Legislator Case Law & Legislation
333/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land ownership claim due to statute of limitations and vague legal basis.

Case Number 333/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that rejected the plaintiffs' claim to own disputed forest lands. The plaintiffs argued for ownership based on Ottoman law and long-term possession, while the State contended the lands were public domain. The court rejected the appeal because the original claim was time-barred and lacked a specific legal title, rendering the State's arguments inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 6 para. 2 of Law 2664/1998; Art. 972 of the Civil Code: A claim for recognition of ownership is inadmissible if filed after the exclusive limitation period expires or if the legal basis for acquisition is vague and lacks specific justification.

Keywords

AI generated
statute of limitations public domain Ottoman land law ownership claim inadmissible appeal legal title forest lands

Cited Legislation

AI generated
Art. 6 para. 2 of Law 2664/1998
Art. 972 of the Civil Code
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 333 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 333/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Παρασκευή Γιωτάκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Τ. του Ι. και Έ., 2) Μ. συζ. Δ. Κ., το γένος Ι. Τ., κατοίκων…, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Τζούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-06-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 22-10-2012 κύρια παρέμβαση-αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-03-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Κατ' άρθρ. 6 παρ. 2 του ν. 2664/98, ως ισχύει:

α) σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπο πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία επτά (7) ετών,

β) Για τις περιοχές που κηρύχθηκαν υπό κτηματογράφιση πριν τη δημοσίευση και έναρξη ισχύος του ν.3481/2006 (Α'162) η αποκλειστική προθεσμία της περίπτωσης α' της παραγράφου αυτής είναι δεκατεσσάρων (14) ετών.

γ) Η αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση της αγωγής των περιπτώσεων α' και β' αρχίζει από τη δημοσίευση στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που προβλέπει το άρθρο 1 παρ. 3. Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφόμενου ως δικαιούχου του δικαιώματος, στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων. Σε περίπτωση ειδικής διαδοχής στο δικαίωμα, στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή, η αγωγή πρέπει να στραφεί τόσο κατά του φερόμενου με την πρώτη εγγραφή ως δικαιούχου ή των καθολικών του διαδόχων, όσο και κατά των ειδικών διαδόχων αυτού. Όταν η αγωγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αναγράφεται ως δικαιούχος δικαιώματος στις αρχικές εγγραφές, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 8 του α.ν.1539/1938 (Α' 488), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του ν.2732/1999 (Α'154). Επί αγωγών που ασκούνται ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου τηρείτο από αυτό η διαδικασία του άρθρου 270 ΚΠολΔ (για την προφορικότητα της διαδικασίας), μέχρι την 01-01-2016, οπότε το άρθρο αυτό καταργήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015).

Περαιτέρω κατ' άρθρ. 6 παρ. 3α του ίδιου (πιο πάνω) νόμου, στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 9, όταν ζητείται η διόρθωση, αντί της προβλεπόμενης στην παρ. 2 αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου που ισχυρίζεται, ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

[ΙΙ] Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α'και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα περί διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του. Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε και να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο αυτό να εμφαίνεται.

[ΙΙΙ] Οι αναιρεσίβλητοι, με την επιτρεπτώς επισκοπούμενη αίτησή τους, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου εξέθεταν ότι κατέστησαν συγκύριοι από κληρονομική διαδοχή των γονέων τους, άλλως με έκτακτη χρησικτησία αγρού 14.750 τ.μ. στη …, ο οποίος κατά την κτηματογράφηση κατατμήθηκε σε τρία γεωτεμάχια:

α) 6.251,79τμ και αναγραφόμενους δικαιούχους τους ίδιους σε ποσοστό 15/100 εξ αδιαιρέτου έκαστο και αφετέρου "άγνωστο" κατά το υπόλοιπο των 70/100,

β) 3.597,47τμ με αναγραφόμενους δικαιούχους τους ίδιους, σε ποσοστό 50/100 εξ αδιαιρέτου τον καθένα και ποσοστό 50/100 εξ αδιαιρέτου τον καθένα και

γ) 4.900,47τμ και αναγραφόμενους δικαιούχους αφενός τους ίδιους σε ποσοστό 15/100 εξ αδιαιρέτου και αφετέρου "άγνωστο" κατά ποσοστό 70/100 εξ αδιαιρέτου.

Ζητούσαν δε την αναγνώριση της συγκυριότητας τους κατά τα ποσοστά που αποδίδονται σε άγνωστο δικαιούχο, τις διορθώσεις των ανακριβών εγγραφών και την ενοποίηση των πιο πάνω γεωτεμαχίων. Προσέτι οι αναιρεσίβλητοι κοινοποίησαν την αίτησή τους στο Ελληνικό Δημόσιο και το τελευταίο άσκησε (στον πρώτο βαθμό) κύρια παρέμβαση-αγωγή, με την οποία ισχυρίσθηκε τα εξής επιτρεπτώς επισκοπούμε να:

«Ότι τμήματα των επίδικων γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ ..., ... έκτασης, αντίστοιχα, 115 τ.μ. και 237 τ.μ., αλλά και τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., έκτασης 3.560 τ.μ, όπως αυτά εμφαίνονται στον επισυναπτόμενο σε αυτήν πίνακα συντεταγμένων έκτασης δασικού χαρακτήρα και το διευκρινιστικό υπόμνημα, εκ των οποίων το πρώτο και δεύτερο φέρονται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" σε ποσοστό 70% και ως ιδιοκτησία των αιτούντων σε ποσοστό 15% στον καθένα, και το τρίτο ως συνιδιοκτησία των αιτούντων, δεν ανήκουν στους καθών η κύρια παρέμβαση-αγωγή, αλλά σε αυτό (Ελληνικό Δημόσιο), διότι περιήλθαν στην αποκλειστική κυριότητά του (100/100), ως δημόσιες δασικές εκτάσεις, τόσο κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, κατά την απελευθέρωση των Βορείων Σποράδων με τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, όσο και κατ' εφαρμογή των διατάξεων του β.δ.

της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", άλλως διότι κατέλαβε αυτά κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, άλλως διότι είχαν εγκαταλειφθεί από τους τέως κυρίους τους Οθωμανούς και δεν καταλήφθηκαν από τρίτο, άλλως διότι ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και δημεύθηκαν, άλλως εντός έτους από τη δημοσίευση του προαναφερόμενου Β.Δ/τος (ΦΕΚ 69/1-12-1836) οι τυχόν πρώην ιδιοκτήτες τους δεν προσήγαγαν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας για την αναγνώρισή τους ως ιδιωτικών στην επί των Οικονομικών Γραμματεία, άλλως και επικουρικά, κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 του ν.

της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", ως κτήματα μη δεσποζόμενα από τρίτο ιδιώτη ή κτήματα ακλήρων αποθανόντων άλλως ως εγκαταλελειμμένα από τυχόν κληρονόμους κτήματα, επί των οποίων δεν υπήρξαν κατά τον κρίσιμο χρόνο αποδεδειγμένες απαιτήσεις τρίτων, και έτσι δεν ήταν αναγκαία η κατάληψή τους προκειμένου να περιέλθουν στην κυριότητά του, άλλως, και πάλι επικουρικά, διότι απέκτησε την κυριότητά τους με τα προσόντα της τακτικής ή ακόμα και έκτακτης χρησικτησίας, ελέγχοντας και φυλάσσοντας αυτά με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, μέχρι και την κατάληψή τους, σε κάθε δε περίπτωση διότι δεν παραχωρήθηκαν με νόμιμο τρόπο σε τρίτο κατά κυριότητα ή διηνεκή εξουσίαση, προ του Αγώνα για Ανεξαρτησία και ουδέποτε αναγνωρίστηκαν με νόμιμο τρόπο ως ιδιοκτησία τρίτου, ούτε αποτέλεσαν αντικείμενο νομής τρίτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας επί 30 έτη μέχρι τις 11-09-1915».

Με το περιεχόμενο αυτό το Ελληνικό Δημόσιο ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριο των επιδίκων και να διορθωθούν οι κτηματολογικές (ανακριβείς) εγγραφές. Τα δύο αυτά δικόγραφα (αίτησης και κύριας παρέμβασης-αγωγής) συνεκδικάσθηκαν και απορρίφθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο με την 131/13 οριστική απόφασή του.

Το δε Μονομελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη, 101/17 απόφασή του συνεκδίκασε τις δύο εφέσεις (αντίθετες, του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων) και απέρριψε αμφότερες στην ουσία. Έτι περαιτέρω, από την πιο πάνω περιγραφή των επιδίκων εδαφικών τμημάτων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την κρινόμενη αναίρεση και αφορά: 1) το τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...

έκτασης 3.560τμ, το οποίο φέρεται ως συνιδιοκτησία σε ποσοστό 50/100 εκάστου των αναιρεσιβλήτων και 2) το ποσοστό 30% που τα τμήματα των γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ ... και ..., έκτασης, αντίστοιχα 115τμ και 237τμ φέρονται ως συνιδιοκτησία σε ποσοστό 15/100 εκάστου των αναιρεσιβλήτων, δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητα των επιδίκων που καθιστά αόριστη την ένδικη κύρια παρέμβαση-αγωγή ως προς όλες τις βάσεις της (κύρια και επικουρικές), διότι το (νυν) αναιρεσείον δεν καθορίζει με σαφήνεια τα αμφισβητούμενα εδαφικά τμήματα, έτσι ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά τους.

Ειδικότερα, δεν προσδιορίζει την ακριβή θέση των τεμαχίων σε σχέση με τα μείζονα γεωτεμάχια, καθώς και τα όρια αυτών, ήτοι δεν εξειδικεύει με ποιες ιδιοκτησίες συνορεύουν και σε τι μήκος με κάθε μία. Η αοριστία αυτή δεν καλύπτεται με την αναφορά των ΚΑΕΚ των επίδικων εδαφικών τμημάτων, ούτε από τα συνημμένα στο δικόγραφο:

α)αποσπάσματα ορθοφωτοχάρτη των ετών 1945 και 1995, β)τα από 19-04-2010 και από 30-08-2012 έγγραφα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας-Δ/νση Δασών Ν. Μαγνησίας, που αναφέρονται σε στοιχεία-απόψεις της πιο πάνω υπηρεσίας σχετικά με την αιτούμενη διόρθωση και γ)τους πίνακες συντεταγμένων των επίδικων τμημάτων, στοιχεία που δεν αποτελούν επαρκή προσδιορισμό αυτών, σε σχέση με την ευρύτερη έκταση των αντίστοιχων γεωτεμαχίων.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο, εκτιμώντας το εν λόγω δικόγραφο (κύριας παρέμβασης) ως αυτοτελή αγωγή, κατά το μέρος που προαναφέρθηκε, την απέρριψε ως απαράδεκτη στο σύνολό της, εξαιτίας της αοριστίας της ως προς την ταυτότητα των επίδικων ακινήτων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 14ΚΠολΔ της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου.

Συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα' αντίθετα, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη.

[ΙV] Σε περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές οι λόγοι της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1182/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, παρά το ότι απέρριψε λόγω αοριστίας την ένδικη (αυτοτελή, κατ' εκτίμηση) αγωγή στο σύνολό της, όπως εκτέθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, στη συνέχεια διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί κυριότητάς του στα επίδικα ακίνητα και τις εξής πλεοναστικές παραδοχές: "Επιπλέον, κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα, η κύρια βάση της αγωγής του Ελληνικού Δημοσίου, κατά την οποία τούτο επιχειρεί να στηρίξει την κυριότητά του με επίκληση δασικού χαρακτήρα των επιδίκων και της ιδιότητας του ιδίου ως διαδόχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και περί συνδρομής των όρων του β.δ.

της 17-11/1-12-1836, όπως και η επικουρική περί κτήσης κυριότητας με δήμευση αυτών ως άλλοτε ανηκόντων στο Οθωμανικό Δημόσιο, περί εγκατάλειψής τους από τους τέως κυρίους τους Οθωμανούς και μη κατάληψής τους από τρίτους και περί μη προσαγωγής νόμιμων τίτλων ιδιοκτησίας για την αναγνώρισή τους ως ιδιωτικών στην επί των Οικονομικών Γραμματεία, είναι απορριπτέες ως μη νόμιμες, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, δεδομένου ότι τα επίδικα βρίσκονται στη νήσο … και έτσι τα εκεί δάση ή δασικές εκτάσεις σε περίπτωση που δεν ήταν ιδιωτικές κατά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους ή την έναρξη ισχύος του βασιλικού διατάγματος της 17/29 Νοεμβρίου 1836 "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δημοτικές, αλλά όχι δημόσιες.

Επίσης, κατά τα προαναφερθέντα, η επικουρική βάση περί κτήσης κυριότητας κατ' εφαρμογή του άρθρου 16 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10-07-1837, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, διότι το ενάγον αρκείται σε απλή επανάληψη του πραγματικού του κρίσιμου κανόνα δικαίου του άρθρου 16 του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" της 10-07-1837 ή περί κατάληψης από Οθωμανούς (ιδιώτες), χωρίς να εξειδικεύει καθόλου τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τη βάση αυτή, δηλαδή με ποίο ακριβώς τρόπο το επίδικο κατέστη αδέσποτο, και μάλιστα απλά προβάλλει ότι χώρησε εγκατάλειψη της νομής, χωρίς να επικαλείται επιπροσθέτως, όπως πρέπει, ότι η εγκατάλειψη αυτή έγινε με πρόθεση παραίτησης από το δικαίωμα της κυριότητας, ούτε προσδιορίζει ποίο πρόσωπο παραιτήθηκε από την κυριότητα, ενώ ουδόλως γίνεται σαφής επίκληση τέτοιων περιστατικών που θα επέτρεπαν την κρίση ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η ήδη ισχύουσα διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ περί αδέσποτων ή έστω η ειδική διάταξη περί κτήσης κυριότητας επί εγκαταλελειμμένων ακινήτων κατά το άρθρο 34 του α.ν. 1539/1938.

Επομένως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και η επικουρική βάση περί κτήσης κυριότητας με κατάληψη από Οθωμανούς (ιδιώτες), αφού και πάλι γίνεται απλή, χωρίς καμία εξειδίκευση, επίκληση των σχετικών όρων περί κτήσης κυριότητας, χωρίς καν να προσδιορίζεται ποίος ήταν ο άλλοτε Οθωμανός κύριος αυτού. Ακόμη, η επικουρική βάση περί κτήσης της κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας είναι ομοίως απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν γίνεται καμία επίκληση συγκεκριμένου νόμιμου τίτλου για τη θεμελίωσή της".

Το αναιρεσείον με τους δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 1α και τρίτο (τελευταίο) από το άρθρο 559 αρ.11βΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 2ας Ραμαζάν του 1274 (1856), του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 03-02-1830 και των ερμηνευτικών πρωτοκόλλων της 4 και 19/6ου/1830, της συνθήκης της Κωνσταντινούπολης από 03-07-1832 και του ν. της 27-11-1835, με τις οποίες διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Οθωμανικού νόμου περί γαιών και οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με την κτίση σ' αυτές δικαιωμάτων ιδιωτικής φύσεως, ενώ οι δικαιοπραξίες γι' αυτά συντελούνταν εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους. Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον υποστηρίζει (με τον πρώτο λόγο), ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το αρθ. 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, αφού έκρινε, ότι οι επίδικες εκτάσεις είναι δημοτικές και ότι δεν ανήκουν σε αυτό (αναιρεσείον). Ακόμη (με τον τρίτο λόγο) το αναιρεσείον ισχυρίζεται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια από το αρθ. 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ, καθόσον έλαβε υπόψη την 53846/1894 διαταγή του Υπουργού των Οικονομικών Χ. Τρικούπη προς τον Οικονομικό Έφορο Σκοπέλου και το Δασάρχη Σκιάθου, με την οποία διέταξε να θεωρηθούν τα δάση των νησιών αυτών ως δημοτικά. Εν τούτοις, κατά το αναιρεσείον, το ως άνω αποδεικτικό μέσο δεν προσκομίσθηκε με επίκληση από κανένα διάδικο.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, καθόσον έχουν σχέση με τις πιο πάνω πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλομένης ως προς την κτήση κυριότητας του αναιρεσείοντος στα επίδικα τμήματα και δεν πλήττουν επιτυχώς την πρώτη αιτιολογία της απόφασης για αοριστία της ένδικης (αυτοτελούς, όπως εκτιμήθηκε) αγωγής, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

[V] Κατά συνέπεια, πρέπει, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, στο ηττώμενο αναιρεσείον (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22ν. 3693/57, ως ισχύει), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-03-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 101/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ