Legislator Case Law & Legislation
334/2007 AI generated

334/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 334/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 334 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 334/2007

Legislator headnote

AI generated

334/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 334 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 334/2007

Keywords

AI generated
withdrawal following settlement termination of agricultural lease statutory ground for exclusion exclusion of lowest bidder exclusion from public procurement exclusion clause
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 334 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 334/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραγιαννίδη.

Των αναιρεσίβλητων:1)... , 2) .... και 3) .... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14633/1999 μη οριστική,18916/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 11-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 17-4-2006 αίτησης αναίρεσης της 188/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ΄ ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αρκεί η προσκομιδή του εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με τις προτάσεις. Δεν συνιστά δε, κατ' άρθρο 240 του αυτού Κώδικα, που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, νόμιμη επίκληση η ενσωμάτωση των προτάσεων των προηγούμενων συζητήσεων στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα (ΟλΑΠ 9/2000).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την από 9-5-2000 υπεύθυνη δήλωση του .... , την οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί εικονικότητας των αναφερομένων σ' αυτόν (λόγο) συμβάσεων. Όπως, όμως, προκύπτει από τις από 11-11-2005 προτάσεις του αναιρεσείοντος που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου της 18-11-2005, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν γίνεται επίκληση με τις προτάσεις αυτές του ως άνω εγγράφου. Δεν αποτελεί δε, σύμφωνα με τα παραπάνω, νόμιμη επίκληση αυτού η γενική αναφορά με τις προτάσεις αυτές στις πρωτόδικες προτάσεις και προσθήκη-αντίκρουση τούτων (στην οποία μνημονεύεται το παραπάνω έγγραφο) και η ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου. Επομένως, το Εφετείο, νομίμως δεν έλαβε υπόψη του το παραπάνω έγγραφο και απορριπτέος, ως αβάσιμος τυγχάνει ο από την προεκτεθείσα διάταξη πρώτος λόγος αναιρέσεως.

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Συνεπώς, ο δεύτερος από την προεκτεθείσα διάταξη, λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αυτή δέχθηκε, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη, τον ισχυρισμό των αναιρεσίβλητων ότι η με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου .... γενομένη υπό των διαδίκων αγορά του περιγραφομένου σ' αυτό οικοπέδου κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα δεν ήταν εικονική, αλλά αληθινή, καταβάλοντας έκαστος κατ' ισομοιρία το τίμημα αυτού (ακινήτου), είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός συνιστά άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί εικονικότητας της προαναφερθείσας συμβάσεως και επομένως δεν αποτελεί πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.1 ΑΚ "δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη" κατά δε τη διάταξη του άρθρου 139 του αυτού Κώδικα "η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Έτσι, σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου και της συνήθως ενωμένης με αυτήν σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, η οποία εικονικότητα αφορά το πρόσωπο του αγοραστή, για να ισχύσουν οι συμβάσεις αυτές όχι για τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή αλλά για το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, απαιτείται συμφωνία ανάμεσα σε όλους τους εμπλεκόμενους, δηλαδή ανάμεσα στον πωλητή, στον εμφανιζόμενο ως αγοραστή και στο πρόσωπο που καλύπτεται από τον τελευταίο, ότι οι πιο πάνω συμβάσεις καταρτίζονται όχι με τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά με το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, που είναι αληθινός αγοραστής. Εξάλλου, καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πωλήσεως το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο. Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο.

Εν προκειμένω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : "Η δεύτερη εναγομένη και ο σύζυγός της .... ως πολιτικοί πρόσφυγες στη Ρουμανία όπου γεννήθηκαν και τα δύο παιδιά τους (πρώτη και τρίτος των εναγομένων), κατά το έτος 1966 επαναπατρίσθηκαν οικογενειακώς στην Ελλάδα και η δεύτερη εναγομένη αμέσως άρχισε να εργάζεται στο Νοσοκομείο ... , παράλληλα δε καθάριζε σκάλες σε πολυκατοικίες με τη βοήθεια του συζύγου της, ο οποίος ήταν εμπειροτέχνης εργολάβος αλλά δεν είχε αυτοτελή εργασία διότι αντιμετώπιζε σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τα δυο του παιδιά να περάσουν τα μαθητικά τους χρόνια στο ορφανοτροφείο προκειμένου να εργαστούν οι γονείς τους, στο ίδιο δε ορφανοτροφείο ήταν τρόφιμος και ο ενάγων και έτσι μεταξύ αυτού και του τρίτου εναγομένου αναπτύχθηκε φιλία από τα μαθητικά τους χρόνια. Ο ενάγων αποφοίτησε από την τεχνική σχολή "..." και των ΚΑΤΕΕ και είναι ηλεκτρολόγος-τεχνολόγος-μηχανικός και το έτος 1980 τέλεσε γάμο με την πρώτη εναγομένη, η οποία από το έτος 1976 που αποφοίτησε από το Λύκειο εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος και διέμεναν στο μισθωμένο διαμέρισμα των γονέων της τελευταίας μέχρι το έτος 1989 όταν μετακόμισαν σε δική τους μισθωμένη οικία πλησίον της οικίας των γονέων της μετά των οποίων οι σχέσεις τους ήταν πολύ καλές. Επί τριετία περίπου εργάσθηκε ο ενάγων στην επιχείρηση του θείου του σε μεταλλικές κατασκευές και ακολούθως σε τμήμα του αγροτεμαχίου που είχε αγοράσει κατ' ισομοιρία με τη σύζυγό του το έτος 1981 στην περιοχή της .... ασχολείτο με την εργασία αυτή βοηθούμενος για λίγο όμως χρονικό διάστημα από τον τρίτο εναγόμενο. Ο τελευταίος μετά την αποφοίτησή του από την τεχνική σχολή "....", μετέβη στη Ρουμανία όπου με δαπάνες των γονέων του σπούδασε ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος-μηχανικός και αφού περάτωσε τις σπουδές του το έτος 1981 επέστρεψε στην Ελλάδα και εργάσθηκε μέχρι αρχές Μαρτίου 1983 στην ... στην κατασκευαστική εταιρία "Δομοτεχνική ΑΕ" και ακολούθως προσλήφθηκε στις 14-3-1983 στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Έργων, ως ηλεκτρολόγος μηχανικός με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οπότε την 9-11-1987 παραιτήθηκε και προσλήφθηκε στην Ολυμπιακή Αεροπορία (βλ. τις με επίκληση προσκ. βεβαιώσεις τις Δομοτεχνικής ΑΕ και της Ολυμπιακής Αεροπορίας). Έτσι οι διάδικοι με τις προαναφερόμενες επαγγελματικές τους δραστηριότητες και έχοντες μεταξύ τους άριστες σχέσεις αποφάσισαν να αγοράσουν ένα οικόπεδο σε προάστιο της Θεσσαλονίκης και να ανεγείρουν ακολούθως οικοδομή στην οποία όλοι θα διέμεναν, με την πληρωμή του τιμήματος κατ' ισομοιρία και με τη λήψη δανείων. Με επιμέλεια και φροντίδα του ενάγοντος βρέθηκε το επίδικο οικόπεδο στην ... , όλες δε οι διαπραγματεύσεις και οι συναντήσεις με τον ... , άμεσο αντιπρόσωπο της πωλήτριας του οικοπέδου αυτού εγένοντο αποκλειστικά από τον ενάγοντα, ο οποίος με τη σύμφωνη γνώμη των εναγομένων ετοίμασε όλα τα απαιτούμενα έγγραφα προκειμένου να συνταχθεί το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και ο τρίτος εναγόμενος που διέμεινε στην Αθήνα απέστειλε στον ενάγοντα το υπ' αριθμ. ... ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου ... , για την εκπροσώπησή του ως πληρεξούσιος και αντίκλητός του στην πραγματική αγορά του οικοπέδου, η οποία και καταρτίσθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Βασιλικών στον τόμο .. και αριθμό ... και κατέστησαν οι διάδικοι συγκύριοι κατ' ισομοιρία του αγορασθέντος οικοπέδου και συγκεκριμένα : Ενός οικοπέδου με αριθμό ... του .. οικοπεδικού τετραγώνου, εκτάσεως 574 τ.μ., στο συνοικισμό ... , που συνορεύει, ανατολικά σε πλευρά 15,61 γρ.μ. με την κοινοτική οδό ... , νότια σε πλευρά 32 γρ.μ. με το με αριθμό ... οικόπεδο ιδιοκτησίας ... δυτικά σε πλευρά 21,29 γρ.μ. κατά ένα μέρος με το υπ' αριθμ. ... και κατά το άλλο με το υπ' αριθμ. .. και κατά το άλλο με το υπ' αριθμ. ... διαθέσιμο οικόπεδο και βόρεια σε πλευρά 30,84 γρ.μ. με το υπ' αριθμ. ... οικόπεδο ιδιοκτησίας .... . Το πραγματικό τίμημα ορίσθηκε σε 2.700.000 δραχμές, ενώ ανεγράφη στο συμβόλαιο το ποσό των 1.000.000 δραχμών και όλοι οι διάδικοι κατέβαλαν το πραγματικό τίμημα μαζί με τα έξοδα μεταβίβασης κατ' ισομοιρία, καθόσαν προέβησαν στην κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου σπουδαίως με τη βούλησή τους να καταστεί έκαστος συγκύριος κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Ο ενάγων αβασίμως διατείνεται ότι η προαναφερόμενη συμβολαιογραφική πράξη είναι εικονική, εμφανίζοντας την αληθινή βούληση των εναγομένων να καταρτίζουν αυτοί αποκλειστικά και μόνο επ' ονόματί του. Και τούτο διότι, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, η πραγματική βούληση των εναγομένων ήταν να αγοράσουν τον εν λόγο οικόπεδο και να ανήκει στη συγκυριότητά τους, κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου, το δε τίμημα κατεβλήθη κατ' ισομοιρία απ' όλους τους συμβαλλομένους. Με βάση τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά πλήρως αποδείχθηκε ότι το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας οικοπέδου που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης ... και νόμιμα μεταγράφηκε, καταρτίστηκε και μεταγράφηκε σπουδαίως και αληθινώς για το πρόσωπο ενός εκάστου των συμβαλλομένων και συνακόλουθα η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Στη συνέχεια δε το Εφετείο, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί α) ότι είναι άκυρο το προαναφερόμενο συμβόλαιο λόγω εικονικότητας ως προς το πρόσωπο των εναγομένων και β) το δικαίωμα της αποκλειστικής του κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις και επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-4-2006 αιτήσεως αναιρέσεως της 166/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ