Legislator Case Law & Legislation
333/2022 AI generated

Appeal dismissed for two parties due to lack of summons; appeal allowed against another for violating constitutional principles and local autonomy.

Case Number 333/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the hearing inadmissible for two appellants because they failed to appear despite lacking proof of legal summons. Conversely, the court allowed the appeal filed by the City of Athens against a lower court decision regarding local government staffing. The court ruled that the lower court erred by applying a random selection criterion instead of objective criteria, thereby violating constitutional principles of meritocracy and local autonomy.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2)(a) and (b) of the Code of Civil Procedure; Articles 2(1), 4(5), 22(1), 25(1), 4, 106(1) of the Constitution; Articles 80, 81, 90 of Law 4172/2013: The selection of local government employees must be based on objective criteria respecting meritocracy and local autonomy, and random selection without regard for organizational needs violates constitutional rights.

Keywords

AI generated
inadmissible hearing lack of summons local autonomy meritocracy violation constitutional principles public employment appeal allowed

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2)(a) and (b) of the Code of Civil Procedure
Article 2(1) of the Constitution
Article 4(5) of the Constitution
Article 22(1) of the Constitution
Article 25(1) and 4 of the Constitution
Article 106(1) of the Constitution
Article 80 of Law 4172/2013
Article 81 of Law 4172/2013
Article 90 of Law 4172/2013

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 333 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 333/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο αυτού, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους Αικατερίνη Ευκλείδου και Ελένη Καϊτανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβήτων: 1. …και 53. … Οι 17ος και 52η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Τσαντίλα, ο οποίος ανακάλεσε την από 14/12/2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως, δήλωσε ότι ο 12ος (Π. Γ.) απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Ε. Μ. και τον γιο του Κ. Γ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1951/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4946/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων δήμος με την από 1/2/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 αριθ.2 εδ.α'και β'ορίζεται ότι, αν ο αντίδικος εκείνου, που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στη προκειμένη περίπτωση αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε νόμιμα στον 17ο αναιρεσίβλητο Χ. Κ. και στην 52η αναιρεσίβλητη Μ. Τ.. Εφόσον όμως οι πιο πάνω δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την πιο πάνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση για τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους.

Με την από 1/2/2019 αίτηση αναιρέσεως του Δήμου Αθηναίων προσβάλλεται η 4946/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατόπιν άσκησης της από 17/7/2014 εφέσεως κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 1951/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατά το ουσιαστικό της μέρος η έφεση του εκκαλούντος Δήμου Αθηναίων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 εδ.α', 4 εδ.α' και 6 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί [δημόσιος] υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη", ότι "Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν" και ότι "Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν εφαρμογή και [...] στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης [ΟΤΑ] και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου [ΝΠΔΔ]".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης, προκειμένου οι φορείς της δημόσιας διοίκησης να επανδρώσουν τις αντίστοιχες υπηρεσίες με το προσωπικό, το οποίο, εκάστοτε, θεωρείται αναγκαίο για την εύρυθμη λειτουργία τους, έχει αφ' ενός την υποχρέωση να ιδρύει οργανικές θέσεις, διότι, άλλως, δεν είναι δυνατό να συντελεσθεί έγκυρος διορισμός δημοσίου υπαλλήλου και αφ' ετέρου την ευχέρεια να τις καταργεί, είτε μεμονωμένα είτε με την κατάργηση του κλάδου ή και ολόκληρης της δημοσίας υπηρεσίας, στην οποία ανήκει η θέση (ΟλΣτΕ 3354/2013, ΣτΕ 2934/1993).

Επί καταργήσεως οργανικής θέσεως, οπότε εκλείπει η τυπική προϋπόθεση της μονιμότητας, ο υπάλληλος είτε απολύεται είτε τοποθετείται σε κενή οργανική θέση άλλης υπηρεσίας. Οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται σε προσωπικό, το οποίο προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου.

Σύμφωνα, όμως, με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, με νόμο ρυθμίζονται, επίσης, οι όροι και η χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα για την κάλυψη οργανικών θέσεων κλπ. Πράγμα, που σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης έχει και πάλι την υποχρέωση να ιδρύει ή την ευχέρεια να καταργεί τις οργανικές θέσεις, μάλιστα δε κατά μείζονα λόγο, διότι το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν καλύπτεται από τη συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας.

Η ευχέρεια κατάργησης οργανικών θέσεων δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών [...]". Η διάταξη αυτή συνιστά κατευθυντήρια αρχή ως προς τη χάραξη της εκάστοτε κρατικής πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, μέσα στην ελληνική επικράτεια. Εν τούτοις, από την ίδια διάταξη δεν δημιουργείται παράλληλη υποχρέωση του Κράτους να απασχολεί αυτό το ίδιο, ως εργοδότης, όλους τους πολίτες της επικράτειας ούτε να εξασφαλίζει, εσαεί, εργασία σε όλα τα πρόσωπα, τα οποία συνέβη, σε δεδομένη χρονική στιγμή, να καταστούν υπάλληλοι ή μισθωτοί στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Πολύ περισσότερο, μια τέτοια υποχρέωση δεν νοείται κάτω από συνθήκες εξαιρετικών δημοσιονομικών πιέσεων, οι οποίες αφ' ενός περιορίζουν τη δυνατότητα του κρατικού προϋπολογισμού για κοινωνικές παροχές και αφ' ετέρου επιβάλλουν τη συρρίκνωση του Κράτους, ως επιχειρηματία ή εργοδότη και την, εντεύθεν, περικοπή ενός σημαντικού μέρους των θέσεων εργασίας, που υπήρχαν προηγουμένως.

Ακόμη, η ευχέρεια του κοινού νομοθέτη για κατάργηση οργανικών θέσεων δεν αποκλείεται ούτε απο τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας [...]". Η διάταξη αυτή κατοχυρώνει, πράγματι, την οικονομική ελευθερία, της οποίας ιδιαίτερη εκδήλωση συνιστά το δικαίωμα στην εργασία. Η άσκηση του δικαιώματος πρέπει να γίνεται ακωλύτως, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), χωρίς νομοθετικές παρεμβάσεις. Εν τούτοις, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, είναι συνταγματικώς ανεκτή, όταν διαπιστώνεται ότι η άσκηση του σχετικού δικαιώματος "προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη" (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) ή αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ.3 και 106 παρ.2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 6/2014). Ως εθνική οικονομία, δηλαδή ως μείζον δημόσιο συμφέρον, σε βάρος του οποίου δεν είναι συνταγματικώς θεμιτό να ασκείται η ιδιωτική οικονομία, νοείται, προεχόντως, η εξυγίανση των δημόσιων, οικονομικών πραγμάτων και η αποτροπή της, άλλως επαπειλούμενης, χρεωκοπίας του Κράτους, ήτοι ανάγκες επιτακτικές, οι οποίες διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια μιας, εξαιρετικά δυσμενούς, δημοσιονομικής συγκυρίας.

Στην έννοια της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, τυπικά αυξημένη ισχύ έναντι των νόμων, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, μάλιστα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε, απλώς, γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθούν δικαστικά, με βάση το ήδη ισχύον νομοθετικό καθεστώς ή την πάγια νομολογία (ΟλΣτΕ 668/2012).

Δεν περιλαμβάνονται, όμως, οι απλές προσδοκίες (ΣτΕ 720/2008), όταν, ιδίως, η ικανοποίησή τους εξαρτάται από μέλλοντα και αβέβαια γεγονότα, όπως η διατήρηση αμετάβλητων των συνθηκών, υπό τις οποίες κάποιο πρόσωπο επέτυχε να καταλάβει μια θέση εργασίας, της οποίας η διατήρηση είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη ή την οικονομική πορεία του φορέα, στον οποίο ανήκει.

Ως εκ τούτου, η απλή προσδοκία του εργαζόμενου να διατηρηθεί στο μέλλον η σύμβαση εργασίας, δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, η προστασία του εργαζόμενου στην περίπτωση απώλειας της θέσης εργασίας περιλαμβάνει, υπό τις εκάστοτε νόμιμες προϋποθέσεις, την καταβολή συγκεκριμένων παροχών (προεχόντως της αποζημιώσεως απολύσεως και του επιδόματος ανεργίας) προς ανακούφιση των δυσμενών, οικονομικών και ψυχολογικών συνεπειών από την απώλεια, δεν μπορεί, όμως, να φθάνει μέχρι τον αποκλεισμό του δικαιώματος του εργοδότη να λύσει τη σύμβαση εργασίας, με την επιφύλαξη, βέβαια, της απαγόρευσης της άσκησής του όταν αυτή γίνεται καταχρηστικά (ΑΚ 281).

Εξ άλλου, οι υποχρεώσεις σεβασμού και διαφυλάξεως της περιουσίας παντός προσώπου, που επιβάλλονται στα Κράτη από τη διάταξη του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, δεν είναι απεριόριστες. Στο ίδιο άρθρο προβλέπονται αποκλίσεις, όπως όταν η στέρηση της ιδιοκτησίας "επέρχεται για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπό όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου".

Ακόμη, η παρεχόμενη προστασία δεν θίγει το δικαίωμα παντός Κράτους "να νομοθετεί με τον τρόπο που θεωρεί αναγκαίο για τη ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή για την εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Επομένως, η εκ του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ παρεχόμενη προστασία δεν αποκλείει την ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη να καταργεί υφιστάμενες θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα και να θέτει σε διαθεσιμότητα τα πρόσωπα, που μέχρι την κατάργηση υπηρετούσαν σ' αυτές, εφ' όσον η μεν κατάργηση των οργανικών θέσεων επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και γίνεται με κριτήρια σύμφωνα προς την ορθολογική οργάνωση και την οικονομικότητα της δημόσιας διοίκησης, η δε επιλογή του προσωπικού, που τίθεται σε διαθεσιμότητα, γίνεται με κριτήρια αντικειμενικά και με τρόπο που ελαχιστοποιεί τις, άλλως αναπόφευκτες, δυσμενείς συνέπειες από τη διαθεσιμότητα καθ' εαυτή ή την ενδεχόμενη, σε περίπτωση αδυναμίας μετακίνησης σε άλλη θέση, απόλυσή του.

Η διαπίστωση της αναγκαιότητας ως προς την ίδρυση ή κατάργηση οργανικών θέσεων στο δημόσιο τομέα αποτελεί αντικείμενο της εκτελεστικής λειτουργίας του Κράτους και των υποκείμενων φορέων δημόσιας εξουσίας (άρθρο 26 παρ.2, 82 παρ.1, 83 παρ.1 και 101 επ. του Συντάγματος). Η αναγκαιότητα αυτή πρέπει να σταθμίζεται, όπως αναφέρθηκε, σύμφωνα με τις αρχές της ορθολογικής οργάνωσης και της οικονομικότητας της δημόσιας διοίκησης.

Η στάθμισή της, όμως, που γίνεται στο πλαίσιο μιας νόμιμης διοικητικής διαδικασίας και αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, αποτελεί πάντοτε κυβερνητική επιλογή και ευθύνη. Κατόπιν, η στάθμιση αυτή, ως πολιτική βούληση για την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, εκτελείται με τις αντίστοιχες κανονιστικές διατάξεις.

Η δικαστική λειτουργία του Κράτους έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος). Ομοίως, οι δικαστικοί λειτουργοί σε καμιά περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις, οι οποίες έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος (άρθρο 87 παρ.2 του Συντάγματος).

Κατά τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις' αυτές, όμως, τα δικαστήρια ουδόλως έχουν τη δικαιοδοσία να ελέγχουν την ορθότητα της κυβερνητικής πολιτικής [μεταξύ άλλων και] ως προς την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης. Ένας τέτοιος έλεγχος μόνο οριακός θα μπορούσε να είναι, υπό την έννοια ότι η εφαρμογή των σχετικών, πολιτικών επιλογών και των συναφών κανονιστικών διατάξεων πρέπει να είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου, δημόσιου σκοπού και να μην πλήττει δυσαναλόγως σπουδαιότερα συμφέροντα των προσώπων, τα οποία αναπτύσσουν, νομίμως, τις δραστηριότητές τους, στον ίδιο χώρο και χρόνο (άρθρο 25 παρ.1 εδ.

δ' του Συντάγματος). Με τις διατάξεις του άρθρου 90 του Ν.4172/2013 παρ.1α'του οποίου όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του Ν.4210/2013 και προς διευκόλυνση της εφαρμογής διαδικασίας διαθεσιμότητας και κινητικότητας του προσωπικού στο Δημόσιο Τομέα ορίσθηκε ότι "επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού διοικητικής μεταρρύθμισης και ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου μεταρρύθμισης μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης".

Στη συνέχεια των διατάξεων του ίδιου άρθρου, για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν καταργείται το σύνολο των οργανικών θέσεων ενός κλάδου ή μιας ειδικότητας, προβλέφθηκαν αντικειμενικά κριτήρια και διαδικασία, προκειμένου να γίνει η επιλογή των υπαλλήλων, οι οποίοι τίθενται σε διαθεσιμότητα (άρθρο 90 παρ.2 του ν. 4172/2013).

Για τις περιπτώσεις συνολικής κατάργησης των οργανικών θέσεων ενός κλάδου ή μιας ειδικότητας, οπότε δεν τίθεται ζήτημα επιλογής, διότι δεν υφίστανται παραμένοντες υπάλληλοι, προβλέφθηκε, κατ' εξαίρεση, ότι μια σειρά από πρόσωπα υπέρ των οποίων συντρέχουν ιδιαίτεροι, κοινωνικοί λόγοι προστασίας (όπως ανάπηροι, σύζυγοι ή γονείς αναπήρων, γονείς που ασκούν αποκλειστικά τη γονική μέριμνα ανηλίκων τέκνων, δικαστικοί συμπαραστάτες κλπ, σε συνδυασμό με εισοδηματικά κριτήρια, βλ.

λεπτομερώς παρ.2 στοιχείο Δ' του άρθρου 90 του ν. 4172/2013), μετατάσσονται ή μεταφέρονται αυτοδικαίως, από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων, σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης ή μεταφοράς του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, αντίστοιχες κατά κλάδο ή ειδικότητα με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, στο φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα (άρθρο 90 παρ.Ια εδάφιο β' του ν. 4172/2013).

Τέλος, το άρθρο 80 παρ.1 του ν. 4172/ 2013 ορίζει ότι "Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται στους δήμους οι θέσεις της ειδικότητας σχολικών φυλάκων ανεξαρτήτως κατηγορίας εκπαίδευσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν. 4093/2012, όπως ισχύει".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα με την κατάργηση οργανικών θέσεων και η εφαρμογή του θεσμού της διαθεσιμότητας σε συνδυασμό με την κινητικότητα των υπαλλήλων, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, καθορίσθηκε να γίνει με κριτήρια ορθολογικά και οικονομικά, σύμφωνα αφ' ενός με τις πραγματικές ανάγκες των δημοσίων υπηρεσιών προκειμένου να συνεχίσουν να εκπληρώνουν της αποστολή τους με τον καλύτερο και, συγχρόνως φθηνότερο τρόπο και αφ' ετέρου με την όσο το δυνατόν μικρότερη βλάβη των εργαζομένων, των οποίων οι οργανικές θέσεις καταργούνται (βλ.

και την αιτιολογική έκθεση του ν. 4172/2013, υπό το άρθρο 90) (ΑΠ 1339/2018).

Με την από 5/9/2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου οι οποίες στη συνέχεια μετατράπηκαν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου απασχολήθηκαν κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, ως σχολικοί φύλακες σε σχολικά συγκροτήματα του εναγομένου Δήμου Αθηναίων και ότι με το Ν.4172/2013, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 23/7/2013 τέθηκαν για χρονικό διάστημα 8 μηνών από την πιο πάνω ημερομηνία σε διαθεσιμότητα με μείωση των αποδοχών τους κατά 25% ενώ η θέση τους σε διαθεσιμότητα είναι παράνομη και άκυρη, ως αντικειμένη στο Σύνταγμα το Κοινοτικό και Διεθνές Δίκαιο και σε θεμελιώδεις Διοικητικές Αρχές για τους αναφερόμενους ειδικότερα στην αγωγή λόγους.

Περαιτέρω ισχυρίσθηκαν ότι η θέση τους σε διαθεσιμότητα ισοδυναμεί με παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους προκαλώντας σε αυτούς υλική ζημία εξαιτίας της περικοπής κατά 25% των αποδοχών τους για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των οκτώ μηνών. Ζήτησαν δε κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, σχετικά με τα αιτούμενα ποσά που αφορούν στη μείωση των αποδοχών τους κατά το οκτάμηνο διάστημα της διαθεσιμότητας τους, α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με τους αυτούς όρους και β) να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να τους καταβάλει τα ποσά των 2.340,56, 2.434,56, 2.325,60, 2.340,56, 2.380,56, 2.380,56, 2.380,56, 2.325,56, 2.394,56, 2.434,56, 2.407,60, 2.407,60, 2.380,56, 2.419,04, 2.380,56, 2.325,50, 2.380,56, 2.325,60, 2.325,60, 2.380,56, 2.505,04, 2.325,60, 2.407,60, 2.325,60, 2.285,60, 2.434,56, 2.516,56, 2.407,60, 2.340,56, 2.325,60 , 2.434,56, 2.434,56, 2.407,60, 2.407,60, 2.394,56, 2.434,56, 2.380,56, 2.560,08, 2.434,56, 2.325,60, 2.380,56, 2.325,60, 2.380,56, 2.325,60, 2.325,60, 2.391,68, 2.407,60, 2.325,60, 2.325,60, 2.407,60, 2.434,56, 2.380,56, 2.325,60 και 2.344,56 αντιστοίχως.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε την αγωγή νόμιμη και βάσιμη κατ'ουσίαν επιδικάζοντας στους ενάγοντες τα πιο πάνω χρηματικά ποσά.

Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι οι διατάξεις του Ν.4172/2013 με τις οποίες καταργήθηκαν σε θέσεις της ειδικότητας σχολικών φυλάκων και το προσωπικό που υπηρετούσε σ'αυτές τέθηκε σε διαθεσιμότητα και έπαυσε για όσο χρόνο διαρκεί αυτή να ασκεί τα καθήκοντά του αντιστρατεύονται ευθέως στις προεκτεθείσες αρχές της αναλογικότητας της αξιοκρατίας και της διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ. Τούτο δε διότι η επιλογή των εργαζομένων που τέθηκαν στην κατάσταση αυτή δεν έγινε βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν, επιπλέον δε η κατάργηση των πιο πάνω οργανικών θέσεων δεν πραγματοποιήθηκε με αποτυπωμένα στο νόμο κριτήρια αξιολόγησης αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά στο τυχαίο κριτήριο της εν λόγω ειδικότητας χωρίς να ληφθούν υπόψη τυχόν τοπικές ιδιαιτερότητες και υπηρεσιακές ανάγκες καθενός ΟΤΑ.

Συνεπώς οι ρυθμίσεις του άρθρου 80 του Ν.4172/2013 αντιστρατεύονται ευθέως τις συνταγματικές αρχές της αξιοκρατίας και της διοικητικής αυτοτέλειας των ΟΤΑ διότι η επιλογή των εναγόντων, ως κλάδου και η θέση τους σε κατάσταση διαθεσιμότητας, λόγω κατάργησης των οργανικών τους θέσεων δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια αλλά πραγματοποιήθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες κάλυψης των οργανωτικών δομών του εναγομένου ΟΤΑ και της αποτελεσματικής εξυπηρέτησης της λειτουργίας του, σημαντικό τμήμα της οποίας αφορά η φύλαξη και προστασία των σχολικών μονάδων και της πολύτιμης σχολικής περιουσίας από επιθέσεις και προσβολές τρίτων.

Επίσης η ανωτέρω ρύθμιση προσβάλλει στον πυρήνα τους και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των εναγόντων (άρθρα 2 παρ.1, 4 παρ.5, 22 παρ.1, 25 παρ.1 και 4 και 106 παρ.1 του Συντάγματος), που επιβάλλουν το σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την ισότιμη συνεισφορά στα δημόσια βάρη, την προστασία της εργασίας και παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της αξιοκρατίας διότι μεταβάλλει προς το χειρότερο τους όρους εργασίας των εναγόντων, αφενός μεν μειώνοντας κατά 25% τις ήδη μειωμένες αποδοχές τους, αφετέρου δε καθιστώντας αβέβαιο το μέλλον της ίδιας της εργασιακής τους σχέσης.

Έτσι δικάζοντας το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο υποχρεώνοντας τον εναγόμενο εκκαλούντα - αναιρεσείοντα Δήμο Αθηναίων να καταβάλει στους ενάγοντες τα πιο πάνω ποσά απορριπτομένης ως ουσία αβασίμου της εφέσεως. Σύμφωνα όμως και με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως αυτής πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, διότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.5, 5 παρ.1, 22 παρ.1, 25 παρ.1 και 3, 102 παρ.2, 103 παρ.7 και 106 παρ.2 του Συντάγματος, άρθρο 1 του ΠΠΠ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και των άρθρων 80, 81 και 90 του Ν.4172/2013, δεκτού γενομένου ως βασίμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Αναιρουμένης λοιπόν της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος λόγω των πραγματικών δυσχερειών, ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων όλα τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για τον 17ο και 52η αναιρεσιβλήτους Χ. Κ. και Μ. Τ. αντίστοιχα.

Αναιρεί την 4946/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων όλα τα δικαστικά έξοδα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ