Legislator Case Law & Legislation
333/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting claim of abuse of right for withdrawal from sales contract.

Case Number 333/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision to reject the appeal. The appellant argued the respondent abused its right by refusing to withdraw from a sales contract, but the court found no evidence of bad faith or specific circumstances justifying such a claim. Consequently, the lower court correctly applied the law, and the appeal was rejected with costs awarded to the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 281 of the Civil Code; The mere inactivity of the entitled party or their legal representative does not constitute an abuse of right unless specific circumstances and conduct of the parties demonstrate bad faith and justify overturning the established situation.

Keywords

AI generated
abuse of right withdrawal from contract sales contract bad faith Civil Code appeal admissibility legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 698/2022
Supreme Court Case 485/2020
Supreme Court Case 414/2018
Supreme Court Case 1951/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 333 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 333/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελεήμονα Ρεντούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." (πρώην "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Γουλιέλμο και Ζωή Πασχαλίδου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/5/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 17/9/2012 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης των ανιαρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3118/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2528/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/1/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 2528/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή της. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564,566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 316/2017, ΑΠ 683/2015, ΑΠ1819/2014).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η παραβίαση (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 2267/2013, ΑΠ 1438/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα αναγνώσεως), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008).

Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιό ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποιά ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της αποφάσεως, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου και στ) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008, ΑΠ 1573/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 534, 535, 540 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης ως συνομολογημένη ιδιότητα των πωλουμένων προϊόντων η απουσία διοξειδίου του θείου και θειωδών αλάτων σε συγκεντρώσεις άνω των 10 mg/kg, ότι οι συμβαλλόμενες εταιρείες δεν συμφώνησαν την αντικατάσταση της πωληθείσας ποσότητας των 105.280 κιλών κατεψυγμένης αγκινάρας και ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε μονομερώς ως προς την ως άνω ποσότητα το νόμιμο δικαίωμα υπαναχωρήσεως λόγω ελλείψεως της συμφωνημένης ιδιότητας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν εκτίθενται με πληρότητα οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, παρά μόνον μερικές αποσπασματικές, ελλιπείς και κατ'επιλογή της αναιρεσείουσας περικοπές της αναιρεσιβαλλομένης και δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο αν η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη. Με το δεύτερο σκέλος των ίδιων ως άνω αναιρετικών λόγων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης υπ'αριθμό 107/2009 συμβάσεως πωλήσεως, του εντύπου της αναιρεσείουσας με τα στοιχεία ΕΝ ...

και 90012000/2008, του εγγράφου της πρώτης αναιρεσίβλητης <Προδιαγραφές της εταιρείας μας>, καθώς και των από 9-4-2010, 14-4-2010, 20-4-2010 και 6-5-2010 ηλεκτρονικών επιστολών των διαδίκων, δεχόμενο εσφαλμένα ότι από τα ως άνω έγγραφα προκύπτει η συνομολόγηση ιδιοτήτων για το σύνολο των πωλουμένων προϊόντων προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, καθώς και η ύπαρξη του δικαιώματος της τελευταίας να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πωλήσεως.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το αληθινό περιεχόμενο των φερόμενων ως παραμορφωθέντων εγγράφων, κατά λέξη παρατιθέμενο, το διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο που έγινε δεκτό από την πληττόμενη απόφαση, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα εν λόγω έγγραφα, το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικά με τον ουσιώδη ισχυρισμό και ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριχθέν αποκλειστικώς ή κυρίως στα παραμορφωθέντα έγγραφα.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 546 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα με τις από 3-5-2010 και 4-6-2010 εξωδίκους της ζήτησε την αντικατάσταση της επίδικης ποσότητας αγκινάρας, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, καθώς δεν μπορούσε πλέον να αναστρέψει τα έννομα αποτελέσματα του νομίμως ασκηθέντος μονομερώς διαπλαστικού δικαιώματος υπαναχωρήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης λόγω ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητας του πωληθέντος προϊόντος. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, το νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερθείσης διατάξεως, δεν εκτίθενται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση και δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο αν η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Σε κάθε περίπτωση, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και διότι , υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010), όχι όμως και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017).

Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 869/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 ( και όχι από τον αριθμό 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν επιδίκασε μείωση του τιμήματος αντί υπαναχωρήσεως, κατ'άρθρο 542 ΑΚ.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, όπως ακριβώς προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αναφέρεται δε και ο λόγος για τον οποίο θα ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός.

Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το κύριο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 540 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε μονομερώς το δικαίωμά της προς υπαναχώρηση από τη σύμβαση πωλήσεως λόγω ελλείψεως της συμφωνημένης ιδιότητας, ενώ δεν υπήρξε συγκεκριμένη, ορισμένη, ρητή, νόμιμη και μη τελούσα υπό αίρεση ή όρο ή προθεσμία εξώδικη δήλωσή της περί υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, αφού η ίδια η αναιρεσείουσα, είχε επιλέξει το δικαίωμα της αντικαταστάσεως της επίδικης ποσότητας αγκινάρας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, αφενός λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διατάξεως και δεν προσδιορίζεται αν η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και αφετέρου, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ'άρθρο 561 αριθ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537 και 540 ΑΚ, όπως τα τρία τελευταία έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 3043/2002, προκύπτει ότι ο αγοραστής, στις περιπτώσεις που υφίσταται ευθύνη του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, δικαιούται, κατ' επιλογή του, είτε να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, τη διόρθωση ή την αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να μειώσει το τίμημα, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα.

Το δικαίωμα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση της πωλήσεως είναι διαπλαστικό δικαίωμα, ασκείται κατ' αρχήν άτυπα, με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς τον αντισυμβαλλόμενο, αλλά και με εξώδικη δήλωση, αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αλλά και με συμφωνία των μερών, ενεργεί αναδρομικά και επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων υποχρεώσεων εξαρχής.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 554 και 555 εδ. α' ΑΚ προκύπτει, ότι τα δικαιώματα του αγοραστή λόγω πραγματικού ελαττώματος ή ελλείψεως συνομολογημένης ιδιότητας παραγράφονται μετά την πάροδο πέντε ετών για τα ακίνητα και δύο ετών για τα κινητά, ενώ η παραγραφή αρχίζει από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, ακόμη και αν ο αγοραστής ανακάλυψε το ελάττωμα ή την έλλειψη της ιδιότητας αργότερα.

Έτσι, στις περιπτώσεις που ο αγοραστής ασκεί δικαίωμα υπαναχωρήσεως ή μειώσεως του τιμήματος (όχι με αγωγή αλλά) με εξώδικη δήλωση, είναι υποχρεωμένος να απευθύνει αυτή τη δήλωση στον πωλητή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 554 ΑΚ. Η σκοπούμενη διάπλαση θα επέλθει βέβαια τότε, εφόσον ο αγοραστής είχε πραγματικά το αντίστοιχο δικαίωμα, πράγμα που σε περίπτωση αμφισβητήσεως εκ μέρους του πωλητή θα κριθεί από το δικαστήριο, ύστερα από σχετική αγωγή του αγοραστή (αναγνωριστική ή καταψηφιστική) ή του πωλητή (αναγνωριστική), οι οποίες μπορούν να ασκηθούν και αφού παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 554 ΑΚ.

Αντιθέτως, στην περίπτωση που ο αγοραστής ασκεί το δικαίωμα της υπαναχωρήσεως ή της μειώσεως του τιμήματος με αγωγή, η αγωγή αυτή πρέπει να ασκηθεί μέσα στην πενταετία για τα ακίνητα και τη διετία για τα κινητά του άρθρου 554 ΑΚ. Κατά δε το άρθρο 558 του ίδιου κώδικα, ο αγοραστής, μπορεί και μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής να ασκήσει με ένσταση τα εξ αιτίας του ελαττώματος ή της ελλείψεως συνομολογημένης ιδιότητας δικαιώματά του, εφόσον εντός του χρόνου της παραγραφής ειδοποίησε τον πωλητή γι' αυτό.

Εφόσον, λοιπόν, συντρέχει η προϋπόθεση της εμπρόθεσμης ειδοποιήσεως, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να ασκήσει, αλλά μόνο κατ' ένσταση, χωρίς χρονικό πλέον περιορισμό, κάθε δικαίωμα που έχει λόγω της υπάρξεως ελαττώματος ή ελλείψεως κάποιας από τις συμφωνηθείσες ιδιότητες. Η ειδοποίηση που προβλέπει η ΑΚ 558 πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, θα πρέπει δηλαδή να καθορίζεται σ' αυτή το συγκεκριμένο ελάττωμα ή η έλλειψη της ιδιότητας (ή ενδεχομένως τα περισσότερα ελαττώματα ή ελλείψεις) που εμφανίζει το πωληθέν και να συνάγεται από αυτήν, έστω και συμπερασματικά ότι ο αγοραστής επιφυλάσσεται να ασκήσει τα δικαιώματά του.

Μια αόριστη ειδοποίηση του αγοραστή προς τον πωλητή ότι το πωληθέν έχει ελαττώματα και ελλείψεις θα δημιουργούσε αβεβαιότητα στον πωλητή, πράγμα που θα αντέβαινε στο σκοπό της ΑΚ 558. Η ειδοποίηση αυτή αποτελεί μονομερή δήλωση του αγοραστή, από τη λήψη της οποίας εξαρτά ο νόμος ορισμένο έννoμo αποτέλεσμα, μπορεί δε να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμη και σιωπηρά και δεν απαιτεί ορισμένο τύπο.

Έτσι, ως ειδοποίηση, κατά την έννοια του άρθρου 558 ΑΚ, μπορεί να εκτιμηθεί, στα πλαίσια ασκήσεως (μετά το χρόνο παραγραφής του άρθρου 554 ΑΚ), με ένσταση, του δικαιώματος υπαναχωρήσεως του αγοραστή, εναγόμενου για την καταβολή του τιμήματος και η γενόμενη, μέσα στην πενταετία ή διετία, αντίστοιχα, του άρθρου 554 ΑΚ, εξώδικη δήλωση υπαναχωρήσεως που δεν έγινε αποδεκτή από τον πωλητή και δεν αποτέλεσε το κύρος της αντικείμενο σχετικής δίκης, εφόσον διαλάμβανε επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών ελαττωμάτων ή έλλειψη συγκεκριμένων συνομολογημένων ιδιοτήτων (ΑΠ 560/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο, κατά το επικουρικό σκέλος του και τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 540, 554, 558 ΑΚ, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε εξωδίκως και μονομερώς το δικαίωμα της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση με επιστολές που απέστειλε στην αναιρεσείουσα, ενώ στη συνέχεια δέχθηκε ότι η άσκηση αυτού του δικαιώματος έγινε με τις πρωτόδικες προτάσεις της δι'ενστάσεως και ότι η αναιρεσίβλητη όχι μόνον είχε ειδοποιήσει την αναιρεσείουσα για την άσκηση του δικαιώματός της εντός του χρόνου της παραγραφής, αλλά είχε ήδη ασκήσει εξωδίκως το δικαίωμά της να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αριθ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τους ως άνω αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα : < Με την από 14-4-2010 ηλεκτρονική επιστολή που απέστειλε η εναγομένη στην ενάγουσα της ζήτησε να παραλάβει την ποσότητα αγκινάρας 106 τόνων περίπου που δεν πληροί τις συμφωνημένες προδιαγραφές, της γνωστοποίησε ότι δεν υποχρεούται να δεχθεί την αντικατάσταση του πλημμελούς προϊόντος που μόνον επισφαλής πλέον μπορεί να θεωρείται, ότι η επιστροφή της εν λόγω ποσότητας είναι επιβεβλημένη, χωρίς να αποκλείει άλλα δικαιώματά της, επανέλαβε τη ρητή απόφασή της να μην δεχθεί την εν λόγω ποσότητα αγκινάρας, καλώντας την να την παραλάβει από τις αποθήκες της ως μη πληρούσα συμφωνημένη προδιαγραφή που ήταν ουσιώδης και καθοριστική για τη σύναψη της μεταξύ τους σύμβασης....

Η επισήμανση της άσκησης εκ μέρους της εναγομένης της υπαναχώρησης με ρητή πλέον χρήση της λέξης υπαναχώρηση επαναλήφθηκε με την από 6-5-2010 επιστολή της. Με τον ως άνω τρόπο η εναγομένη άσκησε μονομερώς ως προς την ποσότητα των 105.280 κιλών αγκινάρας το νόμιμο δικαίωμα υπαναχώρησης λόγω έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας.

Μετά δε την υπαναχώρηση η εναγομένη επέστρεψε την ανωτέρω ποσότητα αγκινάρας στην ενάγουσα πωλήτρια. Το γεγονός ότι η ενάγουσα με τις από 3-5-2010 και 4-6-2010 εξωδίκους της ζήτησε την αντικατάσταση της επίδικης ποσότητας αγκινάρας, δηλώνοντας ότι την έχει στη διάθεση της εναγομένης και ότι θα καταστεί υπερήμερη σε περίπτωση μη παραλαβής της, καλώντας την ταυτόχρονα να καταβάλει το τίμημα της επιστραφείσας ποσότητας, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, καθώς δεν μπορούσε πλέον να αναστρέψει τα έννομα αποτελέσματα του νομίμως ασκηθέντος μονομερώς διαπλαστικού δικαιώματος υπαναχώρησης της εναγομένης λόγω έλλειψης συνομολογηθείσας ιδιότητας του πωληθέντος προϊόντος.

Εξάλλου, οι παραλαβές της επίμαχης ποσότητας αγκινάρας έγιναν από την εναγομένη από 22-1-2010 έως 12-2-2010, η τελευταία δε ξεκίνησε τους ελέγχους περίπου δύο εβδομάδες μετά την παραλαβή των πρώτων ποσοτήτων, ενώ έγιναν σταδιακά από 5-2-2010 έως 12-4-2010 και διήρκησαν κάποιες ημέρες, μόλις δε η εναγομένη έλαβε τα απαιτούμενα αποτελέσματα των ελέγχων στις 23-3-2010 ειδοποίησε την ενάγουσα και άσκησε ρητά το δικαίωμά της για υπαναχώρηση στις 14-4-2010.

Συνεπώς ο χρόνος που παρήλθε από την παράδοση μέχρι την υπαναχώρηση ήταν εύλογος και δεν μπορούσε να είναι συντομότερος. Ακόμη, η συμφωνημένη ιδιότητα, δηλ. η απουσία διοξειδίου του θείου που είχε τεθεί ως ποιοτική προδιαγραφή των προϊόντων ήταν ουσιώδης, καθώς η παρουσία της, αφενός μείωνε σημαντικά την ποιότητα των προϊόντων και αφετέρου οδηγούσε σε αναγραφή ψευδών στοιχείων στις συσκευασίες της εναγομένης, περί μη ύπαρξης συντηρητικών και αλλεργιογόνων, με προφανή παραπλάνηση του καταναλωτικού κοινού και των αρχών και συνεπώς εύλογα και δικαιολογημένα άσκησε η εναγομένη το νόμιμο δικαίωμά της προς υπαναχώρηση.

Κατά τον χρόνο παράδοσης της ανωτέρω ποσότητας αγκινάρας από την ενάγουσα πωλήτρια στην εναγομένη, υπήρχε σ'αυτή έλλειψη της ως άνω συμφωνηθείσας ιδιότητας, η οποία ήταν ουσιώδης και συνεπώς ήταν δικαιολογημένη η άσκηση μονομερώς εκ μέρους της εναγομένης του νόμιμου δικαιώματός της προς υπαναχώρηση, λόγω έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας και συνακόλουθα η ένσταση περί υπαναχώρησης, που προβλήθηκε πρωτόδικα, νόμιμα από την εναγομένη, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη.

Λόγω δε της υπαναχώρησης, επήλθε αναδρομικά ανατροπή της σύμβασης πώλησης και απόσβεση της απορρέουσας απ'αυτήν υποχρέωσης της εναγομένης αγοράστριας περί καταβολής του τιμήματος της επίδικης ποσότητας αγκινάρας και ως εκ τούτου δεν υφίσταται η ασκούμενη με την αγωγή συμβατική αξίωση. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης, καθώς και οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι...

Περαιτέρω, η εναγομένη αγοράστρια μέσα στον χρόνο παραγραφής, όχι μόνον ειδοποίησε την ενάγουσα για την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, αλλά είχε ήδη ασκήσει νόμιμα το δικαίωμά της προς υπαναχώρηση και απλά ζήτησε, κατ'ένσταση, την αναγνώριση του ως άνω δικαιώματός της. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 554 ΑΚ και συνεπώς ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος> .

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 540 και 558 ΑΚ και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 554 ΑΚ, αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 540 και 558 ΑΚ, καθόσον στοιχειοθετούν ευθύνη της αναιρεσείουσας-πωλήτριας για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας και δικαίωμα της αναιρεσίβλητης-αγοράστριας να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, το οποίο (δικαίωμα) δεν παραγράφηκε, διότι η αγοράστρια είχε ειδοποιήσει την πωλήτρια για την έλλειψη αυτή μέσα στον χρόνο της παραγραφής.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 540 και 558 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα ότι κατά το χρόνο παραδόσεως της ποσότητας των 105.280 κιλών αγκινάρας από την αναιρεσείουσα - πωλήτρια στην αναιρεσίβλητη-αγοράστρια υπήρχε σ'αυτή έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, ήτοι απουσίας διοξειδίου του θείου και θειωδών αλάτων σε συγκεντρώσεις άνω των 10 mg/kg, η οποία ήταν ουσιώδης και συνεπώς ήταν δικαιολογημένη η άσκηση μονομερώς εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του νόμιμου δικαιώματός της προς υπαναχώρηση από τη σύμβαση, το οποίο άσκησε παραδεκτά και με ένσταση και μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, καθόσον είχε ειδοποιήσει για την έλλειψη την πωλήτρια μέσα στον χρόνο της παραγραφής.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές, η αναιρεσίβλητη-αγοράστρια με την από 14-4-2010 ηλεκτρονική επιστολή της που απέστειλε στην αναιρεσείουσα-πωλήτρια άσκησε μονομερώς ως προς την ποσότητα των 105.280 κιλών αγκινάρας το νόμιμο δικαίωμα υπαναχωρήσεως, διότι κατά το χρόνο παραδόσεως της εν λόγω ποσότητας υπήρχε σ'αυτήν έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, δηλ.

απουσίας διοξειδίου του θείου και θειωδών αλάτων σε συγκεντρώσεις άνω των 10 mg/kg, η οποία ήταν ουσιώδης και επέστρεψε την ως άνω ποσότητα στην αναιρεσίουσα. Το γεγονός δε ότι η τελευταία με τις από 3-5-2010 και 4-6-2010 εξωδίκους της ζήτησε την αντικατάσταση της επίδικης ποσότητας αγκινάρας, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση μη παραλαβής της θα καταστεί υπερήμερη η αναιρεσίβλητη, καλώντας την συγχρόνως να καταβάλει το τίμημα της επιστραφείσης ποσότητας, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, καθόσον δεν μπορούσε πλέον να αναστρέψει τα έννομα αποτελέσματα του νομίμως ασκηθέντος μονομερώς διαπλαστικού δικαιώματος υπαναχωρήσεως της αναιρεσίβλητης λόγω ελλείψεως συνομολογηθείσης ιδιότητας της πωληθείσης ποσότητας.

Η προς απόκρουση δε της ένδικης αγωγής προταθείσα πρωτοδίκως από την αναιρεσίβλητη-αγοράστρια ένσταση περί υπαναχωρήσεώς της από τη σύμβαση λόγω ελλείψεως της συνομολογημένης ιδιότητας είναι βάσιμη κατ'ουσίαν, διότι η αγοράστρια είχε ειδοποιήσει εντός της διετίας του άρθρου 554 ΑΚ την πωλήτρια για την έλλειψη της συγκεκριμένης συνομολογημένης ιδιότητας με εξώδικη δήλωση υπαναχωρήσεως, που δεν έγινε αποδεκτή από αυτήν και δεν αποτέλεσε το κύρος της αντικείμενο σχετικής δίκης.

Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενό του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτον στον Άρειο Πάγο, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του (ΑΠ 654/2007, 827/2002).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα, από το δικονομικό μόνο και όχι το ουσιαστικό δίκαιο, δικονομικές δηλαδή ενέργειες που ρυθμίζουν την έναρξη και εξέλιξη της έννομης σχέσεως της δίκης και κατατείνουν στην έκδοση δικαστικής αποφάσεως επί της αιτουμένης έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 1399/2017, ΑΠ 1401/2008, ΑΠ1334/2005).

Με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, την προταθείσα από την πρώτη αναιρεσίβλητη ένσταση υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση πωλήσεως.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει στο αναιρετήριο ότι πρότεινε τον ισχυρισμό αυτό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθορίζοντας και τον τρόπο προτάσεώς του και ότι τον επανέφερε νόμιμα με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, ώστε με βάση το αναιρετήριο να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Σύμφωνα δε με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη για την έννοια του όρου "πράγματα" της διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ''πράγμα'' είναι και η κατά το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (ΑΠ 698/2022, ΑΠ 485/2020, ΑΠ 414/2018, ΑΠ 1951/2017). Με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την πρωτοδίκως προταθείσα από την αναιρεσείουσα αντένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης να υπαναχωρήσει από την ένδικη σύμβαση πωλήσεως, την οποία επανέφερε με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της εφέσεως.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν προτάθηκε απ'αυτήν η ως άνω επικαλούμενη αντένσταση, μόνη δε η επίκληση ορισμένων πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να συνάγεται κακόπιστη συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν αρκεί για να θεμελιώσει την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον σχετικό πρόσθετο λόγο της εφέσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 2528/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ