαιούται αποζημίωσης ή πρόσθετης αμοιβής για λόγους που αφορούν στις συνθήκες εκτέλεσης του έργου, πλην των ρητά αναφερόμενων στη σύμβαση (άρθρ. 10 παρ.4 των γενικών όρων). Συνάμα σε περίπτωση καθυστέρησης εκτέλεσης των εργασιών λόγω αποκάλυψης αρχαίων αντικειμένων συμφωνήθηκε ότι θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρ. 40 των γενικών όρων περί ανώτερης βίας, το οποίο ορίζει ότι τα περιστατικά ανώτερης βίας, που επηρεάζουν το έργο, είναι αποδεκτά μόνο ως λόγος καθυστέρησης εκτέλεσης του έργου και όχι ως λόγος αποζημίωσης της κοινοπραξίας, η οποία και δεν δικαιούται να εγείρει κατά της ΔΕΗ απαιτήσεις που αφορούν οποιεσδήποτε τυχόν δαπάνες ή και οικονομική επιβάρυνσή της ως συνέπεια περιστατικού ανώτερης βίας (άρθρ. 40 παρ.1)...
Παράλληλα συμφωνήθηκε ότι η ανάδοχος κοινοπραξία υποχρεούται με δικές της δαπάνες να προβαίνει στην προμήθεια, εγκατάσταση και λειτουργία οποιωνδήποτε μηχανημάτων, εργαλείων, υλικών και εφοδίων, αναγκαίων ή χρησίμων για την εκτέλεση του έργου (άρθρ. 18 των γενικών όρων). Επίσης συμφωνήθηκε ότι η ΔΕΗ δικαιούται να μειώσει το αντικείμενο της σύμβασης μέχρι και 25% του συμβατικού τιμήματος του έργου, χωρίς η ανάδοχος κοινοπραξία να δικαιούται οποιασδήποτε αποζημίωσης (άρθρ. 36 παρ.3 των γενικών όρων).
Από τους ως άνω όρους της σύμβασης αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφισβήτησης ότι οι ενάγουσες είχαν αναγνωρίσει το ανωτέρω τίμημα ως εύλογο εργολαβικό αντάλλαγμα, έχοντας λάβει οι ίδιες υπόψη τις ιδιαιτερότητες του έργου, το οποίο εκτεινόταν σε χιλιομετρική απόσταση 103,10 χιλιομέτρων εντός πεδινού, ορεινού και ημιορεινού όγκου...
Η κοινοπραξία αμέσως μετά την υπογραφή της ως άνω σύμβασης και μάλιστα την επόμενη ημέρα και πριν ακόμη εγκατασταθεί στο έργο, ζήτησε με την από 11.9.1997 επιστολή της παράταση του συμβατικού χρόνου κατασκευής του έργου, επικαλούμενη δυσκολίες στην πρόσβαση λόγω δυσχερών τοπικών συνθηκών κατά τη χειμερινή περίοδο...
Η εναγομένη δεν έκανε δεκτό το αίτημά της, διότι κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν στη σύμβαση, δηλαδή πριν καν την έναρξη του έργου να δοθεί παράταση του συμβατικού χρόνου κατασκευής, πράγμα που επιτρεπόταν μόνο κατά τη φάση εκτέλεσης του έργου και σε περίπτωση που για λόγους ανώτερης βίας δεν ήταν δυνατή η περάτωσή του στο συμβατικό χρόνο...
Στις 19.9.1997 η κοινοπραξία ζήτησε την παράδοση των θέσεων εγκατάστασης των πύργων και η παράδοση αυτή ολοκληρώθηκε από την εναγομένη μετά πάροδο επτά ημερών... Στη συνέχεια, στις 3.10.1997, η κοινοπραξία υπέγραψε το πρωτόκολλο εγκατάστασης στο έργο και στις 8.10.1997 ζήτησε από την εναγομένη τη χορήγηση των υλικών και δη του χάλυβα.
Στις 10.10.1997 ξεκίνησε τις εκσκαφές θεμελίωσης σε πεδινές περιοχές, στις 11.10.1997 τις γεωτρήσεις, ενώ στις 3.11.1997 τις σκυροδετήσεις. Μέχρι αυτή τη χρονική περίοδο η κοινοπραξία δεν είχε υποβάλει στην εναγομένη χρονοδιάγραμμα του έργου, καίτοι ήταν υποχρεωμένη να υποβάλει αυτό αμέσως με την υπογραφή της σύμβασης, γεγονός που ανάγκασε την εναγομένη να της αποστείλει την από 12.12.1997 επιστολή της, με την οποία της επισήμανε την αδικαιολόγητη καθυστέρηση υποβολής του και παράλληλα τη βραδύτητα που παρατηρείτο στην εκτέλεση του έργου.
Στις 12.12.1997 η κοινοπραξία ξεκίνησε την χάραξη των οδών πρόσβασης στο ορεινό και ημιορεινό τμήμα του έργου και πολύ αργότερα, ήτοι στις 10.3.1998. υπέβαλε τελικά στην εναγομένη το χρονοδιάγραμμα του έργου, ήτοι με καθυστέρηση έξι μηνών. Έτσι τον Ιούνιο του 1998 και ενώ είχαν διανυθεί ήδη 271 ημερολογιακές ημέρες (ήτοι ποσοστό περίπου 40% του συμβατικού χρόνου) από τις προβλεπόμενες 660 για να τελειώσει το έργο, η κοινοπραξία είχε πραγματοποιήσει μικρό μέρος του έργου με πιστοποιημένο τίμημα ποσού 327.433.017 δρχ.
εκ του συνολικού συμβατικού προϋπολογισμού. Συγκεκριμένα από την έναρξη του έργου μέχρι τις 30.4.1998 είχαν κατασκευαστεί 41 πύργοι, ενώ από τις 30.4.1998 μέχρι τις 30.8.1998 κατασκευάστηκαν άλλοι 59 πύργοι. Το γεγονός ότι δεν προχώρησε το έργο με γρηγορότερο ρυθμό οφείλεται στο γεγονός ότι μεσολάβησε από την υπογραφή της σύμβασης ένας χειμώνας με πολλές βροχοπτώσεις, αλλά και στο γεγονός ότι κατά το υπόλοιπο διάστημα, κατά το οποίο δεν υπήρχαν βροχοπτώσεις ή δύσκολες καιρικές συνθήκες, δεν υπήρχε από πλευράς κοινοπραξίας ο απαραίτητος συντονισμός προς εκμετάλλευση του μεσολαβήσαντος καλού καιρού για την προώθηση του έργου.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε καλός συντονισμός στην εκτέλεση του έργου, καθώς και ο απαραίτητος αριθμός τεχνικού προσωπικού στα συνεργεία θεμελίωσης και ανέγερσης, όπως επίσης και ο απαραίτητος μηχανικός εξοπλισμός. Το γεγονός αυτό αντιλήφθηκε η κοινοπραξία τον Ιούλιο του 1998 και γι' αυτό αντικατέστησε το επιτελείο του εργοταξίου, ήτοι τον επιβλέποντα μηχανικό..., τον αναπληρωτή επιβλέποντα μηχανικό και εργοταξιάρχη, ενώ αύξησε το τεχνικό προσωπικό των συνεργείων θεμελίωσης και ανέγερσης, καθώς και τον μηχανικό εξοπλισμό.
Αποτέλεσμα όλων αυτών των αντικαταστάσεων και αυξήσεων προσωπικού και μηχανικού εξοπλισμού, ήταν ο ταχύτερος, μετά ταύτα, ρυθμός εκτέλεσης του έργου... Η εναγομένη, ενόψει της δημοπράτησης του έργου, είχε λάβει άδεια από την αρμόδια ΙΓ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, όπως προκύπτει από την ΔΜΚΜ3037/29.6.1995 απόφαση της τελευταίας, με την οποία είχε χορηγηθεί άδεια χωροθέτησης της εναέριας γραμμής μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας Τρικάλων-Αράχθου.
Παράλληλα η εναγομένη δυνάμει της ΔΜΚΜ24079/3.11.1997 επιστολής της δήλωσε στην αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία την έναρξη των εργασιών από την κοινοπραξία. Ωστόσο από τις 27.4.1998 έως τις 5.5.1998 η ΙΓ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων προχώρησε σε διακοπή των χωματουργικών εργασιών στο τμήμα από τον πύργο 101 μέχρι τον πύργο 164, διότι τα συνεργεία της κοινοπραξίας προέβησαν σε διάνοιξη δρόμων για την εγκατάσταση πυλώνων, παρά την ρητή εντολή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας να παρίστανται υπάλληλοι της αρχαιολογίας κατά τη φάση των χωματουργικών αυτών εργασιών.
Για το λόγο αυτό η Αρχαιολογική Υπηρεσία ανέστειλε προσωρινά τις εργασίες του έργου. Όμως μετά την πάροδο επτά (7) ημερών το θέμα διευθετήθηκε και οι εργασίες συνεχίστηκαν στο ως άνω τμήμα απρόσκοπτα, πλην του τμήματος της γραμμής από τους πύργους 133 έως 136, 152 έως 157 και 161 έως 164, στους οποίους, λόγω της ανεύρεσης αρχαίων αντικειμένων, υπήρξε εμπλοκή με την αρχαιολογία.
Μάλιστα η εναγομένη χρηματοδότησε την ανασκαφική αρχαιολογική έρευνα στο τμήμα αυτό, όπως αποδεικνύεται και από την ΔΜΚΜ21831/12.5.1998 επιστολή της, με την οποία ανέλαβε να καταβάλει μια δαπάνη ύψους 100.000.000 δραχμών για τη διενέργεια σωστικής ανασκαφικής έρευνας. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στις 31 Ιουλίου του έτους 1998, κατά την εκτέλεση των εργασιών θεμελίωσης και ανέγερσης των πύργων με αριθμούς 174 έως 188, στην περιοχή της Κοινότητας Πηγών Άρτας, παρουσιάστηκε πρόβλημα από τους κατοίκους, οι οποίοι διεκδικούσαν τη συγκεκριμένη έκταση, μολονότι η εναγομένη είχε λάβει άδεια επέμβασης από τη Διεύθυνση Δασών Άρτας.
Έτσι τα συνεργεία της κοινοπραξίας μεταφέρθηκαν στις 3 Αυγούστου του έτους 1998 στον πύργο 190, όπου συνέχισαν τις εργασίες χάραξης, εκσκαφής και γεώτρησης, αναμένοντας τη λύση του προβλήματος στο παραπάνω τμήμα. Στις 24.3.1999 η κοινοπραξία έλαβε εντολή από την εναγομένη να προβεί σε εργασίες στο ανωτέρω τμήμα, στις Πηγές Άρτας, διότι επήλθε συμφωνία με τους κατοίκους της περιοχής.
Όμως την 1.4.1999 παρουσιάσθηκαν αντιδράσεις από τους κατοίκους στην περιοχή του Δήμου Βλαχέρνας (Κοινότητα Γραμμενίτσας), με αποτέλεσμα η εναγομένη να δώσει εντολή αναστολής των εργασιών στο τμήμα από τον πύργο 275 έως τον πύργο 289, ενώ στη συνέχεια προέβη σε τροποποίηση της γραμμής όδευσης. Το ανωτέρω πρόβλημα επιλύθηκε στις 8.6.1999, όμως στις 4.6.1999 δημιουργήθηκε εκ νέου πρόβλημα στην περιοχή του Δήμου Άρτας, στους πύργους 171 έως 187, ενώ στις 28.6.1999 παρουσιάσθηκε πρόβλημα στην Κοινότητα Διάσελου, στο τμήμα μεταξύ των πύργων 238 και 249, το οποίο όμως λύθηκε αυθημερόν.
Στις 7.7.1999 φαίνεται ότι επιλύθηκε το πρόβλημα στις Πηγές Άρτας, ενώ δημιουργήθηκε εκ νέου πρόβλημα κατά την ανέγερση του πύργου 176 στις 17.8.1999, το οποίο επιλύθηκε στις 19.8.1999, ήτοι σε δύο ημέρες, και εν τέλει, στο τέλος Αυγούστου του έτους 1999, ολοκληρώθηκαν οι εργασίες ανέγερσης των πύργων στο σημείο αυτό...
Σύμφωνα με τη σύμβαση προβλέπονταν έξι τύποι θεμελίωσης των πύργων και ένας τύπος ειδικής θεμελίωσης. Έτσι η κοινοπραξία, με βάση τις τεχνικές προδιαγραφές της θέσης κάθε πύργου, πρότεινε στην εναγομένη τον τύπο θεμελίωσης από τους προβλεπόμενους, που είχε πρόθεση να εφαρμόσει, τον οποίο στην συνέχεια η εναγομένη ενέκρινε με τους αρμόδιους μηχανικούς της.
Αν δεν ήταν δυνατή η κατασκευή τυποποιημένης γενικής θεμελίωσης, χρησιμοποιούνταν οι ειδικές θεμελιώσεις και αν δεν ήταν εφικτή ούτε η ειδική θεμελίωση, τότε, σύμφωνα με τη σύμβαση, προβλεπόταν η δυνατότητα αφαίρεσης της συγκεκριμένης θεμελίωσης από την ανάδοχο... Στις 27.5.1998 και στις 5.6.1998 η κοινοπραξία υπέβαλε πίνακα με μελέτη για ειδικές θεμελιώσεις στις θέσεις των πύργων 1 έως 7, 11 και 25 έως 27, η δε εναγομένη ενέκρινε στη συνέχεια την ανωτέρω μελέτη για τις συγκεκριμένες θεμελιώσεις, σύμφωνα με την από 26.8.1998 επιστολή της, με αποτέλεσμα οι σκυροδετήσεις για τους ανωτέρω πύργους να ολοκληρωθούν τον Αύγουστο του έτους 1998.
Στις 4.8.1998 παρατηρήθηκε αδυναμία εφαρμογής της συμβατικής θεμελίωσης στις θέσεις των πύργων 118 και 150 λόγω ακαταλληλότητας του εδάφους. Η εναγομένη ενημέρωσε την κοινοπραξία με την από 15.12.1998 επιστολή της ότι βρισκόταν σε επαφή με άλλη τεχνική εταιρεία προκειμένου να αναλάμβανε εκείνη τη μελέτη και την κατασκευή των συγκεκριμένων θεμελιώσεων, λόγω της ιδιαιτερότητας του υπεδάφους στο συγκεκριμένο σημείο, απορρίπτοντας για τις θεμελιώσεις αυτές την προσφορά που είχε δώσει η κοινοπραξία, ως υπέρογκη.
Στη συνέχεια η εναγομένη αφαίρεσε από το αντικείμενο της σύμβασης τη θεμελίωση και την ανέγερση των πύργων αυτών. Στις 21.7.1999 παρουσιάστηκαν προβλήματα σταθερότητας του εδάφους στον πύργο 149 και η εναγομένη στις 17.8.1999 καθόρισε νέα θέση του πύργου, πέντε μέτρα μπροστά. Επίσης στις 6.7.1999 και στις 26.7.1999...η κοινοπραξία προσέφερε για τους πύργους 168 και 289 νέα τιμή μονάδας για τύπους θεμελίωσης που δεν περιγράφονταν στη σύμβαση, όμως η εναγομένη δεν αποδέχθηκε την προσφορά της και στις 6.8.1999 αφαίρεσε από το αντικείμενο της σύμβασης τη θεμελίωση και την ανέγερση και των ανωτέρω πύργων.
Παράλληλα η κοινοπραξία, λόγω της ελαττωματικότητας εξαρτημάτων που της χορήγησε η εναγομένη, αναγκάστηκε αρκετές φορές να επιστρέψει υλικά για επιδιόρθωση στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, όπως ενδεικτικά συνέβη στις 6.10.1998, 20.10.1998, 21.10.1998, 22.10.1998, 29.10.1998, 31.10.1998, 2.11.1998, 3.11.1998, 4.11.1998 και 10.11.1998. Όμως πρόκειται για υποχρέωση που πηγάζει από τη σύμβαση και ειδικότερα από το άρθρο 11 παρ.13 των ειδικών όρων της, σύμφωνα με το οποίο ρητά προβλέπεται ότι η κοινοπραξία υποχρεούται να ελέγξει ποσοτικά και ποιοτικά ως προς την καταλληλότητα και τη δυνατότητα συναρμολόγησης το εκάστοτε παραδιδόμενο υλικό και πριν από τη χρησιμοποίησή του να αναφέρει αμέσως οιαδήποτε παρατήρηση.
Επιπλέον, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές κατασκευής, προβλέφθηκε ότι η κοινοπραξία, κατά τη φάση ανέγερσης των πύργων, θα αποκαθιστούσε η ίδια, δηλαδή χωρίς επιβάρυνση της εναγόμενης, οποιαδήποτε μικροελαττώματα των χαλύβδινων μερών, εφόσον υπήρχαν. Το Μάιο του έτους 1999 η κοινοπραξία υπέβαλε στην εναγομένη αίτηση παράτασης 273 ημερολογιακών ημερών με αναπροσαρμογή του χρονοδιαγράμματος, ισχυριζόμενη ότι λόγω ανώτερης βίας εξ αιτίας των παραπάνω προβλημάτων δεν ήταν εφικτή η ολοκλήρωση του έργου στις συμβατικές προθεσμίες.
Συγκεκριμένα η κοινοπραξία ανέφερε ότι αιτία της μη ολοκλήρωσης εγκαίρως του έργου αποτέλεσε κυρίως η διακοπή των εργασιών λόγω αρχαιολογικών ευρημάτων σε διάφορες θέσεις των πύργων, η δε εναγομένη ενέκρινε με την ΔΜΚΜ23106/30.8.1999 επιστολή της την παράταση των συμβατικών προθεσμιών για 160 ημερολογιακές ημέρες, ήτοι μέχρι τις 31-12-1999.
Τον Νοέμβριο του έτους 1999 η κοινοπραξία με την ΔΜΚΜ 6395/25.11.1999 νέα επιστολή της ζήτησε τη μείωση του αντικειμένου της σύμβασης λόγω των συνεχιζόμενων προβλημάτων με την αρχαιολογική υπηρεσία, η δε εναγομένη, το Δεκέμβριο του έτους 1999, αφαίρεσε τους πύργους με τους αριθμούς 132 έως 136, 152 έως 155, 157 και 162 έως 164 λόγω δεσμεύσεων της αρχαιολογίας και τους πύργους με τους αριθμούς 118, 150, 168 και 289 λόγω αδυναμίας θεμελίωσης.
Τον Ιούλιο του έτους 2000 η κοινοπραξία με την ΔΜΚΜ3382/4.7.2000 επιστολή της ζήτησε νέα παράταση 182 ημερολογιακών ημερών έως τις 30.6.2000, η οποία εγκρίθηκε από την εναγομένη με την υπ' αριθ. 23185/25.7.2000 επιστολή της, ενώ στη συνέχεια με νεότερη επιστολή της η κοινοπραξία ζήτησε την παράταση της συμβατικής προθεσμίας έως τις 30.9.2000 και την αποδέσμευσή της από το υπόλοιπο έργο λόγω της καθυστέρησης που δημιουργούσε στο έργο η εμπλοκή της αρχαιολογικής υπηρεσίας.
Η εναγόμενη στις 21.9.2001 αφαίρεσε από το αντικείμενο της σύμβασης τις υπολειπόμενες εργασίες, βεβαιώνοντας κατά τα λοιπά ότι οι εργασίες περατώθηκαν εμπρόθεσμα στις 30.9.2000 και προχώρησε στις 20.1.2003 στην υπογραφή του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου, διαπιστώνοντας ότι είχε ολοκληρωθεί η θεμελίωση 258 πύργων, η ανέγερση 218 πύργων και η ενσυρμάτωση 184 πύργων.
Στη συνέχεια, στις 10.10.2003, υπογράφηκε το πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής του έργου, βάσει του οποίου το συνολικό εργολαβικό αντάλλαγμα ανήλθε στο ποσό των 2.599.082.106 δραχμών, εκ των οποίων ποσό 2.335.160.697 δραχμών αποτελούσε το συμβατικό τίμημα και ποσό 236.921.409 δραχμών το τίμημα των αναθεωρήσεων. Ωστόσο η πρώτη ενάγουσα είχε ήδη υποβάλει προς την εναγομένη την από 21.12.2000 αίτηση της, η οποία κοινοποιήθηκε στις 29.12.2000..., με την οποία ανέφερε ότι υπέστη από το έργο ζημία, ανερχόμενη στο ποσό των 2.746.239.830 δραχμών από υπαιτιότητα της εναγομένης.
Παράλληλα και η δεύτερη ενάγουσα είχε υποβάλει προς την εναγομένη, για την ίδια ως άνω αιτία, την από 21.12.2000 αίτησή της, η οποία κοινοποιήθηκε στις 29.1.2001, ζήτησε δε μ' αυτή το ήδη αιτούμενο με την αγωγή της ποσό. Όμως ο φιλικός διακανονισμός της διαφοράς κατέστη άγονος μεταξύ των διαδίκων. Με βάση τα παραπάνω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατέστη με υπαιτιότητά της υπερήμερη κατά την εκτέλεση του έργου, όπως οι ενάγουσες ισχυρίζονται.
Τούτο διότι η εναγομένη είχε ζητήσει και είχε εξασφαλίσει πριν από την έναρξη του έργου την απαιτούμενη άδεια εκτέλεσης εργασιών από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία, ενώ είχε συμφωνηθεί ότι η τελευταία θα παρίστατο στις εκσκαφές των συνεργείων της κοινοπραξίας. Επίσης, η εναγομένη είχε προβεί σε απαλλοτρίωση των εκτάσεων από τις οποίες διερχόταν η γραμμή μεταφοράς, ενώ για τις περιοχές της Άρτας το Δημόσιο την είχε ενημερώσει λανθασμένα ότι οι συγκεκριμένες εκτάσεις ήταν δημόσιες και δεν συνέτρεχε λόγος απαλλοτρίωσής τους.
Επίσης, στην περιοχή της Βλαχέρνας, μολονότι η εναγομένη είχε προβεί σε απαλλοτρίωση των εκτάσεων διέλευσης της γραμμής, αντιδρούσαν οι κάτοικοι της περιοχής. Ομοίως, είχε προβλεφθεί συμβατικά, ότι σε περίπτωση μη εφαρμογής της προβλεπόμενης θεμελίωσης λόγω ακαταλληλότητας του υπεδάφους θα πραγματοποιείτο από την ανάδοχο κοινοπραξία ειδική μελέτη θεμελίωσης με προσφορά τιμήματος από αυτήν.
Παράλληλα είχε συμφωνηθεί ότι η κοινοπραξία όφειλε να ελέγχει η ίδια την καταλληλότητα των υλικών και να ενημερώνει την εναγομένη για την αντικατάστασή τους. Περαιτέρω, εξαιτίας του μεγάλου όγκου των εργασιών η κοινοπραξία είχε τη δυνατότητα, σε περίπτωση που προέκυπτε κάποιος αστάθμητος παράγων κατά την κατασκευή τμήματος του έργου, να παρακάμπτει το τμήμα αυτό και να προχωρεί στην κατασκευή του επομένου τμήματος.
Επιπλέον η κοινοπραξία από την έναρξη του έργου έως το Μάϊο του έτους 1998 δεν αντιμετώπισε προβλήματα με την αρχαιολογική υπηρεσία ή με τους κατοίκους των περιοχών, ώστε να δυσκολεύεται στην εκτέλεση του έργου. Παρόλα αυτά όμως, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, είχε εκτελέσει μικρό μόνον τμήμα του έργου και αντιμετώπιζε ήδη χρονική πίεση λόγω της συμβατικής προθεσμίας.
Περαιτέρω, όταν αντιμετώπισε πρόβλημα σε συγκεκριμένο τμήμα με την αρχαιολογική υπηρεσία, τα συνεργεία της προχώρησαν στην επόμενη κατασκευή, το ίδιο δε συνέβη και όταν παρουσιάστηκε πρόβλημα με τους κατοίκους του Δήμων Άρτας και Φαρσάλων, καθώς και όταν παρουσιάστηκε πρόβλημα στη θεμελίωση συγκεκριμένων πύργων.
Τα ανωτέρω αποδεικνύονται ιδίως από τα προσκομιζόμενα ημερολόγια κατασκευής του έργου, από τα οποία προκύπτει η καθημερινή εργασία των συνεργείων, η μετακίνησή τους από τα τμήματα του έργου που παρουσίαζαν καθυστέρηση και η συνέχιση των εργασιών σε άλλο σημείο. Επίσης τα ανωτέρω γεγονότα αποδεικνύονται και από τη σαφή και πειστική ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, μηχανικού της εναγομένης, ο οποίος επέβλεπε το έργο και κατέθεσε για την απρόσκοπτη συνέχιση των εργασιών, ενώ δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, πολιτικού επίσης μηχανικού, ο οποίος κατέθεσε μεν ότι η τμηματική κατασκευή του έργου δημιουργούσε πρόσθετες επιβαρύνσεις στην κοινοπραξία και ότι τα έξοδα αυτά προέρχονταν από την μεταφορά και μετακίνηση των συνεργείων, όμως, όπως ο ίδιος επίσης κατέθεσε, η θεμελίωση και γεώτρηση εκάστου πύργου δεν απαιτούσε την δημιουργία ξεχωριστού εργοταξίου.
Και ναι μεν οι ενάγουσες ισχυρίζονται... ότι πρωτίστως η καθυστέρηση προόδου του έργου και επομένως η ζημία τους προκλήθηκε από το γεγονός ότι ενώ ανέμεναν βάσει του χρόνου προκήρυξης του διαγωνισμού και της ορισθείσης ημερομηνίας ανοίγματος των προσφορών, δεδομένα με βάση τα οποία διαμόρφωσαν την προσφορά τους, ότι κατά το χρονικό διάστημα των 660 ημερολογιακών που θα κατασκευαζόταν το έργο, θα μεσολαβούσαν δύο καλοκαίρια και ένας χειμώνας, εντούτοις αυτό ανατράπηκε από υπαιτιότητα της εναγομένης.
Όμως την παράταση του χρόνου ανοίγματος των προσφορών, ζήτησε, μεταξύ άλλων εταιρειών, και η δεύτερη ενάγουσα, ενώ μετά το άνοιγμα των προσφορών και όταν γνωστοποιήθηκε στις ενάγουσες ότι θα ανακηρυχθούν... μειοδότριες του εν λόγω διαγωνισμού, αυτές συμφώνησαν στην παράταση ισχύος της προσφοράς τους.
Έτσι, όταν τελικά, στις 31.7.1997, τους ανακοινώθηκε ότι έγινε δεκτή η προσφορά τους, αφού προηγουμένως είχαν συμφωνήσει στην παράταση ισχύος της, γνώριζαν ήδη ότι είχε αλλάξει το χρονικό σημείο έναρξης των εργασιών του έργου..., ενώ στη συνέχεια, καίτοι κλήθηκαν από την εναγομένη να υπογράψουν την σύμβαση από τις 31.7.1997, αυτές δεν ήσαν έτοιμες προς τούτο πριν από τον Σεπτέμβριο του 1997, διότι το συμφωνητικό της κοινοπραξίας τους υπογράφηκε μόλις στις 25.8.1997...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εργασίες του έργου, μετά την ανάληψή του από τις ενάγουσες, προχώρησαν με αργούς ρυθμούς, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το ότι αυτές μόνο μετά πάροδο μηνών υπέβαλαν το χρονοδιάγραμμά του, καίτοι ήταν από την σύμβαση υποχρεωμένες να το υποβάλουν με την υπογραφή της, στις 10.9.1997.
Σ' αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι μόλις μία ημέρα μετά την υπογραφή της σύμβασης ζήτησαν παράταση του συμβατικού χρόνου αποπεράτωσης του έργου. Και ναι μεν παρουσιάστηκαν εκ των υστέρων διάφορα προβλήματα στην ομαλή πορεία του..., πλην όμως αυτά επιλύθηκαν σε πολύ σύντομα χρονικά διαστήματα, άλλοτε σε μια εβδομάδα, άλλοτε αυθημερόν και άλλοτε σε δύο ημέρες.
Έτσι το κυρίως πρόβλημα αποτέλεσε η εμπλοκή με τους αρχαιολογικούς χώρους, αυτοί όμως ήταν περιορισμένης χιλιομετρικής έκτασης και δη από τα 103 χιλιόμετρα του έργου, περιορίζονταν σε 16 μόνο χιλιόμετρα... Για το πρόβλημα αυτό που ανέκυψε με την αρχαιολογική υπηρεσία και προς επίλυσή του η εναγομένη, εκτός του ότι χρηματοδότησε τις ανασκαφές με ένα κονδύλιο ανερχόμενο σε 100.000.000 δρχ., στο τέλος αφαίρεσε το αντικείμενο των πύργων της διαδρομής στα χιλιόμετρα αυτά..., ενώ παρέτεινε και τον συμβατικό χρόνο αποπεράτωσης του έργου τρεις φορές λόγω ανώτερης βίας...
Έτσι οι ενάγουσες είχαν επαρκή χρόνο να αποπερατώσουν το έργο με αναθεωρημένες τιμές, χωρίς όμως να δικαιούνται ιδιαίτερης αποζημίωσης, αφού σαφέστατα στην σύμβαση είχε ορισθεί ότι αν παραταθεί ο χρόνος αποπεράτωσης του έργου λόγω ανώτερης βίας, η ανάδοχος δεν θα δικαιούται επιπλέον αποζημίωσης... Εξάλλου ο ισχυρισμός των εναγουσών, ότι η εναγομένη γνώριζε, όταν προκήρυξε τον διαγωνισμό, ότι θα υπάρξει εμπλοκή με αρχαιολογικούς χώρους και ότι το απέκρυψε απ' αυτές όταν έδιναν την προσφορά τους, είναι επίσης αναπόδεικτος και αβάσιμος, αφού αποδείχθηκε ότι κατά την επίσκεψη των χώρων, όπου θα πραγματοποιείτο το έργο, υπήρχαν στην περιοχή της Αργιθέας, δίπλα στον επαρχιακό δρόμο Τρικάλων-Άρτας και ακριβώς δίπλα στα σημεία όπου θα χαρασσόταν ο δρόμος του έργου, ορατά ταφικά ευρήματα, ενώ σε μικρή απόσταση επί του δρόμου αυτού υπήρχε και μη ολοκληρωμένη αρχαιολογική ανασκαφή, εξ αιτίας της οποίας τα αυτοκίνητα ακολουθούσαν μια πολύ μικρή παράκαμψη.
Τα προηγούμενα ευρήματα ήταν ορατά από τον καθένα ενδιαφερόμενο, και όπως τα είδαν τα όργανα της εναγομένης, τα είδαν και οι ενάγουσες, χωρίς να μπορεί να προβλέψει τότε κανείς, ούτε η εναγομένη, ποια θα ήταν η έκτασή τους, ώστε να μπορεί να ισχυριστεί κάποιος και μάλιστα κατά τρόπο βάσιμο, ότι αυτή (εναγομένη) γνώριζε εκ των προτέρων ότι υπήρχε πρόβλημα μεγαλύτερο απ' αυτό που φαινόταν...
Όλα τα παραπάνω τα γνώριζαν οι ενάγουσες πριν να δώσουν την προσφορά τους και όμως ενέμειναν σ' αυτή και ποτέ δεν υπαναχώρησαν από την σύμβαση, όταν δε παρουσιάζονταν προβλήματα τοπικά κατά την εκτέλεση του έργου, η κοινοπραξία μετακινούσε τα συνεργεία της σε άλλα σημεία του έργου, όπου δεν υπήρχαν προβλήματα και συνεπώς το έργο δεν καθυστερούσε εξ αιτίας των πρόσκαιρων αυτών προβλημάτων.
Άλλωστε τέτοια προβλήματα ήταν επόμενο ότι θα παρουσιαστούν σε ένα τόσο μεγάλης εμβέλειας έργο και μάλιστα όταν αυτό εκτείνεται τόσο σε πεδινούς όσο και σε ημιορεινούς και ορεινούς όγκους της ελληνικής επικράτειας, δύσβατους σε πολλά σημεία, η δε εναγομένη, στους όρους της σύμβασης, πρόβλεψε τα προβλήματα αυτά ως πιθανά και γι' αυτό τα περιέλαβε στη σύμβαση..
Συνακόλουθα σε καμιά υπαίτια υπερημερία σχετικά με την σύμπραξή της, όπου αυτή ήταν αναγκαία, δεν αποδείχθηκε ότι περιήλθε η εναγομένη και επομένως οι ενάγουσες δεν δικαιούνται για την αιτία αυτή τις δαπάνες που αιτούνται με την αγωγή τους. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η εκπλήρωση της παροχής ήταν ολικά ή μερικά αδύνατη για λόγους που αφορούσαν την εναγομένη, καθόσον και στην περίπτωση που αφαιρέθηκε αντικείμενο της σύμβασης, αυτό δεν υπερέβαινε το 25% του όλου έργου, ποσοστό μέχρι το οποίο είχε συμβατικό δικαίωμα αφαίρεσης, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, αφενός της ζητήθηκε από τις ενάγουσες παράταση του χρόνου αποπεράτωσης του έργου, αφετέρου δε έγινε και αναθεώρηση της αμοιβής τους".
Σύμφωνα με όσα παραπάνω δέχθηκε η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, οι κρίσιμες παραδοχές της είναι ειδικότερα οι ακόλουθες: Ι) Ότι οι αναιρεσείουσες συμφώνησαν να παραταθεί μέχρι και τις 31.7.1997 η ισχύς της προσφοράς, με την οποία η κοινοπραξία τους συμμετέσχε στο μειοδοτικό διαγωνισμό που προκήρυξε η "ΔΕΗ Α.Ε." για την ανάδειξη αναδόχου για το έργο της κατασκευής γραμμής μεταφοράς απλού κυκλώματος 400 KV EP στη διαδρομή Τρίκαλα - Άραχθος, ενώ στη συνέχεια δεν ήταν δυνατή η άμεση υπογραφή της σύμβασης ανάθεσης του έργου από λόγους που αφορούσαν τις ίδιες και συγκεκριμένα η σύμβαση αυτή υπογράφτηκε στις 10.9.1997, επειδή το συμφωνητικό ίδρυσης της κοινοπραξίας τους υπογράφτηκε μόλις στις 25.8.1997,
ΙΙ). Ότι στη σύμβαση ανάθεσης του έργου ρητά δηλώνεται και αποτέλεσε ουσιώδες περιεχόμενό της α) ότι η κοινοπραξία των αναιρεσειουσών επισκέφθηκε την περιοχή του έργου και εξέτασε την τοποθεσία του, τους γειτονικούς χώρους, την ύπαρξη τυχόν δουλείας διέλευσης και ότι ενημερώθηκε γενικώς για όλες τις τοπικές συνθήκες που μπορούσαν να επιδράσουν με οποιοδήποτε τρόπο στην εκτέλεση των εργασιών ή στο κόστος τους, β) ότι έλαβε υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες και όλες τις συνθήκες και τις μεταβολές που μπορούσαν να επηρεάσουν την εκτέλεση της σύμβασης, αποδεχόμενη ότι το συμφωνημένο εργολαβικό αντάλλαγμα (τίμημα) θα αποτελούσε την πλήρη αποζημίωσή της και θα κάλυπτε όλες τις απαιτούμενες δαπάνες για την εκτέλεση του έργου, γ) ότι οι συμβατικές τιμές του έργου υπήρξαν αποτέλεσμα δικών της υπολογισμών και βασίζονται στη δική της γνώμη και εκτίμηση των συνθηκών και κινδύνων και όχι σε οποιαδήποτε περιγραφή ή δήλωση της "ΔΕΗ Α.Ε.", ότι σχημάτισε τη γνώμη της με επιτόπια επιθεώρηση της περιοχής και με άλλες έρευνες που θεώρησε αναγκαίες και ότι έδωσε τη δική της ερμηνεία στα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της και ανέλαβε ρητά και ανεπιφύλακτα τη σχετική ευθύνη και τον κίνδυνο, δ) ότι δεν θα δικαιούται αποζημίωσης ή πρόσθετης αμοιβής για λόγους που θα αφορούν στις συνθήκες εκτέλεσης του όλου έργου, πλην όσων ρητά αναφέρονται στη σύμβαση, ε) ότι σε περίπτωση καθυστέρησης στην εκτέλεση των εργασιών λόγω αποκάλυψης αρχαίων αντικειμένων θα εφαρμόζεται το άρθρ. 40 των γενικών όρων της σύμβασης, κατά το οποίο τα περιστατικά ανώτερης βίας, που επηρεάζουν το έργο, είναι αποδεκτά μόνον ως λόγος καθυστέρησης εκτέλεσης του έργου και όχι ως λόγος αποζημίωσης της κοινοπραξίας, η οποία και δεν θα δικαιούται να εγείρει κατά της "ΔΕΗ Α.Ε." απαιτήσεις για τυχόν δαπάνες και οικονομική επιβάρυνσή της εξ αιτίας περιστατικού ανώτερης βίας και στ) ότι η "ΔΕΗ Α.Ε." θα είχε το δικαίωμα μείωσης του αντικειμένου της σύμβασης μέχρι και 25% του συμβατικού τιμήματος του έργου, χωρίς η ανάδοχος κοινοπραξία να δικαιούται οποιασδήποτε αποζημίωσης,
ΙΙΙ) Ότι μέχρι τον Ιούνιο του 1998, που είχαν διανυθεί 271 ημέρες από τις 660 συνολικά προβλεπόμενες ημέρες για την ολοκλήρωση του έργου, είχε εκτελεστεί μικρό μόνο μέρος του έργου, αξίας 327.433.017 δραχμών, σ' αυτό δε συνετέλεσε, εκτός των καιρικών συνθηκών, και η έλλειψη της αναγκαίας υποδομής σε προσωπικό και εξοπλισμό της κοινοπραξίας, αλλά και ο ανεπαρκής συντονισμός από την πλευρά της για τη γρήγορη προώθηση του έργου και IV).
Ότι τα εμπόδια που παρουσιάστηκαν κατά την εκτέλεση του έργου και είχαν ως συνέπεια να αυξηθεί το κόστος του, να επιμηκυνθεί η διάρκειά του και τελικώς ένα μέρος του να μείνει ανεκτέλεστο, δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα της "ΔΕΗ Α.Ε." και ούτε αυτή αδράνησε να συμπράξει προκειμένου να αποφευχθούν ή να αρθούν, γι' αυτό και δεν ευθύνεται η ίδια ως υπερήμερος δανειστής έναντι των αναιρεσειουσών, σε κάθε δε περίπτωση ήταν εμπόδια για τα οποία η κοινοπραξία τους ρητά με την επίδικη σύμβαση ανέλαβε το σχετικό επιχειρηματικό κίνδυνο, ενώ και από τη φύση τους τα εμπόδια αυτά δεν μπορούσαν να καταστήσουν και δεν κατέστησαν ιδιαίτερα επαχθή την εκτέλεση του έργου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 351, 358 και 383 ΑΚ και με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στις ως άνω παραδοχές, με βάση τις οποίες ορθά απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών, κρίνοντας, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, ότι για τις επικαλούμενες θετικές ζημίες τους κατά την εκτέλεση του επίδικου έργου, που αφορούν τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκαν για τις αμοιβές του εργατοτεχνικού προσωπικού και τα μισθώματα που κατέβαλαν για τα μηχανήματα που βρίσκονταν σε ετοιμότητα κατά το διάστημα διακοπής των εργασιών, δεν ευθύνεται ως υπερήμερη δανείστρια η "ΔΕΗ Α.Ε." Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τους πέμπτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο και δωδέκατο των λόγων της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση οι ακόλουθες πλημμέλειες: 1) Με τους πέμπτο και δωδέκατο λόγους από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι εσφαλμένα η απόφαση αυτή δεν δέχθηκε ότι η "ΔΕΗ Α.Ε." με το να μην εξασφαλίσει τα αναγκαία για την εκτέλεση του επίδικου έργου εδάφη μέσω της έγκαιρης απαλλοτρίωσής τους ή με σύσταση σ' αυτά δουλείας διέλευσης παραβίασε συμβατική υποχρέωσή της και περιήλθε έτσι σε υπερημερία οφειλέτη ή έστω δανειστή, σε κάθε δε περίπτωση παρά το νόμο η απόφαση αγνόησε τους σχετικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, τους οποίους, ωστόσο, η απόφαση σαφώς απέρριψε με τις αντίθετες παραδοχές της, 2) Με τον ένατο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι εσφαλμένα και αντίθετα προς τα διδάγματα της κοινής πείρας η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των άρθρων 351 και 358 ΑΚ, 3) Με τον έβδομο λόγο από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι εσφαλμένα η ίδια απόφαση απέκλεισε την εφαρμογή των άρθρων 351 και 358 ΑΚ με τη σκέψη ότι κατέστη δυνατή η συνέχιση του επίδικου έργου σε εδάφη, στα οποία κατά την εκτέλεσή του δεν υπήρξαν εμπόδια από την αρχαιολογική υπηρεσία ή από τρίτους, αγνόησε δε η απόφαση παρά το νόμο τους αντίθετους ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, οι οποίοι, ωστόσο, δεν αποτελούν ισχυρισμούς κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και στην πραγματικότητα πλήττεται με το λόγο αυτό ανεπίτρεπτα η κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης, 4) Με τον όγδοο λόγο από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών ότι στα εδάφη, στα οποία υπήρχαν αρχαιολογικά ευρήματα, τα συνεργεία της κοινοπραξίας τους απασχολήθηκαν σε αρχαιολογικές ανασκαφές υπό την επίβλεψη της αρχαιολογικής υπηρεσίας και δεν συνέχισαν την εκτέλεση του επίδικου έργου, οπότε όμως πρόκειται και πάλι για αιτίαση που πλήττει την κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία των πραγμάτων και 5) Με τον δέκατο λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι κατά την εκτέλεση του επίδικου έργου υπήρξε έλλειψη της αναγκαίας υποδομής σε προσωπικό και εξοπλισμό της κοινοπραξίας των αναιρεσειουσών, αλλά και πλημμελής συντονισμός από την πλευρά της για τη γρήγορη προώθηση του έργου, παραδοχή όμως που δεν υπήρξε τελικά καθοριστική για την έκβαση της δίκης.
Απορριπτέος επίσης είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε σε πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ με το να προβεί σε εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ, παρόλο που δεν έγινε επίκληση από τις αναιρεσείουσες περιστατικών που να δικαιολογούν την εφαρμογή του στην υπόθεση, αφού αντίθετα με όσα στο λόγο αυτό της αίτησης αναίρεσης διαλαμβάνονται, δεν έγινε με την προσβαλλόμενη απόφαση εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ και συνεπώς στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ο ως άνω λόγος.
Περαιτέρω με τον δέκατο πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιώνται οι αναιρεσείουσες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι αν και δεν είχε σημασία για την έκβαση της δίκης το γεγονός της από μέρους της "ΔΕΗ Α.Ε." χρηματοδότησης των αρχαιολογικών ανασκαφών σε εδάφη του επίδικου έργου, εντούτοις παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρθηκε στη χρηματοδότηση αυτή.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η αποδιδόμενη μ' αυτόν αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά πράγματι πλημμέλεια από τον ως άνω αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Τέλος αβάσιμος και απορριπτέος είναι και δέκατος έκτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού ναι μεν με την από 11.9.1997 επιστολή της προς την εναγόμενη "ΔΕΗ Α.Ε." η κοινοπραξία των αναιρεσειουσών δεν ζήτησε άμεσα την παράταση του χρόνου διάρκειας του επίδικου έργου, όπως το Εφετείο δέχθηκε, αλλά επισήμανε απλώς ότι οι δυσμενείς ενδεχομένως καιρικές συνθήκες θα καθιστούσαν αναγκαία ίσως την παράταση της διάρκειάς του, όμως η εσφαλμένη αυτή ανάγνωση της παραπάνω επιστολής από το Εφετείο δεν αφορά σε καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ώστε να ιδρύεται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον ως άνω αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1999 ΕλλΔνη 1999.270, ΑΠ 1627/2010, 832/2009, 402/2004, 627/2003).
Από τη διάταξη του άρθρ. 296 παρ.1 ΑΚ, που ορίζει ότι για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή, μόνο όμως για οφειλόμενους τόκους ενός ολοκλήρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το δημόσιο, πρέπει δε η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση, προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από το δανειστή, εφόσον όμως και στις δύο αυτές περιπτώσεις καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο, δηλαδή εφόσον κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής έχει συμπληρωθεί χρήση και αντίστοιχα τοκοφορία του κεφαλαίου ετήσια ή και μεγαλύτερη του έτους.
Ειδικότερα αίτημα της αγωγής, με την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους το πρώτον από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισμός δεν ανατρέχει στο παρελθόν, διαρκεί δε έως την εξόφληση του τοκοφόρου ποσού των τόκων, οπότε και διακόπτεται (ΟλΑΠ 7/2007, ΑΠ 1787/2013, 1298/2010, 1102/2010, 1508/2008, 1411/2008). Με την ένδικη αγωγή ζητήθηκε να αναγνωριστεί ότι για τόκους τόκων των ετών 2001-2005 επί των αξιούμενων με την αυτή αγωγή ποσών αποζημίωσης για τις επικαλούμενες θετικές ζημίες των αναιρεσειουσών η ΔΕΗ Α.Ε.
οφείλει, νομιμοτόκως από την επίδοση σ' αυτή αντιγράφου της αγωγής, το ποσό των 4.414.336,13 ευρώ στην πρώτη αναιρεσείουσα και το ποσό του 1.136.665,17 ευρώ στη δεύτερη αναιρεσείουσα. Το Εφετείο έκρινε, όπως και το Πρωτοδικείο, μη νόμιμο και απορριπτέο το σχετικό αίτημα, αφού ο ανατοκισμός, εφόσον δεν συμφωνήθηκε, προϋποθέτει άσκηση καταψηφιστικής και όχι αναγνωριστικής απλώς αγωγής, όπως είναι η ένδικη αγωγή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, αλλά ορθά, κατά τα προεκτεθέντα, ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 296 παρ.1 ΑΚ, είναι δε αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο αντίθετος δέκατος όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Κατ'ακολουθίαν, μετά την παραδοχή, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, ως βασίμων κατ' ουσίαν των υπ' αριθ. πρώτου, τρίτου, τέταρτου, έκτου, ενδέκατου, δέκατου τρίτου και δέκατου εβδόμου λόγων της αίτησης αναίρεσης, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή εν μέρει και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά τα αιτήματά της για την αναγνώριση, ότι η "ΔΕΗ Α.Ε." οφείλει να αποκαταστήσει τις θετικές ζημίες των αναιρεσειουσών, που υπέστησαν, λόγω της προαναφερόμενης όχι από υπαιτιότητά τους μεταβολής των συνθηκών του έργου, που επέφεραν την αύξηση του κατασκευαστικού κόστους, εξαιτίας των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκαν για την πρόσληψη πρόσθετου μηχανικού εξοπλισμού, εκτός του αρχικώς προγραμματισθέντος, καθώς και την υπερωριακή και κατά τις αργίες απασχόληση του μηχανικού εξοπλισμού και του προσωπικού της, προκειμένου οι παροχές μεταξύ των μερών να βρίσκονται σε σωστή ανταλλακτική σχέση, όπως απαιτεί η καλή πίστη λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών.
Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση κατά το μέρος αυτό να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί ,κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ'αυτές με τα υπ' αριθ. 8871076, 8871077, 8871078 παράβολα του Δημοσίου, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ' αριθ. 109/2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτών, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθ. 178, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1908/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή των αναιρεσειουσών, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτές με τα υπ' αριθ. 8871076, 8871077, 8871078 παράβολα του Δημοσίου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα εν μέρει δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ